Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΤΖΑΜΑΛ


Το συρματόπλεγμα γύρω από το λιμάνι της Πάτρας το είχαν  φτάσει στον θεό και στην κορφή του άπλωσαν πρόσθετα αγκαθωτά σύρματα. Στις μεγάλες σιδερένιες εισόδους ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Έμοιαζε με στρατόπεδο. Δυο μεγάλα πλοία της γραμμής για Ιταλία φόρτωναν νταλίκες με εμπορεύματα, την ώρα που ο ήλιος έβρεχε τα πόδια του στο Ιόνιο και χρωμάτιζε τον Πατραϊκό στο χρώμα της ώχρας. Ο Τζαμάλ από ώρα είχε σκαρφαλώσει στο συρματόπλεγμα και είχε καρφώσει το βλέμμα του στα καράβια που ετοιμάζονταν για το ταξίδι τους στην Ιταλία. Η θάλασσα στις πλώρες των καραβιών υπόσχονταν ταξίδια και μια άλλη ζωή. Ήταν φυλακισμένος έξω από το συρματόπλεγμα του λιμανιού, αλλά το μυαλό του ήταν ελεύθερο να κάνει για πολλοστή φορά το τελευταίο του ταξίδι στην Ευρώπη.
Έδωσε όσα χρήματα του απέμειναν στον νταλικέρη, όπως τον συμβούλευσε ο διακινητής. Τα υπόλοιπα του τα πήρε εκείνος. Μπήκε στο μικρό κουβούκλιο, μαζί με άλλους δυο Ιρακινούς. Ήταν ο μικρότερος σε ηλικία αλλά και σε κορμοστασιά. Στριμώχτηκαν ξαπλωμένοι και έβαλαν τις μύτες τους στις τρύπες, μόλις ο νταλικέρης σφάλισε το κουβούκλιο. Ίσα που μπορούσαν να κινηθούν και να αλλάξουν θέση για μη πιαστούν στο ταξίδι. Την ανάγκη τους θα την έκαναν εκεί. Δεν τον ένοιαζε. Έφυγε δώδεκα χρονώ από την πατρίδα του, ένα μικρό χωριό έξω από τη Βαγδάτη, χωρίς να πει τίποτα ούτε στη μάνα, ούτε στην αδελφή του. Ο πατέρας του είχε μείνει με ένα πόδι και κουφός εξαιτίας ενός όλμου στον πόλεμο του Κόλπου. Θα πήγαινε στην Ιταλία και από εκεί στη Γερμανία. Η Ελλάδα ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι για την καινούρια ζωή. Όταν ένοιωσε τον κυματισμό, κατάλαβε πως το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, αλλά ούτε και έβγαλε μιλιά σε κανέναν από τους συνταξιδιώτες του. Περίμενε. Στο Μπάρι πρώτα άκουσε τον μεταλλικό ήχο του μάνταλου της πόρτας του φορτηγού και ύστερα φωνές λιμενικών που μιλούσαν ελληνικά με τον οδηγό. Στα τρία χρόνια που έμενε καθηλωμένος στην Ελλάδα είχε μάθει τη γλώσσα. Ζητούσαν λεφτά να μην κάνουν έλεγχο το φορτίο. Ο οδηγός τους έδωσε, σφάλισαν την πόρτα και το φορτηγό ξεκίνησε. Στον δρόμο για τη Νάπολι το φορτηγό σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε και ο οδηγός τους πέταξε έξω. Πατούσε Ιταλία αλλά πριν καλά καλά συνηθίσουν τα μάτια του το φως, βρέθηκε πεσμένος με τα μούτρα σε ένα χωράφι και από πάνω του οι  κάννες των καραμπινιέρων. Τον φόρτωσαν ξανά στο πλοίο και βρέθηκε πίσω από τα συρματοπλέγματα του λιμανιού της Πάτρας να βλέπει τα πλοία που έφευγαν.
Η κατάσταση στην Πάτρα είχε γίνει αφόρητη. Οι δρόμοι γύρω από τον Άγιο Ανδρέα ήταν περιοχή που κυβερνούσαν οι Σομαλοί. Απέναντι από την είσοδο του λιμανιού κουμάντο έκαναν οι Αιθίοπες. Οι Ιρακινοί ήταν μειοψηφία μέσα σε αυτή την πολύχρωμη μάζωξη λαών. Οι Νιγηριανοί  ήταν οι πιο σκληροί και είχαν φτάσει να ελέγχουν από την  ανατολική είσοδο της Πάτρας, μέχρι την Πλατεία Γεωργίου και ακόμη πιο πέρα, συμπλεκόμενοι καθημερινά με Σομαλούς, Αιθίοπες, Πακιστανούς  και άλλες φυλές. Η μισή πόλη μύριζε ούρα και ακαθαρσίες, ενώ η άλλη μισή εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες της, διοργανώνοντας καλλιτεχνικά σουαρέ και καρναβάλια. Προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος και συνήθιζε να κουρνιάζει δίπλα στη θάλασσα, κάτω από ένα μεγάλο τσιμέντο στην προέκταση του παραλιακού δρόμου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξύπνησε μούσκεμα. Τα βράδια συνήθιζε να χαζεύει ένα μοντέρνο ξενοδοχείο που γύρω γύρω, στα πεζοδρόμιά του Σομαλοί κοιμόταν ή ενοχλούσαν τους λιγοστούς περαστικούς. Κανείς δεν τον είχε προσέξει ποτέ. Ούτε οι ένοικοι του ξενοδοχείου, ούτε οι νηστικοί Σομαλοί. Αρκετές φορές έκλεψε φρούτα από μανάβικα και φαγητά από πάγκους λαϊκών αγορών, ποτέ όμως δεν τον έπιασαν. Ήταν σβέλτος και μικροκαμωμένος και πάντα ξέφευγε. Ένας Πακιστανός του πρότεινε να πάνε με τους Νιγηριανούς για να εξασφαλίσουν δουλειά στις φράουλες της Μανωλάδας, αλλά δεν δέχτηκε. Δεν ήθελε να γίνει γεωργός στις φυτείες. Ήθελε να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει μηχανικός. Να φτιάχνει γεφύρια που ενώνουν κόσμους και ανθρώπους. Είχε γνωστούς στη Γερμανία και θα τον βοηθούσαν. Τον τρόμαζε η ιδέα να μείνει για πάντα ένας αμόρφωτος γεωργός σαν τον πατέρα του και στο τέλος ένας πόλεμος να τον αφήσει χωρίς πόδι και αυτιά. Κάθε μέρα μελετούσε το συρματόπλεγμα και κάθε μέρα το έβρισκε περισσότερο απόρθητο από την προηγουμένη. Αν κατάφερνε να φτιάξει το σώμα του αέρινο, σαν το μυαλό, θα μπορούσε να εισχωρήσει από τις κυψελόσχημες τρύπες και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής μόνο τα πουλιά είχαν αυτό το προνόμιο. Δεν έλεγε να αφήσει το τσιμέντο του και το συρματόπλεγμα στην άκρη του λιμανιού.  Είχε μάθει όλα τα δρομολόγια απέξω. Αυτή τη φορά θα έπαιρνε τα Superfast Ferries που έπιαναν Βενετία για να βρεθεί όσο το δυνατόν κοντύτερα στα σύνορα της Ιταλίας.
Ο χειμώνας είχε μπει γλυκός στην Πάτρα, τα βράδια όμως η υγρασία και το κρύο έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο σώμα του. Τα μπάνια στη θάλασσα ήταν παρελθόν, όπως και η εύκολη τροφή από τους πάγκους. Το σύρμα τώρα πάγωνε. Τα δάχτυλά του γέμιζαν αιμάτινες χαρακιές. Ένα περιστέρι πέταξε σιμά του. Ύστερα έκατσε πάνω στο αγκαθωτό σύρμα της κορυφής. Παρακολουθούσε από ώρα τις κινήσεις του πουλιού.  Αν μπορούσε να πετάξει θα κάθονταν στην καμινάδα του πλοίου και θα είχε ένα όμορφο και ζεστό ταξίδι μέχρι την Ιταλία. Ύστερα, μόλις το πλοίο θα έμπαινε στο λιμάνι της Βενετίας θα έκανε ένα σάλτο από την καμινάδα του και θα βρίσκονταν για ξεμούδιασμα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου να χαζεύει από ψηλά τους περαστικούς και τα ζευγαράκια στα καφέ της πλατείας. Από εκεί, εύκολα και με ασφάλεια, θα πετούσε για Γερμανία. Εικόνες με πράσινα λιβάδια και χιονοσκέπαστα βουνά πλημμύρισαν τα μάτια του. Πολιτείες φωτισμένες με μεγάλους δρόμους και σύγχρονα κτήρια, αυτοκίνητα να τρέχουν στους δρόμους να προλάβουν τη ζωή και άνθρωποι καλοντυμένοι να πηγαίνουν τις δουλειές τους με χαρτοφύλακες όνειρα και σχέδια στα χέρια. Παιδιά να πηγαίνουν στα σχολειά τους να μορφωθούν.
Παρατήρησε τώρα ότι το περιστέρι πετούσε ως την κορυφή, ξαπόσταινε για λίγο στο αγκαθωτό και ύστερα προσγειωνόταν μέσα στο λιμάνι μπροστά του. Του πετούσε λίγα ψίχουλα, που είχαν ξωμείνει στην τσέπη, έτρωγε βιαστικά και ύστερα πετούσε πάλι πίσω από το συρματόπλεγμα. Δεν ήθελε να πάει μακρύτερα. Αυτός όμως έβλεπε το Superfast IV κατάφωτο και έτοιμο για τον προορισμό του, να τον καλεί.
Ο ήλιος είχε εγκαταλείψει την Πάτρα και τα δάχτυλά του έτσουζαν από το κρύο και τις χαρακιές. Το πήρε απόφαση. Η άγκυρα του πλοίου ήταν η μόνη του ελπίδα. Η σφυρίχτρα του πλοίου έδωσε εντολή στα δάχτυλα να σκαρφαλώσουν.  Το περιστέρι τον κοίταζε με περιέργεια. Έφτασε στο αγκαθωτό.  Η κουλούρα του αγκαθωτού απλώνονταν τεράστια και απειλητική στα μάτια του. Από το έδαφος δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθός της. Τώρα την έβλεπε από κοντά και έπρεπε να τη νικήσει. Στις άκρες της δεν είχε απλά αγκάθια, αλλά ξυράφια. Στήριξε τα χέρια του σε δυο σημεία που δεν είχαν ξυράφια και αιωρήθηκε στον αέρα. Από το λιγοστό του βάρος η κουλούρα λύγησε και βρέθηκε να ταλαντεύεται έξω από την περίφραξη. Έβαλε δύναμη στα πόδια και επιχείρησε σάλτο πάνω από την κουλούρα. Βρέθηκε με την κοιλιά στην κορφή της. Τα ξυράφια του χαράκωσαν όλο το σώμα. Κράτησε το κεφάλι ψηλά. Προσπάθησε να απαγκιστρωθεί από τα ξυράφια, αλλά αυτά τον κρατούσαν σφιχτά πάνω τους και χώνονταν ακόμη βαθύτερα στις σάρκες που τώρα πονούσαν φρικτά. Το περιστέρι πέταξε και στάθηκε δίπλα του. Κουνήθηκε λίγο. Σκίστηκαν υφάσματα και σάρκες μαζί. Δάγκωσε τα χείλη και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Κάθε του κίνηση και ένα σκίσιμο. Μόνο οι παλάμες και το κεφάλι δεν είχαν χαρακιές. Έκανε μια τελευταία κίνηση καθώς έγερνε το σώμα στη μέσα πλευρά του λιμανιού. Το μπουφάν, η μπλούζα και το μισό παντελόνι έμειναν πάνω στην κουλούρα μαζί με το δέρμα του, ενώ εκείνος αιωρούνταν ξανά στον αέρα. Με δυο κινήσεις πέταξε τα παπούτσια και σκάλωσε τα δάχτυλα των ποδιών πάνω στις τρύπες της περίφραξης. Ακινητοποίησε το σώμα, που είχε γεμίσει ρέουσες πληγές και έφερε το ένα του χέρι στην περίφραξη. Μετά το άλλο και με γρήγορες κινήσεις κατέβαινε τώρα το σύρμα. Μόλις βρέθηκε στο έδαφος, προσγειώθηκε δίπλα του το περιστέρι. Έψαξε στην ρημαγμένη τσέπη του παντελονιού, βρήκε μερικά ψίχουλα και του τα έριξε. Ύστερα έτρεξε σκυφτός μέχρι την προκυμαία και βούτηξε. Η αρμύρα έκαψε τις πληγές και του ρθε λιποθυμιά, αλλά συνέχισε τις απλωτές μέχρι τη σιδερένια άγκυρα. Αγκάλιασε την καδένα και περίμενε τρέμοντας μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν τον πρόσεξε, ώσπου άκουσε τον λυτρωτικό μεταλλικό θόρυβο και αισθάνθηκε να ανεβαίνει ψηλά, να πετάει σαν το περιστέρι πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που έφτασε στο πρόστεγο και από κει μέσα στο πλοίο. Κούρνιασε ανάμεσα σε τρίχινους κάβους, σε εμβρυακή στάση και πήρε ανάσες. Το ταξίδι του σε λίγο ξεκινούσε. Έκλεισε τα μάτια και χαλάρωσε. Το σώμα του γαλήνεψε και δεν πονούσε πια. Τα κύματα της Αδριατικής τον νανούριζαν, ώσπου ένα μεταλλικό τράνταγμα του σκάφους τον ξύπνησε και αντίκρισε κατακέφαλα τον πατέρα του. Στήριζε το σώμα στο ξύλινο πόδι και κρατούσε στο χέρι μια βίτσα.
«Γιατί άφησες μόνες τους τη μάνα και την αδελφή σου;»
Δεν πρόλαβε να απαντήσει και ένοιωσε μια βιτσιά να χαρακώνει τα γυμνά πλευρά. Τσίριξε από τον πόνο.
«Γιατί παράτησες την πατρίδα και το σκασες. Δειλέ !!!»
Έπεσαν μαχαιριά στην κοιλιά τα λόγια του πατέρα και διπλώθηκε στα δυο. Η πατερίτσα του τσάκισε την πλάτη. Ένιωθε τώρα και το κρύο και την αρμύρα και το τσούξιμο και τη βίτσα και το μαχαίρι του πατέρα. Βασανίζονταν, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα χέρια του. Τον είχε στριμώξει ανάμεσα στους κάβους. Έτρεμε σύγκορμος.
Ξάφνου ο πατέρας ηρέμησε, έσκυψε τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο.
«Πάμε πίσω στο χωριό, μας περιμένουν…» του πε στοργικά και τον σήκωσε από χάμω. Του ριξε ένα στρατιωτικό τζάκετ στους ώμους, τον στρίμωξε στην αγκαλιά του και κίνησαν για τη σκάλα του πλοίου.
Ο Τζαμάλ γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω. Είδε ένα άψυχο ξυλιασμένο κορμί, γυμνό και στραγγισμένο, κουλουριασμένο πάνω στην τριχιά του κάβου. Μπροστά στην ανοιχτή μπουκαπόρτα του πλοίου απλώνονταν υγρή η Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια της.
Έβγαλε από την τσέπη του μερικά ψίχουλα και τάισε τα πουλιά./

