Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

ΠΑΜΒΩΤΙΔΑ

Στην Κλαίρη που μας βλέπει  από κεί ψηλα και μας διαβάζει

Οι σκιές αραίωσαν στον περιμετρικό δρόμο της λίμνης και μόνο μερικά ζευγαράκια λούφαζαν στη σκοτεινιά των δένδρων αγνοώντας τον  κρύο αέρα που φουρτούνιαζε τα νερά της και τα έκανε να μοιάζουν με μαύρη ανταριασμένη θάλασσα. Ο Σεραφείμ Γούλας, υπάλληλος στην Εφορία Ιωαννίνων, έκανε όπως πάντα τον βραδινό του περίπατο στη λίμνη μετά το φαγητό για να χωνέψει αλλά και να αδειάσει το κεφάλι από φορολογικές δηλώσεις, συστήματα τάξις, λογιστικά φύλλα εξελ και μαθηματικούς υπολογισμούς που καθημερινά κατέληγαν σε παράπονα των φορολογούμενων και στραπατσάρισμα του ψυχισμού του. Σήκωσε ψηλά τους γιακάδες του παλιομοδίτικου, αλλά εξόχως ζεστού παλτού, έχωσε βαθιά τα χέρια στις τσέπες και συνέχισε το περπάτημα με βαρύ αλλά αποφασιστικό βήμα. Η ίδια διαδρομή γινόταν τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, όταν για πρώτη φορά, νέος ακόμη στη δουλειά, ήρθε με δυσμενή απόσπαση στα Γιάννενα από τη Λάρισα, αφού βρέθηκε κατά τον έλεγχο της υπηρεσίας ελλειμματικός κατά μια δραχμή, όταν όλος ο κόσμος κυκλοφορούσε τότε με πενηντάρικα χάρτινα. Τη στιγμή που του ζητήθηκε η μια δραχμή είχε στο πορτοφόλι του ένα πεντοχίλιαρο. Που να βρεθεί δραχμούλα !! Ο ελεγκτής έγραψε στην έκθεσή του: «ο υπάλληλος δεν κάλυψε το έλλειμμα παραχρήμα», υπήρχαν και υπόνοιες πολιτικού αλληθωρισμού, δεν ήθελε και πολύ να τσιμπήσει την δυσμενή που χαρακτηρίσθηκε προσωρινή απόσπαση. Στην αρχή έκανε συνεχείς ενστάσεις και υπομνήματα στο υπουργείο, απάντηση δεν πήρε ποτέ, ούτε και ποτέ παρακράτησαν από το μισθό του αυτή τη μια δραχμή. Το μεγαλύτερο μαρτύριο όμως ήταν πως όσο κι αν έψαχνε δεν έβρισκε κέρμα δραχμής να κυκλοφορεί στην πιάτσα. Έψαχνε απεγνωσμένα να βρει ένα για  να «τους το τρίψω στην μούρη» όπως έλεγε. Τίποτα όμως. Άλλαξε η κυβέρνηση, άλλαξαν οι υπουργοί, συνέχισε τις αιτήσεις, τίποτα. Στο τέλος άλλαξε το νόμισμα, ξεχάστηκε η δραχμή, συμβιβάσθηκε και ο ίδιος με το μόνιμο της απόσπασής του στα Γιάννενα. Παρέες ιδιαίτερες και φίλους δεν έκανε, πάντα κλειστός και επιφυλακτικός στην επικοινωνία με τους άλλους, επικοινωνούσε όμως πολύ καλά με τον εαυτό του, το πίστευε αυτό και δεν ξανοίγονταν στους ανθρώπους. Στη δουλειά του ήταν τίμιος και συνεπής, κάνοντας έτσι τους άλλους με τη σειρά τους επιφυλακτικούς μαζί του.
Προσπέρασε τα καραβάκια που ταρακουνιόταν δεμένα στην προβλήτα και συνέχισε την πορεία του κατά μήκος του κάστρου. Οι λάμπες της προκυμαίας έριχναν το κίτρινο φως τους στο πλακόστρωτο σχηματίζοντας μια κυκλική φωτεινή δέσμη γύρω από τη βάση του φανοστάτη. Τώρα ήταν ολομόναχος, μια σκυφτή σκιά που πλησίαζε και απομακρύνονταν σε κάθε φανοστάτη. Ένα λαμπύρισμα στα δεξιά, στην άκρη των πεσμένων πλατανόφυλλων τράβηξε την προσοχή του. Έσκυψε και έπιασε στο χέρι του ένα νόμισμα. Το έφερε κοντά στο φως της λάμπας. Οι κόρες των ματιών του άνοιξαν στο τέρμα για να εισχωρήσει η αντανάκλαση της λάμπας πάνω στη  μαυρισμένη δραχμή και να μετασχηματισθεί σε εικόνα από τον εγκέφαλο.
Έτριψε με τα δυο του χέρια το μικρό νόμισμα, το ζέστανε καλά και το έχωσε βαθειά στην  τσέπη. «Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειασθείς μια δραχμή» σκέφτηκε και συνέχισε ανάλαφρος τον περίπατο.
* * * * *




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου