Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΠΟΥΣΙΑ


Έβαλε στη μια άκρη του γραφείου τα Καρέλια, πάνω στην κασετίνα τον αναπτήρα και δίπλα το τσίγκινο τασάκι που έλαμπε από καθαριότητα. Άνοιξε μπροστά του ένα βιβλίο, το οποίο πήρε στην τύχη από τη βιβλιοθήκη και έπεισε τον εαυτό του ότι «τώρα πρέπει να διαβάσεις». Ράινερ Μαρία Ρίλκε ντε και καλά. Από την πρώτη σελίδα πήδηξε στην τελευταία και ξανά στην πρώτη, αφήνοντας τ’ αφτιά του να χαζεύουν το χριτς χρατς του χαρτιού. Στο φυλλομέτρημα μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία έπεσε μέσα από τις σελίδες. Η μάνα του εισέβαλε ξαφνικά στον χώρο.
Έφυγε πριν ένα μήνα και σε λίγες μέρες θα κάνανε τα σαράντα στο χωριό. Δεν ήξερε πολλά από τέτοιες προετοιμασίες, μνημόσυνα, κόλλυβα, καφέδες, κουλουράκια. Ευτυχώς είχε την αδελφή του που ζούσε συνέχεια στο χωριό και όσο νάναι σκάμπαζε από αυτά τα έθιμα της μνήμης προσφιλών ανθρώπων. Της τα είχε διδάξει η μάνα τους καλά, ώστε να είναι σίγουρη ότι θα τα ακολουθήσει κατά γράμμα όταν θα παρατούσε αυτόν τον κόσμο. Η δικιά του μνήμη περιορίζονταν αυστηρά σε μαθηματικές εξισώσεις και αλγοριθμικές δομές που δίδασκε στους μαθητές του Λυκείου Αμπελοκήπων τα τελευταία χρόνια.  Ήρθε από την Αλεξανδρούπολη σε κανονική οργανική θέση, όχι ωρομίσθιος όπως ήταν όλα αυτά τα χρόνια από τότε που πρωτόπιασε κιμωλία μπροστά στον μαυροπίνακα.
Πήρε στα χέρια του τον αναπτήρα κι έβγαλε από την κασετίνα ένα Καρέλια. Το κρέμασε στα χείλη και τράβηξε μια βαθειά τζούρα. Ξάπλωσε την πλάτη στο ξύλο της καρέκλας και έφερε τη φωτογραφία κοντά στα μάτια του. Η μάνα πάνω στο γαϊδουράκι, γυναικείο κάθισμα, στα πόδια της μικρούλα η Άννα και πίσω, στα καπούλια του γαϊδάρου, αυτός. Τα καλοκαίρια, τους πήγαινε η μάνα για μπάνιο στη θάλασσα με τον Πεπίτο, έτσι φώναζε τον γάιδαρο. Το χε κλέψει το όνομα από κάποιο κομικ της εποχής. Γύρισε τη φωτογραφία από πίσω να δει μια ημερομηνία, μια ένδειξη μνήμης. Συνήθως η μάνα του πάντα έγραφε με το μολύβι κάτι πίσω από τις λιγοστές φωτογραφίες τους, μια ημερομηνία, έναν λόγο, «ενθύμιον από….» Η συγκεκριμένη δεν έγραφε τίποτα. Κενό χρονολογίας και μνήμης. Τα πρόσωπα της φωτογραφίας, άνθρωποι και ζώο,  είχαν εστιάσει το βλέμμα τους στον φακό, περιμένοντας να βγει το πουλάκι. Παρότι ήταν από ανέμελη εκδρομή στη θάλασσα, η ατμόσφαιρα μύριζε σοβαρότητα. Η μάνα τους είχε μάθει να είναι πάντα σοβαροί και αγέλαστοι, ειδικά όταν ο φωτογράφος απέναντι τραβάει τη φωτογραφία. Η παραμικρή κίνηση έθετε σε κίνδυνο ολόκληρο το καρέ, από το να βγεί η φωτογραφία κουνημένη, μέχρι να βγούν αυτοί άσχημοι ή ακόμη και αγνώριστοι. Η μάνα είχε τον τρόπο να θέτει κανόνες που έπρεπε να γίνονται σεβαστοί, χωρίς πολλά πολλά λόγια. Ο πατέρας συνήθως απουσίαζε σε δουλειές ή όταν δεν απουσίαζε, κάπνιζε σιωπηλός μπροστά στο τζάκι, πάντα σαν κάτι να τον απασχολούσε.   Ο φωτογράφος είχε καταφέρει να αποτυπώσει με μεγάλη ειλικρίνεια  την κανονική τάξη των πραγμάτων σπίτι τους, σε ασπρόμαυρο φόντο. Ακόμη κι ο Πεπίτο φαινόταν να γνώριζε τους κανόνες που είχε θέσει η κυρά Βασιλική. Έβαλε ξανά στη θέση της την κασετίνα των τσιγάρων και πάνω της τον αναπτήρα. Καταχώνιασε την φωτογραφία στο συρτάρι. Η καύτρα του τσιγάρου τώρα κιτρίνιζε τα δάχτυλά του. Με μια στριφογυριστή κίνηση των δαχτύλων προσπάθησε να σβήσει τη μνήμη μέσα στο τσίγκινο τασάκι. Άφησε τη γόπα ημιθανή στο τασάκι, αλλά αυτή δεν είχε σκοπό να παραδοθεί τόσο εύκολα. Η φωτιά κλότσησε και στύλωσε τα πόδια της, όπως έκανε ο Πεπίτο πολλές φορές όταν δεν συμφωνούσε με τη λυγαριά που έτσουζε τα καπούλια του. Μια μικρή σπίθα αναπήδησε, ίσα που έγλυψε ένα τρήμα μαυρισμένου καπνού, αυτό πήρε βαθειά ανάσα και ξανάγινε για λίγο φωτιά κι αμέσως μετά στάχτη που βγαλε τα σωθικά της στο αέρα. Η γόπα τώρα λιβάνιζε το διαμέρισμα, αλλά ο Ελισσαίος Αφεντούλης δεν έδωσε σημασία. Το μυαλό του τώρα απασχολούσε μια ημερομηνία: 20 Ιουλίου 1974…..
Στη θάλασσα ήταν πάλι εκείνο το καλοκαίρι, κι εκεί στην αμμουδιά είδε τη μάνα του να συνομιλεί με έναν χωριανό που έτρεξε στο μέρος της λαχανιασμένος. Ύστερα την είδε να τρέχει στο κυμμοθάλασσο και να του φωνάζει να βγει αμέσως έξω κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σα να βρισκόταν σε κίνδυνο. Είχε πάει στα βαθειά, εκεί που η θάλασσα αλλάζει χρώμα και γίνεται μαύρη. Εκεί που μόνο άμα ήσουν άντρας μπορούσες να πας. Δεν ήταν παίξε γέλασε η θάλασσα στα μαύρα κι αυτός τότε ήταν αντράκι δέκα χρονώ. Βγήκε έξω κι έμαθε πως πρέπει να επιστρέψουν στο χωριό γιατί «έγινε επιστράτευση» όπως του είπε. Στην ερώτηση τι είναι η «επιστράτευση» δεν  πήρε απάντηση, μόνο τη διαταγή να καβαλικέψει τον Πεπίτο και να γυρίσει στο χωριό, γιατί η ίδια με την Αννούλα θα επέστρεφαν στο χωριό με το τρακτέρ του συγχωριανού. Καβάλησε τον Πεπίτο και με βιτσιές τον έκανε να τρέχει σαν άτι μέχρι που φτασε σπίτι. Εκεί η ατμόσφαιρα θύμιζε κηδεία. Η μάνα έκλαιγε, η γιαγιά έκλαιγε, η Αννούλα έκλαιγε, μόνο ο πατέρας δεν έκλαιγε, για έναν παράξενο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Πόλεμος !!» ήταν η λέξη που ακούγονταν. Αυτή τη λέξη την καταλάβαινε. Το σχολείο είχε φροντίσει να του μάθει τα πάντα για τον πόλεμο και ειδικά τον πόλεμο με τους Τούρκους όπου πάντα οι Έλληνες νικούν. Ο πατέρας φίλησε τη μάνα τους, ύστερα αυτόν, ύστερα την πεθερά του και τέλος την Αννούλα. Τότε πρόσεξε ότι τα μάτια του είχαν  δακρύσει. Σκουπίστηκε με την παλάμη, γύρισε την πλάτη του κι έφυγε από το σπίτι για τον πόλεμο. Δεν ξαναγύρισε. «Βρήκε ευκαιρία κι έφυγε με την πουτάνα του ο δειλός» κρυφάκουσε τη μάνα του να λέει στη γιαγιά ένα βράδυ. Τι σχέση είχε ο πόλεμος με τις πουτάνες δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε τι είναι πουτάνες, μόνο ότι είναι γυναίκες. Αυτό το ξερε. Η απουσία  τότε στρογγυλοκάθισε και στη γωνιά του τζακιού. 
Η γόπα δίπλα, έστειλε στα ρουθούνια καπνό που χε τη μυρουδιά κάρβουνου. Ξινίστηκε, κι αυτή τη φορά αποτέλειωσε τη φωτιά στο τασάκι μια και καλή. Σηκώθηκε μέχρι την κουζίνα, έπλυνε το τασάκι, το σκούπισε και το τοποθέτησε πάλι καθαρό στην άκρη του γραφείου πάνω στα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Φόρεσε ένα μπουφάν που τράβηξε απ' την κρεμάστρα, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού από το έπιπλο στο χωλ και προχώρησε προς την εξώπορτα. Στην ερώτηση της γυναίκας του «Πού πας;» είπε μόνο «Πάω στο καφενείο να δω το ματς» και βγήκε έξω χωρίς άλλα λόγια.
Χώθηκε στο στενό της Δάμωνος στον Βαρδάρη και με τα χέρια στις τσέπες στάθηκε μπροστά στην πόρτα που τη φώτιζε μια μικρή κόκκινη λάμπα πυράκτωσης. Άναψε ένα τσιγάρο αυτοπεποίθησης και μπήκε μέσα. Η μαντάμ μόλις τον είδε τον καλωσόρισε  «Κάθισε κύριε καθηγητά, θα περιμένεις λίγο το κορίτσι να βγει. Θα ευχαριστηθείς αυτή τη φορά, είναι καινούρια η κοπέλα μας …» του είπε κι αυτός χαμογέλασε και θρονιάστηκε στο σαλονάκι. Η μαντάμ απίθωσε  μπροστά του ένα τσίγκινο καθαρό τασάκι κι αυτός έβγαλε και της έδωσε πενήντα ευρώ. Τράβηξε μια βαθειά τζούρα κι άφησε τα μάτια του να σκανάρουν μηχανικά τους γνώριμους τοίχους του μπορντέλου. Η πλάσμα τηλεόραση στον τοίχο έδειχνε σήμερα το ματς. Κάρφωσε το βλέμμα του στην τηλεόραση χωρίς όμως να βλέπει αυτά που μετέδιδε, ώσπου ένας χοντρός μεσήλικας βγήκε στο σαλόνι σιάζοντας το καβάλο του. Μόλις αυτός αντιλήφθηκε την παρουσία του, χαμήλωσε το κεφάλι και βγήκε βιαστικά έξω χωρίς να ανταποδώσει την «Καληνύχτα» και το «Ευχαριστούμε» της μαντάμ.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να γδυθεί και περίμενε την κοπέλα. Σε λίγο η κοπέλα, ντυμένη ελαφρά, μπήκε χαμογελαστή στο δωμάτιο. «Γιατί δεν ξεντύνεσαι; Πρώτη φορά έρχεσαι;» τον ρώτησε, για να κουνήσει αυτός το κεφάλι του αρνητικά. Σηκώθηκε όρθιος και την πλησίασε «Γιατί οι άνδρες μετά την πουτάνα γυρίζουν στις γυναίκες τους;» Η κοπέλα ξαφνιάστηκε στην αρχή και ύστερα, διστακτικά, έσκυψε στο αφτί και του ψιθύρισε «Ίσως…. γιατί τις αγαπάνε; .... »
«Ούτε αυτή η  γυναίκα  ήταν σίγουρη γαμώτο» σκέφτηκε κι έφυγε.