* * * * * * *

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ


Μόλις τέλειωσε το εργόχειρο, το άπλωσε στα πόδια της και το καμάρωνε. Πάνω στις προκαθορισμένες τρύπες του καμβά οι μουλινέδες, αφού πρώτα στριμώχτηκαν, μετά απλώθηκαν και τον χρωμάτισαν με γαλάζια, πράσινα και καφέ μοτίβα. Ένα μαύρο ναυτικό καπέλο οριοθετούσε το ταβάνι του, ενώ μια καφέ πίπα έστελνε μηνύματα καπνού στο δωμάτιο. Στο βάθος του εργόχειρου αχνόφεγγε μια θάλασσα μέσα σε μπλε μουλινέδες. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα τοποθέτησε με προσοχή δίπλα στις βελόνες. Έτριψε τα μάτια να σβήσει από πάνω τους τη χρωματική παλέτα του εργόχειρου, που τόσες μέρες πότιζαν τα βλέφαρα και το πετσί της και έψαξε τριγύρω. Η γάτα στη γωνιά του τζακιού γουργούριζε αμέριμνη και τα κούτσουρα έτριζαν ανυποψίαστα.
«Νικόλααα μου…»  φώναξε η γριά. Τίποτα. Η γάτα ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε το γουργουρητό της. Ξαναφώναξε το όνομά του. Πάλι τίποτα. Με κόπο στύλωσε τα στραβοπόδαρά της η Βγενιώ για να σηκωθεί από τον καναπέ. Ο Νικόλας της υπέφερε από τα ρευματικά του. Τόσα χρόνια στα καράβια η θάλασσα του σκούριασε τα κόκαλα μέχρι το μεδούλι. Δεν έβγαινε από το σπίτι, παρά μόνο αν ήταν ανάγκη. Η Βγενιώ θυμήθηκε τότε να της λέει πριν λίγο, πως θα πήγαινε προς νερού του. Δεν άκουγε και καλά. Το μηχανοστάσιο του είχε ανοίξει κάτι τρύπες να στα τύμπανα και κάθε ήχος που έμπαινε μέσα, αμέσως χάνονταν χωρίς γυρισμό για τον Νικόλα.
Ξανακάθισε στον καναπέ και βάλθηκε να κοιτάζει τώρα τις σπίθες στα κούτσουρα. Στριφογύριζαν για λίγο σαν μικρές φωτίτσες και ύστερα έσβηναν με μιας και χάνονταν. Σα να μην υπήρξαν ποτέ. Και ξανά πάλι απ΄την αρχή. Ένας παθιασμένος χορός από σπίθες, σαν εκείνα τα ταγκό που της χάριζε ο Νικόλας στη Λέσχη των αξιωματικών όταν γύριζε από τα μπάρκα του. Να !!! Μια σπίθα, αγκαλιάζεται με μιαν άλλη και ξεκινούν τη ραμπόνα τους. Ύστερα μια σεντάδα και μετά η τιχέρα. Να !!! Η σαλίδα σβήνει τις σπίθες που έκαιγαν τόση ώρα τα σώματα και ξεψυχά εκείνη στην αγκαλιά του, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, για να πάρει αυτό που της έλειψε τόσους μήνες και να χαμογελάσει το χείλη της με ένα 
«Σ’ αγαπώ»

«Βγενιώωω μου…» άνοιξε τα χέρια του κι εκείνη έτρεξε στην αγκαλιά του, ενώ ο Κωστής και η Θάλεια δεν κρατιόταν και ψαχούλευαν τις βαλίτσες και τις σακούλες με τα δώρα. Τη φίλησε στο στόμα και αφέθηκε στο φιλί του. Τα μάτια του πρόδιδαν στη Βγενιώ αυτό που κάθε φορά συγχωρνούσε ο ερχομός στο σπίτι. Ο γυρισμός που συγχωρνάει και ενώνει είναι πιο δυνατός από τον μεγαλύτερο έρωτα της γης και της θάλασσας. Μετά από λίγο τα μάτια τους γίνονταν λίμνη ακύμαντη, ύστερα χορός, αγκαλιές, χαρά και ξανά θάλασσα θυμωμένη, στο κατευόδιο και στο κούνημα του χεριού. Πολλές φορές επαναλήφθηκε η ίδια εικόνα στη ζωή της, ώσπου χάθηκαν από το κάδρο ο Κωστής και η Θάλεια σε άλλα σπίτια και έμειναν μόνοι. Τώρα όμως ήταν συνέχεια μαζί.

Ξεκλείδωσε το εργόχειρο από το τελάρο και με τα μάτια έψαξε τους τοίχους να προβάρει το μέρος που θα το κρεμούσε. Κατέληξε ότι πρέπει να βάλει τον γέρο ναυτικό με την πίπα του πάνω από το τζάκι. Μια ωραία ξύλινη κορνίζα σε χρώμα καφέ – ναι καφέ κορνίζα να βάλω μονολόγησε – θα ταίριαζε με το καφέ τζακόξυλο. Η γριά ανασηκώθηκε και στήριξε αυτή τη φορά τα στραβοπόδαρά της. Έκαμε ένα βήμα και πλησίασε στο τζάκι. Η γάτα ξεβολεύτηκε από τη θέση της και πήδηξε στον καναπέ. Στη ζεστή μεριά που καθόταν η Βγενιώ. Κοίταξε προς την τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» αμέσως όμως  το μετάνιωσε
«Δεν ακούει ο Νικόλας μου…» μονολόγησε και τράβηξε το σκαμνάκι στη μέση του τζακιού. Μέτρησε με τα μάτια το ύψος και σκάλωσε τα χέρια της στο τζακόξυλο. Έριξε πρώτα το ένα πόδι με δυσκολία στο σκαμνί, ανασηκώθηκε λίγο και ύστερα το άλλο. Στεκόταν τώρα όρθια στο σκαμνί και κεντράριζε τον τοίχο, ενώ στη βάση του, κοντά στα πλακάκια, τα ξύλα ζορίζονταν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους και την τιμή του μάστορα που τα πελέκησε και τα συναρμολόγησε. Ακουμπούσε τον γέρο ναυτικό στον τοίχο και τον έσιαζε να μη γέρνει, όταν ένα από τα ξύλα έχανε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αποφάσιζε να ατιμάσει τον μάστορα που το εμπιστεύτηκε.
«Νικόλααα μου…» φώναξε με όση δύναμη είχε, την ώρα που υποχωρούσε ένα από τα τέσσερα ξύλα του σκαμνιού και το κορμί της έγερνε στο κενό. Το μάρμαρο, ζεστό από τον αλλόφρονα  χορό της φωτιάς, φύλαξε το αίμα που κύλησε από το μέτωπό της. Ο γέρο ναυτικός, αφού έκανε έναν αέρινο στροβιλισμό, την ακολούθησε στο κατόπι και της σφούγγισε απαλά το μέτωπο. Οι μουλινέδες κοκκίνισαν. Τρόμαξε η γάτα τόσο πολύ που γούρλωσε τα πράσινα μάτια και στριμώχτηκε στην μαξιλάρα του καναπέ.

Η Βγενιώ αεράτη, έτρεξε σβέλτα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε το μαύρο τάγκο ντρες φόρεμά της, εκείνο που φόραγε στις λέσχες με τον Νικόλα και άφηνε όλη της την πλάτη γυμνή στα μάτια των ανδρών. Το φόρεσε. Έβαλε κοκκινάδι στα χείλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια κόκκινη στάμπα στο μέτωπο έμοιαζε με λουλούδι που έρρεε φως και χρωμάτιζε με ρουζ τα μάγουλά της. Έσκυψε, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες και μπήκε στην τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» φώναξε χαρούμενη,
«… πάμε να χορέψουμε  ένα ταγκό…» κι εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα στα πλακάκια του μπάνιου την άκουσε.

* * * * * *

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ



Έχτισαν τις εκκλησιές με τρούλους
και κεραμίδια ψημένα στον ήλιο

Με κοτρόνια και βότσαλα
έντυσαν τα δάκρυα
κι ύστερα τα ριξαν στη θάλασσα
να δοξάσουν το μπλε

Το ψωμί τους ζύμωσαν
με το αίμα των αηδονιών, των γλάρων, των αητών
και το απίθωσαν στην πέτρα
να αναπνεύσει θυμάρι

Δοξασμένο το όνομά Του
στους αιώνες
και στις ξερολιθιές με τις σαύρες
που αγναντεύουν το μεσημέρι
να βουλιάζει στην κάψα
με την απορία χαραγμένη στα μάτια

Δοξασμένο το όνομά Του
στα λευκά πεζούλια
και στις κουκουναριές της ποίησης
που αγκαλιάζουν τη σπίθα
να την κάνουν φωτιά

Ένα γυαλί  νερό
μια γλάστρα
ένα καΐκι να οργώσει τη στέρφα γη
ένα στημόνι
να υφάνει τους κάμπους με χρώματα
τώρα ζητάω.

Δοξασμένο το όνομά Του.  






Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ



ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ αΝΑΤΥΠΟ
Η ΣΥΛΛΟΔΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ΜΟΥ

"ΤΑ ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ"

