Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ





Η μαμά με έβαζε να κοιμηθώ από νωρίς, αλλά η κάψα δεν με άφηνε να κλείσω μάτι. Κάθε βράδυ κροταλισμοί όπλων, από μακριά, έντυναν τη νύχτα μου με ξερή μουσική. Τους πυροβολισμούς τους συνήθισα. Η ζέστη με έλιωνε, σκέφτηκα όμως ότι τα παιδιά κοντά στα κρόταλα θα έλιωναν περισσότερο από μένα και αναθάρρυνα. Η μαμά με έβαζε να κοιμηθώ στο δωμάτιο που δεν είχε παράθυρα. Το κρεβάτι μου το έσυρε και το κόλλησε στον εσωτερικό τοίχο του διαμερίσματός μας στη Δαμασκό. Φοβόταν η μαμά τα κρόταλα κι ας έπαιζαν μακριά μας. Εγώ πάλι είχα φτιάξει ένα όπλο με σανίδια, κρυβόμουν πίσω από τους καναπέδες και την τρόμαζα φωνάζοντας μπαμ, μπαμ. 
Δεν με άφηνε να βγω στο μπαλκόνι, ούτε τη μέρα, κι έτσι σιγά σιγά ξεχνούσα.  Ξεχνούσα τους δρόμους, τα αυτοκίνητα, τις πλατείες, τα μαγαζιά της γειτονιάς μας, τους φίλους μου. Όταν σβήσεις τον πίνακα του μυαλού όλα μοιάζουν καλύτερα. Μπορεί να μη χαμογελάς, δεν πονάς όμως. Η μαμά δεν χαμογελούσε καιρό τώρα, αλλά πονούσε. Το έβλεπα στα μάτια της και δεν καταλάβαινα γιατί δεν σβήνει κι αυτή τον πίνακά της να ησυχάσει λιγάκι. Έβγαινε τα πρωινά στην πόλη και όταν γύριζε με τα ψώνια δεν είχε αγοράσει σφουγγάρι. Μια μέρα τη λυπήθηκα και της έδωσα το σφουγγάρι που με έπλενε. Μου χαμογέλασε, μάλλον δεν κατάλαβε, πήρε το σφουγγάρι και έπλυνε τα πιάτα. Έσβησε πάνω τους κάθε ίχνος τροφής κι εγώ τότε πείνασα. Πείνασα πολύ, έκλαιγα και την παρακαλούσα να μου βάλει να φάω γιατί ήθελα να λερώσω ξανά ένα καθαρό πιάτο με καινούρια ίχνη. Μου έψησε ένα τόστ με τυρί που άφησε λίγα φτωχά ψίχουλα μέσα στο πιάτο. Απογοητεύτηκα και κλείστηκα στο δωμάτιό μου. Όταν αποφάσισα να βγω από το δωμάτιο ήταν νύχτα και έπρεπε να ξαναμπώ για να κοιμηθώ. Πήρε τότε από τον νεροχύτη το σφουγγάρι που έπλυνε τα πιάτα, με γύμνωσε και μου έτριψε όλο το σώμα, σα να θελε να σβήσει κάτι πάνω μου. Το σώμα μου ήταν καθαρό, αλλά εκείνη έτριβε, έτριβε και έκλαιγε, ώσπου πόνεσα και σταμάτησε. Με σκούπισε και με έβαλε να κοιμηθώ γυμνός. Το μαρτύριο της ζέστης πάλι δεν άφησε τον ύπνο να έρθει να με πάρει. Άκουγα τα κρόταλα και γελούσα. Γελούσα δυνατά και η μαμά ανησύχησε με το γέλιο μου. Με όλα ανησυχούν οι μεγάλοι.
Ένα μεσημέρι την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο με τον θείο μου και να του λέει κάτι σαν «δεν πάει άλλο», «δεν μπορώ να ζήσω έτσι», «θα πάρω τον Αϊντάν και θα φύγουμε», «κανόνισέ το». Κρύφτηκα πάλι στο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και έβαλα τα γέλια. Τα κρόταλα ακουγόταν τώρα πιο καθαρά και πιο κοντά μας. Έτρεξε ανήσυχη και με έβγαλε έξω. Μου έκλεισε το