* * * * * *  
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
c. Litzerinos Christos

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΛΑΜΠΙΟΝΙΑ


Ο κόσμος που στριμώχνονταν στα πεζοδρόμια και τις βιτρίνες των καταστημάτων, άρχιζε σιγα σιγά να αραιώνει. Τα Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν είχαν κλειστεί από νωρίς σε μαγαζιά και ξενοδοχεία της πόλης. Ο Ροδόλφος Αστεριάδης, πάνε χρόνια τώρα που είχε ξεχάσει τη λέξη ρεβεγιόν και κρατούσε μόνο τα φώτα και τα στολίδια για συντροφιά. Όχι του σπιτιού του, γιατί δεν στόλιζε πια, αλλά της πόλης. Η τελευταία φορά που στόλισε ήταν πριν δέκα πέντε χρόνια όταν είχε την Αργυρή άρρωστη στο κρεβάτι και ξεσήκωσε ολόκληρο το ΙΚΕΑ από φωτάκια, λαμπιόνια και κάθε τι ηλεκτρικό που θα γέμιζε φως στο κρεβάτι της γυναίκας του. Στόλισε το τζάκι, το δένδρο, την τηλεόραση, τον μπουφέ, τη βιβλιοθήκη, την κουζίνα, την κρεβατοκάμαρα, τις μπαλκονόπορτες, με φωτάκια, αγιοβασίληδες και ελάφια κινέζικα. Η Αργυρή χαμογελούσε και ξεχνούσε για λίγο τις σουβλιές και τις αναγούλες της χημειοθεραπείας. Τα μάτια της, που πριν λίγο πετούσαν φωτιές και διαόλια, τώρα δάκρυζαν ηρεμία και καλοσύνη και πάνω στην υγρή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν όλα μαζί τα λαμπάκια του ΙΚΕΑ φωτισμένα να αναβοσβήνουν και να χορεύουν με τις μελωδίες του Σινάτρα που έστελνε στ’ αφτιά της το πικ απ. Το Πάσχα είχε σκεφτεί να γέμιζε το σπίτι με κόκκινα αυγά και ανοιξιάτικα λουλούδια, ίσως αγόραζε και κανα μικρό παπάκι να το βάλει στην αγκαλιά της να το χαϊδεύει. Η Αργυρή όμως έφυγε ανήμερα των Φώτων, προτού ακόμη  ξεστολίσει το σπίτι από τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Τον άφησε μόνο, αφού παιδιά δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν. Σας τρελός έτρεχε τότε σ’ όλο το σπίτι κι έβγαζε με μανία τα λαμπάκια από τις πρίζες. Αφησε μόνο γυμνά πλαστικά καλώδια, να κρέμονται παντού. Από την κουζίνα μέχρι την τουαλέτα. Μέτρα ολόκληρα άψυχων καλωδίων αγκάλιαζαν τους τοίχους, τα έπιπλα και τα σκεύη του διαμερίσματος. Δεν πείραξε τίποτα ο Ροδόλφος Αστεριάδης. Τα άσπρα καλώδια πήραν το χρώμα της καπνιάς και τα πράσινα έγιναν τόσο σκούρα που θα λεγες ότι είναι και μαύρα από τους καπνούς των τσιγάρων και την πολυκαιρία, η οποία αλλάζει χρώματα στα αντικείμενα και κιτρινίζει τον χρόνο και τη μνήμη. Δεν σκέφτηκε ποτέ να τα μαζέψει και να τα πετάξει.
Κάτω από μια πλεξούδα μουχλιασμένων νεκρών καλωδίων στο μπάνιο άρχισε να ξυρίζει το πρόσωπό του μπροστά στον καθρέφτη. Έβαλε μια φτηνή αφτερ σέιβ  η οποία έτσουξε για λίγο το δέρμα του και σχεδόν αμέσως το δρόσισε, χτένισε τα μαλλιά του, που τώρα πια είχαν γκριζάρει για τα καλά και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί για τη βραδινή του έξοδο. Πίσω από το φύλλο της ντουλάπας, στη σειρά, τα φουστάνια και τα φορέματα της Αργυρώς έπιαναν όλο τον χώρο και σε μια άκρη μόνο, στα δεξιά της, δυο κοστούμια, ένα γκρι παλτό και μερικά πουκάμισα και παντελόνια δικά του, στριμωγμένα. Δεν του χρειαζόταν περισσότερα άλλωστε. Τράβηξε μια κρεμάστρα με το μπλε σταυρωτό του σακάκι και το άσπρο πουκάμισο, προσέχοντας μη ταράξει την ηρεμία της αριστερής μεριάς της ντουλάπας. Στολίσθηκε από την κορφή μέχρι τα νύχια και βγήκε έξω στους δρόμους. 
Οι δρόμοι είχαν αδειάσει, όπως κάθε χρόνο τέτοια ώρα, αλλά τα φώτα της πόλης γλεντούσαν στη θέση που τα τοποθέτησαν οι άνθρωποι. Σήκωσε τους γιακάδες του παλτού γιατί ο Βαρδάρης άρχιζε να περονιάζει τα κόκαλα και έφτασε στην Αριστοτέλους, εκεί που τα φώτα έκαναν πάρτυ. Κάτω από το μεγάλο καράβι του Δήμου, που καθρέφτιζε στη νύχτα το γαλάζιο του Θερμαϊκού, μερικές σκιές κοντοστέκονταν, κοιτούσαν ψηλά και ύστερα βιαστικά συνέχιζαν τον βηματισμό τους. Απέναντι, στο πεζοδρόμιο της παραλίας, κάποια ξεχασμένα ζευγαράκια προχωρούσαν χεράκι χεράκι και οι μαύρες σιλουέτες τους χάνονταν προς τη μεριά του Λευκού Πύργου. Στάθηκε κάτω από το καραβάκι και άρχισε να ρουφά γαλάζιο φως. Πιο πέρα η φάτνη του Χριστού στεκόταν φωτεινή ενώ το άγαλμα του καθιστού Αριστοτέλη ίσα που φαινόταν. Στις καφετέριες τα λιγοστά κεφάλια των ανθρώπων, σκυφτά πάνω από ποτά και καφέδες, δεν έδιναν δεκάρα για το ζευγάρι που χάζευε τα χριστουγεννιάτικα φώτα της πλατείας. Η Αργυρή, του κρατούσε σφιχτά το χέρι και ρουφούσε κι αυτή το φως των Χριστουγέννων που χασε τη μέρα των Φώτων.
Το μάτι του Ροδόλφου Αστεριάδη έπεσε σε ένα μαύρο αντικείμενο κοντά στα άδεια χαρτονένια δώρα των Μάγων, δίπλα στο πρόβατο της φάτνης. Πλησίασε και έσκυψε. Στα χέρια του κρατούσε τώρα ένα μαύρο μεγάλο πορτοφόλι, παραγεμισμένο. Το άνοιξε και άστραψαν μέσα του πολύχρωμες πιστωτικές κάρτες. Λεφτά δεν είχε. Μια πράσινη πλαστικοποιημένη ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ έδινε στοιχεία του κατόχου: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ – ΠΡΟΞΕΝΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ 5 - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.  Στη μέσα θήκη της μια μικρή λερωμένη τηλεφωνική ατζέντα φούσκωνε το πορτοφόλι. Προχώρησε και στάθηκε κάτω από τη λάμπα της κολόνας. Η περιέργεια τον έτρωγε. «Ποιος άνθρωπος μπορεί να είχε ακόμη στο πορτοφόλι του μια τηλεφωνική ατζέντα, όταν όλοι είχαν τις επαφές τους στα κινητά;» Στην πρώτη σελίδα είδε ξανά το όνομα ΚΑΤΟΧΟΣ: «Απόστολος Καλημέρης» με ωραία καλλιγραφικά γράμματα. ΤΗΛΕΦΩΝΟ: 365235. ΟΔΟΣ: «Προξένου Κορομηλά 5». Σαλονικιός σκέφτηκε και συνέχισε το φυλλομέτρημα. Όλα τα τηλέφωνα ήταν χωρίς το πρόθεμα της Θεσσαλονίκης και εξαψήφια. Η ατζέντα φάνταζε ξεπερασμένη και φτωχή μπροστά στη νέα τεχνολογία των κινητών που χώραγε ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Στο γράμμα Κάπα το μάτι του φρέναρε και γύρισε πίσω τη σελίδα, σαν κάτι να πιασε στον αέρα. Την έφερε κοντά στα μάτια κι έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του ένα ζευγάρι πρεσβυωπικά γυαλιά. Στην  πρώτη γραμμή ένα όνομα και δίπλα του ένα Σαλονικιώτικο εξαψήφιο τηλέφωνο. Έβγαλε τα γυαλιά, τα σκούπισε με την άκρη της γραβάτας και τα ξαναφόρεσε. Το ίδιο όνομα και το ίδιο τηλέφωνο στεκόταν στην ίδια γραμμή της ατζέντας δίπλα στο γράμμα Κάπα: «Κουτσογιαννοπούλου Αργυρή ……. 425336» Με τη γυναίκα του δεν είχε μυστικά. Κάποτε του είχε πει για τον πρώτο της έρωτα, όταν η ανδρική του περιέργεια για το γυναικείο παρελθόν, της είχε φάει τα σωθικά. Φοιτήτρια στο πρώτο έτος της Φιλοσοφικής είχε ερωτευτεί έναν μεγαλύτερό της που είχε ένα κουσούρι όμως, εκτός της ηλικίας του. Ήταν οργανωμένος στο ΠΑΣΟΚ και οι δικοί της, φανατικοί Καραμανλικοί, ούτε να ακούσουν για σοσιαλιστή γαμπρό ή έστω γκόμενο εκείνη την εποχή. Κατάφεραν και την ανάγκασαν να κόψει παρτίδες μαζί του. Περισσότερα δεν του πε, αλλά φαινόταν ότι κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπούσε. Αυτή την εκτίμηση έκανε τότε. Ούτε καν το όνομά του έμαθε, όσο κι αν το προσπάθησε, ώσπου ξεθώριασε το ενδιαφέρον του για το παρελθόν της.
Έβαλε το πορτοφόλι στο παλτό και προχώρησε προς την Προξένου Κορομηλά. Γιατί αυτός ο άνδρας κρατούσε ακόμη την ατζέντα με το πατρικό τηλέφωνο της γυναίκας του; Γιατί είχε ένα μικρό κομμάτι της γυναίκας του στο πορτοφόλι του; Πάνε τόσα χρόνια από τότε !! Ποιος είναι αυτός ο άνδρας, πώς είναι τώρα. Οι σκέψεις τον βασάνιζαν και είχαν κόψει κάθε γιορτινή όρεξη μέσα του. Ώσπου σφηνώθηκε στο μυαλό του η χειρότερη των σκέψεων που τόση ώρα την κρατούσε με νύχια και με δόντια για να μην εμφανιστεί. «Είχαν ξανασυναντηθεί όσο ζούσε η Αργυρή;» Έπρεπε οπωσδήποτε να τον συναντήσει, να του δώσει πίσω το πορτοφόλι, να τον δει από κοντά και να τον ρωτήσει. Ύστερα πάλι δείλιασε. Μέρα που ήταν ο άνθρωπος θα ήταν με την οικογένειά του, θα γιόρταζε, θα χαιρόταν ίσως που ξαναβρήκε το πορτοφόλι του, αλλά ίσως να δημιουργούσε πρόβλημα αν του ανέφερε την Αργυρή. Τελικά το αποφάσισε. Θα πήγαινε σπίτι του να τον βρει.
Μια βραχνή γερασμένη φωνή του απάντησε στο τηλέφωνο που δεν του φάνηκε να άλλαξε χροιά όταν πληροφορήθηκε για την εύρεση του πορτοφολιού. Του είπε πως μπορούσε να περάσει από το σπίτι του μιας και ήταν κοντά στην Προξένου Κορομηλά. Επιτάχυνε το βήμα του όλο αγωνία και βρέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στο θυροτηλέφωνο δεν απάντησε καμία φωνή παρά μόνο ακούστηκε το ηλεκτρικό μπιπ της κλειδαριάς που άνοιξε. Μπήκε στο ασανσέρ κρατώντας στα χέρια του το πορτοφόλι. Καθώς είχε πατήσει το οκτώ, το μυαλό του είχε χρόνο να ανασυνταχθεί και να ετοιμάσει τις ερωτήσεις στον άνδρα που θα συναντούσε. «Είμαι ο άνδρας της Αργυρής Κουτσογιαννοπούλου» σκέφτηκε να του συστηθεί και σχεδόν αμέσως φρέναρε τη σκέψη. Έβγαλε από τη μέσα θήκη του πορτοφολιού τη μικρή ατζέντα, πήγε στη σελίδα του Κάπα και την έσχισε. Τη δίπλωσε και την έβαλε στην τσέπη του όταν το απότομο τράνταγμα του ασανσέρ τον επανέφερε. Έφτασε στον όγδοο. Βγήκε γρήγορα έξω και απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ κάτω από την ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματος ένας ηλικιωμένος γύρω στα εβδομήντα που θαλεγες ότι είναι και μεγαλύτερος, φορώντας τις πιτζάμες του, με μεγάλη φαλάκρα και άσπρους κροτάφους, τον περίμενε. Πίσω του φαινόταν το μισοφωτισμένο σαλόνι, μια τηλεόραση να παίζει κάποιο εορταστικό πρόγραμμα και κανένα ίχνος άλλης ζωής. Ούτε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε λαμπιόνια να αποτυπώνουν το αναβόσβημά τους στους τοίχους.
«Το πορτοφόλι σας… » του είπε κι εκείνος άπλωσε το χέρι του.
Το άνοιξε βιαστικά, εκεί στην άκρη του διαδρόμου και πήγε αμέσως στη θήκη με τα χαρτονομίσματα. Γύρισε και τον κοίταξε καχύποπτα.
«Τα λεφτά;» ο Ροδόλφος Αστεριάδης του κούνησε αρνητικά το κεφάλι χωρίς να μιλήσει και αμέσως σκέφτηκε «ώρα είναι να με κατηγορήσει ότι του τα κλεψα. Αυτό δεν το σκέφτηκα. Μαλακία μου…» εκείνος τότε κατέβασε τα μάτια του μέχρι τα παπούτσια και ύστερα πάλι τα ανέβασε μέχρι πάνω στο κεφάλι του, τον ζύγιασε και χαμογέλασε, διώχνοντας από το βλέμμα την καχυποψία
«Ευτυχώς δεν μου πήρανε τις πιστωτικές» Έβαλε ύστερα μηχανικά το χέρι του στη μέσα θήκη, έβγαλε λίγο έξω το μαυρισμένο εξώφυλλο της ατζέντας, το κοίταξε κι αμέσως το ξανάχωσε μέσα.
«Σας ευχαριστώ πολύ. Θα σας έλεγα να περάσετε να σας κεράσω κάτι, αλλά με βρίσκετε απροετοίμαστο……» του έδειξε ντροπαλός τις πιτζάμες.
«Δεν πειράζει. Με περιμένουν και μένα…..» του είπε και μπήκε στο ασανσέρ
«Καλά Χριστούγεννα» του φώναξε ο άνδρας
«Καλά Χριστούγεννα» του ευχήθηκε κι αυτός, καθώς έκλεινε η πόρτα του ασανσέρ.
Ο Ροδόλφος Αστεριάδης πετάχτηκε έξω στο πεζοδρόμιο, έστριψε στη Μητροπολίτου Ιωσήφ και πήρε την ανηφόρα για την Μητροπόλεως που ήταν το διαμέρισμά του. Βιαστικά ξεκλείδωσε την πόρτα κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός σε όλο το σπίτι και να βάζει στις πρίζες ξανά τα φωτάκια, τα λαμπιόνια και τους αγιοβασίληδες.

* * * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
c. Χριστόδουλος Λιτζερίνος 

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

ΕΝΥΠΝΙΟΝ

Ο κύριος Χαρίλαος, συνταξιούχος Λυκειάρχης πλέον, έπινε τον καφέ του και διάβαζε την εφημερίδα στη βεράντα του διαμερίσματός του επί της Λεωφόρου Νίκης. Το τσιγάρο στο τασάκι είχε σχεδόν καεί μέχρι τον παπά κι ο καπνός λιβάνιζε τον φίκο που υπομονετικά στεκόταν δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που τον τοποθέτησε η γυναίκα του, ενώ μέσα στο σαλόνι η ανοιχτή τηλεόραση γάζωνε κατά ριπάς την ατμόσφαιρα με τα τελευταία νέα. 
Κοίταξε για μια στιγμή μακριά στον ορίζοντα σηκώνοντας τα μάτια από τις μαύρες γραμμές της εφημερίδας, ανοιγόκλεισε τα νυσταγμένα βλέφαρα και είδε απέναντί του πολεμιστές βουτηγμένους στο αίμα και κουφάρια ανθρώπων καρφωμένα τρόπαια σε κοντάρια λήθης, άκουσε ιαχές νικητών που πανηγύριζαν μια νίκη με τη μορφή και το πρόσωπο της ήττας, στη μέση ποταμών πύρινης λάβας, ενός πλήθους που λούφαξε μπροστά στην αστραπή του ξίφους.
Τα δέντρα που χάραζε μικρός με καρδιές και βέλη του έρωτα, έγερναν να προσφέρουν τον αποκεφαλισμένο ίσκιο τους σε σοφούς γέροντες που περπατούσαν σκυφτοί και ονειρεύονταν χρώματα, ήλιους και λέξεις σε μια πεδιάδα λεηλατημένων χωραφιών. Η άνυδρη έρημος φώτιζε με σιωπή τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης κι αυτή με τη σειρά της γεννούσε ψιθύρους κι έχτιζε ανεμόμυλους έτοιμους να κατακτηθούν από δονκιχώτηδες σε σειρά παραταγμένους. Ο ουρανός ξερνούσε μαύρο και κόκκινο. 
Αφησε την εφημερίδα δίπλα στο τασάκι με το καμένο τσιγάρο, σηκώθηκε από την καρέκλα και ακολούθησε τη φρικτή πομπή των σφαγμένων. Σκόνταψε σε χαντάκια, έσκυψε πάνω από πτώματα ανθρώπων ψηλαφίζοντας ροές και αποτυπώματα γυάλινων δακρύων. Πιο πέρα η θάλασσα μόνη, να λυπάται και να αιμορραγεί, γυμνή να σαρώνει το όνειρο και να ακροβατεί σε σάπια καταστρώματα και κουπαστές ελπίδας, να γλύφει με τον αφρό της τις χάσκουσες πληγές αγέννητων ανθρώπων και να ονειρεύεται ηλιοβασιλέματα στη ράχη της.
Ανοίγοντας τα βλέφαρα, κοίταξε μέχρι εκεί που φτανε το μάτι του και είδε μόνο σκιές ανθρώπων να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο στον παραλιακό δρόμο μπροστά στο Λευκό Πύργο, ενώ η τηλεόραση στο σαλόνι κελάηδιζε νότες κάποιου λαϊκού τραγουδιστή.
Άδειασε το ποτήρι του στον φίκο.