Στα βιβλιοπωλεία

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΙΖΑΜΕΣ


Βάδιζα στην άκρη του γείσου με βήματα ανάλαφρα, ζυγιάζοντας το ύψος και τη στενότητα του χώρου. Ο γάτος στην απέναντι στέγη με κοίταζε και τα μάτια του φωσφόριζαν έκπληξη κάτω από το γαλαζωπό φως της σελήνης. Η γραμμή ισορροπίας διαγράφονταν στα πόδια μου γκρίζα και εύθραυστη κλωστή. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου στην άκρη της πλατείας έκανε φιλότιμες προσπάθειες να χρωματίσει τη νύχτα αλλιώς. Δεν μπορούσα να εντοπίσω καμιά διαφορά από τις άλλες νύχτες. Ίσως να μην ήμουν και το καταλληλότερο πρόσωπο  στην αξιολόγηση του μαύρου. Για μένα πάντα το μαύρο ήταν ένα και ήταν απόλυτο.
Αν εξαιρέσουμε την ηλίθια ματιά του γάτου, η ζωή απόψε έδειχνε να μην έχει όρεξη να περπατήσει μέσα στο κρύο ή πάνω σε σκοτεινά περβάζια. Πέρσι την ίδια νύχτα του χρόνου πήρε το μάτι μου ζευγαράκια να περπατάνε στο δρόμο, αλλά ψιλοχιόνιζε και ήταν πουπουλένια. Απόψε ντύθηκε κρύα λάμα που στραφτοβολούσε  απειλητικά στο ασπρουλιάρικο φως του φεγγαριού. Μπορεί οι άνθρωποι να φοβήθηκαν ή απλά να μην είχαν πια όρεξη για νυχτοπερπατήματα. Ο φόβος πολλές φορές μασκαρεύεται βαρεμάρα για να ξεγελάσει την ψυχή και να την κυριεύσει.
Έσκυψα στα τέσσερα για καλύτερη ισορροπία καβαλικεύοντας το κορφάρι της στέγης. Ανατσουτσούριασε ο γάτος και γούρλωσε περισσότερο τις ηλίθιες ματάρες του, καθώς πλησίαζα στο σημείο που χουζούρευε. Η στριγκλιά του γρατζούνισε τη νύχτα χειρότερα και από τα νύχια του. Ο σκύλος στην είσοδο του σπιτιού άλλο που δεν ήθελε να ξυπνήσει από τον ψεύτικο ύπνο του και να αρχίσει τα αλυχτίσματα. Κοκάλωσα και περίμενα ακίνητος. Το ίδιο και ο γάτος μπροστά μου με κυρτωμένη την πλάτη και την τρίχα κάγκελο.  Το τρίξιμο της εξώπορτας καθόλου δεν μου άρεσε. Φωνές ακούστηκαν και τότε τον είδα. Ένας χοντρός άνδρας που φορούσε κοστούμι και γραβάτα πετάχτηκε στην αυλή. Στα χέρια του κρατούσε μια καραμπίνα. Ακολούθησε τον σκύλο που τώρα είχε στρέψει το κεφάλι στη στέγη. Υπό άλλες συνθήκες θα το είχα τακτοποιήσει το παλιόσκυλο. Τώρα όμως δεν υπήρχαν περιθώρια. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να δρασκελώ τα κεφαλάρια να εξαφανιστώ από τη στέγη, όπου ήμουν εύκολος στόχος του χοντρού. Ίσα που πρόλαβα να κρεμαστώ από το λούκι και άκουσα πίσω μου την ντουφεκιά. Δεν με πέτυχε. Άρχισα να τρέχω στην πίσω πλευρά του κτιρίου πάνω στο γκαζόν. Στη γωνία της αποθήκης με σταμάτησε το παλιόσκυλο. Μου έδειχνε τα δόντια και τα σάλια που του τρεχαν. Με την άκρη του ματιού μέτρησα το ύψος του μαντρότοιχου. Έκανα ένα σάλτο να τον περάσω, αλλά δεν τα κατάφερα, με άρπαξε το ένα πόδι με τα δόντια του. Δεν με έπαιρνε να ξαναπροσπαθήσω και ο χρόνος πλέον ήταν μετρημένος. Έβγαλα από το σακίδιο ένα κομμάτι κρέας και το πέταξα στην άλλη μεριά του κήπου. Το χαζόσκυλο έτρεξε πίσω από την τροφή και με άφησε ήσυχο. Τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην πορτούλα της αποθήκης. Χώθηκα μέσα και στριμώχτηκα ανάμεσα σε τσουγκράνες, κλαδευτήρια, χλοοκοπτικά και ράφια. Ησύχασα και περίμενα.
Ο κήπος του χοντρού γέμισε ανθρώπους περίεργους και φωνές που ρωτούσαν να μάθουν. Σε λίγο έφτασε και ένα περιπολικό της αστυνομίας.
«Ήταν ένας διαρρήκτης στη στέγη μου…» φώναζε αλαφιασμένος ο χοντρός «… τον πυροβόλησα..»
«Δεν υπάρχουν αίματα τριγύρω» κάποιος αστυνομικός μάλλον έκανε μια επαγγελματική  διαπίστωση.
«Πρέπει να πήδηξε από τον φράχτη» ακούστηκε ένας άλλος
«Υπάρχουν ίχνη…» πετάχτηκε μια άλλη φωνή «… ένας λεκές στον φράχτη»
«Δε είναι αίμα…» είπε η ίδια επαγγελματική φωνή «…μια πράσινη ουσία. Θα πάρουμε δείγμα να δούμε τι είναι»
«Μπορεί να μας επιτέθηκαν εξωγήινοι» λιγώθηκε στα γέλια ένας νεαρός και άρχισαν όλοι μαζί να γελάνε μέσα στη νύχτα.
«Περάστε κύριε Μ.Ν αύριο από το τμήμα να κάνετε μήνυση κατ΄αγνώστων και εμείς απόψε θα χτενίσουμε όλο το χωριό» άκουσα τον αστυφύλακα να λέει και τότε μια παιδική φωνή χώθηκε ανάμεσα στη φασαρία των μεγάλων,  καταφέρνοντας προς στιγμήν να τη διασπάσει.
«Μήπως ήταν καλικάντζαρος;»
Έσκυψα το κεφάλι και κόλλησα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα. Ένα κοριτσάκι με πιζάμες και  ένα αρκουδάκι λούτρινο στην αγκαλιά, κοίταζε τους μεγάλους και περίμενε απάντηση. Μάζεψα την ουρά ανάμεσα στα σκέλια μου και σταμάτησα να αναπνέω.
«Δεν υπάρχουν καλικάντζαροι κορίτσι μου…» της χάιδεψε το κεφάλι ένας μεγάλος και άρχισε σιγά σιγα το πλήθος να αραιώνει. Το κορίτσι έμεινε στη μέση του κήπου με το αρκουδάκι αγκαλιά και τώρα κοίταζε την αποθηκούλα. Έκανε ένα βήμα και έπιασε το πόμολο. Η καρδιά μου σταμάτησε. Έσκυψε το κεφάλι στη μισάνοιχτη πόρτα και με ρώτησε
«Είσαι ένας καλικάντζαρος;»
Κούνησα φοβισμένος το κεφάλι μου
«Και τι ήθελες στο σπίτι μου;»
«Ήρθα να σου δώσω ένα μεγάλο ζαχαρωτό» τράβηξα ένα από το σακίδιο και του το δωσα. Το πήρε στα χέρια και το χαμόγελό της φώτισε την αποθηκούλα.
«Ευχαριστώ…» είπε δειλά και ύστερα φεύγοντας
«… κι εγώ θα σου φέρω ένα λουκάνικο …  Μη φύγεις…»

* * * * * *

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ


Φωτο: Φωτογραφικό αρχείο Αβδελόπουλου Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ


Μας ρίξαν στα πατώματα
κι ύστερα απλώσαν στρώματα
και τη ζωή μας χύμα

Κορμιά που δεν αγγίχτηκαν
τον φόβο τον φοβήθηκαν
μετρώντας τον στο κύμα

Μας έπνιξαν στ΄απόλυτα
σαν τάγματα ξυπόλητα
που έχασαν το βήμα

Κι ύστερα ήρθαν οι άγγελοι
αρχάγγελοι κι εξάγγελοι
κι αρχίσανε το μέτρημα,
εκεί στα μαύρα στρώματα
χωρίς μπουκιά στα στόματα,
να βρούν το διαμέτρημα
στη νύχτα της ζωής

Και βρήκαν έναν, δυο
σαν όμορφο αστείο 
να παίζουν το μινόρε της αυγής. 

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Είπες
θα μετρώ τη ζωή μου
με καλοκαίρια

Με Ιούλιους και Αύγουστους
ηλιοκαμένους

Τζιτζίκια αμέριμνα
και στάχυα χρυσά
θα με ορίζουν

Τις χαρακιές της μνήμης 
δεν τις υπολόγισες
καθώς αδυνατούν
να ξεχωρίσουν 
τα καλοκαίρια από
τους χειμώνες. 