στόμα να μη γελάω. Όσο εγώ γελούσα, τόσο εκείνη φοβόταν. Το γέλιο φέρνει φόβο και φοβίζει τους ανθρώπους. Σε αυτό μάλλον είχαν καταλήξει οι μεγάλοι και έπρεπε να υπακούσω. Έπρεπε να πνίξω το γέλιο. Η μαμά με αγαπούσε και ήθελε το καλό μου. Όσο εγώ γελούσα, τόσο εκείνη αρρώσταινε. Από τότε δεν ξαναγέλασα, ούτε όταν με έπαιζε πάνω στα πόδια της. Δεν άφηνα τον εαυτό μου να γελάσει για να μη φοβηθεί η μαμά. Έσβησα από τον πίνακά μου και το γέλιο. Μετά από λίγο καιρό βάλθηκα να σβήσω και όλες τις λέξεις που έμαθα στο σχολείο για να μη την ταλαιπωρώ με τη φλυαρία και τις ερωτήσεις μου. Δεν ήταν εύκολο, γιατί κάθε φορά που έσβηνα μια λέξη στον πίνακα, με έναν μαγικό τρόπο η κιμωλία του μυαλού μου έγραφε μιαν άλλη. Με πήρε κόπο να τις σβήσω όλες. Έπρεπε η μαμά να γίνει καλά όπως πρώτα. Όσο όμως εγώ έσβηνα, τόσο χειροτέρευε η υγεία της. Κάθε μέρα έκλαιγε και μιλούσε με τον θείο μου στο τηλέφωνο. Μιλούσαν για μένα. Ο θείος μου ζούσε σε ένα χωριό έξω από τη Δαμασκό και μια μέρα ήρθε στο διαμέρισμά μας. Μπήκαν μαζί με τη μαμά στο δωμάτιο χωρίς παράθυρα και με κοίταζαν. Άνοιξε τα χέρια του εκείνος και μου έκανε νόημα να τρέξω στην αγκαλιά του. Ο θείος έμοιαζε ξένος, γιατί χτες με το σφουγγάρι έσβησα και τον πατέρα που μας άφησε μόνους και πήγε βόλτα στους ουρανούς, όπως μου είχαν πει πριν κανά χρόνο, όταν ακόμη έκανα ερωτήσεις.  Αρνήθηκα να πέσω στην αγκαλιά ενός αγνώστου. Η μαμά τότε του είπε κάτι σαν «ίδιος με τον αδελφό σου, πεισματάρης» βγήκαν από το δωμάτιο και άρχισαν να ψιθυρίζουν στον καναπέ του σαλονιού. Βγήκα κι εγώ στα κρυφά και τους έβλεπα. Της είχε πιάσει το χέρι και το χάιδευε. Ύστερα εκείνη έγειρε το κεφάλι της στην αγκαλιά του και έκλαιγε. Τότε πήγα στο δωμάτιό μου και έσβησα και τον ξένο από τον πίνακα.  Εκείνος όμως αποφάσισε να μείνει στο διαμέρισμά μας και έτσι στο σπίτι μέναμε τώρα τρείς, αλλά εγώ μόνο τη μαμά γνώριζα. Ο άλλος δεν υπήρχε.
Μια μέρα που τα κρόταλα πλησίασαν την πόλη και το δωμάτιό μου έτριζε σα να το ταρακουνούσε κάποιος απαίσιος γίγαντας, η μαμά και ο άλλος που δεν υπήρχε, με έντυσαν με ένα κόκκινο μπλουζάκι και ένα μπλε κοντοπαντέλονο με τιράντες, με πήρε ο άλλος που δεν υπήρχε στην αγκαλιά του μαζί με έναν σάκο και βγήκαμε στους δρόμους. Το φως του ήλιου με στράβωσε και έκλεισα τα μάτια. Δεν τα άνοιξα σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μας με το αυτοκίνητο. Άκουσα τη μαμά κάποια στιγμή να λέει στον άλλον που δεν υπήρχε κάτι σαν «επιτέλους κοιμήθηκε ο Αϊντάν», εγώ όμως ήξερα ότι δεν κοιμόμουν διότι δεν έβλεπα όνειρα. Τα όνειρα μού τα χε σβήσει στον πίνακα από καιρό η κάψα που ήταν πιο δυνατή από τον ύπνο.