* * * * *
 Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΜΒΩΤΙΔΑ

Στην Κλαίρη που μας βλέπει  από κεί ψηλα και μας διαβάζει

Οι σκιές αραίωσαν στον περιμετρικό δρόμο της λίμνης και μόνο μερικά ζευγαράκια λούφαζαν στη σκοτεινιά των δένδρων αγνοώντας τον  κρύο αέρα που φουρτούνιαζε τα νερά της και τα έκανε να μοιάζουν με μαύρη ανταριασμένη θάλασσα. Ο Σεραφείμ Γούλας, υπάλληλος στην Εφορία Ιωαννίνων, έκανε όπως πάντα τον βραδινό του περίπατο στη λίμνη μετά το φαγητό για να χωνέψει αλλά και να αδειάσει το κεφάλι από φορολογικές δηλώσεις, συστήματα τάξις, λογιστικά φύλλα εξελ και μαθηματικούς υπολογισμούς που καθημερινά κατέληγαν σε παράπονα των φορολογούμενων και στραπατσάρισμα του ψυχισμού του. Σήκωσε ψηλά τους γιακάδες του παλιομοδίτικου, αλλά εξόχως ζεστού παλτού, έχωσε βαθιά τα χέρια στις τσέπες και συνέχισε το περπάτημα με βαρύ αλλά αποφασιστικό βήμα. Η ίδια διαδρομή γινόταν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, όταν για πρώτη φορά, νέος ακόμη στη δουλειά, ήρθε με δυσμενή απόσπαση στα Γιάννενα από τη Λάρισα, αφού βρέθηκε κατά τον έλεγχο της υπηρεσίας ελλειμματικός κατά μια δραχμή, όταν όλος ο κόσμος κυκλοφορούσε τότε με πενηντάρικα χάρτινα. Τη στιγμή που του ζητήθηκε η μια δραχμή είχε στο πορτοφόλι του ένα πεντοχίλιαρο. Που να βρεθεί δραχμούλα !! Ο ελεγκτής έγραψε στην έκθεσή του: «ο υπάλληλος δεν κάλυψε το έλλειμμα παραχρήμα», υπήρχαν και υπόνοιες πολιτικού αλληθωρισμού, δεν ήθελε και πολύ να τσιμπήσει την δυσμενή που χαρακτηρίσθηκε προσωρινή απόσπαση. Στην αρχή έκανε συνεχείς ενστάσεις και υπομνήματα στο υπουργείο, απάντηση δεν πήρε ποτέ, ούτε και ποτέ παρακράτησαν από το μισθό του αυτή τη μια δραχμή. Το μεγαλύτερο μαρτύριο όμως ήταν πως όσο κι αν έψαχνε δεν έβρισκε κέρμα δραχμής να κυκλοφορεί στην πιάτσα. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ένα για  να «τους το τρίψω στην μούρη» όπως έλεγε. Τίποτα όμως. Άλλαξε η κυβέρνηση, άλλαξαν οι υπουργοί, συνέχισε τις αιτήσεις, τίποτα. Στο τέλος άλλαξε το νόμισμα, ξεχάστηκε η δραχμή, συμβιβάσθηκε και ο ίδιος με το μόνιμο της απόσπασής του στα Γιάννενα. Παρέες ιδιαίτερες και φίλους δεν έκανε, πάντα κλειστός και επιφυλακτικός στην επικοινωνία με τους άλλους, επικοινωνούσε όμως πολύ καλά με τον εαυτό του, το πίστευε αυτό και δεν ξανοίγονταν στους ανθρώπους. Στη δουλειά του ήταν τίμιος και συνεπής, κάνοντας έτσι τους άλλους με τη σειρά τους επιφυλακτικούς μαζί του.
Προσπέρασε τα καραβάκια που ταρακουνιόταν δεμένα στην προβλήτα και συνέχισε την πορεία του κατά μήκος του κάστρου. Οι λάμπες της προκυμαίας έριχναν το κίτρινο φως τους στο πλακόστρωτο σχηματίζοντας μια κυκλική φωτεινή δέσμη γύρω από τη βάση του φανοστάτη. Τώρα ήταν ολομόναχος, μια σκυφτή σκιά που πλησίαζε και απομακρύνονταν σε κάθε φανοστάτη. Ένα λαμπύρισμα στα δεξιά, στην άκρη των πεσμένων πλατανόφυλλων τράβηξε την προσοχή του. Έσκυψε και έπιασε στο χέρι του ένα νόμισμα. Το έφερε κοντά στο φως της λάμπας. Οι κόρες των ματιών του άνοιξαν στο τέρμα για να εισχωρήσει η αντανάκλαση της λάμπας πάνω στη  μαυρισμένη δραχμή και να μετασχηματισθεί σε εικόνα από τον εγκέφαλο.
Έτριψε με τα δυο του χέρια το μικρό νόμισμα, το ζέστανε καλά και το έχωσε βαθειά στην  τσέπη. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειασθείς μια δραχμή» σκέφτηκε και συνέχισε ανάλαφρος τον περίπατο.
* * * * *




Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΟΔΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΚΗ

Ο Νίκος Ραψομανίκης έστριψε, καθώς κατηφόριζε την Κομνηνών,  δεξιά στην Καλαποθάκη. Βρέθηκε στο μέσον μιας θάλασσας μουσικής που κατά έναν παράξενο τρόπο άλλαζε κυματισμό κάθε φορά που προσπερνούσε την πρόσοψη ενός μπαρ για να βρεθεί στην ιδεατή προέκταση του διπλανού. Αλλού έβλεπε ζευγαράκια να πίνουν το ποτό τους με γερμένα συνωμοτικά τα κεφάλια στο κέντρο του τραπεζιού, σε άλλη γωνιά ώριμους επιχειρηματίες να κόβουν με σιγουριά το πούρο τους , πιο πέρα κοριτσάκια του Λυκείου να φλερτάρουν με τα αλάνια του απέναντι τραπεζιού πνίγοντας τα γελάκια στην κόκα κόλα τους.
Διάλεξε ένα μπαρ με μοναδικό κριτήριο την εξωτερική του εμφάνιση και κάθισε σε μια άκρη να πιει ένα ουίσκι. «Ένα Τζακ Ντάνιελς» θα παραγγείλω σκέφτηκε και το βλέμμα του αμέσως έπεσε στον πολύχρωμο κατάλογο που στέναζε από το βάρος το γυάλινου σταχτοδοχείου δίπλα στο ρεσό με το αναμμένο κεράκι για την απαραίτητη ατμόσφαιρα. Κοκτέιλ Μπαρ έγραφε με μεγάλα πρασινωπά γράμματα !! «Τι στο διάολο δεν είναι κανονικό μπαρ;» αναρωτήθηκε. Δεν είχε σηκώσει το κεφάλι ψηλά να δει την πινακίδα που διαλαλούσε με πλάγια νέον γράμματα το περιεχόμενό του. Ντράπηκε να σηκωθεί να φύγει αφού το γκαρσόνι είχε σερβίρει ήδη μια κανάτα νερό και ένα μπολάκι με κριτσίνια και πάστα ελιάς. Άνοιξε τον κατάλογο και παράγγειλε ένα Σουήτ Εϊπριλ γιατί ήταν μήνας Απρίλιος. Ο καιρός δεν ήταν τόσο γλυκός. Η υγρασία του Θερμαϊκού περόνιαζε τα κόκαλα. «Μαλακίες κοκτέιλ τέτοια εποχή» αναστέναξε και έστριψε ένα τσιγάρο.
«Να σας φέρω πιο κοντά το μανιτάρι κύριε; » ο νεαρός σερβιτόρος μάλλον αντιλήφθηκε την υγρασία που εισχωρούσε  ύπουλα στα κόκαλα του πενηνταπεντάρη Νίκου Ραψομανίκη, ή εν πάσει περιπτώσει είχε συνείδηση της αδυναμίας των προϊόντων του καταστήματος να σταματήσουν την προέλαση της υγρασίας στα γόνατα των πελατών.
«Όχι σας ευχαριστώ» απάντησε ευγενικά, «Με ζαλίζει άλλωστε το καμένο υγραέριο» συμπλήρωσε μέσα του, ανακατεύοντας ήδη δυο μαύρα καλαμάκια που χανόταν μέσα σε ένα βαθύ ποτήρι γεμάτο θρυμματισμένο πάγο, σα να τον έσπασε παγοθραυστικό στην Ανταρκτική, ενώ στον πυθμένα του αχνόφεγγε ένα πορτοκαλί υγρό φώς που έφερνε στο μυαλό δια μέσου της ρινικής οδού μυρωδιές εσπεριδοειδών σε περβόλι ανοιξιάτικο. Η νεαρή γκαρσόνα στρίμωξε κάτω από το σταχτοδοχείο την απόδειξη της ταμειακής, ξεχνώντας επιδέξια στο τραπέζι το χαμόγελό της.
«Ενδιαφέρων φαίνεται ο βυθός, σε αντίθεση με την επιφάνεια που δεν μ’ αφήνει να ξεχάσω την κωλοϋγρασία»
«Τελικά τα κοκτέιλς είναι για το καλοκαίρι με τρυφερή παρέα» τακτοποίησε τις σκέψεις του και τράβηξε την πρώτη βαθειά ρουφηξιά, αφού πρώτα κατάφερε να εισχωρήσει μέσα από τις πυκνές στρώσεις πάγου της Ανταρκτικής, για να συμφωνήσει πρώτα η γλώσσα, μετά ο ουρανίσκος και τέλος το λαρύγγι με τη μύτη του.
Η νεαρή γκαρσόνα επιδέξια κρατούσε τον δίσκο ψηλά καθώς ελίσσονταν ανάμεσα στους όρθιους θαμώνες. Το ίδιο ψηλά κρατούσε και το στήθος της. Στον δίσκο, τα ποτήρια των κοκτέιλς ακολουθούσαν τις δονήσεις του νεανικού σώματος στη διαδρομή του, ανάμεσα σε γέλια, φωνές, συζητήσεις, χορευτικές κινήσεις στο ρυθμό που πρόσταζε ο  ντι τζέι. Προσπάθησε να διακρίνει το αυλάκι του νεανικού στήθους αλλά δεν τα κατάφερε. Δε είχε να κάνει τίποτα άλλο για να σκοτώσει την ώρα του.
Ύστερα ακολούθησε με το βλέμμα του την πορεία των ποτηριών των κοκτέιλς. Βάλθηκε να αποτελειώσει την ώρα του. Ο ουρανός της Σαλονίκης από πάνω μια στενή λωρίδα με μικρά θαμπά αστέρια στριμωγμένα ανάμεσα στις αντικριστές πολυκατοικίες της οδού Καλαποθάκη.
«Ο ουρανός στο χωριό μου είναι πιο όμορφος» αναπόλησε. Κάτι έπρεπε και να σκεφτεί, έτσι εύκολα θα τη σκότωνε;.
Σε μια στιγμή με ένα τσαφ φωτογραφικού φλάς ο πεζόδρομος κάτω από πόδια του είχε γεμίσει μικρά θαμπά αστέρια, ενώ η γκαρσόνα συνέχιζε να ελίσσεται ανάμεσα στους θαμώνες του μπαρ με τα πόδια της όμως να πατούν τώρα στο πλακόστρωτο του ουρανού ανάμεσα στις αντικριστές πολυκατοικίες και τον δίσκο της ανάποδα, με τα κοκτέιλς να χύνονται και τ΄αστέρια του πεζόδρομου να παίρνουν το χρώμα του Dry Martini, του Bellini, της Tequila Sunrise, της Pina Colanda, του Sweet April.
Το αυλάκι του νεανικού στήθους της γκαρσόνας διαγράφονταν μπροστά  στα μάτια του καθώς μάζευε σκυφτή  τα συντρίμμια των γυαλιών επί της οδού Καλαποθάκη.