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το καινούριο μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη, Η Πόλη των Αθώων. Ένα ακόμη μυθιστόρημα της πεζογράφου από αυτά που καθιερώθηκε να αποκαλούμε «ιστορικά μυθιστορήματα» κοσμεί την ελληνική πεζογραφία. Ρακοσυλλέκτρια της ιστορικής επιστήμης η Κατερίνα Καριζώνη, ακόμη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς, για πρώτη φορά στο συγγραφικό της έργο, ακουμπά πάνω στο προσωπικό βίωμα τρίτων προσώπων, τα οποία δεν θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «ιστορικά» με την έννοια που τα βαφτίζει η Ιστορία ως αποτύπωμα μνήμης για τις επόμενες γενιές, και πάνω σε αυτό πλέκει τη μυθοπλασία, χωρίς να παρεκκλίνει από την «ιστορική ατμόσφαιρα».
Οι χαρακτήρες του έργου είναι άνθρωποι που δεν ευτύχησαν να δουν το όνομά τους γραμμένο στις σελίδες της Ιστορίας, διότι επέλεξαν τον μοναχικό δρόμο της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα, για ένα ιδανικό ή για μια ιδέα. Η αθωότητα, το βασικό στοιχείο γύρω από το οποίο πλέκεται η ιστόρηση των γεγονότων με άξονα τους πυλώνες Πατρίδα και Ελευθερία. Άνθρωποι λοιπόν αθώα ανυποψίαστοι για τις ορέξεις της Ιστορίας, η οποία διαγράφει τις μοίρες τους κατά πως βούλονται άλλοι.
Χαρακτήρες τραγικοί, πραγματικοί ήρωες, χωρίς το πανηγυρικό περιτύλιγμα της φανφάρας, των παρασήμων της μάχης και των μνημοσύνων. Άνθρωποι που δρούσαν με ψευδώνυμα χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή ταυτότητα του συναγωνιστή, του συντρόφου δίπλα τους. Όλα αυτά μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον πολέμου, στη Θεσσαλονίκη της κατοχής και την πείνας, όπου ο έρωτας και η ζωή βρίσκουν χαραμάδες να ξεφυτρώσουν, να βλαστήσουν και στο τέλος να ζήσουν για να διηγηθούν τη μνήμη.
Ο Άρης, νεαρός φοιτητής της Νομικής, γνωρίζει πως το χρέος του είναι να πολεμήσει τον φασισμό, χωρίς να προσδοκά τίποτα άλλο πέρα από την ελευθερία. Χαρακτήρας πραγματικός, ο οποίος στα χέρια της συγγραφέως ξεδιπλώνει το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του: την αθωότητα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι απλοί άνθρωποι της ιστορίας της. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα της Καριζώνη ως έναν ύμνο προς τους αγνούς ανθρώπους που έσταξαν λίγο από το αίμα τους στο μίγμα της μελάνης της Ιστορίας, για να γραφτούν ολάκερα βιβλία με φανταχτερά ονόματα. Η Ιστορία δεν τους ξέχασε, απλά σεβάστηκε τη σεμνότητα και την αθωότητα αυτών των ανθρώπων, των πολλών, που δεν θέλησαν ούτε τιμές, ούτε αναγνωρίσεις. Δεν υποψιάζονταν άλλωστε τι θα επακολουθούσε, ούτε ότι θα ζούσαν να δουν να τσακίζονται τα οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν.
Σε αντιδιαστολή με κείνη την Πόλη των Αθώων, σήμερα όσο και να ψάξουμε, θα δυσκολευτούμε να βρούμε μια τέτοια πόλη, ικανή  συνθήκη και σπίθα, να συνθέσει ξανά εκείνο το σκηνικό, διότι η αθωότητα δεν είναι μια απλή έλλειψη ενοχής για οποιοδήποτε έγκλημα ή αδικία, ή μια άγνοια, αλλά μεγαλείο ψυχής  και δώσιμο χωρίς αντάλλαγμα, όπως πολύ σοφά ο Μπλέηκ γράφει στα Τραγούδια της Αθωότητας και Τα Τραγούδια της Πείρας
«Μπορώ να δω τον διπλανό μου
Να κλαίει και να μη λυπηθώ;
Μπορώ να δω άλλον θλιμμένο
Και να μην συμπαρασταθώ;
……
Κάθε φορά που κλαίς για κάποιον
Σε βάζει ο καλός Θεός
Και όταν δακρύζεις δάκρυ άλλου
Σε οδηγεί ο Δημιουργός…»
Η οικονομική κρίση που μας ταλανίζει, ίσως γεννήσει ξανά αθώους ανθρώπους που θα δακρύσουν για το δάκρυ του άλλου. Το έχουμε ανάγκη.
Μέσα στην ιστορία της η Καριζώνη τοποθετεί μια ακόμη παράλληλη ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Άγιον Όρος και στον αγώνα κάποιον άλλων ανθρώπων να σώσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά που κινδυνεύει από τη Γερμανική λαίλαπα. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό που κουβαλούν το τεκμήριο της αθωότητας και της αγιότητας, αλλά και το βάρος της παρακαταθήκης των κειμηλίων ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ως πραγματική ερευνήτρια της Ιστορίας η Καριζώνη δεν ξεφεύγει από το Ιστορικό γίγνεσθαι και ακολουθεί πιστά τις πηγές. Στο Βερολίνο πραγματικά είχε καταστρωθεί ένα σχέδιο αρπαγής των θησαυρών του Αγίου Όρους από τη Γερμανική Υπηρεσία Einsatzstab Reinchsleiter Rosenberg die besetzten Gebiete, όπως αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μέρτενς, προϊστάμενος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, στις φυλακές Αβέρωφ όπου κρατείτο ως εγκληματίας πολέμου.
Ο αγώνας εδώ πήρε τη μορφή ευέλικτης διπλωματίας των μοναχών, η οποία μάλιστα παρεξηγήθηκε από κάποιους επιδερμικούς ερευνητές της Ιστορίας στις μέρες μας. Η Καριζώνη όμως τοποθετεί τα γεγονότα στην πραγματική τους ιστορική διάσταση, χωρίς να κουράζει με περιττές ιστορικές αναφορές και χωρίς να κρίνει τη μέθοδο που ακολούθησαν οι μοναχοί, η οποία τελικά μάλλον απέδωσε, όπως και τα όπλα. Η αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου από τον Γερμανό καθηγητή Φράντς Ντέγκλερ έχει τη δική της ξεχωριστή συμβολική διάσταση στο έργο που καθηλώνει τον αναγνώστη και συμπορεύεται με την Ιστορική αλήθεια. Η συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο παντρεύει το γήινο με το μεταφυσικό για να μη ξεφύγει από την ιστορική αλήθεια. Το αποτέλεσμα υπέροχο στις σελίδες του έργου.
Ο λόγος της Κατερίνας Καριζώνη για μια ακόμη φορά λιτός, λακωνικός, κινείται υπέροχα στις παρυφές του ποιητικού λόγου και μετουσιώνεται αρκετές φορές στις σελίδες σε πραγματική ποίηση χωρίς να μπορεί να κρύψει τις ποιητικές της καταβολές. Ένα βιβλίο που δεν κουράζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον παρακινεί να συνεχίσει για να μάθει. Να μάθει τα ψιλά γραμματάκια που η Ιστορία αφήνει ψίχουλα στην άκρη του τραπεζομάντιλου. Η Κατερίνα Καριζώνη τα μάζεψε ένα ένα και μας τα πρόσφερε στο καινούριο της μυθιστόρημα. Αξίζει να το διαβάσετε.
Καλή ανάγνωση

Χριστόδουλος Λιτζερίνος  

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

TO KOKKINO

Με τον δείκτη στρίμωξε τα ρινίσματα του καπνού που περίσσεψαν από το τσιγάρο και με προσεκτικές κινήσεις τα ριξε στο σταχτοδοχείο. Στο τέλος δεν υπήρχε ίχνος καπνού στο τραπεζάκι του ξενοδοχείου, παρόλα αυτά επέμενε στην τελετουργία, σα να ξέχασε ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο. Πήρε εκείνη βιαστικά τη φούστα της από την καρέκλα και τον κοίταξε με απορία. Συνέχιζε να πιέζει με τον δείκτη στο ξύλο τα αόρατα ρινίσματα, χωρίς να μιλά και χωρίς να την κοιτά. Τράβηξε τότε εκείνη τις βαριές κουρτίνες και ένα σκληρό φως όρμησε, καταλαμβάνοντας αδιάκριτα κάθε σπιθαμή του χώρου. Το φως χαράκωσε την κυτταρίτιδα στους γοφούς της, καθώς στρίμωχνε τη στενή φούστα για να τη κουμπώσει, ύστερα κόλλησε πάνω στα αυλάκια του προσώπου και στους κιρσούς των ποδιών της. Ξάπλωσε με αναίδεια στα τσαλακωμένα σεντόνια και έφτασε μέχρι τη χαλασμένη βρύση του νιπτήρα  με το εκνευριστικό της τικ τακ. Χιλιάδες μικροσκοπικά χρώματα έβαψαν τη σκόνη που αιωρούνταν και τις λερωμένες ταπετσαρίες. Πριν μπουκάρει το φως, δεν είχε δει ούτε ακούσει τίποτα απ΄όλα αυτά. Η γυναίκα ταχτοποίησε το πουκάμισο και έσκυψε μπροστά στον καθρέφτη να σιάξει το είδωλο, αδιαφορώντας για το φως. Κάποιοι ήχοι από τον φωταγωγό βρήκαν ευκαιρία να τρυπώσουν και να στριμωχτούν ανάμεσα στις φωτεινές ριπές, αναστατώνοντας την ησυχία.
«Αυτός είναι καβαλάρης…» είπε εκείνη με νόημα κι αμέσως σταμάτησε το παιχνίδι με τον δείκτη του. Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, μόνο πρόσθεσε κόκκινο στα χείλη και με μια βούρτσα έβαλε σε τάξη τις τρίχες που στασίασαν πριν λίγο στο κρεβάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το παράθυρο. Ύστερα κοίταξε τη γυναίκα που δάγκωνε τα χείλη της μπροστά στον καθρέφτη, να γίνει πιο κόκκινο το κόκκινο. Με δυο βήματα πλησίασε τις κουρτίνες και τις τράβηξε με δύναμη. Το φως πήδηξε στον φωταγωγό τρομαγμένο και ο καλός καβαλάρης μετάνιωσε για την αυθάδειά του. Η κυτταρίτιδα, οι ρυτίδες και οι κιρσοί, λαβωμένοι ξεψύχησαν. Την πλησίασε αθόρυβα.
«Δεν βλέπω…» πρόλαβε και είπε η γυναίκα, προτού την ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι. Η κουρτίνα μαχαίρωσε τα ονόματα των χρωμάτων. Μόνο το κόκκινο επέζησε.  

* * * *

ΜΝΗΜΗ





Τις ρότες των μεγάλων καραβιών
ακολούθησες, καβάλα  στο κύμα
Πρυμναία  λευκά νερά
χαρακώνουν  τη μνήμη
τώρα που ανήμπορος
παρακολουθείς τους γλάρους
να τσιμπολογούν το ταξίδι
κρώζοντας
Ελευθερία.




Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Αγόρασε από τον γύφτο ένα καρπούζι και ένα πεπόνι και μου τα δωσε να τα πάω στη μάνα. Το πεπόνι μικρό όπως ήταν, βολεύτηκε στην αριστερή μου μασχάλη. Το καρπούζι με ζόριζε να το βολέψω. Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά και η δεκαετία του εβδομήντα έσβηνε την οργή της μέσα στη φασαρία των τζιτζικιών. Δεν είχα ιδέα από δεκαετίες, παρά μόνο από τζιτζίκια. Στη σκιά του πλάτανου οι άνδρες δροσίζονταν και παρακολουθούσαν την αγωνία μου να μεταφέρω τα φρούτα σώα και αβλαβή στο σπίτι. Ένας γέρος πετάχτηκε και φώναξε
«Γιατί δεν κάνς μπάλα το καρπούζ  να το πας κλωτσώντας σπίτ;»
Η πρόταση καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό ως  φανταστική ιδέα που θα μαλάκωνε σίγουρα το μαρτύριο. Το ποδόσφαιρο το είχα στα πόδια. Λίγο βαρύτερη ήταν η καινούρια μπάλα, αλλά δε βαριέσαι. Έσκυψα προσεκτικά και έστησα τη «μπάλα» στη μέση του δρόμου, μπροστά στα γυμνά δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Στερέωσα ύστερα καλά το πεπόνι στην αριστερή μασχάλη και ετοιμάστηκα, σαν μπαλαδόρος, να δώσω το εναρκτήριο λάκτισμα, ενώ το κοινό στις καρέκλες παρακολουθούσε με αγωνία. Όταν παίζαμε μπάλα στο χοροστάσι, κανένας μεγάλος δεν ενδιαφερόταν να μας δει και σήμερα δεν έβγαζαν τσιμουδιά, μέχρι που ακούστηκε πρώτα ένα «κράκ» και μετά ένα «ωχ», τη στιγμή ακριβώς που τα γυμνά δάχτυλα ακουμπούσαν τη «μπάλα». Δεν κουνήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνη, ενώ εγώ άρχισα το κουτσό. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μασχάλη το πεπόνι. Μια άγρια χαρά ξεχύθηκε από τις «κερκίδες» του καφενείου, φτιασιδωμένη με χειροκροτήματα και κοροϊδευτικά χάχανα. Έτσι μάλλον γίνεται στα μεγάλα γήπεδα, σκέφτηκα και αμέσως σταμάτησα το κουτσό. Άλλαξα τακτική και πήρα βαθιές ανάσες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τους «φιλάθλους». Είχαν ησυχάσει πάλι, περιμένοντας τη νέα προσπάθειά μου να πετύχω το αναθεματισμένο γκολ. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αφουγκράστηκα ότι και τα τζιτζίκια είχαν κάνει ομαδική παύση του τραγουδιού τους στο πλατάνι. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω την προσπάθεια. Ήταν σίγουρο πια ότι πέρα από τους μεγάλους στις καρέκλες και τα τζιτζίκια στο δέντρο παρακολουθούσαν τον αγώνα μου με ενδιαφέρον. Το λάκτισμα θα γινόταν αυτή τη φορά με την πατούσα, για περισσότερη σιγουριά, αλλά και γιατί το μεγάλο δάχτυλο πονούσε.
«Έξυπνη τρίπλα, θα βουλώσω στόματα» σκέφτηκα και έδωσα μια με το δεξί. Η τσουρουφλισμένη πατούσα ένοιωσε το δροσιά του καρπουζιού, τα μάτια μου καρφώθηκαν στην κίνησή του και η καρδιά μου ανακουφισμένη αφέθηκε στη χαρά της αθωότητας. Το καρπούζι στη μέση του ασφάλτινου δρόμου τσουλούσε υπέροχα ελλειπτικά. Οι ρίγες του ζωγράφιζαν καλειδοσκοπικά σχήματα που έπαιζαν με τις κόρες των ματιών παιχνίδια φαντασίας. Καμμιά φωνή, κανένα επιφώνημα πίσω μου, καμμιά τζιτζικίσια χασμωδία. Ένα χαλικάκι μόνο στη μέση του δρόμου περίμενε υπομονετικά, εκεί που το άφησε η ρόδα κάποιου αυτοκινήτου. Το σκηνικό τριγύρω μου σήμερα ήταν στημένο κατά πως όρισε ένας αόρατος σκηνοθέτης και καθένας, στον χρόνο του, θα έπαιζε κι έναν ρόλο. Οι άνδρες θα χειροκροτούσαν το γκόλ, τα τζιτζίκια θα τραγουδούσαν τη νίκη, εγώ θα σήκωνα το χέρι και θα πανηγύριζα, ενώ το ύπουλο χαλίκι περίμενε μονάχο.
Ένα κούφιο κράου ακούστηκε και το καλειδοσκόπιο σταμάτησε τους στροβιλισμούς, ακριβώς στο σημείο που περίμενε το ύπουλο χαλίκι. Το καρπούζι άνοιξε στα δυό και αφού τα ημισφαίρια ταλαντεύτηκαν για λίγο, ισορρόπησαν στη μέση του δρόμου. Ο χρόνος πήρε θέση και καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Οι άνδρες άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα ενώ τα τζιτζίκια ξεκίνησαν, όλα μαζί, το γλέντι. Έσκυψα δειλά πάνω από τις δυο φέτες και κοίταξα καλύτερα τα μέσα του. Μικροί μικροί ξεθωριασμένοι σπόροι, σε γεωμετρική διάταξη,  αυλάκωναν την κάτασπρη σάρκα. Σήκωσα το δεξί χέρι ψηλά και γύρισα το κεφάλι στην παρέα των γερόντων, οι οποίοι ακόμη χαχάνιζαν. Φώναξα  δυνατά για να με ακούσουν.
«Μάπα το καρπούζ !!!!!»

* * * * *

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Το Ζήτα και το Θήτα

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να ρουφήξω
τα νερά
Βάζω το Άλφα και το Βήτα
μετά το Ζήτα και το Θήτα
μακριά

Η αγάπη όμως παντομίμα
μοιάζει λεπτή κλωστή και νήμα
που χαρακώνει την καρδιά
Μόλις το φως της δυναμώνει
τότε το Θήτα το θολώνει
παιδιά χορεύουν με το Ζήτα
αγκαλιά.

Είναι η αγάπη οργή και γέλιο
παράθυρο στη μοναξιά
παπάς που λέει το βαγγέλιο
κι ο ουρανός χαμογελά

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να τσακώσω
τη χαρά
Βάζω μετά ό,τι έχω ζήσει
απ΄της ζωής μου το μεθύσι 
στη σειρά
και βγαίνουν όλα ένα ένα
μικρά, μεγάλα, τιποτένια
στρατιωτάκια αντικριστά. 

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ





Βάλαμε προτεραιότητες
να φτιάξουμε ένα σπίτι
Ύστερα μια γλάστρα
με βασιλικό στο περβάζι

Ανοίξαμε κι έναν λάκκο
για το κυπαρίσσι
Ύστερα οι τριανταφυλλιές
Κατηφέδες 
και κληματαριές

Να μοιάζει Ελλάδα

Μόνο που ξεχάσαμε
να φτιάξουμε ουρανό
με κατάρτια

Να μυρίζει Ελλάδα. 
                                       
Χ.Λ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Η ΡΩΓΜΗ

Έριξα μια ματιά στη ρωγμή της ταπετσαρίας
Όλα ήταν στη θέση τους
το χαρτί, ο σοβάς, η χλόη
στο απέναντι πάρκο
Τα παιδιά που έλειπαν
καβάλησαν χτες τα βαγόνια
είπαν στις ειδήσεις
Ηρέμησα
Τα άτιμα, έριχναν κλεφτές ματιές
Στη ρωγμή μου…


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Δεν είναι γη αυτή που πατώ
Ουρανός πήλινος βασανίζει
Τις μαργαρίτες της Άνοιξης
Εκεί που ακούμπησα τις φτέρνες 
Μια τρύπα άνοιξε
Και χύθηκε το αίμα γαλάζιο
Ύστερα ήρθαν οι ζητιάνοι και οι πρόσφυγες
Με τα τενεκεδάκια τους
Οι πόρνες
Έβαψαν τα μάγουλά τους
Τίποτα δεν περίσσεψε για μένα
Μόνο κάτι ψιχία
Δακρύων
Για τα παιδιά.


Μάρτης 2016  

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: "1900" Οι περιπέτειες του Παύλου Κουντουριώτη στον πρώτο υπερατλαντικό πλου με το Εύδρομο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο "1900", μια καλαίσθητη δερματόδετη έκδοση του Πλωτού Ναυτικού Μουσείου ΘΩΡΗΚΤΟ ΑΒΕΡΩΦ και ομολογώ ξαφνιάστηκα τόσο από αυτό το άγνωστο για μένα κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας μας, όσο και από την άρτια έρευνα, συγγραφή και επιμέλεια αυτού του βιβλίου από τους συγγραφείς του, τον Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτη Τριπόντικα και τον  κ. Στέφανο Μίλεση.

Η διήγηση αναπλάθει την ατμόσφαιρα στην απαρχή του 20ου αιώνα, όταν αποφασίσθηκε από την Κυβέρνηση να σταλεί σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Αμερική το Εύδρομον πλοίο του Πολεμικού μας Ναυτικού ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ με Πλοίαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη και πλήρωμα επιφανείς Αξιωματικούς και άξιους Ναύτες του Ναυτικού μας. Ενα πλοίο που είχε σχεδιασθεί και κτισθεί για  να ναυμαχεί στα νερά της Μεσογείου και όχι να ποντοπορεί στον Ατλαντικό Ωκεανό. 
Είναι η εποχή που η Ελλάδα ακόμη λαβωμένη από την ατιμωτική ήττα του 1897, καταχρεωμένη και ισχνή, υπό οικονομικό έλεγχο (!!!) αγωνίζεται να επιβιώσει. Το διακύβευμα του ταξιδιού η ηθική ανάταση ενός ολόκληρου Έθνους που παρότι ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο πίστεψε στην επίτευξη αυτού του άθλου. Επρόκειτο πραγματικά περί άθλου, ένα μικρό πολεμικό πλοίο  που δεν είχε σχεδιασθεί να εκτελεί πλόες στα φουρτουνιασμένα νερά του Ατλαντικού, θα ακολουθούσε την πορεία του Χριστόφορου Κολόμβου για να φέρει για πρώτη φορά την Ελληνική Σημαία στην ομογένεια της Αμερικής που διψούσε από Πατρίδα. 