Ένα δροσερό αεράκι χάιδεψε τα βλέφαρά μου και τα άνοιξα. Τότε είδα ότι ήμασταν μέσα σε μια βάρκα με πολλούς άγνωστους ανθρώπους. Κανένας τους δεν μιλούσε. Ούτε γελούσαν. Μόνο κάποια παιδιά έκλαιγαν, αμέσως όμως οι μαμάδες τους τα κολλούσαν στο στήθος κι εκείνα έκλειναν τα μάτια τους και σταματούσαν το κλάμα. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι η μαμά μου ήταν άρρωστη και έσβησαν το γέλιο από τα στόματά τους να μη τη φοβίσουν. Φαινόταν τώρα καλύτερα στην υγεία της και η θάλασσα ήταν όμορφη, σα το γαλάζιο κοντοπαντέλονό μου. Γλίστρησα από την αγκαλιά του άλλου που δεν υπήρχε και χώθηκα στην αγκαλιά της μαμάς.  Εκείνη στην αρχή με έσφιξε δυνατά στο στήθος της, αλλά μετά από λίγο χαλάρωσε το σφίξιμο γιατί ο ύπνος, δροσερός αυτή τη φορά, την πήρε στη δική του αγκαλιά να τη γιατρέψει, όπως μόνο αυτός ξέρει.
Βρήκα ευκαιρία και πήδηξα έξω από τη βάρκα. Άρχισα να τρέχω σε μια παραλία άγνωστη σε μένα. Από πίσω μου ο άλλος που δεν υπήρχε με κυνηγούσε να με πιάσει και ξοπίσω του οι άνθρωποι της βάρκας έτρεχαν και φώναζαν το όνομά μου. Η μαμά είχε βολευτεί στην αγκαλιά του ύπνου και δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Έτρεχα πολύ γρήγορα. Κανένα παιδί στο σχολείο δεν μπορούσε να παραβγεί μαζί μου στο τρέξιμο. Μόλις πέρασα την αμμουδιά της άγνωστης παραλίας, βρέθηκα μέσα σε χωράφια με ψηλά στάχυα που με σκέπαζαν μέχρι το κεφάλι. Ο άλλος που δεν υπήρχε συνέχισε να με κυνηγάει, ενώ οι άνθρωποι της βάρκας εγκατέλειψαν το τρέξιμο και γύρισαν στη βάρκα, δίπλα στη μαμά που κοιμόταν ήσυχα. Στο τέλος των χωραφιών με τα στάχυα, πελώριοι στρατιώτες με όπλα στα χέρια με σημάδευαν. Κοντοστάθηκα για λίγο, πήρα μια ανάσα, κοίταξα πίσω μου τον άλλο που δεν υπήρχε να πλησιάζει και να με φωνάζει, ύστερα τους πελώριους στρατιώτες με τις κάνες των όπλων, χίμηξα μπροστά, πέρασα κάτω από τα πόδια τους και ξέφυγα. Οι στρατιώτες σταμάτησαν τον άλλον που δεν υπήρχε, του έδεσαν τα χέρια και τον πήραν αιχμάλωτο στο κάστρο τους. Εγώ συνέχισα να τρέχω και βρέθηκα σε μια μεγάλη ξερή κοιλάδα, δίπλα σε ένα κοπάδι με κατσίκες. Ένας μαυριδερός βοσκός έσκυψε άρμεξε μια κατσίκα και μου δωσε να πιω το γάλα της. Το ήπια μονορούφι και τότε η κιμωλία ζωγράφισε ένα χαμόγελο στον πίνακα. Καθώς έτρεχα, έβλεπα στον πίνακα το ζωγραφιστό μου χαμόγελο και άρχισα ξαφνικά να γελάω με όλη μου την ψυχή. Πέρασα μέσα από χωριά γελώντας δυνατά. Τα παιδιά των χωριών με πήραν στο κατόπι, αλλά δεν μπορούσαν να με φτάσουν. Οι μεγάλοι ρωτούσαν κάτι σαν «τι συμβαίνει;» και απαντούσαν οι ίδιοι κάτι σαν «ένα παιδί τρέχει και γελάει» .  