* * * * *


Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΦΡΙΛΑΣ

«Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευτεί θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή» τραγουδούσε τα ηρωικά χρόνια ο Νιόνιος, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου στις ανυποψίαστες "φοιτήτριες" που, παρασυρμένες από τον οίστρο της επαναστατικής ρητορικής των ψεύτικων μπαλκονιών της ανισόρροπης ιδιοσυγκρασίας μας, έπεφταν με τα μούτρα στα πράσινα ιδρωμένα σεντόνια των πολιτευτών της μεταπολίτευσης, ή ακόμη και πάνω στον τοίχο «που είχε τη δική του ιστορία» για ένα στο όρθιο και στα γρήγορα. Η δική μας ρητορική δεν έχει σχέση βέβαια με την ηθική της μεταπολίτευσης, αφού ο Έρωτας, ακόμη κι αν είναι σαν την κάλπικη λίρα, δεν φείδεται φτερουγισμάτων που ξεγελούν όμορφα τις αισθήσεις έστω και για λίγο. Έχει να κάνει με το σήμερα και τη γενικότερη απαξίωση του Έρωτα της ζωής, που κι αυτός όπως όλα τα άλλα σε αυτόν τον τόπο, πατούσε πάνω σε γυάλινα πόδια, θήλαζε πλαστικά στήθη και φιλούσε χείλη βουτηγμένα στο μέλι του ψέματος.
Ο Έρωτας λοιπόν, εκών άκων,  μπήκε κι αυτός στη λίστα των περικοπών και των απαγορευμένων απολαύσεων, σε σημείο που ούτε περνάει καν πια από το μυαλό της «φοιτητριούλας» να ερωτευτεί τον πολιτικό του λόγο και την κορμοστασιά του ψωραλέου πολιτευτή, που για το μόνο που ιδρώνει πλέον, μέσα στον γενικό ξεπεσμό, είναι να γαντζωθεί στα κεκτημένα της μεταπολιτευτικής μαλακίας του, την ίδια ώρα που δεκάρα δεν δίνει για τα κεκτημένα της «φοιτήτριας», για το δικαίωμά της στην πίπα, στο αναμάλλιασμα, στην ομορφιά του έρωτα, στην παραλυτική ευτυχία των αισθήσεων που ανεβάζει τους ανθρώπους σε άλλο επίπεδο και τους ξεχωρίζει από τα σκατά. Η ίδια βέβαια δεν είναι άμοιρη ευθυνών, αφού το φώναζε ο Νιόνιος στις συναυλίες του και το σιγοτραγουδούσε η ίδια, χωρίς να αφήνει όμως τους στίχους του να πιάσουν σκούπα και φαράσι για να κάνουν τη δουλειά που ξέρουν.  
Κι όλα αυτά γιατί η  «φοιτήτρια» είχε το μυαλό της στον κώλο και όχι στο κεφάλι και στην καρδιά, οπότε σήμερα δικαίως ο Νιόνιος θα αναφωνούσε με τη βραχνή φωνή του:
 «Τελικά το θελε ο κώλος σου ένα γερό γαμήσι»

* * * * * *

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ΚΟΜΠΙΝΑ


Ο δρόμος μεγάλος, φαρδύς και τα τσιμεντένια ασπρόμαυρα κολωνάκια στις άκρες του λαμπύριζαν τη νύχτα καθώς έπεφταν πάνω τους τα φώτα των λιγοστών αυτοκινήτων δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση μια συνεχούς κόκκινης γραμμής που ίσιωνε και κύρτωνε σαν μια πελώρια δεντρογαλιά κυκλώνοντας το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής. Στην Ποτίδαια ήδη το σάλι αποτελούσε ανάμνηση και στη θέση του δέσποζε η ψηλή γέφυρα που έπεσε και ξαναχτίσθηκε αφού προηγουμένως, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, θυσιάσθηκε από την κυβέρνηση ο πρωτομάστορας εργολάβος, όχι στα θεμέλιά της, αλλά σε κάποιο μπουντρούμι της ασφάλειας, για να στεριώσει και να ενώσει την Κασσάνδρα με τον έξω κόσμο.
Ιούνης του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο πόδι καινούρια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβαντζήδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας.
Εκείνη τη χρονιά στο χωριό έκανε την εμφάνισή του και το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θεριό που έτρωγε, κινούνταν και ξερνούσε καλαμιές.
Πατόζα
Ο Νικολής με το δρεπάνι στο χέρι κοιτούσε με καχυποψία το θεριό στο διπλανό χωράφι να θερίζει τα στάχυα με την ανέμη του και να αφήνει πίσω στοίβες τα ξερά άχυρα. Χρόνια θεριστής πάλευε με τα λιγοστά κτήματα μαζί με τη γυναίκα του τη Λουλούδα που του είχε χαρίσει ήδη τρία παιδιά και δυο κορίτσια.  Με επιμέλεια και τέχνη έπλεκε τα δεμάτια με τα κομμένα χρυσά στάχια, τα στοίβαζε καρτερικά στις θημωνιές σε παράταξη δυο σειρών με ένα κενό ανάμεσά τους για να σύρει ως εκεί το τρακτεράκι την πατόζα, να αρχίσει ο Νικολής να την ταΐζει, να αλωνίσει αυτή με τη σειρά της τα στάχυα, να χωρίσει την ήρα από το στάρι, να πετάξει έξω τα ξερά άχυρα, να πάρει το δικαίωμά του ο πατοζέρης και ο Νικολής τον κόπο του που θα φόρτωνε μετά στο κάρο για να πουλήσει στον έμπορο και να κρατήσει σπόρο για την επόμενη χρονιά.
«Και πως το λένε ρε μάστορα αυτό το θηρίο;» Ρώτησε ο Νικολής τον ιδιοκτήτη της μηχανής
«Θεριζοαλωνιστική μηχανή, θερίζει και αλωνίζει δηλαδή», το έκανε πιο λιανά στον χωρικό.
«Δεν χρειάζεται να κουράζεσαι άλλο με το δρεπάνι», συμπλήρωσε χαμογελώντας.
Ο Νικολής κοίταξε το δρεπάνι που κρέμονταν στο δεξί του χέρι, του φάνηκε για μια στιγμή άψυχο και ψυχρό. Στο αριστερό φορούσε ακόμη την παλαμαριά. Τόσα χρόνια είχε γίνει ένα με το αριστερό του χέρι αφού μετά το τέλος του θερισμού νόμιζε ότι είχε ένα σιδερένιο δεξί και ένα ξύλινο αριστερό που συνεργάζονταν αρμονικά.
Ο Στέργιος ο μπαξεβάνος που παρακολουθούσε και αυτός την επίδειξη του θηρίου, πλησίασε συνωμοτικά στο αυτί του Νικολή και του ψιθύρισε, φροντίζοντας μη τον ακούσει ο ιδιοκτήτης
«Το θηρίο το λένε και κομπίνα»,
«Και γιατί το λένε κομπίνα»; Απόρησε ο Νικολής
«Γιατί είναι μια σκέτη κομπίνα, κλέβει και δεν μπορείς να βρεις λογαριά».
«Ποιο πολύ από την πατόζα»; Ρώτησε ανήσυχος
«Ουυυυυυυυυυυυ «!!!!! αναφώνησε κουνώντας κυκλικά τα χέρια του
Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα και να ξερνάει. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς, δίπλα  στον τροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες και τα αρμυρά ψάρια. Η φοράδα ξεκουράζονταν παραδίπλα και κάτω από τον ίσκιο της αγκορτζιάς κοιμόταν ο μικρός του γιός ο Ανέστης, γυμνός, μέσα στο σαμάρι του ζώου που είχαν γυρίσει ανάποδα σαν κούνια, με ένα λουράκι στο πόδι που έφτανε μέχρι τη ρίζα του δένδρου, γιατί ο μικρός είχε αρχίσει να ρίχνει βήματα. Οι δυο μεγαλύτεροι γιοί του ο Δημήτρης και ο Παναής βοηθούσαν στο στοίβαγμα των δεματιών και τα δυο κορίτσια είχαν μείνει σπίτι μαζί με τη γιαγιά τους. Ο θέρος με το δρεπάνι, θεού θέλοντος θα διαρκούσε μέχρι το τέλος του μήνα.
«Έχουμε πολλή δουλειά ακόμη», σκέφτηκε ο Νικολής και σκύβοντας, άδραξε με το ξύλινο χέρι μια αγκαλιά στάχυα και με το σιδερένιο τα κοψε με γρήγορη στιβαρή κίνηση. Ο Παναής τα πήρε στα χέρια και τα απόθεσε σε μια άκρη για να τα κάνει δεμάτι ο πατέρας του κι ύστερα θημωνιά, τροφή στην πατόζα.
«Μεγάλη η κούραση Νικολή, ως πότε θα αντέξεις με το δρεπάνι»; Βρήκε ευκαιρία η Λουλούδα την ώρα που κουρασμένος έπινε το καφεδάκι του στο κατώγι του σπιτιού τους.
«Και τι πρέπει να κάνουμε βρε Λουλούδα να τα απαρατήσουμε; Και τι θα φάνε τα παιδιά»;
«Δεν είπα αυτό, αλλά, να… να τα δώσουμε κι εμείς στον κομπινιέρη τα χωράφια να ξεκουραστείς κι εσύ λίγο», προσπάθησε να τον μαλακώσει η γυναίκα
«Δεν φτάνει που μας κλέβει λίγο ο πατοζέρης, λίγο ο έμπορος, να βάλουμε και την κομπίνα να μας κλέψει πατόκορφα !! Τι θα μείνει σε μάς για να ζήσουμε, με λες»;
«Να σε πω εγώ: Τίποτα» !!! ρώτησε και απάντησε γρήγορα μόνος του ο Νικολής χωρίς να αφήσει περιθώρια στη γυναίκα να πει κάτι άλλο, φοβούμενος μη τον  τουμπάρει η  γυναικεία καπατσοσύνη και εξυπνάδα.
«Οι Φασουλαίοι και οι Αγγελακαίοι τα δώσανε στον κομπινιέρη», ψέλλισε η Λουλούδα
«Αυτοί έχουν πολλά χωράφια, καλά κάνανε, όσο και να τους κλέψουν κάτι θα μείνει», Πάντα είχε αντίθετο επιχείρημα απέναντι στον ορθολογισμό της γυναίκας του.
«Ο Περικλής δεν έχει όμως πολλά»,
«Καλά αυτός είναι τεμπέλης», της έκοψε τη συζήτηση κάνοντας τακτική υποχώρηση με πονηριά.
«Πάω στο καφενείο», είπε κοφτά, φόρεσε την τραγιάσκα του και βγήκε έξω στη νύχτα.
«Νικολή τζάμπα παιδεύεσαι ακόμη με το δρεπάνι, σε ποια εποχή ζείς; Τώρα έχουμε ηλεκτρισμό, δρόμο, μηχανήματα, κομπίνα κι εσύ ακόμη με την παλαμαριά και το δρεπάνι»; τον καλωσόρισε ο Πολυμένης στον καφενέ μέσα σε χάχανα και καπνούς τσιγάρων.
Κάθισε στην ξύλινη καρέκλα σιωπηλός, έβγαλε ένα άσσο άφιλτρο και παράγγειλε μια Φιξ.
«Ο πατοζέρης ετοιμάζεται να την κάνει, δεν τον συμφέρει πια η πατόζα. Πάει πέθανε. Την έφαγε η κομπίνα», ανακοίνωσε δυνατά ο Χριστόδουλος Ζάβαλης.
Το τελευταίο νέο τον ταρακούνησε. Πώς θα αλωνίσω το στάρι μου σκέφτηκε και ίδρωσε. Σαν ξαφνικά να χόρεψαν τριγύρω του σκουριασμένα δρεπάνια,  σαρακοφαγωμένες παλαμαριές και πατόζες νεκρές δολοφονημένες από το αχόρταγο στόμα της κομπίνας. Το θηρίο που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά του θερίζοντας.
«Κάτι σαν τον θεριστή θάνατο», πέρασε από το μυαλό του.
«Και τι δικαίωμα παίρνει ρε παιδιά ο κομπινιέρης»; πήρε θάρρος ο Νικολής, παραμερίζοντας τα θανατικά που στριμώχνονταν  στο μυαλό του.
«Δέκα τα εκατό, η πατόζα περισσότερα σου παίρνει, άμα βάλεις και τη γανάδα να την ταΐζεις κουρασμένος ακόμη από το δρεπάνι», του απάντησε ο Θόδωρος ο Καρούλας.
Η καινούρια μηχανή είχε βάλει ήδη μπροστά την ανέμη της και είχε αρχίσει να καταβροχθίζει το μυαλό του. Ο δρόμος που την έφερε δεν την χωρούσε, ήθελε ανοιχτά χωράφια να δείξει τις δυνατότητές της, ήθελε ανθρώπους να την εμπιστευτούν και να την αποδεχτούν και καινούρια χέρια να τη δουλέψουν. Τα χρυσαφένια στάρια περίμεναν τον καινούριο θεριστή τους.
«Γυναίκα ετοίμασε για αύριο φαγητό, θα πάνε στο μεγάλο χωράφι στον κάμπο να το θερίσει η κομπίνα. Εμείς θα θερίσουμε με το δρεπάνι το στάρι που έσπειρα ανάμεσα στις ελιές. Δεν χωράει να μπει η κομπίνα εκεί. Πάρε μαζί και τα παιδιά», ανακοίνωσε την απόφασή του χωρίς να αφήνει πολλά πολλά.
Έζεψε τη φοράδα στο κάρο, έκατσε μπροστά, δίπλα του η Λουλούδα με τον μικρό Ανέστη στην αγκαλιά της και πίσω τα δυο μεγάλα παιδιά. Ξεπέζεψαν κάτω από την αγκορτζιά, βάλανε στη σκιά τον μικρό, μέσα στο σαμάρι της φοράδας, πιάσανε κι οι δυο τους τα δρεπάνια, την ίδια ώρα που η κομπίνα άρχιζε να αλωνίζει το καθαρό μέρος του χωραφιού. Η Λουλούδα δεν έβαλε το λουράκι στο πόδι του  μικρού, δεν χρειάζονταν άλλωστε αφού το μεσημέρι που θα ξυπνούσε θα είχαν ήδη τελειώσει.
«Δουλειά τριών  ημερών και βάλε σε μισή μέρα», σκέφτηκε ο Νικολής. «Μεγάλη υπόθεση !!» ψιθύρισε με θαυμασμό κουνώντας το κεφάλι του.
Το θηρίο μουγκρίζοντας έτρωγε αργά τα στάχυα που υψώνονταν αυτάρεσκα στον ουρανό γεμάτα χρυσοκίτρινους σπόρους, δυο τσουβαλάδες ψηλά γέμιζαν τα τσουβάλια με τον χρυσό καρπό και τα έριχναν από μια τσουλήθρα πίσω στο θερισμένο χωράφι. Μια ίσια γραμμή άφηνε πίσω της η κομπίνα, σαν τη γραμμή που άφηνε η κουρευτική μηχανή στα κεφάλια των παιδιών που κουρεύονταν γουλί κατ΄επιταγήν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κάποια στιγμή το μεσημέρι όλο το χωράφι θα ήταν κουρεμένο γουλί σαν σχολιαρόπαιδο και ο Νικολής με τη Λουλούδα ξεκούραστοι.
Ο μικρός Ανέστης, γυμνός μέσα στο σαμάρι της φοράδας, ξύπνησε από το μουγκρητό του θηρίου. Το κλάμα που έβαλε δεν έφτασε στα αυτιά της μάνας του που σκυμμένη αγκάλιαζε με το ξύλινο χέρι τα στάχυα και τα θέριζε με το σιδερένιο. Σήκωσε το κεφαλάκι και έστησε το αυτί του στο σημείο απ΄ όπου ερχόταν η φωνή του θεριού. Δρασκέλισε το σαμάρι με όση δύναμη του είχε δώσει ως τώρα η ζωή για να τη γνωρίσει, πάτησε τα γυμνά του πόδια στην καμένη γη και μπήκε μέσα στα αθέριστα στάχυα με κατεύθυνση τη φωνή του καινούριου θεριστή.
Οι τσουβαλάδες σάστισαν καθώς είδαν το στάρι να τρέχει κόκκινο στα τσουβάλια τους, το θηρίο σταμάτησε απότομα, ο Νικολής και η Λουλούδα ανυποψίαστοι σηκώσανε τα κεφάλια να δουν τι έγινε και σταμάτησε. Ο κομπινιέρης δεν κράτησε τίποτα για δικαίωμα.
Η Λουλούδα σπυρί σπυρί ξεδιάλεξε όλο το κόκκινο στάρι και το φύλαξε στο μαξιλάρι της. Την άλλη χρονιά ο κάμπος γέμισε με κόκκινα στάχυα.