Περιπέτειες όμορφα γραμμένες σε εξωτικά νησιά, με κυκλώνες, καταιγίδες και απαράμιλλη Ελληνική ναυτοσύνη, με έναν και μόνο στόχο: Να κάνουν ακόμη μια φορά γνωστή την Ελλάδα σε όλον τον κόσμο, να τεθούν οι στέρεες βάσεις του Πολεμικού μας Ναυτικού που θα διαπρέψει στους επόμενους πολέμους και να αναστηθεί το σμπαραλιασμένο ηθικό των Ελλήνων.  

Όπως δε  πολύ εύστοχα σημειώνει στον χαιρετισμό του ο συγγραφέας Πλωτάρχης Παναγιώτης Τριπόντικας " Η ελληνική ναυτοσύνη, η επιμονή, η εγκαρτέρηση, η προσήλωση στον σκοπό και η ικανότητα νέων Αξιωματικών, κατέδειξε παγκοσμίως πως όταν οι Ελληνες ενωμένοι βάζουν στόχους, τους κατακτούν. Ακόμη άναψαν ένα μικρό φως, σε μια σκοτεινή εποχή για τον γονατισμένο ελληνισμό, από τον πρόσφατο πόλεμο και την πικρή ήττα, δείχνοντας πως αρκούν μερικοί ιδιοφυείς, ικανοί και καταρτισμένοι άνδρες, να σηκώσουν όρθια μια χώρα, πετυχαίνοντας πράξεις μοναδικές όχι μόνο σε περιόδους πολέμου αλλά και σε περιόδους ειρήνης"

Σήμερα οι Ελληνες θα πρέπει να διδαχθούμε από αυτόν τον ωραίο άθλο, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα διδάσκονταν από τα δημοτικά και θα γινόταν ταινία, για να καταπολεμήσουμε τη μιζέρια και όλα τα κακά της κρίσης που μας ταλαιπωρούν, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και μόνο. 
Η Ελλάδα δεν χάνεται όσο υπάρχουν Ελληνες. 

Εστιάζοντας στη λογοτεχνική χροιά και αξία του έργου, θα έλεγα ότι οι συγγραφείς κατάφεραν να συγγράψουν μια όμορφη ναυτική ιστορία με ωραίο, λιτό, λακωνικό λόγο, χωρίς ο αναγνώστης να κουράζεται από τα ιστορικά στοιχεία και τις πηγές τους, αντίθετα να νοιώθει ότι είναι μέλος του πληρώματος του ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ και να ταξιδεύει στο κατάστρωμα υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη σε μια ιστορική διαδρομή που είχε απ΄όλα: όμορφα κορίτσια, άγνωστους λαούς και έθιμα, ειδυλλιακά τοπία, κυκλώνες, φυσικές καταστροφές, αποθέωση και μικρές ασήμαντες ανθρώπινες ιστορίες. Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου νοιώθει ότι όχι μόνο ταξιδεύει, αλλά και ότι ανακαλύπτει την Αμερική όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Αξίζει κανείς να το αποκτήσει και να το διαβάσει. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από το Πολεμικό Μουσείο ΘΩΡΗΚΤΌ ΑΒΕΡΩΦ.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.1900thebook.com/


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

ΕΣΕΡΝΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ κατάφερνε να ρίξει ένα βήμα. Ο χρόνος βάρυνε στην καμπούρα της πλάτης, ενώ το μπαστουνάκι έκανε υπομονή. Έριχνε ένα βήμα κι έλεγε κάθε φορά την ίδια πρόταση: «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω….». Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μας τριγύρω της. Μάλλον δεν άκουγε, μπορεί να μην έβλεπε και καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω πως ανέχονταν τόσα παιδιά να την πειράζουν, γριά γυναίκα, χωρίς να σηκώσει έστω μια φορά το μπαστούνι προς εκφοβισμό.
Φορούσε ρούχα περιποιημένα και καθαρά. Το πρόσωπό της ανάμεσα στις αυλακιές μαρτυρούσε περασμένες λιτές, καθαρές γραμμές και λευκότητα. Δεν φορούσε μαντήλι στα μαλλιά όπως οι άλλες γυναίκες στο χωριό. Λευκό για τις παντρεμένες, μαύρο για τις χήρες ήταν τότε ο ενδυματολογικός κώδικας. Τα κρατούσε καλοχτενισμένα με έναν περίτεχνο κότσο. Εμείς ήμασταν σίγουροι ότι ήταν τρελή. Ξέραμε πάντως ότι ήταν χήρα από τα μαύρα. Το όνομά της, Ελένη. Είχε έναν γιό μεθύστακα, γυρολόγο και καταφερτζή που κατάφερνε να τα φέρνει βόλτα εις βάρος των άλλων. Καθόταν σε μια καρέκλα και μαζευόμασταν τριγύρω του να μας δείξει τον «Φαταούλα». Ένα μικρό κουτί που από μέσα έβγαινε ένα μηχανικό χεράκι. Μας έλεγε «Βάλτε ένα τάληρο ανάμεσα στα δάχτυλά του να δείτε τι κάνει». Εμείς βάζαμε και με μιας το χέρι του Φαταούλα τραβιόταν κι εξαφάνιζε το τάληρο στο κουτί. Ανάμικτος ο θαυμασμός, η έκπληξη και η παιδική περιέργεια έκαναν παιχνίδι με τον Φαταούλα του κι έτσι εξαφανίζονταν ως δια μαγείας τα χαρτζιλίκια μας. Αργότερα ανέβασε την ταρίφα σε δεκάρικο για να κλείσει την επιχείρηση όταν  τον πήραν είδηση οι πατεράδες μας.
«Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» την πέτυχα μια μέρα μπροστά μου χωρίς ακολουθία. Έκανε ένα βήμα και κοντοστάθηκε. Μου φάνηκε ότι είχε στυλώσει τα θολά μάτια πάνω μου. Πάγωσα. Σήκωσε το μπαστούνι και το ακούμπησε στα πόδια μου, κάνοντάς με ταυτόχρονα νόημα να παραμερίσω από το διάβα της. Δεν με μάλωσε, ούτε με χτύπησε. Κόλλησα την πλάτη στον τοίχο και η γριά Ελένη πέρασε σιμά μου. Είπε ένα ξαφνικό «Ευχαριστώ παιδί μου»  και συνέχισε το τροπάρι της  «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» 
Τότε την πρόσεξα καλύτερα. Ήμουν σίγουρος τώρα ότι ήταν όμορφη και χαμογελούσε. Το παιδικό μυαλό την βάφτισε Ωραία Ελένη. Η Ωραία Ελένη του Πάρι κάπως έτσι θα έγινε όταν γέρασε. Όμορφη και τρελή. Στα φιλαράκια δεν είπα τίποτα γιατί θα με κορόιδευαν  που έβλεπα όμορφη την τρελόγρια.
Παπαδάκι στην κηδεία της με το εξαπτέρυγο στο χέρι, κρυφάκουγα τις θρηνούσες κουτσομπόλες του χωριού να λένε πάνω από τη γούρνα με θαυμασμό, πόσο σπουδαία δημοδιδασκάλισσα υπήρξε και πως μιλούσε τα Γαλλικά, ελεεινολογώντας ταυτόχρονα τον φαταούλα τον γιό της που δεν ήρθε στην κηδεία, ταβλιασμένος από τη σκνίπα του.

* * * * * *
 c. C.Litzerinos 2016

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΙΚΗΣ ΕΛΞΗΣ

Τα σώματα κολλητά όλη νύχτα είχαν δημιουργήσει πρόσφορες συνθήκες αναπτέρωσης περασμένου κάλλους, το οποίο με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε επίπεδο αράπικου φιστικιού και μαραγκιασμένου σύκου. Η απρόσμενη αυτή ενδυνάμωση της λίμπιντο μη φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να παρομοιασθεί και εξισωθεί με γνωστό εξωτικό φρούτο σε μια χώρα όπου καλλιεργείται η συκιά και το μαρούλι. Η ζέστη των σωμάτων ενίοτε μπορεί να προκαλέσει και ζέση, εξαρτάται όμως πάντα από την ικανότητα του χρόνου να αντισταθεί στη βαρυτική έλξη της γης κάτω από τα πόδια ή ανάμεσα σ’ αυτά. Ας μη πούμε κουβέντα για βαρυτικά κύματα και ζαλιστούμε με ταλαντώσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκείνο το πρωί το φυτικό βασίλειο φαινόταν να συνωμοτεί για χάρη του Μπάμπη, έστω και αν κάπου είχαν μπερδευτεί τα φρούτα με τα ζαρζαβατικά, η ζέστη με τη ζέση και ο χρόνος με την βαρύτητα. Ο Μπάμπης δεν είχε καμμία όρεξη πρωινιάτικα να ασχοληθεί με τέτοιες αναλύσεις. Επικεντρώθηκε μόνο στο γεγονός αυτό καθαυτό της απρόσμενης αναπτέρωσης. Στο μυαλό της Τασίας ούτε καν πέρασε ότι πίσω από την πλάτη της εξυφαίνονταν ολόκληρη συνωμοσία. Οι γυναίκες όμως πάντα, είτε περάσει κάτι από το μυαλό τους, είτε δεν περάσει τίποτα, έχουν έτοιμο το αμυντικό σύστημα που θα τις βγάλει από τη δύσκολη θέση. Κάθεται αυτό σε μια άκρη του μυαλού και δεν κάνει τίποτα. Πληρώνεται θα έλεγε κανείς για να κάθεται, αλλά να είναι και έτοιμο για να επέμβει "ανά πάσα ώρα και στιγμή". Κάτι σαν τους πυροσβέστες, που ξεκουράζονται κάθε μέρα για να κουραστούν μια και καλή όταν πιάσει φωτιά το σπίτι της Λόλας. Η «ανά πάσα ώρα και στιγμή» είχε φτάσει.
«Μάζεψε τα χέρια σου και σήκω να φτιάξεις καφέ και να στηρίξεις το πολύφωτο που κουνιέται… Θα μας πέσει καμιά ώρα στο κεφάλι» Τώρα το πώς συνδύασε η Τασία, με την τσίμπλα στο μάτι ακόμη, τον καφέ με το πολύφωτο, που κρεμόταν από μια κλωστή εδώ και δυο μήνες, με τα χέρια του που υπάκουσαν στη συνωμοσία του φυτικού βασιλείου, μόνο η επιστήμη μπορεί να δώσει απαντήσεις κι αυτή όχι ξεκάθαρες. Την επισήμανσή της δε, ότι το πολύφωτο μπορεί να πέσει στο κεφάλι και όχι στα κεφάλια μας, δεν την ακούμπησε καν το μυαλό του Μπάμπη.
«Και τ’ αρχίδια μου κουνιούνται τόσα χρόνια, αλλά δεν πέφτουν …..» το σκέφτηκε αλλά δεν το πε, απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε περήφανος σαν γύφτικο σκεπάρνι ανάμεσα στα σκέλια. Δεν είχε χάσει τίποτα από την ικμάδα του το γύφτικο τσαντίρι.  Περπάτησε όλο το χωλ, πέρασε κάτω από το πολύφωτο που κουνιόταν, του δωσε μια με το χέρι κι αυτό άρχισε την κούνια μπέλα χωρίς να πέφτει, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Τον πάγκο της κουζίνας. Ο προορισμός του άνδρα είναι σαφής και από καταβολής κόσμου γονιδιακά καταγεγραμμένος στους όρχεις του. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά του γονιδιώματος με το θηλυκό που στερείται όρχεων και αναγκάζεται να αποθηκεύει πληροφορίες μόνο σε ένα αποθηκευτικό μέσο. Το μυαλό. Στο αρσενικό η πληροφορία μπορεί να καταγραφεί και σε εξωτερικό σκληρό ώστε να τύχει επεξεργασίας αργότερα, ασχέτως αν αυτή η επεξεργασία πολλές φορές αμελείται λόγω φόρτου εργασίας και απλά παραμένει εκεί.
Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε από το πάνω ντουλάπι το μπρίκι. Από το κάτω ντουλάπι έβγαλε τον ελληνικό. Κάτω από την κουζίνα έβγαλε το καμινέτο. Πήρε ένα κουταλάκι από το συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει τον αναπτήρα που πριν από μερικά μόνο δευτερόλεπτα είχε χρησιμοποιήσει για να ανάψει το τσιγάρο.
«Γαμώ το κέρατό μου, πού τον έβαλα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, τόσο φωναχτά που η αγριοφωνάρα του έφτασε μέχρι τ’ αφτιά της Τασίας. Μετά από αρκετά πήγαινε έλα στο στενό κουζινάκι και μετά από ανοιγοκλεισίματα ντουλαπιών και συρταριών πρόσεξε ότι ο μπικ αναπαύονταν ξάπλα κοντά στο καμινέτο.
«Πούστη…» είπε μόνο και με ένα τσαφ άναψε τη φλόγα στο καμινέτο. Έριξε δυο κουταλιές  σκούρο Λουμίδη και βάλθηκε να βρεί τη ζάχαρη. Τα μάτια γυρόφεραν όλον τον πάγκο, αλλά το βαζάκι της ζάχαρης δεν έδινε σημεία ζωής.
«Που γαμώ την τύχη μου έβαλε τη ζάχαρη;» μουρμούρισε αυτή τη φορά και άρχισε να ανοίγει τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας με τη σειρά. Η πιθανότητα να κερδίσει το τζόκερ είχε εκμηδενιστεί, αφού κατάφερε να ανοίξει πέντε ντουλάπια και η ζάχαρη κρυβόταν στο πέμπτο. Ένα γυάλινο βάζο στέκονταν στη μέση του ραφιού, πάνω από το καμινέτο με το μπρίκι που άρχιζε να ζεσταίνει το χαρμάνι. Η ζάχαρη, άσπρη άσπρη χαμογελούσε κοροϊδευτικά στη θέση της και περίμενε το χέρι του. Το καμινέτο δούλευε στο φούλ και η πλαστική λαβή από το μπρίκι τεντώνονταν μακριά από τη φωτιά να μην καεί. Το είχε φροντίσει αυτό ο κατασκευαστής της. Η Τασία χουζούρευε, αν και το σώμα της είχε χάσει λίγη από την προηγούμενη ζεστασιά. Δεν το επεξεργάσθηκε καν ο σκληρός της, απλά τυλίχτηκε περισσότερο με το πάπλωμα. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και τα χέρια ελεύθερα, η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών διεργασιών ήταν παιχνιδάκι για τον Μπάμπη. Το δεξί ανακάτευε το χαρμάνι  να μη φουσκώσει και το αριστερό υψώθηκε μέχρι το πρώτο ράφι. Η κάφτρα απειλούσε πως σε λίγο δεν θα έλεγε όχι σε μια βουτιά στο μυρωδάτο χαρμάνι από κάτω της. Η πληροφορία αποθηκεύτηκε αυτόματα προς επεξεργασία στον εξωτερικό σκληρό.
Το αριστερό χέρι ακούμπησε το γυαλί της ζάχαρης την ίδια ώρα που δίπλα στο  σαλόνι ξεκινούσε η κατηφορική πορεία του πολύφωτου που κουνιόταν προς τα πλακάκια. Ένας γυάλινος ήχος, αφού πρώτα τσακίστηκε, πολλαπλασιάσθηκε σε μικρότερους γυάλινους ήχους για να διαιρεθεί στο τέλος σε ακόμη μικρότερα ηχητικά κομμάτια διασκορπιζόμενα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δαπέδου του σαλονιού και να καταλήξει σε εκνευριστικές κυλιόμενες νότες τσιγκ τσινγκ. Το αριστερό χέρι που είχε προλάβει να αγγίξει τη γυάλινη επιφάνεια του βάζου της ζάχαρης, αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να την πιάσει σφιχτά ή να την αφήσει στη θέση της. Στην επιφάνεια εργασίας τα εικονίδια αναβόσβηναν τρελά, μπερδεμένα από τα απανωτά κλίκ του μυαλού του. Το βάζο της ζάχαρης βρέθηκε σ΄αυτή την πρωινή μάχη ανυπεράσπιστο, ανάμεσα σε γυάλινους τσακισμένους ήχους και δάχτυλα αναποφάσιστα. Το απειροελάχιστο άγγιγμα όμως περιείχε τόση ενέργεια όση χρειάζονταν ώστε να λάβει την εντολή η ζάχαρη να μετακινηθεί προς τον προορισμό της, άλλο που δεν ήθελε, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το αχνιστό χαρμάνι κάτω, την ίδια ώρα που αυτό φούσκωνε από εθνική περηφάνια. Τη βουτιά ακολούθησαν δυο εναέριες κυβιστήσεις της που την έβγαλαν από την τροχιά της απειροελάχιστα, τόσο όμως όσο η μια άκρη του πάτου να χτυπήσει τη λαβή, η οποία είχε γλιτώσει το έγκαυμα, αναγκάζοντας το μπρίκι με το αχνιστό χαρμάνι να κάνει κι αυτό ανάποδη κυβίστηση στον αέρα και να προσγειωθεί στην κορυφή του γύφτικου τσαντιριού αδειάζοντας το περιεχόμενό του, το οποίο τελικά επεκτάθηκε από τα σκέλια, στα πόδια και μέχρι το χαλί της κουζίνας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που λέγαμε. Το ίδιο το μπρίκι γλίτωσε περαιτέρω πτώση, προσωρινά, διότι γαντζώθηκε στην κορυφή του τσαντιριού αδειανό κι ανάποδα.
«Αχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ……..» η φωνή ήταν τέτοια που εύλογα κάποιος τρίτος καλόπιστος ωτακουστής θα λεγε πως η σφαίρα διαπέρασε τα μαλακά μόρια του θύματος και το μοιραίο είχε επέλθει. Κάπως έτσι ίσως σκέφτηκε η Τασία όταν πετάχτηκε από το πάπλωμα με τον πρώτο γυάλινο τσακισμένο ήχο, χωρίς όμως να είμαι και απόλυτα σίγουρος για τις θηλυκές σκέψεις, για να βρεθεί σε χρόνο ντε τε αναμαλλιασμένη μπροστά του.
«Κοίτα τι έκανες βρε στο χαλιιιιιιιιιιιιι…….» τσίριξε τραβώντας όσο πήγαινε την κορώνα, σαν πριμαντόνα στη σκηνή.
Ο Μπάμπης έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε λίγο το σώβρακο που φορούσε. Το περιεχόμενο είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Οι όρχεις συνέχιζαν να κουνιούνται χωρίς να πέφτουν.
«Σταθερή αξία» σκέφτηκε μέσα στον πόνο του.

* * * * *

c.  C.Litzerinos