Ο ήλιος έσβηνε την κάψα του την ώρα που έτρεχα ανάμεσα στις κολώνες του παλατιού του στην Παλμύρα. Δεν σταμάτησα το τρέξιμο. Κοίταζα μόνο τα αστέρια τώρα, άκουγα τα κρόταλα και ήξερα ότι πλησίαζα στη Δαμασκό. Δεν είχα συναντήσει στο διάβα μου άλλον βοσκό να με ξεδιψάσει με το γάλα της κατσίκας του, ούτε νερό βρήκα. Τα χωριά ήταν ερημωμένα και οι άνθρωποι άφαντοι. Μόνο φωτιές αναμμένες τριγύρω μου και αποκαΐδια.  Δεν με ένοιαζε τίποτα όμως γιατί το πρωί είδα να με πλησιάζουν τα φιδίσια τα νερά του Μπαρόντα και η πόλη μου. Πήρα την κεντρική λεωφόρο με τα όμορφα μαγαζιά και τα αυτοκίνητα και τράβηξα για τη γειτονιά μου. Σκαλώθηκα στο παράθυρο του σχολείου μου, σκονισμένος και κουρασμένος. Πρόσεξα ότι δεν φορούσα παπούτσια και από τα πόδια μου έτρεχαν αίματα. Δεν έδωσα σημασία και κρυφοκοίταξα στην αίθουσα. Ο μαυροπίνακας ήταν γεμάτος λέξεις. Τότε είδα στον πίνακά μου την κιμωλία να γράφει όλες τις λέξεις που έσβησα για να γίνει καλά η μαμά. Γέμισε το κεφάλι μου λέξεις και όμορφους αριθμούς.
Διψούσα όμως, διψούσα πολύ. Έτρεξα στο διαμέρισμά μας. Χαιρέτησα τους γείτονες που με καλωσόρισαν με χαρά, άνοιξα την εξώπορτα και χίμηξα προς το δωμάτιό μου. Η πόρτα ήταν ανοιχτή, όπως την άφησα όταν φύγαμε, και από μέσα της έβγαινε ένα σκληρό φως. Παραξενεύτηκα και μπήκα. Σε έναν τοίχο του, μια μεγάλη τρύπα έχασκε και άφηνε τον ήλιο να ψαχουλεύει όλο τον χώρο. Πρόσεξα τότε το κρεβάτι μου. Ήταν ξύλινο, βαμμένο καφέ και το κεφαλάρι του ήταν βαμμένο κίτρινο. Οι τοίχοι είχαν χρώμα λουλακί. Δεν είχα ξαναδεί τα χρώματά τους. Κρίμα που η μαμά δεν σκέφτηκε να ανοίξει ένα κανονικό παράθυρο στο δωμάτιό μου να μπαίνει ο ήλιος με δόσεις και όχι έτσι ακατάστατος.
Η δίψα με έστειλε στον νεροχύτη της κουζίνας μας. Πλησίασα, αλλά κάθε φορά που πλησίαζα η βρύση απομακρύνονταν. Διψούσα, διψούσα πάρα πολύ. Έκανα ακόμη μια προσπάθεια και με ένα σάλτο την αγκάλιασα, προτού απομακρυνθεί πάλι. Έβαλα το στόμα από κάτω της και την άνοιξα. Το νερό που έτρεξε στον λάρυγγα ήταν αρμυρό. Προσπάθησα να κλείσω τη βρύση αλλά εκείνη δεν έκλεινε, ούτε μπορούσα να απομακρύνω το στόμα μου. Η αρμύρα έκαιγε τα σωθικά μου και με έπνιγε. Φώναξα τη μαμά να μου δώσει γλυκό νερό, αλλά εκείνη κοιμόταν  και δεν με άκουσε. Κάποια στιγμή πέρασε από το μυαλό μου ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο, ότι θα ξυπνήσω και η μαμά θα μου δώσει γλυκό νερό, όπως γινόταν παλιά, τότε που η κάψα άφηνε τον ύπνο να με πάρει και να με γεμίσει όνειρα. ‘Ήμουν σίγουρος πια ότι έβλεπα όνειρο, αλλά δεν ήταν σωστό να τρομάξω ένα τόσο όμορφο όνειρο για λίγο αρμυρό νερό και να το χάσω. Κρύωνα τώρα. Ήρθε ο μπαμπάς μου να με σκεπάσει. 

* * * * * *

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ






Από παντού με κυνηγούν πευκοβελόνες
χύνεται η θάλασσα στο αριστερό μου αυτί
οι βάρκες αναποδογυρίζουνε φύκια
γίνονται βαριές, δυσκίνητες χελώνες
τρων τους κολυμβητές
με τις πολύχρωμες ομπρέλες
τρων τις καρέκλες των παράκτιων καφενείων
κανείς δεν φεύγει, όλοι μαγεμένοι
ακούν μια ορχήστρα που φλέγεται στον ουρανό
κάποιος περνάει με μια τάβλα λουκουμάδες
στον ουρανίσκο ανοίγει μια αρχαία πληγή

Ξάφνου διακρίνω τον Ελύτη σε μια ψάθα
να γράφει το όνομά του σ΄ένα όστρακο
και τον ζωγράφο Παραλή
να βγαίνει από τη θάλασσα
μαζί με κάτι γερασμένα πεύκα
κι έναν ένστολο άγιο στον ορίζοντα
να σημαδεύει έναν άσπρο καρχαρία
κι αναρωτιέμαι πάλι... αν τάχα τότε...
ίσως να μην ... και αν όμως ... τι ...
και γιατί ... 

Κατερίνα Καριζώνη

(Συλλογή Σκοτεινός Χρόνος, Εκδ. Καστανιώτη) 

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΑ




Όταν δυο ηλεκτρόνια συναντηθούν
πάνω από το Αιγαίο
-καθώς ένα τραβάει για την Αμερική
και τ΄άλλο για Ασία -
ερωτεύονται και χωρίζουν

Ο χωρισμός θα τα τυραννάει
στους αιώνες

για το λίγο του έρωτα.

Αύγουστος 2017 

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΕΜΩΝ






Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες στης σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα. 

Ακούγονται επίμονοι οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν, 

στις αρχές του έτους, 
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού
κι ας είναι 
στη αγορά
η θάλασσα, 
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κυριακής
στην τολμηρή σιωπή 
της ποίησης. 

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χεριοποίητα χαρτιά
να μην τη βρει 

η λήθη
της ανθολογίας 
των συγγενών
που ήξεραν αδέρφια θείους
και ξαδέρφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

Αντώνης Σκιαθάς

(Συλλογή ΕΥΓΕΝΙΑ Εκδ. Πικραμένος)




Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

ΑΦΥΤΟΣ




ανάμεσα σε δυο κόκκινες στέγες
το σιωπηλό πράσινο της συκιάς
διαλέγεται με τους κυματισμούς του γαλάζιου
ως τη θαμπή υπόνοια της μακρινής ακτής

ως το βάθος τ' ουρανού που ψηλαφούν οι υδρατμοί
ως τις αστραφτερές ζωντανές ανταύγειες
που βασιλεύουν κάτω απ' την επιφάνεια

λευκά πλεούμενα διασχίζουν το αόρατο φως
μαύρες σαϊτες διαγράφουν απροσδιόριστα σχήματα
πάνω από την επίκληση των δέντρων
πάνω από την πελεκημένη πέτρα
τρυφερή όπως το δέρμα και το άγγιγμα

στους λόφους αιωρούνται νότες
από τ' αρχαία έγχορδα της παραλίας
όπως φόρεμα πολύχρωμο που θροΐζει στο χόρτο

ένας ξένος μαθαίνει να συλλαβίζει τη γαλήνη
ένα παιδί απλώνει τα παιχνίδια του στο χώμα
οι απαντήσεις βρίσκονται όπως πάντα εδώ
και χαμογελούν με καλοσύνη
σε χιλιάδες μάταια ερωτήματα

Τόλης Νικηφόρου



(από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997)

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ



Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζιν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια, 
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
το δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν τα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι η βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.


IV



Όλοι οι ποιητές κουβαλούν
πάνω τους κάτι αιχμηρό.
Είτε μια παλιά καρφίτσα στη γραβάτα,
είτε μανικετόκουμπα ασημένια
που μπήγονται στη σάρκα,
ή κοχύλια μυτερά, ξυράφια,
σπασμένα μπουκάλια από αψέντι,
αλεξανδρινούς κονδυλοφόρους
ή σουγιάδες ναυτικούς
ή μία μόνο λέξη
όπως «λείπεις» ή «μάνα» ή «ποτέ».



ΙΧ



Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;






ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Από τη Συλλογή «Η αποχώρησης της Λαίδης Κάπα» Εκδόσεις Ν.Πορεία 2004



ΑΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ





Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ 

Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999
Ἐπιμέλεια καὶ Ἀνθολόγηση Μαρία Ἰατροῦ.
Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα 1999.


Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ







Κλείστηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.
ήταν περαστικός στην πόλη της για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Άλλωστε από τη δουλειά γνωρίστηκαν.


Έσκυψε να τη φιλήσει και για λίγο σταμάτησε,
ασχολήθηκε με το πρόσωπό της.
Βρήκε έξοχα, καλοσχηματισμένα καθένα
από τα χαρακτηριστικά της, μάτια, μύτη, στόμα, τα πάντα-
κι ότι σαν σύνολο έδενα τέλεια μεταξύ τους.
Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,
πρόστυχα λόγια και κινήσεις.



Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε
για μια μόνο φορά,
τα ίχνη του θα χάνονταν.
Δεν μετάνοιωσε για τον έρωτα μαζί του,
υπήρχε τραχύτητα αλλά και ομορφιά,
η ζεστασιά του όταν έκρινε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της
για να της δείξει πόσο ποθητή ήταν.



( ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ. "Ηδονή και εξουσία", εκδ. Μεταίχμιο)