* * * * * *

Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ


Ερευνητής είναι κάποιος που ψάχνει, όχι απαραιτήτως κάποιος που βρίσκει.
Ούτε είναι κάποιος που ξέρει στα σίγουρα τι είναι αυτό που ψάχνει. Είναι απλώς κάποιος, για τον οποίο η ζωή αποτελεί μία αναζήτηση.
Μιά μέρα ο ερευνητής διαισθάνθηκε ότι έπρεπε να πάει προς την πόλη του Καμίρ. Είχε μάθει να δίνει μεγάλη σημασία στα προαισθήματά του που πήγαζαν από ένα μέρος δικό του μεν, άγνωστο δε.
Μετά από δύο ημέρες πορείας στους σκονισμένους δρόμους, διέκρινε από μακριά το Καμίρ. Λίγο πριν φτάσει στο χωριό του τράβηξε την προσοχή ένας λόφος, δεξιά από ένα μονοπάτι. Ήταν σκεπασμένος από υπέροχη πρασινάδα και γεμάτος με δέντρα, πουλιά και μαγευτικά λουλούδια. Τον περιτριγύριζε κάτι σαν μικρός φράχτης φτιαγμένος από βαμμένο ξύλο. Μια μπρούτζινη πορτούλα τον προσκαλούσε να μπει. Ξαφνικά αισθάνθηκε να ξεχνά το χωριό και υπέκυψε στην επιθυμία του να ξαποστάσει για λίγο σε εκείνο το μέρος. Ο ερευνητής πέρασε την είσοδο κι άρχισε να βαδίζει αργά δίπλα στις λευκές πέτρες που ήταν τοποθετημένες ανάκατα ανάμεσα στα δένδρα. Άφησε το βλέμμα του να ξαποστάσει σαν την πεταλούδα, σε κάθε λεπτομέρεια του πολύχρωμου αυτού παραδείσου. Τα μάτια του, όμως, ήταν μάτια ερευνητή κι ίσως γι αυτό ανακάλυψε εκείνη την επιγραφή πάνω σε μία από τις πέτρες.
Αμπντούλ Ταρέγκ: Έζησε 8 χρόνια, 6 μήνες, 2 εβδομάδες και 3 ημέρες.
Τρόμαξε λίγο συνειδητοποιώντας ότι εκείνη η πέτρα δεν ήταν απλώς μιά πέτρα, Ήταν ταφόπλακα. Λυπήθηκε όταν σκέφτηκε ότι ένα παιδί τόσο μικρής ηλικίας ήταν θαμμένο σε εκείνο το μέρος. Κοιτάζοντας γύρω του, ο άνθρωπος συνειδητοποίησε ότι και η διπλανή πέτρα είχε μία επιγραφή. Πλησίασε και τη διάβασε Γιαμίρ Καλίμπι. Έζησε 5 χρόνια, 8 μήνες και 3 βδομάδες

Ο ερευνητής αισθάνθηκε φοβερή συγκίνηση. Αυτό το πανέμορφο μέρος ήταν νεκροταφείο και κάθε πέτρα ήταν ένας τάφος.Μία μία άρχιζε να διαβάζει τις πλάκες. Όλες ήταν παρόμοιες Επιγραφές, ένα όνομα και τον ακριβή χρόνο ζωής του νεκρού. Αλλά αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήτα η διαπίστωση ότι ο άνθρωπος που είχε ζήσει περισσότερο μόλις που ξεπερνούσε τα έντεκα χρόνια…

Νικημένος από μία αβάσταχτη θλίψη έκατσε κι άρχισε να κλαίει.
Ο φύλακας του νεκροταφείου που περνούσε από εκεί τον πλησίασε. Τον κοίταζε σιωπηλός που έκλαιγε, και μετά τον ρώτησε αν το έκανε γιά κάποιον συγγενή του.
«Όχι γιά κανέναν συγγενή» είπε ο ερευνητής. «Τι συμβαίνει σε αυτό το χωριό; Τι πράγμα φοβερό έχει αυτός ο τόπος; Γιατί έχει τόσα πολλά νεκρά παιδιά θαμμένα σε αυτό το μέρος; Ποιά είναι η τρομερή κατάρα που βαραίνει αυτούς τους ανθρώπους και τους έχει υποχρεώσει να φτιάξουν ένα νεκροταφείο για παιδιά;»



Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε και είπε:
«Μπορείτε να ηρεμήσετε, δεν υπάρχει τέτοια κατάρα. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι εδώ έχουμε ένα παλιό έθιμο. Θα σας εξηγήσω…
«Όταν ένας νέος συμπληρώνει τα 15 του χρόνια, οι γονείς του χαρίζουν ένα τετράδιο όπως αυτό που έχω εδώ, γιά να το κρεμάει στο λαιμό. Είναι παράδοση στον τόπο μας. Από τη στιγμή εκείνη κι έπειτα, κάθε φορά που κάποιος απολαμβάνει έντονα κάτι, ανοίγει το τετράδιο και σημειώνει.
Στα δεξιά αυτό που απόλαυσε. Στα αριστερά πόσο χρόνο κράτησε αυτή η απόλαυση.
«Έστω ότι γνώρισε μιά κοπέλα και την ερωτεύτηκε. Πόσο κράτησε αυτό το μεγάλο πάθος και η χαρά της γνωριμίας τους. Μιά εβδομάδα; Δύο; Τρείς;»
«Και μετά η συγκίνηση του πρώτου φιλιού, η θαυμάσια ευχαρίστηση του πρώτου φιλιού. Πόσο κράτησε ενάμισι λεπτό, μία εβδομάδα; Και η εγκυμοσύνη και η γέννηση του πρώτου παιδιού; Και ο γάμος των φίλων και το ταξίδι που πάντα ήθελε και η συνάντηση με τον αδελφό που γυρίζει από μιά μακρινή χώρα; Πόσο κράτησε στα αλήθεια η απόλαυση αυτών των αισθήσεων; Ώρες; Μέρες;
«Έτσι συνεχίζουμε να σημειώνουμε στο τετράδιο κάθε λεπτό που απολαμβάνουμε. Κάθε λεπτό.
«Όταν κάποιος πεθαίνει έχουμε τη συνήθεια να ανοίγουμε το τετράδιό του και να αθροίζουμε το χρόνο της απόλαυσης για να τον γράψουμε πάνω στον τάφο του. Γιατί αυτός είναι γιά εμάς ο μοναδικός και πραγματικός χρόνος που έχουμε ζήσει»!


Υπέροχο απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ " ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ"

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ



Το ξυπνητήρι με μικρές ψηφιακές δονήσεις και συριγμούς επαναλαμβανόμενους  σφήνωσε στα αυτιά του την ώρα: πέντε και τριάντα το πρωί στο ίδιο διαμέρισμα των τελευταίων δέκα χρόνων, της οδού Ρήγα Φεραίου στη Νεάπολη, αγορασμένο με δάνειο από τη Γιούρομπανκ, υποθηκευμένο για είκοσι χρόνια, «τα δέκα τα φάγαμε», σκεφτόταν κάθε φορά που ξυπνούσε ο Ηλίας Πύργος από τα χαράματα για να πιστωθεί στον λογαριασμό εξυπηρέτησης του δανείου του το μεροκάματο. Κάθε πρωινό ξύπνημα και μια πίστωση, κάθε γουλιά καφέ που ζέσταινε το λαρύγγι του, κρύωνε την τσέπη του, αλλά το χε συνηθίσει, όπως είχε συνηθίσει τις καθημερινές περιπλανήσεις στους δρόμους της Μακεδονίας τροφοδοτώντας με φάρμακα τα φαρμακεία της επαρχίας.
Σηκώθηκε σβέλτα από το κρεβάτι αφήνοντας δίπλα του το ζεστό κορμί της γυναίκας που ζούσαν μαζί τα τελευταία είκοσι χρόνια, δέκα χρόνια στο νοίκι και τα τελευταία δέκα επιτέλους με δικό τους κεραμίδι στο κεφάλι, τρόπος του λέγειν δηλαδή αφού ήταν διαμέρισμα στον δεύτερο και δεν είχαν κανένα κεραμίδι από πάνω, όχι βέβαια πως αν είχαν θα ήταν και δικό τους. Ο Ηλίας Πύργος φρόντιζε όμως πάντα να μην αφήνει τέτοιες σκέψεις να εισχωρήσουν μαζί με την υγρασία της πόλης στο μυαλό του, όπως φρόντιζε να μην ενοχλεί τη γυναίκα του τόσο νωρίς χαλώντας της τη ζεστασιά των ονείρων.
Ζέστανε σε ένα μπρίκι ελληνικό καφέ, περιμένοντάς τον να φουσκώσει από εθνική περηφάνια προτού τον σερβίρει αχνιστό. Ρούφηξε προσεκτικά την πρώτη γουλιά, ένοιωσε τη γλώσσα του να καίγεται και τον ουρανίσκο να αποκρυπτογραφεί τις γεύσεις και τα αρώματα του χαρμανιού πριν αυτό ολισθήσει στο στομάχι όπου πλέον θα χανόταν κάθε μαγεία. Με το πρώτο φρρρρ του ρουφήγματος κόλλησε τη μούρη του στο τζάμι της κουζίνας. Έξω μια ψιλή βροχή ράγιζε τα φώτα της Σαλονίκης.
Τακτοποίησε στο μυαλό του τη διαδρομή. Θα έβαζε μπρος το μικρό βανάκι που τον περίμενε κάτω από την πολυκατοικία, θα πήγαινε στη Σταυρούπολη στη φαρμακαποθήκη, θα φόρτωνε την παραγγελία για τα φαρμακεία των Ιωαννίνων κι από κει περιφερειακό και βουρ για τα Γιάννενα.
Άναψε ένα τσιγάρο.  Με το φλιτζανάκι στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο αγνάντεψε από την ανοιχτή πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Η γυναίκα του είχε αλλάξει πλευρό στα όνειρά της. Η κόρη του στο άλλο δωμάτιο κολυμπούσε στα δικά της όνειρα με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.
Ακούμπησε προσεκτικά στον πάγκο της κουζίνας το άδειο φλιτζανάκι, έσβησε με μια στριφογυριστή κίνηση των δαχτύλων το τσιγάρο στο τασάκι, ήπιε ένα ποτήρι νερό από τη βρύση και με απαλά βήματα απίθωσε στο μάγουλο της κόρης του ένα φιλί που το δέχθηκε με ευχαρίστηση γυρνώντας πλευρό. Πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου από το τραπεζάκι του χωλ, έριξε μια κλεφτή ματιά στη γυναίκα του που είχε κουκουλωθεί κάτω από το πάπλωμα. Πάει καιρός πια που δεν της έδινε φιλί το πρωί, ούτε αυτή ξυπνούσε για να τον χαιρετήσει όπως τότε που ζούσανε στο νοίκι.
Η μηχανή δέχθηκε απρόθυμα την πρωινή ανάφλεξη της βενζίνας, υπάκουσε με την δεύτερη προσπάθεια το σασμάν στην επιλογή της πρώτης και το γκάζι ένοιωσε το βάρος του ποδιού του Ηλία Πύργου που το κέντριζε να χύσει στα πνεμόνια της περισσότερη βενζίνα, να ξυπνήσει κι αυτή όπως ξύπνησε ο ίδιος με μια γουλιά σκέτου ελληνικού. Το κρύο περόνιαζε τα κόκαλα και το καλοριφέρ αργούσε όπως πάντα να ζεστάνει τον χώρο. Το δεύτερο τσιγάρο κρεμόταν ήδη στα χείλη του και το ραδιόφωνο έλεγε τον καιρό:
«Χιονοπτώσεις προβλέπονται στα ορεινά της Μακεδονίας και σε περιοχές με χαμηλότερο υψόμετρο. Πιθανόν να χιονίσει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης»
Γαμώτο δεν μπορούσε να χιονίσει αποβραδίς να μη ξεκινήσω με τέτοιον γαμώκαιρο για τα Γιάννενα, σκέφτηκε, καθώς έβαζε την όπισθεν για να κωλώσει το βανάκι στην ανοιχτή πόρτα της φαρμακαποθήκης.
Τα κουτάκια σου είναι έτοιμα γυφτάκι, του φώναξε ο υπάλληλος που κουβαλούσε τα πλαστικά κουτιά μεταφοράς των φαρμάκων μέσα στο βανάκι.
Δε γαμιέσαι κι εσύ πρωί πρωί …….., του χαμογέλασε.
Καλό δρόμο νάχεις, του ευχήθηκε ανασηκώνοντας το δεξί χέρι
Σ ευχαριστώ νάσαι καλά ρε φίλε, ανταπάντησε καρφώνοντας την πρώτη.
Τα φώτα του αυτοκινήτου έπεσαν πάνω στην πινακίδα αντανακλώντας στα μάτια του την  πράσινη ένδειξη: ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ. Η βροχή συνέχιζε να χτυπά το παρμπρίζ ασταμάτητα αναγκάζοντας τους υαλοκαθαριστήρες σε ένα λυσσασμένο πήγαινε έλα. Στο βάθος μια καταχνιά μέσα στο χάραμα σκέπαζε το Βέρμιο κρύβοντας τα φώτα της Βέροιας. Η κίνηση υποτονική. Μια άσπρη μερσέντες πέρασε δίπλα από το βανάκι με σχετικά μικρή ταχύτητα. Ο Ηλίας Πύργος με την άκρη του ματιού του αποτύπωσε μια γυναικεία φιγούρα να οδηγεί αφήνοντας ξοπίσω της ένα υγρό σύννεφο που θόλωσε τους αμφιβληστροειδείς του καθυστερώντας τη μετατροπή του οπτικού σήματος σε ηλεκτρικό, αναγκάζοντάς τον να βάλει στο φουλ τους υαλοκαθαριστήρες για να γαληνέψει ο εγκέφαλος πρωινιάτικα.
Ο ουρανός τώρα καθόταν βαρύς πάνω στο Βέρμιο καθώς το βανάκι ανηφόριζε το βουνό αφήνοντας στα δεξιά του τα φώτα της Βέροιας να τρεμουλιάζουν στο κρύο και τη βροχή. Η ηλεκτρονική πινακίδα αναβόσβηνε από μακριά: ΜΕΙΩΣΤΕ ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΟΛΙΣΘΗΡΟ ΟΔΟΣΤΡΩΜΑ και η Γαλάνη στο δεύτερο συμφωνούσε με την πινακίδα της Εγνατίας Οδού Α.Ε «Βροχή και σήμερα».
Το γρανάζι στον δρόμο του υπενθύμισε την προσέγγιση στα πρώτα διόδια, άνοιξε το παράθυρο, το κρύο εισέβαλε στην καμπίνα, έδωσε δυο και σαράντα στην κοπέλα και πήρε μια καλημέρα και ένα καλό ταξίδι. Είπε ένα ξερό «ευχαριστώ» και έβαλε την πρώτη. Στα δεξιά στην άκρη των διοδίων η λευκή μερσεντές ήταν σταματημένη και μέσα της το φωτάκι έδειχνε καθαρά τη γυναίκα να έχει σκύψει στο πίσω κάθισμα και να τακτοποιεί ένα παιδί. Πέρασε σιγά σιγά από δίπλα κοιτάζοντάς την. Η γυναίκα έστρεψε το βλέμμα και τον κοίταξε, τόσο όσο της επέτρεπε ο χρόνος που χρειάσθηκε το βανάκι να χαθεί από το οπτικό της πεδίο.
Κατουρήθηκε ο μικρός,  χαμογέλασε και άναψε τσιγάρο.  Η εικόνα της αυτή τη φορά είχε αποτυπωθεί στο εγκέφαλό του. Ήταν γύρω στα 40, μακριά μαύρα μαλλιά δεμένα σε αλογοουρά που φώτιζαν το πρόσωπό της κάτω από το λαμπάκι της καμπίνας.
Που να πηγαίνει άραγε τέτοια ώρα Δευτεριάτικα, μόνη γυναίκα με ένα παιδί μέσα στην Εγνατία; σκέφτηκε και δυνάμωσε την ένταση του ραδιοφώνου. Άναψε τσιγάρο.
Παντού μπορεί κανείς να βρει μια μοναχική γυναίκα, ακόμη και στην  Εγνατία, μονολόγησε και σκέφτηκε τη δική του γυναίκα, θα είχε ξυπνήσει σίγουρα, θα είχε κατουρήσει, θα είχε πλυθεί και τώρα θα ζέσταινε το νερό για το νες καφέ της. Δεν είχαν τα ίδια γούστα στον καφέ. Τελευταία παρατηρούσε πολλές διαφορές στα γούστα τους  που ενώ υπήρχαν χρόνια δεν τις είχε δώσει σημασία.
Ούτε ένα τηλέφωνο δεν πήρε να δει τι κάνω, πέρασε από του μυαλό του και πήρε στα χέρια το κινητό, το πέταξε όμως αμέσως στη θέση του συνοδηγού.
Ο ορεινός όγκος της Πίνδου με ακαθόριστο περίγραμμα ξεπρόβαλε μέσα στο χάραμα, δεν φαινόταν καθαρά  αλλά ήξερε ότι βρισκόταν εκεί πίσω από τα μαύρα σύννεφα. Μια αντάρα στο ορίζοντα μαρτυρούσε την κακοκαιρία. Ήδη οι σταγόνες της βροχής είχαν μετατραπεί σε σταγόνες χιονόνερου, αφήνοντας τα πρώτα γεωμετρικά σχήματα πάνω στο παρμπρίζ πριν εξαφανιστούν από το λάστιχο των υαλοκαθαριστήρων και σταδιακά σε κανονικές νιφάδες χιονιού που χάνονταν κάθε φορά που το βανάκι έμπαινε σε τούνελ όπως χάνονταν και το ραδιοφωνικό  σήμα.  Μείωσε την ταχύτητά του, ενώ την ίδια ώρα περνούσε πάλι από δίπλα του η λευκή μερσέντες. Η γυναίκα γύρισε και τον κοίταξε. Του φάνηκε ότι τον κοιτούσε ώρες, ότι τη γνώριζε από παλιά, ότι είδε ακόμη και τα μάτια της στο λιγοστό φως του πρωινού και ότι ήταν κόκκινα. Μια κόκκινη γραμμή άφησαν ξοπίσω τους τα στοπ της μερσέντες.
Η πρώτη πτωτική αντίδραση των βλεφάρων, χτύπησε καμπανάκι και δεξί φλάς στο σταθμό ξεκούρασης έξω από τα Γρεβενά. Στο παρκινγκ δυο Βουλγάρικες νταλίκες έπαιρναν ανάσες μέσα σε ένα λευκό πέπλο ησυχίας. Σε μια άκρη η άσπρη μερσέντες άδεια. Σταμάτησε το βανάκι μπροστά στην αντλία περιμένοντας τον κουκουλωμένο μέχρι τ’ αυτιά υπάλληλο του σταθμού να φουλάρει το ρεζερβουάρ. Μέσα από τα υγρά τζάμια τα μάτια του ανήσυχα έψαχναν στον χώρο.
«Πενήντα ευρώ» διέκοψε ο κουκουλωμένος υπάλληλος την αναζήτηση. Έβγαλε από την τσέπη του ένα πενηντάρικο, πήρε την απόδειξη και πάρκαρε το βανάκι δίπλα στη μερσέντες. Πρόσεξε ότι είχε Σαλονικιότικες πινακίδες. Σήκωσε τους γιακάδες του μπουφάν και βγήκε έξω στην λευκή ησυχία του σταθμού. Η αυλή άρχισε να ασπρίζει, όπως και τα μαλλιά του. Με γρήγορες κινήσεις μπήκε μέσα στην καφετέρια, τίναξε από πάνω του το χιόνι και κατέβασε τους γιακάδες. Η γυναίκα σε ένα τραπέζι τάιζε τον μικρό και μπροστά της ένα τσιγάρο ξεψυχούσε στο τασάκι. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει παρότι αισθανόταν πως η γυναίκα είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Ήταν πράγματι όμορφη. Μπήκε βιαστικά στην τουαλέτα. Όταν βγήκε έξω πρόλαβε να δει από την τζαμαρία τη φιγούρα της γυναίκας με το παιδί αγκαλιά να χάνεται με προσεκτικά βήματα μέσα στον λευκό φόντο του προαυλίου. Παράγγειλε έναν σκέτο ελληνικό, άναψε τσιγάρο και παρατήρησε με σχολαστικότητα τις κινήσεις της γυναίκας, μέχρι που έβαλε όπισθεν και απομακρύνθηκε από τον σταθμό. Αυτές τις  στιγμές καμμία παράσταση του παρελθόντος δεν μπορεί να μπουκάρει στο μυαλό, διότι ήδη είναι τιγκαρισμένο με φρέσκιες εικόνες που απωθούν κάθε τι παλιό και μόνο σκέψεις μπορούν να γεννηθούν, σκέψεις που απαλύνουν τη μοναξιά του σώματος.
Οδηγούσε πλέον πολύ προσεκτικά γιατί ο δρόμος άρχισε να γλιστρά. Πλησίαζε τη μεγάλη σήραγγα του Μετσόβου και το τοπίο είχε γίνει κατάλευκο. Τα κίτρινα φώτα του οχήματος οδικής βοήθειας της Εγνατίας τον υποχρέωσαν να μηδενίσει. Μπροστά του δυο τρία αυτοκίνητα σταματημένα. Από το τζάμι του διέκρινε σταματημένη στην αρχή της ουράς τη λευκή μερσέντες.
Πρέπει να τοποθετήσετε αλυσίδες κύριε, τον ενημέρωσε ο υπάλληλος της εταιρίας αφού πρώτα τον καλημέρισε.
Φοράω χιονολάστιχα.
Μπορείτε τότε να προχωρήσετε
Πλησίασε στη μερσέντες. Η γυναίκα ήταν σκυμμένη στο πορτ μπαγκάζ, την προσπέρασε και πάρκαρε μπροστά της. Με ένα γρήγορο σάλτο βρέθηκε στο οδόστρωμα.
Μπορώ να σας βοηθήσω; Είπε στη γυναίκα πίσω από την πλάτη της
Σας ευχαριστώ πολύ, με υποχρεώνεται, δεν ξέρω να βάζω αλυσίδες, του απάντησε προσπαθώντας με αρκετή επιτυχία να κρύψει την έκπληξή της.
Με γρήγορες κινήσεις ο Ηλίας Πύργος τοποθέτησε τις αλυσίδες στους πίσω τροχούς της μερσέντες, η γυναίκα έτριβε τα χέρια της από το κρύο, η μύτη της είχε κοκκινίσει και ο μικρός κοιμόταν του καλού καιρού μέσα στο ζεστό καθισματάκι του.
Που πηγαίνετε τέτοια ώρα μόνη γυναίκα με παιδί; πήρε το θάρρος ο Ηλίας Πύργος και ρώτησε καθώς κούμπωνε τους γάντζους της τελευταίας αλυσίδας στη ζάντα.
Πηγαίνω στα Γιάννενα, εκεί μένουμε, του απάντησε με ένα θλιμμένο χαμόγελο χωρίς να ακουμπήσει τη λέξη «μόνη»
Κι εγώ στα Γιάννενα πηγαίνω, θα είμαι εγώ μπροστά κι εσείς από πίσω να με ακολουθείτε για ασφάλεια, της είπε με έναν τόνο καθησυχαστικό.
Το χιόνι συνέχιζε να πέφτει με την ίδια αμείωτη ένταση πάνω στην κορυφογραμμή της Πίνδου και τα δυο αυτοκίνητα το ένα πίσω από το άλλο έσκιζαν αργά με τις ρόδες τους το  υγρό άσπρο πάπλωμα που σκέπαζε τον δρόμο, για να γίνει πίσω τους ευθύς αμέσως όπως πριν.
Ο Ηλίας Πύργος έβλεπε από τον καθρέφτη τη γυναίκα που τον ακολουθούσε. Στα μάτια της είχε έναν τόνο οικειότητας που σιγά σιγά, χιλιόμετρο χιλιόμετρο, αυξανόταν η έντασή της. Ένα χαμόγελο του ήρθε στα χείλη και το άφησε να ξεφύγει. Η γυναίκα του απάντησε με τον ίδιο τρόπο.
Σε λίγο η γυναίκα βρισκόταν δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, καπνίζανε τσιγάρο, γελούσαν, μιλούσαν για ταξίδια, καλοκαίρια και θάλασσες, ακούγανε μουσική από το ραδιόφωνο, του είπε για τον άνδρας της, ήταν χωρισμένοι, ο ίδιος απέφυγε να απαντήσει στην ερώτηση αν είναι ευτυχισμένος με τον γάμο του, πάντα απέφευγε να πάρει θέση γιαυτό το ζήτημα, της έπιασε το χέρι, αυτή ανταποκρίθηκε με ένα χαμόγελο που είχε χάσει τη θλίψη του, έγειρε στο πλευρό του και του έδωσε ένα φιλί. Η μερσέντες ακολουθούσε τον καθρέφτη του με τις αλυσίδες στους τροχούς, αργά, με ένα παιδάκι μέσα μόνο να κοιμάται.
Την ίδια στιγμή η γυναίκα του σκέφτηκε να στείλει ένα ντρινν στο κινητό για να μάθει που βρίσκεται. Πάντα τις πιο ακατάλληλες ώρες παίρνουν τηλέφωνο οι γυναίκες διότι σχεδόν πάντα διαισθάνονται από τη φύση τους τον κίνδυνο.
Που είσαι;
Πλησιάζω στα Γιάννενα, είχε χιόνι ο δρόμος αλλά τώρα είναι καλά, καθάρισε, απάντησε ενοχλημένος και αμέσως κοίταξε τον καθρέφτη του. Η μερσέντες ακολουθούσε υπομονετικά.
Πρέπει να κλείσω θα σε πάρω μόλις φτάσω, της είπε και έκλεισε βιαστικά το τηλέφωνο πετώντας το στη άδεια θέση του συνοδηγού.
Έντρομος φρενάρισε και πετάχτηκε αλαφιασμένος έξω από το βανάκι. Η μερσέντες σταμάτησε απορημένη με τη φούρια του.
Τι συμβαίνει; τον ρώτησε με αγωνία
Συγγνώμη αλλά έπρεπε να βγάλουμε τις αλυσίδες ο δρόμος ήταν καθαρός. Τα λάστιχά σας καταστράφηκαν !!
Χίλια συγγνώμη και πάλι, απολογήθηκε ο Ηλίας Πύργος για το λάθος του, Έπρεπε να σας σταματήσω πιο νωρίς να σας βγάλω τις αλυσίδες. Πώς να σας βοηθήσω τώρα; Η ανησυχία είχε κατακυριεύσει το πρόσωπό του.
Η γυναίκα του χαμογέλασε τρυφερά και του έδωσε το χέρι της.
Δεν πειράζει, σας ευχαριστώ για όλα. Είμαστε έξω από τα Γιάννενα, θα ειδοποιήσω τον άνδρα μου, έχει βουλκανιζατέρ.

* * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα