Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΑ ΠΑΤΩΜΑΤΑ


Φωτο: Φωτογραφικό αρχείο Αβδελόπουλου Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ


Μας ρίξαν στα πατώματα
κι ύστερα απλώσαν στρώματα
και τη ζωή μας χύμα

Κορμιά που δεν αγγίχτηκαν
τον φόβο τον φοβήθηκαν
μετρώντας τον στο κύμα

Μας έπνιξαν στ΄απόλυτα
σαν τάγματα ξυπόλητα
που έχασαν το βήμα

Κι ύστερα ήρθαν οι άγγελοι
αρχάγγελοι κι εξάγγελοι
κι αρχίσανε το μέτρημα,
εκεί στα μαύρα στρώματα
χωρίς μπουκιά στα στόματα,
να βρούν το διαμέτρημα
στη νύχτα της ζωής

Και βρήκαν έναν, δυο
σαν όμορφο αστείο 
να παίζουν το μινόρε της αυγής. 

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΟ ΜΕΤΡΗΜΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Είπες
θα μετρώ τη ζωή μου
με καλοκαίρια

Με Ιούλιους και Αύγουστους
ηλιοκαμένους

Τζιτζίκια αμέριμνα
και στάχυα χρυσά
θα με ορίζουν

Τις χαρακιές της μνήμης 
δεν τις υπολόγισες
καθώς αδυνατούν
να ξεχωρίσουν 
τα καλοκαίρια από
τους χειμώνες. 

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το καινούριο μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη, Η Πόλη των Αθώων. Ένα ακόμη μυθιστόρημα της πεζογράφου από αυτά που καθιερώθηκε να αποκαλούμε «ιστορικά μυθιστορήματα» κοσμεί την ελληνική πεζογραφία. Ρακοσυλλέκτρια της ιστορικής επιστήμης η Κατερίνα Καριζώνη, ακόμη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς, για πρώτη φορά στο συγγραφικό της έργο, ακουμπά πάνω στο προσωπικό βίωμα τρίτων προσώπων, τα οποία δεν θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «ιστορικά» με την έννοια που τα βαφτίζει η Ιστορία ως αποτύπωμα μνήμης για τις επόμενες γενιές, και πάνω σε αυτό πλέκει τη μυθοπλασία, χωρίς να παρεκκλίνει από την «ιστορική ατμόσφαιρα».
Οι χαρακτήρες του έργου είναι άνθρωποι που δεν ευτύχησαν να δουν το όνομά τους γραμμένο στις σελίδες της Ιστορίας, διότι επέλεξαν τον μοναχικό δρόμο της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα, για ένα ιδανικό ή για μια ιδέα. Η αθωότητα, το βασικό στοιχείο γύρω από το οποίο πλέκεται η ιστόρηση των γεγονότων με άξονα τους πυλώνες Πατρίδα και Ελευθερία. Άνθρωποι λοιπόν αθώα ανυποψίαστοι για τις ορέξεις της Ιστορίας, η οποία διαγράφει τις μοίρες τους κατά πως βούλονται άλλοι.
Χαρακτήρες τραγικοί, πραγματικοί ήρωες, χωρίς το πανηγυρικό περιτύλιγμα της φανφάρας, των παρασήμων της μάχης και των μνημοσύνων. Άνθρωποι που δρούσαν με ψευδώνυμα χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή ταυτότητα του συναγωνιστή, του συντρόφου δίπλα τους. Όλα αυτά μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον πολέμου, στη Θεσσαλονίκη της κατοχής και την πείνας, όπου ο έρωτας και η ζωή βρίσκουν χαραμάδες να ξεφυτρώσουν, να βλαστήσουν και στο τέλος να ζήσουν για να διηγηθούν τη μνήμη.
Ο Άρης, νεαρός φοιτητής της Νομικής, γνωρίζει πως το χρέος του είναι να πολεμήσει τον φασισμό, χωρίς να προσδοκά τίποτα άλλο πέρα από την ελευθερία. Χαρακτήρας πραγματικός, ο οποίος στα χέρια της συγγραφέως ξεδιπλώνει το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του: την αθωότητα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι απλοί άνθρωποι της ιστορίας της. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα της Καριζώνη ως έναν ύμνο προς τους αγνούς ανθρώπους που έσταξαν λίγο από το αίμα τους στο μίγμα της μελάνης της Ιστορίας, για να γραφτούν ολάκερα βιβλία με φανταχτερά ονόματα. Η Ιστορία δεν τους ξέχασε, απλά σεβάστηκε τη σεμνότητα και την αθωότητα αυτών των ανθρώπων, των πολλών, που δεν θέλησαν ούτε τιμές, ούτε αναγνωρίσεις. Δεν υποψιάζονταν άλλωστε τι θα επακολουθούσε, ούτε ότι θα ζούσαν να δουν να τσακίζονται τα οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν.
Σε αντιδιαστολή με κείνη την Πόλη των Αθώων, σήμερα όσο και να ψάξουμε, θα δυσκολευτούμε να βρούμε μια τέτοια πόλη, ικανή  συνθήκη και σπίθα, να συνθέσει ξανά εκείνο το σκηνικό, διότι η αθωότητα δεν είναι μια απλή έλλειψη ενοχής για οποιοδήποτε έγκλημα ή αδικία, ή μια άγνοια, αλλά μεγαλείο ψυχής  και δώσιμο χωρίς αντάλλαγμα, όπως πολύ σοφά ο Μπλέηκ γράφει στα Τραγούδια της Αθωότητας και Τα Τραγούδια της Πείρας
«Μπορώ να δω τον διπλανό μου
Να κλαίει και να μη λυπηθώ;
Μπορώ να δω άλλον θλιμμένο
Και να μην συμπαρασταθώ;
……
Κάθε φορά που κλαίς για κάποιον
Σε βάζει ο καλός Θεός
Και όταν δακρύζεις δάκρυ άλλου
Σε οδηγεί ο Δημιουργός…»
Η οικονομική κρίση που μας ταλανίζει, ίσως γεννήσει ξανά αθώους ανθρώπους που θα δακρύσουν για το δάκρυ του άλλου. Το έχουμε ανάγκη.
Μέσα στην ιστορία της η Καριζώνη τοποθετεί μια ακόμη παράλληλη ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Άγιον Όρος και στον αγώνα κάποιον άλλων ανθρώπων να σώσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά που κινδυνεύει από τη Γερμανική λαίλαπα. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό που κουβαλούν το τεκμήριο της αθωότητας και της αγιότητας, αλλά και το βάρος της παρακαταθήκης των κειμηλίων ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ως πραγματική ερευνήτρια της Ιστορίας η Καριζώνη δεν ξεφεύγει από το Ιστορικό γίγνεσθαι και ακολουθεί πιστά τις πηγές. Στο Βερολίνο πραγματικά είχε καταστρωθεί ένα σχέδιο αρπαγής των θησαυρών του Αγίου Όρους από τη Γερμανική Υπηρεσία Einsatzstab Reinchsleiter Rosenberg die besetzten Gebiete, όπως αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μέρτενς, προϊστάμενος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, στις φυλακές Αβέρωφ όπου κρατείτο ως εγκληματίας πολέμου.
Ο αγώνας εδώ πήρε τη μορφή ευέλικτης διπλωματίας των μοναχών, η οποία μάλιστα παρεξηγήθηκε από κάποιους επιδερμικούς ερευνητές της Ιστορίας στις μέρες μας. Η Καριζώνη όμως τοποθετεί τα γεγονότα στην πραγματική τους ιστορική διάσταση, χωρίς να κουράζει με περιττές ιστορικές αναφορές και χωρίς να κρίνει τη μέθοδο που ακολούθησαν οι μοναχοί, η οποία τελικά μάλλον απέδωσε, όπως και τα όπλα. Η αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου από τον Γερμανό καθηγητή Φράντς Ντέγκλερ έχει τη δική της ξεχωριστή συμβολική διάσταση στο έργο που καθηλώνει τον αναγνώστη και συμπορεύεται με την Ιστορική αλήθεια. Η συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο παντρεύει το γήινο με το μεταφυσικό για να μη ξεφύγει από την ιστορική αλήθεια. Το αποτέλεσμα υπέροχο στις σελίδες του έργου.
Ο λόγος της Κατερίνας Καριζώνη για μια ακόμη φορά λιτός, λακωνικός, κινείται υπέροχα στις παρυφές του ποιητικού λόγου και μετουσιώνεται αρκετές φορές στις σελίδες σε πραγματική ποίηση χωρίς να μπορεί να κρύψει τις ποιητικές της καταβολές. Ένα βιβλίο που δεν κουράζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον παρακινεί να συνεχίσει για να μάθει. Να μάθει τα ψιλά γραμματάκια που η Ιστορία αφήνει ψίχουλα στην άκρη του τραπεζομάντιλου. Η Κατερίνα Καριζώνη τα μάζεψε ένα ένα και μας τα πρόσφερε στο καινούριο της μυθιστόρημα. Αξίζει να το διαβάσετε.
Καλή ανάγνωση

Χριστόδουλος Λιτζερίνος  

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

TO KOKKINO

Με τον δείκτη στρίμωξε τα ρινίσματα του καπνού που περίσσεψαν από το τσιγάρο και με προσεκτικές κινήσεις τα ριξε στο σταχτοδοχείο. Στο τέλος δεν υπήρχε ίχνος καπνού στο τραπεζάκι του ξενοδοχείου, παρόλα αυτά επέμενε στην τελετουργία, σα να ξέχασε ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο. Πήρε εκείνη βιαστικά τη φούστα της από την καρέκλα και τον κοίταξε με απορία. Συνέχιζε να πιέζει με τον δείκτη στο ξύλο τα αόρατα ρινίσματα, χωρίς να μιλά και χωρίς να την κοιτά. Τράβηξε τότε εκείνη τις βαριές κουρτίνες και ένα σκληρό φως όρμησε, καταλαμβάνοντας αδιάκριτα κάθε σπιθαμή του χώρου. Το φως χαράκωσε την κυτταρίτιδα στους γοφούς της, καθώς στρίμωχνε τη στενή φούστα για να τη κουμπώσει, ύστερα κόλλησε πάνω στα αυλάκια του προσώπου και στους κιρσούς των ποδιών της. Ξάπλωσε με αναίδεια στα τσαλακωμένα σεντόνια και έφτασε μέχρι τη χαλασμένη βρύση του νιπτήρα  με το εκνευριστικό της τικ τακ. Χιλιάδες μικροσκοπικά χρώματα έβαψαν τη σκόνη που αιωρούνταν και τις λερωμένες ταπετσαρίες. Πριν μπουκάρει το φως, δεν είχε δει ούτε ακούσει τίποτα απ΄όλα αυτά. Η γυναίκα ταχτοποίησε το πουκάμισο και έσκυψε μπροστά στον καθρέφτη να σιάξει το είδωλο, αδιαφορώντας για το φως. Κάποιοι ήχοι από τον φωταγωγό βρήκαν ευκαιρία να τρυπώσουν και να στριμωχτούν ανάμεσα στις φωτεινές ριπές, αναστατώνοντας την ησυχία.
«Αυτός είναι καβαλάρης…» είπε εκείνη με νόημα κι αμέσως σταμάτησε το παιχνίδι με τον δείκτη του. Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, μόνο πρόσθεσε κόκκινο στα χείλη και με μια βούρτσα έβαλε σε τάξη τις τρίχες που στασίασαν πριν λίγο στο κρεβάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το παράθυρο. Ύστερα κοίταξε τη γυναίκα που δάγκωνε τα χείλη της μπροστά στον καθρέφτη, να γίνει πιο κόκκινο το κόκκινο. Με δυο βήματα πλησίασε τις κουρτίνες και τις τράβηξε με δύναμη. Το φως πήδηξε στον φωταγωγό τρομαγμένο και ο καλός καβαλάρης μετάνιωσε για την αυθάδειά του. Η κυτταρίτιδα, οι ρυτίδες και οι κιρσοί, λαβωμένοι ξεψύχησαν. Την πλησίασε αθόρυβα.
«Δεν βλέπω…» πρόλαβε και είπε η γυναίκα, προτού την ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι. Η κουρτίνα μαχαίρωσε τα ονόματα των χρωμάτων. Μόνο το κόκκινο επέζησε.  

* * * *

ΜΝΗΜΗ





Τις ρότες των μεγάλων καραβιών
ακολούθησες, καβάλα  στο κύμα
Πρυμναία  λευκά νερά
χαρακώνουν  τη μνήμη
τώρα που ανήμπορος
παρακολουθείς τους γλάρους
να τσιμπολογούν το ταξίδι
κρώζοντας
Ελευθερία.




Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Αγόρασε από τον γύφτο ένα καρπούζι και ένα πεπόνι και μου τα δωσε να τα πάω στη μάνα. Το πεπόνι μικρό όπως ήταν, βολεύτηκε στην αριστερή μου μασχάλη. Το καρπούζι με ζόριζε να το βολέψω. Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά και η δεκαετία του εβδομήντα έσβηνε την οργή της μέσα στη φασαρία των τζιτζικιών. Δεν είχα ιδέα από δεκαετίες, παρά μόνο από τζιτζίκια. Στη σκιά του πλάτανου οι άνδρες δροσίζονταν και παρακολουθούσαν την αγωνία μου να μεταφέρω τα φρούτα σώα και αβλαβή στο σπίτι. Ένας γέρος πετάχτηκε και φώναξε
«Γιατί δεν κάνς μπάλα το καρπούζ  να το πας κλωτσώντας σπίτ;»
Η πρόταση καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό ως  φανταστική ιδέα που θα μαλάκωνε σίγουρα το μαρτύριο. Το ποδόσφαιρο το είχα στα πόδια. Λίγο βαρύτερη ήταν η καινούρια μπάλα, αλλά δε βαριέσαι. Έσκυψα προσεκτικά και έστησα τη «μπάλα» στη μέση του δρόμου, μπροστά στα γυμνά δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Στερέωσα ύστερα καλά το πεπόνι στην αριστερή μασχάλη και ετοιμάστηκα, σαν μπαλαδόρος, να δώσω το εναρκτήριο λάκτισμα, ενώ το κοινό στις καρέκλες παρακολουθούσε με αγωνία. Όταν παίζαμε μπάλα στο χοροστάσι, κανένας μεγάλος δεν ενδιαφερόταν να μας δει και σήμερα δεν έβγαζαν τσιμουδιά, μέχρι που ακούστηκε πρώτα ένα «κράκ» και μετά ένα «ωχ», τη στιγμή ακριβώς που τα γυμνά δάχτυλα ακουμπούσαν τη «μπάλα». Δεν κουνήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνη, ενώ εγώ άρχισα το κουτσό. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μασχάλη το πεπόνι. Μια άγρια χαρά ξεχύθηκε από τις «κερκίδες» του καφενείου, φτιασιδωμένη με χειροκροτήματα και κοροϊδευτικά χάχανα. Έτσι μάλλον γίνεται στα μεγάλα γήπεδα, σκέφτηκα και αμέσως σταμάτησα το κουτσό. Άλλαξα τακτική και πήρα βαθιές ανάσες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τους «φιλάθλους». Είχαν ησυχάσει πάλι, περιμένοντας τη νέα προσπάθειά μου να πετύχω το αναθεματισμένο γκολ. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αφουγκράστηκα ότι και τα τζιτζίκια είχαν κάνει ομαδική παύση του τραγουδιού τους στο πλατάνι. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω την προσπάθεια. Ήταν σίγουρο πια ότι πέρα από τους μεγάλους στις καρέκλες και τα τζιτζίκια στο δέντρο παρακολουθούσαν τον αγώνα μου με ενδιαφέρον. Το λάκτισμα θα γινόταν αυτή τη φορά με την πατούσα, για περισσότερη σιγουριά, αλλά και γιατί το μεγάλο δάχτυλο πονούσε.
«Έξυπνη τρίπλα, θα βουλώσω στόματα» σκέφτηκα και έδωσα μια με το δεξί. Η τσουρουφλισμένη πατούσα ένοιωσε το δροσιά του καρπουζιού, τα μάτια μου καρφώθηκαν στην κίνησή του και η καρδιά μου ανακουφισμένη αφέθηκε στη χαρά της αθωότητας. Το καρπούζι στη μέση του ασφάλτινου δρόμου τσουλούσε υπέροχα ελλειπτικά. Οι ρίγες του ζωγράφιζαν καλειδοσκοπικά σχήματα που έπαιζαν με τις κόρες των ματιών παιχνίδια φαντασίας. Καμμιά φωνή, κανένα επιφώνημα πίσω μου, καμμιά τζιτζικίσια χασμωδία. Ένα χαλικάκι μόνο στη μέση του δρόμου περίμενε υπομονετικά, εκεί που το άφησε η ρόδα κάποιου αυτοκινήτου. Το σκηνικό τριγύρω μου σήμερα ήταν στημένο κατά πως όρισε ένας αόρατος σκηνοθέτης και καθένας, στον χρόνο του, θα έπαιζε κι έναν ρόλο. Οι άνδρες θα χειροκροτούσαν το γκόλ, τα τζιτζίκια θα τραγουδούσαν τη νίκη, εγώ θα σήκωνα το χέρι και θα πανηγύριζα, ενώ το ύπουλο χαλίκι περίμενε μονάχο.
Ένα κούφιο κράου ακούστηκε και το καλειδοσκόπιο σταμάτησε τους στροβιλισμούς, ακριβώς στο σημείο που περίμενε το ύπουλο χαλίκι. Το καρπούζι άνοιξε στα δυό και αφού τα ημισφαίρια ταλαντεύτηκαν για λίγο, ισορρόπησαν στη μέση του δρόμου. Ο χρόνος πήρε θέση και καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Οι άνδρες άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα ενώ τα τζιτζίκια ξεκίνησαν, όλα μαζί, το γλέντι. Έσκυψα δειλά πάνω από τις δυο φέτες και κοίταξα καλύτερα τα μέσα του. Μικροί μικροί ξεθωριασμένοι σπόροι, σε γεωμετρική διάταξη,  αυλάκωναν την κάτασπρη σάρκα. Σήκωσα το δεξί χέρι ψηλά και γύρισα το κεφάλι στην παρέα των γερόντων, οι οποίοι ακόμη χαχάνιζαν. Φώναξα  δυνατά για να με ακούσουν.
«Μάπα το καρπούζ !!!!!»

* * * * *

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Το Ζήτα και το Θήτα

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να ρουφήξω
τα νερά
Βάζω το Άλφα και το Βήτα
μετά το Ζήτα και το Θήτα
μακριά

Η αγάπη όμως παντομίμα
μοιάζει λεπτή κλωστή και νήμα
που χαρακώνει την καρδιά
Μόλις το φως της δυναμώνει
τότε το Θήτα το θολώνει
παιδιά χορεύουν με το Ζήτα
αγκαλιά.

Είναι η αγάπη οργή και γέλιο
παράθυρο στη μοναξιά
παπάς που λέει το βαγγέλιο
κι ο ουρανός χαμογελά

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να τσακώσω
τη χαρά
Βάζω μετά ό,τι έχω ζήσει
απ΄της ζωής μου το μεθύσι 
στη σειρά
και βγαίνουν όλα ένα ένα
μικρά, μεγάλα, τιποτένια
στρατιωτάκια αντικριστά. 

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ





Βάλαμε προτεραιότητες
να φτιάξουμε ένα σπίτι
Ύστερα μια γλάστρα
με βασιλικό στο περβάζι

Ανοίξαμε κι έναν λάκκο
για το κυπαρίσσι
Ύστερα οι τριανταφυλλιές
Κατηφέδες 
και κληματαριές

Να μοιάζει Ελλάδα

Μόνο που ξεχάσαμε
να φτιάξουμε ουρανό
με κατάρτια

Να μυρίζει Ελλάδα. 
                                       
Χ.Λ

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Η ΡΩΓΜΗ

Έριξα μια ματιά στη ρωγμή της ταπετσαρίας
Όλα ήταν στη θέση τους
το χαρτί, ο σοβάς, η χλόη
στο απέναντι πάρκο
Τα παιδιά που έλειπαν
καβάλησαν χτες τα βαγόνια
είπαν στις ειδήσεις
Ηρέμησα
Τα άτιμα, έριχναν κλεφτές ματιές
Στη ρωγμή μου…


Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Δεν είναι γη αυτή που πατώ
Ουρανός πήλινος βασανίζει
Τις μαργαρίτες της Άνοιξης
Εκεί που ακούμπησα τις φτέρνες 
Μια τρύπα άνοιξε
Και χύθηκε το αίμα γαλάζιο
Ύστερα ήρθαν οι ζητιάνοι και οι πρόσφυγες
Με τα τενεκεδάκια τους
Οι πόρνες
Έβαψαν τα μάγουλά τους
Τίποτα δεν περίσσεψε για μένα
Μόνο κάτι ψιχία
Δακρύων
Για τα παιδιά.


Μάρτης 2016  

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: "1900" Οι περιπέτειες του Παύλου Κουντουριώτη στον πρώτο υπερατλαντικό πλου με το Εύδρομο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο "1900", μια καλαίσθητη δερματόδετη έκδοση του Πλωτού Ναυτικού Μουσείου ΘΩΡΗΚΤΟ ΑΒΕΡΩΦ και ομολογώ ξαφνιάστηκα τόσο από αυτό το άγνωστο για μένα κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας μας, όσο και από την άρτια έρευνα, συγγραφή και επιμέλεια αυτού του βιβλίου από τους συγγραφείς του, τον Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτη Τριπόντικα και τον  κ. Στέφανο Μίλεση.

Η διήγηση αναπλάθει την ατμόσφαιρα στην απαρχή του 20ου αιώνα, όταν αποφασίσθηκε από την Κυβέρνηση να σταλεί σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Αμερική το Εύδρομον πλοίο του Πολεμικού μας Ναυτικού ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ με Πλοίαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη και πλήρωμα επιφανείς Αξιωματικούς και άξιους Ναύτες του Ναυτικού μας. Ενα πλοίο που είχε σχεδιασθεί και κτισθεί για  να ναυμαχεί στα νερά της Μεσογείου και όχι να ποντοπορεί στον Ατλαντικό Ωκεανό. 
Είναι η εποχή που η Ελλάδα ακόμη λαβωμένη από την ατιμωτική ήττα του 1897, καταχρεωμένη και ισχνή, υπό οικονομικό έλεγχο (!!!) αγωνίζεται να επιβιώσει. Το διακύβευμα του ταξιδιού η ηθική ανάταση ενός ολόκληρου Έθνους που παρότι ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο πίστεψε στην επίτευξη αυτού του άθλου. Επρόκειτο πραγματικά περί άθλου, ένα μικρό πολεμικό πλοίο  που δεν είχε σχεδιασθεί να εκτελεί πλόες στα φουρτουνιασμένα νερά του Ατλαντικού, θα ακολουθούσε την πορεία του Χριστόφορου Κολόμβου για να φέρει για πρώτη φορά την Ελληνική Σημαία στην ομογένεια της Αμερικής που διψούσε από Πατρίδα. 

Περιπέτειες όμορφα γραμμένες σε εξωτικά νησιά, με κυκλώνες, καταιγίδες και απαράμιλλη Ελληνική ναυτοσύνη, με έναν και μόνο στόχο: Να κάνουν ακόμη μια φορά γνωστή την Ελλάδα σε όλον τον κόσμο, να τεθούν οι στέρεες βάσεις του Πολεμικού μας Ναυτικού που θα διαπρέψει στους επόμενους πολέμους και να αναστηθεί το σμπαραλιασμένο ηθικό των Ελλήνων.  

Όπως δε  πολύ εύστοχα σημειώνει στον χαιρετισμό του ο συγγραφέας Πλωτάρχης Παναγιώτης Τριπόντικας " Η ελληνική ναυτοσύνη, η επιμονή, η εγκαρτέρηση, η προσήλωση στον σκοπό και η ικανότητα νέων Αξιωματικών, κατέδειξε παγκοσμίως πως όταν οι Ελληνες ενωμένοι βάζουν στόχους, τους κατακτούν. Ακόμη άναψαν ένα μικρό φως, σε μια σκοτεινή εποχή για τον γονατισμένο ελληνισμό, από τον πρόσφατο πόλεμο και την πικρή ήττα, δείχνοντας πως αρκούν μερικοί ιδιοφυείς, ικανοί και καταρτισμένοι άνδρες, να σηκώσουν όρθια μια χώρα, πετυχαίνοντας πράξεις μοναδικές όχι μόνο σε περιόδους πολέμου αλλά και σε περιόδους ειρήνης"

Σήμερα οι Ελληνες θα πρέπει να διδαχθούμε από αυτόν τον ωραίο άθλο, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα διδάσκονταν από τα δημοτικά και θα γινόταν ταινία, για να καταπολεμήσουμε τη μιζέρια και όλα τα κακά της κρίσης που μας ταλαιπωρούν, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και μόνο. 
Η Ελλάδα δεν χάνεται όσο υπάρχουν Ελληνες. 

Εστιάζοντας στη λογοτεχνική χροιά και αξία του έργου, θα έλεγα ότι οι συγγραφείς κατάφεραν να συγγράψουν μια όμορφη ναυτική ιστορία με ωραίο, λιτό, λακωνικό λόγο, χωρίς ο αναγνώστης να κουράζεται από τα ιστορικά στοιχεία και τις πηγές τους, αντίθετα να νοιώθει ότι είναι μέλος του πληρώματος του ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ και να ταξιδεύει στο κατάστρωμα υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη σε μια ιστορική διαδρομή που είχε απ΄όλα: όμορφα κορίτσια, άγνωστους λαούς και έθιμα, ειδυλλιακά τοπία, κυκλώνες, φυσικές καταστροφές, αποθέωση και μικρές ασήμαντες ανθρώπινες ιστορίες. Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου νοιώθει ότι όχι μόνο ταξιδεύει, αλλά και ότι ανακαλύπτει την Αμερική όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Αξίζει κανείς να το αποκτήσει και να το διαβάσει. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από το Πολεμικό Μουσείο ΘΩΡΗΚΤΌ ΑΒΕΡΩΦ.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.1900thebook.com/


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

ΕΣΕΡΝΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ κατάφερνε να ρίξει ένα βήμα. Ο χρόνος βάρυνε στην καμπούρα της πλάτης, ενώ το μπαστουνάκι έκανε υπομονή. Έριχνε ένα βήμα κι έλεγε κάθε φορά την ίδια πρόταση: «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω….». Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μας τριγύρω της. Μάλλον δεν άκουγε, μπορεί να μην έβλεπε και καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω πως ανέχονταν τόσα παιδιά να την πειράζουν, γριά γυναίκα, χωρίς να σηκώσει έστω μια φορά το μπαστούνι προς εκφοβισμό.
Φορούσε ρούχα περιποιημένα και καθαρά. Το πρόσωπό της ανάμεσα στις αυλακιές μαρτυρούσε περασμένες λιτές, καθαρές γραμμές και λευκότητα. Δεν φορούσε μαντήλι στα μαλλιά όπως οι άλλες γυναίκες στο χωριό. Λευκό για τις παντρεμένες, μαύρο για τις χήρες ήταν τότε ο ενδυματολογικός κώδικας. Τα κρατούσε καλοχτενισμένα με έναν περίτεχνο κότσο. Εμείς ήμασταν σίγουροι ότι ήταν τρελή. Ξέραμε πάντως ότι ήταν χήρα από τα μαύρα. Το όνομά της, Ελένη. Είχε έναν γιό μεθύστακα, γυρολόγο και καταφερτζή που κατάφερνε να τα φέρνει βόλτα εις βάρος των άλλων. Καθόταν σε μια καρέκλα και μαζευόμασταν τριγύρω του να μας δείξει τον «Φαταούλα». Ένα μικρό κουτί που από μέσα έβγαινε ένα μηχανικό χεράκι. Μας έλεγε «Βάλτε ένα τάληρο ανάμεσα στα δάχτυλά του να δείτε τι κάνει». Εμείς βάζαμε και με μιας το χέρι του Φαταούλα τραβιόταν κι εξαφάνιζε το τάληρο στο κουτί. Ανάμικτος ο θαυμασμός, η έκπληξη και η παιδική περιέργεια έκαναν παιχνίδι με τον Φαταούλα του κι έτσι εξαφανίζονταν ως δια μαγείας τα χαρτζιλίκια μας. Αργότερα ανέβασε την ταρίφα σε δεκάρικο για να κλείσει την επιχείρηση όταν  τον πήραν είδηση οι πατεράδες μας.
«Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» την πέτυχα μια μέρα μπροστά μου χωρίς ακολουθία. Έκανε ένα βήμα και κοντοστάθηκε. Μου φάνηκε ότι είχε στυλώσει τα θολά μάτια πάνω μου. Πάγωσα. Σήκωσε το μπαστούνι και το ακούμπησε στα πόδια μου, κάνοντάς με ταυτόχρονα νόημα να παραμερίσω από το διάβα της. Δεν με μάλωσε, ούτε με χτύπησε. Κόλλησα την πλάτη στον τοίχο και η γριά Ελένη πέρασε σιμά μου. Είπε ένα ξαφνικό «Ευχαριστώ παιδί μου»  και συνέχισε το τροπάρι της  «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» 
Τότε την πρόσεξα καλύτερα. Ήμουν σίγουρος τώρα ότι ήταν όμορφη και χαμογελούσε. Το παιδικό μυαλό την βάφτισε Ωραία Ελένη. Η Ωραία Ελένη του Πάρι κάπως έτσι θα έγινε όταν γέρασε. Όμορφη και τρελή. Στα φιλαράκια δεν είπα τίποτα γιατί θα με κορόιδευαν  που έβλεπα όμορφη την τρελόγρια.
Παπαδάκι στην κηδεία της με το εξαπτέρυγο στο χέρι, κρυφάκουγα τις θρηνούσες κουτσομπόλες του χωριού να λένε πάνω από τη γούρνα με θαυμασμό, πόσο σπουδαία δημοδιδασκάλισσα υπήρξε και πως μιλούσε τα Γαλλικά, ελεεινολογώντας ταυτόχρονα τον φαταούλα τον γιό της που δεν ήρθε στην κηδεία, ταβλιασμένος από τη σκνίπα του.

* * * * * *
 c. C.Litzerinos 2016

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΙΚΗΣ ΕΛΞΗΣ

Τα σώματα κολλητά όλη νύχτα είχαν δημιουργήσει πρόσφορες συνθήκες αναπτέρωσης περασμένου κάλλους, το οποίο με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε επίπεδο αράπικου φιστικιού και μαραγκιασμένου σύκου. Η απρόσμενη αυτή ενδυνάμωση της λίμπιντο μη φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να παρομοιασθεί και εξισωθεί με γνωστό εξωτικό φρούτο σε μια χώρα όπου καλλιεργείται η συκιά και το μαρούλι. Η ζέστη των σωμάτων ενίοτε μπορεί να προκαλέσει και ζέση, εξαρτάται όμως πάντα από την ικανότητα του χρόνου να αντισταθεί στη βαρυτική έλξη της γης κάτω από τα πόδια ή ανάμεσα σ’ αυτά. Ας μη πούμε κουβέντα για βαρυτικά κύματα και ζαλιστούμε με ταλαντώσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκείνο το πρωί το φυτικό βασίλειο φαινόταν να συνωμοτεί για χάρη του Μπάμπη, έστω και αν κάπου είχαν μπερδευτεί τα φρούτα με τα ζαρζαβατικά, η ζέστη με τη ζέση και ο χρόνος με την βαρύτητα. Ο Μπάμπης δεν είχε καμμία όρεξη πρωινιάτικα να ασχοληθεί με τέτοιες αναλύσεις. Επικεντρώθηκε μόνο στο γεγονός αυτό καθαυτό της απρόσμενης αναπτέρωσης. Στο μυαλό της Τασίας ούτε καν πέρασε ότι πίσω από την πλάτη της εξυφαίνονταν ολόκληρη συνωμοσία. Οι γυναίκες όμως πάντα, είτε περάσει κάτι από το μυαλό τους, είτε δεν περάσει τίποτα, έχουν έτοιμο το αμυντικό σύστημα που θα τις βγάλει από τη δύσκολη θέση. Κάθεται αυτό σε μια άκρη του μυαλού και δεν κάνει τίποτα. Πληρώνεται θα έλεγε κανείς για να κάθεται, αλλά να είναι και έτοιμο για να επέμβει "ανά πάσα ώρα και στιγμή". Κάτι σαν τους πυροσβέστες, που ξεκουράζονται κάθε μέρα για να κουραστούν μια και καλή όταν πιάσει φωτιά το σπίτι της Λόλας. Η «ανά πάσα ώρα και στιγμή» είχε φτάσει.
«Μάζεψε τα χέρια σου και σήκω να φτιάξεις καφέ και να στηρίξεις το πολύφωτο που κουνιέται… Θα μας πέσει καμιά ώρα στο κεφάλι» Τώρα το πώς συνδύασε η Τασία, με την τσίμπλα στο μάτι ακόμη, τον καφέ με το πολύφωτο, που κρεμόταν από μια κλωστή εδώ και δυο μήνες, με τα χέρια του που υπάκουσαν στη συνωμοσία του φυτικού βασιλείου, μόνο η επιστήμη μπορεί να δώσει απαντήσεις κι αυτή όχι ξεκάθαρες. Την επισήμανσή της δε, ότι το πολύφωτο μπορεί να πέσει στο κεφάλι και όχι στα κεφάλια μας, δεν την ακούμπησε καν το μυαλό του Μπάμπη.
«Και τ’ αρχίδια μου κουνιούνται τόσα χρόνια, αλλά δεν πέφτουν …..» το σκέφτηκε αλλά δεν το πε, απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε περήφανος σαν γύφτικο σκεπάρνι ανάμεσα στα σκέλια. Δεν είχε χάσει τίποτα από την ικμάδα του το γύφτικο τσαντίρι.  Περπάτησε όλο το χωλ, πέρασε κάτω από το πολύφωτο που κουνιόταν, του δωσε μια με το χέρι κι αυτό άρχισε την κούνια μπέλα χωρίς να πέφτει, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Τον πάγκο της κουζίνας. Ο προορισμός του άνδρα είναι σαφής και από καταβολής κόσμου γονιδιακά καταγεγραμμένος στους όρχεις του. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά του γονιδιώματος με το θηλυκό που στερείται όρχεων και αναγκάζεται να αποθηκεύει πληροφορίες μόνο σε ένα αποθηκευτικό μέσο. Το μυαλό. Στο αρσενικό η πληροφορία μπορεί να καταγραφεί και σε εξωτερικό σκληρό ώστε να τύχει επεξεργασίας αργότερα, ασχέτως αν αυτή η επεξεργασία πολλές φορές αμελείται λόγω φόρτου εργασίας και απλά παραμένει εκεί.
Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε από το πάνω ντουλάπι το μπρίκι. Από το κάτω ντουλάπι έβγαλε τον ελληνικό. Κάτω από την κουζίνα έβγαλε το καμινέτο. Πήρε ένα κουταλάκι από το συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει τον αναπτήρα που πριν από μερικά μόνο δευτερόλεπτα είχε χρησιμοποιήσει για να ανάψει το τσιγάρο.
«Γαμώ το κέρατό μου, πού τον έβαλα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, τόσο φωναχτά που η αγριοφωνάρα του έφτασε μέχρι τ’ αφτιά της Τασίας. Μετά από αρκετά πήγαινε έλα στο στενό κουζινάκι και μετά από ανοιγοκλεισίματα ντουλαπιών και συρταριών πρόσεξε ότι ο μπικ αναπαύονταν ξάπλα κοντά στο καμινέτο.
«Πούστη…» είπε μόνο και με ένα τσαφ άναψε τη φλόγα στο καμινέτο. Έριξε δυο κουταλιές  σκούρο Λουμίδη και βάλθηκε να βρεί τη ζάχαρη. Τα μάτια γυρόφεραν όλον τον πάγκο, αλλά το βαζάκι της ζάχαρης δεν έδινε σημεία ζωής.
«Που γαμώ την τύχη μου έβαλε τη ζάχαρη;» μουρμούρισε αυτή τη φορά και άρχισε να ανοίγει τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας με τη σειρά. Η πιθανότητα να κερδίσει το τζόκερ είχε εκμηδενιστεί, αφού κατάφερε να ανοίξει πέντε ντουλάπια και η ζάχαρη κρυβόταν στο πέμπτο. Ένα γυάλινο βάζο στέκονταν στη μέση του ραφιού, πάνω από το καμινέτο με το μπρίκι που άρχιζε να ζεσταίνει το χαρμάνι. Η ζάχαρη, άσπρη άσπρη χαμογελούσε κοροϊδευτικά στη θέση της και περίμενε το χέρι του. Το καμινέτο δούλευε στο φούλ και η πλαστική λαβή από το μπρίκι τεντώνονταν μακριά από τη φωτιά να μην καεί. Το είχε φροντίσει αυτό ο κατασκευαστής της. Η Τασία χουζούρευε, αν και το σώμα της είχε χάσει λίγη από την προηγούμενη ζεστασιά. Δεν το επεξεργάσθηκε καν ο σκληρός της, απλά τυλίχτηκε περισσότερο με το πάπλωμα. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και τα χέρια ελεύθερα, η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών διεργασιών ήταν παιχνιδάκι για τον Μπάμπη. Το δεξί ανακάτευε το χαρμάνι  να μη φουσκώσει και το αριστερό υψώθηκε μέχρι το πρώτο ράφι. Η κάφτρα απειλούσε πως σε λίγο δεν θα έλεγε όχι σε μια βουτιά στο μυρωδάτο χαρμάνι από κάτω της. Η πληροφορία αποθηκεύτηκε αυτόματα προς επεξεργασία στον εξωτερικό σκληρό.
Το αριστερό χέρι ακούμπησε το γυαλί της ζάχαρης την ίδια ώρα που δίπλα στο  σαλόνι ξεκινούσε η κατηφορική πορεία του πολύφωτου που κουνιόταν προς τα πλακάκια. Ένας γυάλινος ήχος, αφού πρώτα τσακίστηκε, πολλαπλασιάσθηκε σε μικρότερους γυάλινους ήχους για να διαιρεθεί στο τέλος σε ακόμη μικρότερα ηχητικά κομμάτια διασκορπιζόμενα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δαπέδου του σαλονιού και να καταλήξει σε εκνευριστικές κυλιόμενες νότες τσιγκ τσινγκ. Το αριστερό χέρι που είχε προλάβει να αγγίξει τη γυάλινη επιφάνεια του βάζου της ζάχαρης, αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να την πιάσει σφιχτά ή να την αφήσει στη θέση της. Στην επιφάνεια εργασίας τα εικονίδια αναβόσβηναν τρελά, μπερδεμένα από τα απανωτά κλίκ του μυαλού του. Το βάζο της ζάχαρης βρέθηκε σ΄αυτή την πρωινή μάχη ανυπεράσπιστο, ανάμεσα σε γυάλινους τσακισμένους ήχους και δάχτυλα αναποφάσιστα. Το απειροελάχιστο άγγιγμα όμως περιείχε τόση ενέργεια όση χρειάζονταν ώστε να λάβει την εντολή η ζάχαρη να μετακινηθεί προς τον προορισμό της, άλλο που δεν ήθελε, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το αχνιστό χαρμάνι κάτω, την ίδια ώρα που αυτό φούσκωνε από εθνική περηφάνια. Τη βουτιά ακολούθησαν δυο εναέριες κυβιστήσεις της που την έβγαλαν από την τροχιά της απειροελάχιστα, τόσο όμως όσο η μια άκρη του πάτου να χτυπήσει τη λαβή, η οποία είχε γλιτώσει το έγκαυμα, αναγκάζοντας το μπρίκι με το αχνιστό χαρμάνι να κάνει κι αυτό ανάποδη κυβίστηση στον αέρα και να προσγειωθεί στην κορυφή του γύφτικου τσαντιριού αδειάζοντας το περιεχόμενό του, το οποίο τελικά επεκτάθηκε από τα σκέλια, στα πόδια και μέχρι το χαλί της κουζίνας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που λέγαμε. Το ίδιο το μπρίκι γλίτωσε περαιτέρω πτώση, προσωρινά, διότι γαντζώθηκε στην κορυφή του τσαντιριού αδειανό κι ανάποδα.
«Αχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ……..» η φωνή ήταν τέτοια που εύλογα κάποιος τρίτος καλόπιστος ωτακουστής θα λεγε πως η σφαίρα διαπέρασε τα μαλακά μόρια του θύματος και το μοιραίο είχε επέλθει. Κάπως έτσι ίσως σκέφτηκε η Τασία όταν πετάχτηκε από το πάπλωμα με τον πρώτο γυάλινο τσακισμένο ήχο, χωρίς όμως να είμαι και απόλυτα σίγουρος για τις θηλυκές σκέψεις, για να βρεθεί σε χρόνο ντε τε αναμαλλιασμένη μπροστά του.
«Κοίτα τι έκανες βρε στο χαλιιιιιιιιιιιιι…….» τσίριξε τραβώντας όσο πήγαινε την κορώνα, σαν πριμαντόνα στη σκηνή.
Ο Μπάμπης έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε λίγο το σώβρακο που φορούσε. Το περιεχόμενο είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Οι όρχεις συνέχιζαν να κουνιούνται χωρίς να πέφτουν.
«Σταθερή αξία» σκέφτηκε μέσα στον πόνο του.

* * * * *

c.  C.Litzerinos

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΕΤΡΕΧΕ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ  ως την άκρη της θάλασσας και ύστερα με ταχύτητα έφτανε μπροστά της. Φρενάριζε απότομα βάζοντας τα πόδια κόντρα στην παχιά άμμο, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, έπαιρνε ένα χάδι στο κεφάλι και κινούσε από την αρχή. Ήταν ένας ιχνηλάτης  κυνηγός με χρώμα καφέ και μαύρο, με μια άσπρη λωρίδα κάτω από το λαιμό που άνοιγε προς την κοιλιά και σχημάτιζε το σχέδιο ενός πουκαμίσου, κάποιου λόρδου ή έστω κάποιου μπάτλερ της καλής κοινωνίας. Για τις ανάγκες της αφήγησης θα δώσω ένα όνομα στον σκύλο της ιστορίας μας. Θα τον λέμε λοιπόν Μάρκο με κεφαλαίο το μι. Το ίδιο όνομα του έδωσε και η γυναίκα, γεγονός καθόλου παράξενο. Μπορεί να συμβεί δυο άνθρωποι να κάνουν ακριβώς την ίδια σκέψη, εν προκειμένω ο αφηγητής και ένα πρόσωπο της ίδιας ιστορίας. Οι σκέψεις πλανώνται αδέσποτες στον αέρα χωρίς ιδιοκτήτη και μπορεί ανά πάσα στιγμή δυο χέρια να τσιμπήσουν την ίδια σκέψη καθένα για δικό του λογαριασμό. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως το μι ήταν κεφαλαίο.  Το παιχνίδι αυτό συνεχίσθηκε με αμείωτη ένταση μέχρι  το  ρόδινο ηλιοβασίλεμα στην παραλία του  μικρού χωριού. Η γυναίκα παρακολουθούσε με ικανοποίηση το τρέξιμο και τα παιχνίδια του αγαπημένου της Μάρκου και αυτός την αποζημίωνε κάθε φορά με το απότομο φρενάρισμα μπροστά στα πόδια της και τη στροφή γύρω από τον εαυτό του. Οι ιδιοκτήτες των άλλων σκυλιών έδιναν προστάγματα υποταγής.
Η γυναίκα της ιστορίας μας ζούσε μόνη στο χωριό παρέα με τον Μάρκο είχε καβατζάρει τα πενήντα , μικροκαμωμένη και σφιχτή που μαρτυρούσε καθημερινή άσκηση των μυών, τα μάτια της  ζωηρά, σπινθηροβόλα και καταπράσινα στον τόνο της βαθειάς θάλασσας, ένα πράσινο του σμαραγδιού που έδενε με τα ασημένια αχτένιστα μαλλιά, με πρωτευουσιάνικη καταγωγή και ανατροφή. Το δικό της όνομα, σε αντίθεση με τον σκύλο της ιστορίας, είχε δοθεί μουσκεμένο από το νονό της, ύστερα το επανέλαβε ο παπάς και μετά τα πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας: «Ανδριανή». Είχε γίνει ταυτότητα, διαβατήριο και πιστοποιητικό γέννησης στο ληξιαρχείο.
Καθώς ο ήλιος άλλαζε τα χρώματα και την ταυτότητα των αντικειμένων στον ορίζοντα  πυρπολώντας τη θάλασσα, η Ανδριανή  σιωπηλή με μια έκφραση αγωνίας στο πρόσωπό της που εξαφάνισε το προηγούμενο χαμόγελο, παρατηρούσε τώρα κάποιες κινήσεις του σκύλου παράξενες που δεν είχε ξαναδεί. Ο σκύλος στέκονταν παράμερα με σηκωμένο το πίσω αριστερό πόδι αποφεύγοντας να το αφήσει να πατήσει πάνω στην άμμο, με τη γλώσσα του το έγλειφε, του φώναξε να έρθει κοντά της αλλά ο Μάρκος δεν υπάκουσε. Πήγε κοντά του, έσκυψε και του μίλησε. Ο σκύλος με τη σειρά του την ευχαρίστησε για τον ενδιαφέρον της σκύβοντας πειθήνια το κεφάλι χωρίς κανένα ίχνος πόνου να ζωγραφίζει το πρόσωπό του. Πάτησε κάτω στην άμμο το πόδι τυλίχθηκε στην αγκαλιά της, τον φίλησε στο στόμα, ανταπέδωσε  με ένα γλείψιμο και ξεκίνησαν πίσω για το σπίτι. Στη διαδρομή, η σκέψη ότι ο σκύλος πονούσε τριβέλιζε συνέχεια το μυαλό της, αλλά ο Μάρκος δεν έδειχνε σημάδια πόνου, δεν έκλαιγε, δεν γρύλιζε, παρά μόνο χάιδευε με τη γλώσσα του το πίσω αριστερό πόδι το οποίο συνέχιζε να κάνει και όταν πλέον στρογγυλοκάθισε στο κρεβατάκι του στο σαλόνι αποφεύγοντας να αγγίξει τροφή. Η Ανδριανή  κάθισε στο γραφείο της, άναψε τσιγάρο και παρατηρούσε τον σκύλο, χωρίς όμως να βλέπει τον πόνο.
Σε αυτές τις στιγμές απόλυτης μοναξιάς και ησυχίας, συνήθως χωρίς καμία επιδίωξη εμφανίζονται οι αναμνήσεις για να καλύψουν τα κενά, όπως ο αέρας μετά από ισχυρή βροχόπτωση έρχεται να καλύψει το οξυγόνο της ατμόσφαιρας  που παρέσυρε η βροχή στο χώμα,  χωρίς να ακριβολογώ επιστημονικά για το φαινόμενο. Έτσι λοιπόν στριμώχτηκαν οι αναμνήσεις της συνάντησης με τον Μάρκο στο μικρό κέντρο περίθαλψης αδέσποτων ζώων, πριν εξαπλωθεί η ντοπαμίνη και δεν αφήσει σπιθαμή. Έστεκε πίσω από το συρματόπλεγμα  αδύνατος και φοβισμένος, σχεδόν σίγουρος όμως για την τύχη του όταν είδε τη γυναίκα  να τον παρατηρεί. Δεν σήκωσε το κεφάλι, αλλά γνώριζε ότι τα μάτια της είχαν διαλέξει αυτόν από όλα τα άλλα σκυλιά που υπήρχαν τριγύρω. Δεν γνώριζε τον λόγο ούτε και τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει μια ζωή καλύτερη από αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε.
«Τον βρήκαμε χτυπημένο και εξαντλημένο από την πείνα στην πλατεία της πόλης», της είχε πει η υπεύθυνη του κέντρου,
«Επειδή είναι κυνηγόσκυλο πιστεύουμε ότι το αφεντικό του τον κακομεταχειριζόταν και τον χτυπούσε», συνέχισε
Τα λόγια αυτά έφταναν για να αποφασίσει η γυναίκα να πάρει τον σκύλο στο σπίτι της, που λίγο αργότερα τον βάφτισε όπως είπαμε Μάρκο, ή μάλλον για να ακριβολογούμε τον ονόμασε Μάρκο, διότι κολυμβήθρες δεν προβλέπονται για τα σκυλιά.
«Θα πρέπει αύριο να τον πάω στον κτηνίατρο, δεν θέλω άλλες στενοχώριες», σκέφτηκε φωναχτά η γυναίκα,
Για να διαφωτισθούν οι αναγνώστες θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι ο Μάρκος ήλθε να αναπληρώσει το κενό ενός άλλου σκύλου που είχε η Ανδριανή  και ο οποίος πέθανε στα χέρια της, θηλυκού γένους  που άκουγε στο όνομα Μίνα, με κεφαλαίο το μι και σε αυτή την περίπτωση. Και ενώ η αναπλήρωση πραγμάτων μπορεί να συντελεστεί με μεγάλη ακρίβεια, αγοράζω ένα όμοιο ποτήρι  με αυτό που έσπασε, ένα όμοιο κινητό με αυτό που τα παιξε, στις περιπτώσεις αναπλήρωσης ζωών, τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και σχεδόν ποτέ ακριβή. Η ποικιλομορφία της ζωής  στον πλανήτη κατά κανόνα εμποδίζει την όμοια αναπλήρωση, ενώ φαινομενικά φαίνεται ότι την  επιτρέπει. Τη θέση του εκλιπόντος συζύγου στο κρεβάτι μπορεί η χήρα να παραχωρήσει σε έναν άλλο άνδρα που ανήκει μεν στο ίδιο ανθρώπινο είδος, αλλά όπως θα διαπιστώσει στη συνέχεια, από την πρώτη κιόλας νύχτα, δεν είναι ακριβώς ίδιος με τον εκλιπόντα σε πολλά ανατομικά μέρη, αλλά και ψυχικά προσόντα. Έτσι η αναπλήρωση έμβιων όντων σχεδόν πάντα καταλήγει στη διαπίστωση, «Δεν είναι σαν τον μακαρίτη ή σαν του μακαρίτη», ή «Ο Μάρκος δεν είναι σαν τη Μίνα», χωρίς όμως κανένας να αποθαρρύνεται αλλά αντιθέτως να συμβιβάζεται με τον αναπληρωματικό, αφού είναι επιλογή του.
«Δεν είναι σαν τη Μίνα», σκέφτηκε η Ανδριανή  επιβεβαιώνοντας όλα όσα πρόλαβα να σας ξεφουρνίσω πριν λίγο.  
Ο Μάρκος κουλουριασμένος στα πόδια της, άκουγε τις σκέψεις της και αναπλήρωνε την μοναξιά της ησυχίας τους με τις δικές του αναμνήσεις και μη μου πείτε ότι οι σκύλοι δεν έχουν αναμνήσεις.
Το πρωί  εκείνου του Σαββάτου είδε το αφεντικό του, έναν δημόσιο υπάλληλο του τοπικού καταστήματος της πόλης, οικογενειάρχη με σύζυγο και παιδιά, να ετοιμάζει το θηριώδες τζιπ στην αυλή του σπιτιού τους. Ο άλλοι δύο σκύλοι που ήταν δεμένοι δίπλα του απευθύνθηκαν σ΄αυτόν, που τότε δεν λέγονταν Μάρκος,  είχε άλλο όνομα το οποίο δεν γνωρίζουμε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το πρώτο γράμμα του ονόματός του ήταν πεζό.
«Ξύπνα μικρέ, Σήμερα είναι η μέρα σου, Θα περάσεις εξετάσεις, Κοίτα να εφαρμόσεις όσα έμαθες κοντά μας, Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους».
 Ήταν πράγματι η μέρα που περίμενε τόσο καιρό. Θα τον έπαιρνε μαζί του αυτή τη φορά όχι ως εκπαιδευόμενο, αλλά ως πραγματικό κυνηγό λαγού και θα έκανε  πράξη όλα όσα είχε μάθει. Το  αίμα του έβραζε, η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο, όλες του οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. «Είναι η μέρα μου», σκέφτηκε, και όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί  είχε κι αυτός ένα μικρό τρακ που αντιλαμβάνονταν, αλλά δεν μπορούσε να ονομάσει. Σε τελική ανάλυση δεν τον ενδιέφερε και πολύ. Του έφτανε που φορούσε το  καινούριο του περιλαίμιο με το αστραφτερό κουδουνάκι κάτω από λαιμό, στη θέση του παπιγιόν.
Στη διαδρομή για το πεδίο της μάχης σχεδίαζε με την παραμικρή λεπτομέρεια την τακτική που θα ακολουθούσε προκειμένου να φέρει στο βεληνεκές της μπερέτας τον άτυχο λαγό από τη στιγμή που θα τον εντοπίσει να λουφάζει στη ρίζα ενός θάμνου. Κάτι μικροενοχλήσεις που είχε στο στομάχι του αρκετές ημέρες, δεν τον ενδιέφεραν, ούτε καν σκέφτονταν την πείνα του τελευταίου καιρού. Δεν τον απασχολούσε καν το καθημερινό ξεροκόμματο που πετούσε το αφεντικό μέσα στα κάγκελα του σπιτιού του, για να μη χάσει την όσφρηση κατά πως έλεγε. Είχε τουλάχιστον σπίτι και προορίζονταν να μεγαλουργήσει και να δείξει το ταλέντο του. Οι γονείς του και οι δυο ιχνηλάτες, υπήρξαν πρωταθλητές με χαρτιά και κύπελλα, το ίδιο και οι παππούδες του, αυτός γιατί να μη γίνει, η μοίρα του ήταν καθορισμένη δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι κατώτερο. Όταν επιτέλους ένιωσε το τράνταγμα του φρεναρίσματος και το σβήσιμο της μηχανής του θηρίου, ήταν έτοιμος  να χιμήξει έξω από την πόρτα του κλουβιού. Έξω στο χωράφι υπήρχαν και άλλοι ιχνηλάτες που κατέβηκαν από άλλα τζιπ. Δεν ήταν όμως ντόπιοι, αλλά από άλλες χώρες. Του φάνηκαν άσχημοι και μικροί, ίσως και αδύνατοι να επιτελέσουν το έργο για το οποίο προορίζονταν αυτός που είχε τόσο ένδοξους προγόνους. Η περιοχή γέμισε από τις φωνές όλων των ιχνηλατών, που διασκορπίσθηκαν  και έλαβαν θέσεις στα πόδια των αφεντικών τους περιμένοντας το σύνθημα να ξεκινήσουν το κυνήγι, ενώ οι λαγοί της περιοχής τέντωσαν τα αυτιά τους. Αντιλαμβανόμενοι πλέον τον κίνδυνο αντί να φύγουν, λούφαξαν κάτω από τις ρίζες των θάμνων. Κάποιοι είναι προγραμματισμένοι σε αυτό το κυνήγι της ζωής να είναι θύματα και κάποιοι θύτες, ενίοτε βέβαια αντιστρέφεται ο λόγος, αλλά πάντα είναι η εξαίρεση.  
Έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να ιχνηλατεί πάνω στα μονοπάτια που πάτησαν τα πόδια του λαγού πριν από αυτόν. Δεν άργησε να αιχμαλωτίσει με τη μύτη του την πρώτη μυρωδιά , να την κλειδώσει στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του, και με ακρίβεια τζι πι ες, να οδηγηθεί στον θάμνο όπου λούφαζε σίγουρος για το κρησφύγετό  του. Μόλις ο λαγός διέκρινε τον κίνδυνο δίπλα του αποφάσισε να τρέξει. Παρότι ήξερε να τρέχει καλύτερα από τον εισβολέα και το γνώριζε, παρόλα αυτά πίστευε ότι πρώτα έπρεπε κρυφτεί και ύστερα να χρησιμοποιήσει το ατού των γρήγορων ποδιών  του. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες  φορές ήταν να βρεθεί εντός του βεληνεκούς μιας μπερέτας που δεν αστειεύονταν. Η στρατηγική που είχε καταστρώσει άρχισε να εφαρμόζεται κατά γράμμα. Ο λαγός κίνησε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση από το σημείο όπου καραδοκούσε η μπερέτα του αφεντικού του. Με μια κυκλωτική κίνηση  βρέθηκε στα αριστερά της πλάτης του λαγού αναγκάζοντάς τον να στρίψει απότομα και δεξιά προς την κατεύθυνση της μπερέτας. Με το μάτι του υπολόγισε ότι για να εισέλθει μέσα στο βεληνεκές της θα έπρεπε να τον εκτρέψει ξανά για λίγο ώστε να πάρει ευθεία πορεία, ο ίδιος να σταματήσει το τρέξιμο και έτσι να βρεθεί μόνος του ο λαγός κλειδωμένος στο στόχαστρο του αφεντικού. Μια μικρή ντρίπλα χρειάζονταν κλειστή, από αυτές που κάνουν οι τεχνίτες μπαλαδόροι στο χορτάρι. Το αφεντικό ήδη τον έβλεπε με ενθουσιασμό να εκτελεί αυτές τις λεπτές τεχνικές, η  ντρίπλα όμως δεν έγινε, ο λαγός δεν ακολούθησε την ευθεία πορεία, το αφεντικό έστρεψε την κάνη προς τον λαγό, το σκόπευτρο κλείδωνε μόνο τον σκύλο και όχι τον λαγό, δεν το γνώριζε, γνώριζε μόνο ότι αισθάνονταν ένα απέραντο κενό, ότι είχε τρία πόδια μόνο και δυο μάτια αμήχανα να βλέπουν τον λαγό να απομακρύνεται ταχύτατα χωρίς να ακουσθεί καμία εκπυρσοκρότηση, ύστερα μια ησυχία ανησυχητική που την διέκοψε ένας πόνος στα πλευρά και σκληρές λέξεις να διαπερνούν τα κρεμασμένα του αυτιά
«Κωλόσκυλο γιατί σταμάτησες;»
Δεν απάντησε, θα μπορούσε όμως και να του εξηγήσει  Έχω μόνο τρία πόδια. Έξυπνα σκεπτόμενος δεν το είπε. Γνώριζε ότι αυτό θα ήταν το τέλος του. Πίστευε ότι στο επόμενο κυνήγι θα είχε ξανά τέσσερα πόδια, θα έκανε την κρίσιμη ντρίπλα, θα οδηγούσε το λαγό στο σκόπευτρο της μπερέτας και επιτέλους θα έτρωγε ένα καλό γεύμα. Στο επόμενο κυνήγι πάλι στην κρίσιμη ντρίπλα βρέθηκε με τρία πόδια, το αφεντικό του έβλεπε όμως τέσσερα. Αυτή τη φορά η κλωτσιά δεν ήταν μόνο μια, αλλά περισσότερες, λούφαξε κι έσκυψε το κεφάλι. Στο σπίτι δέχθηκε και τον δημόσιο εξευτελισμό μπροστά στα μάτια των εκπαιδευτών του με ένα σκουπόξυλο,
«Έδωσα τόσα λεφτά κοπρόσκυλο να σε αγοράσω κι εσύ σταματάς να τρέχεις, είσαι τεμπέλης κι  άχρηστος».
Οι τελευταίες λέξεις τον πλήγωσαν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός με τόσο λαμπρούς πρωταθλητές προγόνους ήταν άχρηστος και τεμπέλης. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα γονίδια είχαν εκφυλιστεί τόσο πολύ μέσα σε δυο μόνο γενιές ώστε να τον καταστήσουν άχρηστο, γνώριζε όμως ότι πάντα στην κρίσιμη ντρίμπλα είχε μόνο τρία πόδια, αν είχε τέσσερα θα ήταν εργατικός και χρήσιμος.
Η επόμενη μέρα τον βρήκε έξω από μια κλειστή ταβέρνα, σε μια άγνωστη πόλη, με τέσσερα πόδια. Τόσα βλέπανε και οι άλλοι σκύλοι της πλατείας που άνοιξαν τα μάτια λίγο για να παρατηρήσουν βαριεστημένα τον νεοφερμένο λόρδο.
Ο ίδιος όμως μονολογούσε με θλίψη στα μάτια: «Αν είχα τέσσερα πόδια…»


* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα 

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Sauvignon Blanc

 Έδωσε στον ξερακιανό υπάλληλο του ξενοδοχείου, με τη ξινισμένη φάτσα, πέντε ευρώ για  να ξεκολλήσει από την είσοδο του δωματίου και να τον αφήσει μόνο του. Τακτοποίησε τη βαλίτσα στο ερμάριο που έστεκε δίπλα στο κομοδίνο του διπλού κρεβατιού. Έκλεινε πάντα διπλό κρεβάτι στα ξενοδοχεία, όταν κατηφόριζε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για δουλειές του μαγαζιού. Μια φορά ένας ξενοδόχος του χρέωσε το μονό για διπλό επειδή έτυχε και φιλοξένησε γυναίκα για μια ώρα. Χώρια που ο ρεσεψιονίστας, την επομένη, του εξηγούσε τη διπλή χρέωση μπροστά σε άλλους πελάτες που περίμεναν στο γκισέ και οι οποίοι έκαναν ντε και καλά πως δεν άκουγαν. «Η φιλοξενία κοστίζει» του έκλεισε τότε το μάτι ο υπάλληλος με το σινιέ σακάκι και το μαντηλάκι στο πέτο που φάνταζε σαν κανένας λιμοκοντόρος σε εσπερίδα φιλανθρωπικού σωματείου της καλής κοινωνίας. «Δε βαριέσε» σκέφτηκε, «κανένας δεν με γνωρίζει σ’ αυτή την πόλη. Την άλλη φορά θα παίρνω διπλό κρεβάτι. Είναι και πιο άνετο για φιλοξενία»
Έβγαλε από τη βαλίτσα τα καθαρά πουκάμισα με τους γιακάδες κολαρισμένους από το χέρι της γυναίκας του και τα κρέμασε στη ντουλάπα. Ύστερα τακτοποίησε το σακάκι και τα παντελόνια προσεκτικά για να μη τσαλακωθούν. Την άλλη μέρα θα πήγαινε στην Εκθεση κι έπρεπε όσο νάναι να είναι σένιος. Μπήκε στο μπάνιο για να βγάλει από πάνω του την κούραση του ταξιδιού. Καθώς το χλιαρό νερό χάιδευε το κορμί του δεν έδωσε σημασία σε ένα διστακτικό ήχο από την εξώπορτα, για να του ρθει αμέσως όμως φλασιά ότι μόλις πάτησε το πόδι του στη ρεσεψιόν ζήτησε ένα καφεδάκι στο δωμάτιο. Πετάχτηκε έξω από τη μπανιέρα έβαλε μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση και βγήκε από το μπάνιο.
«Ρουμ σερβις» ακούστηκε να λέει αυτή τη φορά από τον διάδρομο μια γυναικεία φωνή.
«Γαμώ την τρέλα μου το ξέχασα……» πρόλαβε να σκεφτεί καθώς έστριβε το πόμολο της πόρτας. Μια κοπέλα γύρω στα είκοσι πέντε στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας φορώντας ένα βυσινί ταγέρ  του ξενοδοχείου και από κάτω ένα λευκό πουκάμισο. Δυο πράσινα γατίσια μάτια φεγγοβολούσαν. Πάνω στην τσέπη του ταγέρ, στο μέρος της καρδιάς ένα χρυσό ταμπελάκι καρφιτσωμένο επιτελούσε χρέη ληξιάρχου: «Καλή»,  έγραφε με πεζά καλλιγραφικά γράμματα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί και πολλά εκείνη τη στιγμή γιατί το μυαλό του το χε στην πετσέτα, μη τυχόν και λασκάρει στο σημείο που την έδεσε, αλλά ούτε και να ρουφήξει την κοιλιά διανοούνταν γιατί τότε ήταν που δεν θα άντεχε άλλο η πετσέτα και θα ξεμπρόστιαζε τη γεροντική του ματαιοδοξία. «Μόνο Καλή; Κάλλιστη !!!» του πέρασε μια ριπή. Έκανε ένα βήμα πίσω, έπιασε σφιχτά την πετσέτα στον κόμπο και άφησε χώρο στην κοπέλα να μπεί.
«Πού να αφήσω τον καφέ σας;»
«Στο κομοδίνο»
«Θα πληρώσετε ή θα υπογράψετε;»
«Άμα πληρώσω..» σκέφτηκε «μπορεί ψάχνοντας το πορτοφόλι, να μου φύγει η πετσέτα. Άμα υπογράψω πάλι μπορεί να μου γλιστρήσει. Γαμώ τον σκεμπέ που έκανα ο μαλάκας με τις μπύρες, τα κοψίδια και τα ουίσκια»
«Θα υπογράψω» το αποφάσισε !!
Η κοπέλα έσκυψε κι ακούμπησε την κούπα στο κομοδίνο μαζί με ένα ποτήρι νερό και ζάχαρες. Καθώς έσκυψε παρατήρησε ότι ένας πόντος είχε φύγει από το μπεζ καλσόν που κάλυπτε τις γάμπες της. Δεν αφαιρούσε όμως ικμάδα του φρέσκου αέρα που μπήκε στο δωμάτιο. Έσφιξε κι άλλο την πετσέτα και τακτοποίησε τα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Πήρε το σοβαρό του ύφος όταν εκείνη γυρίζοντας του δωσε το μπλοκάκι κι ένα στυλό.
«Καλή; μμμμ υπέροχο όνομα…». Έπρεπε σώνει και καλά να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη. Να μείνει εκείνη όσο τον δυνατόν περισσότερο στο δωμάτιο. Το μυαλό του άνδρα, όσο καλός κυνηγός κι αν είναι, δεν ανεβάζει εύκολα στροφές. Το κοντέρ της Καλής είχε χτυπήσει ήδη δυόμισι χιλιάδες στροφές. Του χαμογέλασε, γιατί έτσι έμαθε να κάνει και συνέχισε να κρατάει το μπλοκάκι μπροστά του και να τον κοιτάζει στα μάτια χωρίς να μιλάει. Όσο τον κοίταζε άλλο τόσο δεν έδειχνε τίποτα το ρημάδι το στροφόμετρο. Θα μπορούσε να της πει «Τι κάνεις όταν σχολάς;» αλλά του φάνηκε μεγάλη μαλακία η συγκεκριμένη ερώτηση. Του ρθε στο μυαλό το πρώτο ραντεβού, όταν έπαθε μπλακ άουτ και η γκόμενα νόμισε αρχικά ότι ήταν μουγκός, ενώ ύστερα που το καλοσκέφτηκε με τις φίλες της κατέληξε με σιγουριά ότι ήταν πούστης και φρόντισε μάλιστα να το διαδώσει.
«Υπέροχο και σπάνιο όνομα..» κατάφερε τουλάχιστον και πρόσθεσε το επίθετο «σπάνιο». Κάτι ήταν κι αυτό.
«Σας ευχαριστώ» είπε εκείνη με χαμόγελο και του υπενθύμισε με τα μάτια της το ρημάδι το μπλοκάκι. Αν υπέγραφε, θα υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη, πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό, αλλά ο χρόνος πλέον ήταν περιορισμένος. Η πετσέτα είχε γίνει μούσκεμα και ήταν θέμα δευτερολέπτων να υποκύψει στους νόμους της βαρύτητας, όπως από χρόνια είχαν υποκύψει στα θέλγητρά της αλλά ζωτικά σημεία του σώματός του. Έπιασε με το δεξί χέρι ξανά την πετσέτα και με το αριστερό έβαλε την υπογραφή του, αφού δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Εκείνη με μια προσεκτική κίνηση πήρε τον στυλό και το μπλοκάκι, τον ευχαρίστησε, του ευχήθηκε καλή διαμονή και βγήκε από το δωμάτιο με την όπισθεν. Η πετσέτα τελικά γλίστρησε στο πάτωμα όταν είχε κλείσει η πόρτα, ενώ το άρωμα της κοπέλας του γαργαλούσε ακόμη τα ρουθούνια.
«Ωραία… μόνο την υπογραφή μου έβαλα…» σκέφτηκε καθώς γύρισε στον καθρέφτη κι έβλεπε απέναντι το σώμα του γυμνό να τον κοροϊδεύει.
«Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα παραγγείλω δείπνο, οπότε θα χω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου» καθησύχασε τον εαυτό του. Μπήκε στο μπάνιο και συνέχισε τον καλλωπισμό.
Την επομένη το μυαλό του στην Έκθεση στριφογύριζε στην κοπέλα του ρουμ σέρβις. Κατέστρωσε με προσοχή σχέδιο. Στις ασκήσεις επί χάρτου οι άνδρες δεν πιάνονται. Έκοψε τη βραδινή έξοδο με λιμασμένους επαρχιώτες συναδέλφους του που ήρθαν στην Αθήνα να το γλεντήσουν λίγο, με εκείνο το ένοχο ύφος «δεν έχω όρεξη» και καλά, «έχω ένα σφίξιμο στο στομάχι», που κανείς σοβαρός συνάδελφος όμως δεν σε πιστεύει, αντίθετα σου πετά «καλά εσύ θα χάσεις…» με σαφές υπονοούμενο. Δεν πολυνοιάζονταν όμως γιατί αυτός είχε σχέδιο και τι σχέδιο: «θα ρίξω την όμορφη γατούλα του ρουμ σέρβις στο κρεβάτι μου και όταν θα τους το πω δεν θα με πιστεύουν». Το ξανασκέφτηκε. Σιγά μη τους το λεγε κιόλας. Οι άνδρες είναι πιο κατίνες και κουτσομπόληδες από τις γυναίκες. Φασαρίες δεν ήθελε. Θα κανε τη δουλειά ήσυχα κι όμορφα. Θα γεύονταν το άρωμά της.
Φόρεσε καθαρό παντελόνι, καθαρό σώβρακο και ένα σιδερωμένο πουκάμισο που το άφησε ριχτό έξω από το παντελόνι. Σκόρπισε απλόχερα την αφτερ σειβ στο πρόσωπο, το στήθος και τις μασχάλες. Παράγγειλε από το μενού φιλέτο κοτόπουλο γεμιστό με λαχανικά και πράσινη σαλάτα με σως από γιαούρτι και λεμόνι.
«….κι ένα μπουκάλι δροσερό Σοβινιον Μπλαν, με δύο ποτήρια» επισήμανε στον μετρ του ξενοδοχείου. Άναψε τσιγάρο μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και περίμενε.
Το χτύπημα στην πόρτα αυτή τη φορά ήταν ευδιάκριτο. Είχε σε εγρήγορση όλες τις αισθήσεις τώρα. Άρπαξε το πόμολο της πόρτας και το στριφογύρισε. Το μάτι αμέσως έπεσε στο στήθος, στο καρτελάκι της καρδιάς που λαμπύριζε «Πελοπίδας». Έκανε σαστισμένος ένα βήμα πίσω και άφησε χώρο στο ρουμ σερβις με το καροτσάκι του. Ο «Πελοπίδας» γέρνοντας το ξερακιανό του σώμα πάνω από το καροτσάκι, το έσυρε μέχρι το τραπεζάκι του σαλονιού. Χωρίς να μιλάει απίθωσε τα πιάτα. Έριξε μια λευκή πετσέτα στον βραχίονα, πήρε με το άλλο χέρι το κρασί και άρχισε να γυροφέρνει τα μάτια του στο δωμάτιο λες και το βλεπε πρώτη του φορά. Κάποια στιγμή σταμάτησε το πήγαινε έλα των ματιών και στύλωσε τη φάτσα πάνω του. Ακόμη κρατούσε το πόμολο της πόρτας και την πόρτα ανοιχτή. Εκείνος κρυφογέλασε, του γύρισε την πλάτη, άνοιξε το κρασί και σέρβιρε στα δυο ποτήρια. Ύστερα ήρθε κοντά του με ένα χαμόγελο που έκανε όμως τη φάτσα του να φαίνεται περισσότερο ξινή
«Θα υπογράψετε κύριε;» του δωσε στυλό και μπλοκάκι. Υπέγραψε.
«Καλή σας όρεξη και καλά να περάσετε» τον χαιρέτισε καθώς το ένα του μάτι φάνηκε σα να πετάριζε πονηρά προς το μέρος της τουαλέτας. Έκλεισε πίσω του η πόρτα. Προχώρησε αργά μέχρι το στρωμένο τραπέζι του δείπνου του. Έπιασε το κολονάτο, το στριφογύρισε, έχωσε μέσα τη γαμψή μύτη και ύστερα έριξε μια γουλιά στο λαρύγγι .
«Μμμμμ υψηλή οξύτητα, δροσιά, μακρά επίγευση και υπέροχο άρωμα pipi de chat*. Κλασσικό Sauvignon Blanc !!!»
* * * * * * *


* pipi de chat: το χαρακτηριστικό για την ποικιλία Sauvignon Blanc, κάθε άλλο παρά δυσάρεστο, άρωμα των «ούρων της γάτας», που είναι διεθνώς γνωστό με αυτή την ονομασία. 

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ: "Η ΠΕΙΝΑ"


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Κνούτ Χαμσούν γεννήθηκε το 1859 στην κεντρική Νορβηγία σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Το 1920 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε το 1952 πάμφτωχος, αφού τα περιουσιακά του στοιχεία δημεύτηκαν και ο ίδιος εγκλείστηκε σε ψυχιατρείο αντί να φυλακιστεί λόγω της συμπόρευσής του με το ναζισμό στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Θερμός οπαδός του Ντοστογιέφσκι και του Νίτσε, υπέρμαχος της κοσμοθεωρίας του ότι κεντρικός άξονας των πάντων είναι ο άνθρωπος μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον, πίστεψε στη θεωρία του Χίτλερ για την αναλλοίωτη φυσική τάξη και τον λαό ως φυσική μονάδα του ανθρώπινου είδους. Μετά τον θάνατό του η φήμη του αποκαταστάθηκε και σήμερα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς, αφού πρώτος αυτός απελευθέρωσε τη δομή του μυθιστορήματος από τα δεσμά της πλοκής, όπως την είχε διαμορφώσει ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα. Κατέχει πλέον σημαντική θέση ανάμεσα στους πρωτοπόρους του κινήματος του μοντερνισμού.


Η ΠΕΙΝΑ: Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα και βασίζεται στις προσωπικές του εμπειρίες και προσπάθειες να γίνει συγγραφέας. Το 1890 δημοσιεύθηκε ανώνυμα σε εφημερίδα της Κοπεγχάγης και ξεσήκωσε θύελλα εικασιών για το ποιος ήταν αυτός ο συγγραφέας που είχε γράψει ένα τόσο ξεχωριστό κείμενο. Ο ίδιος έλεγε πως η "Πείνα" δεν ήταν μυθιστόρημα εννοώντας πως δεν είχε αυτό που λεγόταν πλοκή
Στο έργο ο ανώνυμος αφηγητής του και μοναδικός "ήρωας" του έργου, δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπινου μυαλού, όταν το σώμα που το φιλοξενεί σχεδόν λιμοκτονεί καθημερινά. Η χρήση πρώτου προσώπου (καθόλου συνηθισμένος εκείνη την εποχή), η απόδοση του διαλόγου σε πλάγιο λόγο, ο ειρωνικός στοχασμός, η προσπάθεια του ίδιου του ήρωα να κρατήσει ψηλά τις ανθρώπινες αξίες φτάνοντας μάλιστα σε αυτοκαταστροφικά επίπεδα, αφού συμβιβάζεται ακόμη και με την ιδέα του θανάτου ως αναπόφευκτου και λυτρωτικού, καθιστά τον Χάμσουτ ως τον συγγραφέα που καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει και να περιγράψει με τελειότητα την ανθρώπινη ψυχή, τοποθετώντας την στο επίκεντρο του έργου. Ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει το έργο του ως "Το βιβλίο μου είναι μια προσπάθεια να περιγράψω την περίεργη ζωή του νου, τα μυστήρια της ψυχής σε ένα κορμί που πεινάει"   Το καταφέρνει αριστοτεχνικά. 

Όσοι από εμάς τους αναγνώστες δεν πεινάσαμε ποτέ στη ζωή μας, με την πραγματική έννοια της πείνας, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου μπορούμε να πάρουμε μια γεύση αυτής της "εμπειρίας" που καταρρακώνει τον άνθρωπο, τον εξευτελίζει και τον κάνει να μην διαφέρει σε τίποτα από τα ζώα στα μάτια των άλλων που βλέπουν μόνο την πεινασμένη σάρκα. Το μυαλό αντιστέκεται περισσότερο από το φθαρτό σώμα, παρότι κι αυτό καταφέρνει η πείνα να το φτάσει στα όρια της τρέλας.  

Θεωρώ ότι το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, ειδικά στις μέρες μας που τόσοι άνθρωποι γύρω μας πεινάνε. 
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Χριστόδουλος Λιτζερίνος 

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΣ

'Adam_und_Eva'_im_Florapark_in_Duesseldorf-Unterbilk,_von_Nordwesten
Οι τέσσερις ποταμοί έσμιγαν τα νερά τους στη μέση της κοιλάδας με τις χουρμαδιές και τα καταπράσινα λιβάδια. Ο ήλιος τώρα ρουφούσε την πρωινή δροσιά από το γρασίδι μετατρέποντας την κοιλάδα σε ένα αχνιστό τοπίο, όπου το φως κουτουλούσε μαλακά κι άλλαζε χρώματα σε όλη τη γκάμα του ορατού φάσματος. Μικρά ουράνια τόξα λίγα μέτρα πάνω από το υγρό χώμα χοροπηδούσαν και στόλιζαν τον όμορφο κήπο. Τα πουλιά τρυπούσαν με τα ράμφη τα ουράνια τόξα αφήνοντας ξοπίσω από το πέταγμά τους δροσερές πολύχρωμες νότες. Οι κότες, σκυμμένες στην αυλή, τσιμπολογούσαν σπόρους στο χώμα, αφού τα κοκόρια τις είχαν ξυπνήσει από τα άγρια χαράματα και σαν να μην έφτανε η τρομάρα που πήραν από τις αγριοφωνάρες τους, κάθε τρεις και λίγο όλο και κάποιος κόκορας θα τις καβαλούσε γιατί είχε πρωινές ορέξεις. «Γαμώ την τύχη μας» σκεφτόταν αυτές «πού την βρίσκουν την όρεξη κάθε πρωί για τραγούδια και καβαλικέματα, με την τσίμπλα στο μάτι;» υπέμεναν όμως καρτερικά την τελετουργία. «Για δες αυτή τη στρουμπουλή πως κουνάει τον κώλο της καθώς σκύβει» έλεγε ο μεγάλος πλουμιστός λυράρης στο νεαρό εκπαιδευόμενο γιό του που κορδώνονταν, φούσκωνε και γαργαλιόταν κάτω από την κοιλιά «καβάλα την γιέ μου να μάθει να μη τον κουνάει» κι αυτός πηδούσε πάνω στην στρουμπουλή και της ψιθύριζε στ’ αφτί «κούκλα μου θα πεις τώρα τον Δεσπότη Παναγιώτη». Είχε ακούσει τον πατέρα του να το λέει κάθε φορά που τις καβάλαγε και πίστευε ότι υποχρεωτικά ενημερώνεις πρώτα τα θηλυκό τι έμελλε επακολουθήσει για  να μη γυρίσει μετά και σου πει «δεν μου τα είπες αυτά ρε μεγάλε από πριν». Αυτές απλά γύριζαν λίγο το κεφάλι πίσω να δουν ποιος είναι ο κρεμανταλάς που αυτή τη φορά ξεκίνησε την αναρρίχηση και ύστερα έσκυβαν το κεφάλι στο χώμα χαμογελώντας κρυφίως «καλά τέλειωνε και άσε τα μεγάλα λόγια» Το κακό με τα κοκόρια ήταν ότι δεν είχαν χέρια, οπότε δεν μπορούσαν οι κακόμοιρες να τα αποστομώσουν «πάγαινε ρε και τράβα μια πρωινή να ξαλαφρώσεις» Στον Κήπο δεν ήταν όλα δίκαια φτιαγμένα, αλλά δεν μπορούσες και να πεις κουβέντα στον Μεγάλο που τα είχε μαστορέψει με εξυπνάδα και μαεστρία, όπως κάθε απόγευμα κοκορεύονταν μόνος, κάνοντας τον περίπατό του στο αγρόκτημά του.
Η Εύα που κι αυτή, με το πρωτολάλημα των πετεινών, είχε βγει στην αυλή, μοίραζε σπόρους στις κότες του αγροκτήματος. Ο άλλος, που της είχε κουβαλήσει ο Μεγάλος, για να κάνει υποτίθεται τις δουλειές στο κτήμα, ακόμη τεντώνονταν στο καλύβι του κι έξυνε τ΄αχαμνά του. «Να δω πόση ώρα θα τα ξύνει» σκέφτηκε η γυναίκα καθώς έβαζε νερό στα τσουράπια «τι στην ευχή, όλα τα αρσενικά δεν είναι ίδια σ΄αυτό το κτήμα; Μόνο τα κοκόρια ξέρουν τι να κάνουν το πρωί;» Οι σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη καθώς η γυναίκα έκανε μηχανικά τις δουλειές της.
«Ευαααα…. Καφέ!!» ακούστηκε από το βάθος του καλυβιού η βραχνή φωνή του άνδρα.
«Εεεε … δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μεγάλος έδωσε στις κότες τα καλά τα κοκόρια και σε μένα έδωσε πούστη κόκορα. Γαμώ την τύχη μου» σκέφτηκε η γυναίκα, πέταξε κάτω τον τορβά με τους σπόρους και πήρε δυο αυγά από τη φωλιά τους. Μπήκε στο καλύβι, έβαλε το μπρίκι στο καμινέτο και πλησίασε τον άνδρα που ακόμη ξύνονταν κάτω από την κοιλιά. «Καλά ο ανόητος ούτε που κατάλαβε τι κουβαλά και γιατί έχει φαγούρα στο σημείο αυτό;» σκέφτηκε καθώς τον πλησίασε
«Τα αυγά να σου τα κάνω μάτια ή ομελέτα Αδάμ;»
«Μάτια σφιχτά» ήταν η απάντηση του άνδρα
«Χυμό θες;» τον ρώτησε η γυναίκα
«Τι είναι χυμός;» σηκώθηκε αναμαλλιασμένος από το κρεβάτι, ξύνοντας αυτή τη φορά το κεφάλι του. «Δεν είναι μόνο πούστης, είναι και μαλάκας» σκέφτηκε αυτή
«Χυμός είναι ένα νερουλό πράγμα που βγάζουμε από τους καρπούς του κτήματος» του απάντησε βαριεστημένα καθώς έριχνε τα αυγά στο λάδι που τσιτσίριζε πάνω στη φωτιά.
«Θέλω…» είπε και βγήκε στην αυλή να κατουρήσει
«Πήγαινε τότες στο δέντρο στη μέση του κτήματος και φέρε μου μερικά μήλα να στα φτιάξω χυμό» του φώναξε από την κουζίνα η γυναίκα.
Στο άκουσμα της παραγγελιάς ο άνδρας δεν πρόλαβε ούτε να την τινάξει και μπήκε αλαφιασμένος μέσα, ενώ το κοκόρι ξεψυχισμένο χτυπιόταν δεξιά αριστερά στα μπούτια του. Η γυναίκα έριξε μια γρήγορη ματιά ανάμεσα στα σκέλη και κούνησε με απογοήτευση το κεφάλι της.
«Ξέρεις πολύ καλά ότι ο Μεγάλος μας απαγόρευσε να φάμε από αυτό το δέντρο» έντρομος πια στεκόταν απέναντι στη γυναίκα και ανήμπορος να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Αυτή γύρισε και τον κοίταξε απαθής
«Μας απαγόρευσε να φάμε, όχι να πιούμε. Άντε σάλτα και φέρε μου μερικά μήλα τώρα και άσε τις κουβέντες άμα θες να πιείς χυμό με το πρωινό σου»
Ο Αδάμ γούρλωσε τα μάτια του και συνέχισε. «Είναι κι εκείνη η αναθεματισμένη η δεντρογαλιά ρε συ..... πάνω στο δέντρο. Κάθε φορά που περνάω δίπλα, μου βγάζει τη γλώσσα και κάνει έναν ήχο σσσς, κάτσε καλά σάουντ να πούμε»
«Η δεντρογαλιές δεν δαγκώνουν Αδάμ» του απάντησε ήρεμα αυτή
«Δεν δαγκώνουν; Και γιατί ο Μεγάλος έβαλε στο δέντρο για φρουρό ένα φίδι που δεν δαγκώνει;»
«Γιατί μάλλον ξέρει ότι οι άνδρες δεν θα βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει»
Ο άνδρας έξυσε το κεφάλι και κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο θα ερχόταν με ένα τσουβάλι μήλα στην πλάτη. Ακούμπησε το τσουβάλι, με έκδηλη την ικανοποίησή του πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
«Καλά ρε ανόητε, σου είπα να φέρεις δυο τρια μήλα για να κάνω χυμό, όχι όλη τη μηλιά» έξαλλη η Εύα του βαλε τις φωνές
«Αφού το δέντρο είναι ψηλό, αλλά εγώ όμως είμαι δυνατός !! Έπιασα τον κορμό του, τον ταρακούνησα κι έπεσαν όλα κάτω. Έφαγα πολλά στο κεφάλι. Έπεσε η δεντρογαλιά και της έδωσα μια με τη μαγκούρα στο κεφάλι, έμεινε τέζα κάτω ο όφις, ντεντ….» περιχαρής εξιστόρησε το κατόρθωμά του.
«Σκότωσες τη δεντρογαλιά;» σιωπή απλώθηκε στην κουζίνα που έκανε τα αυγά να σφίξουν τέρμα τα μάτια τους στο τηγάνι.
«Καλά τα μήλα θα τα δικαιολογήσω, αλλά για το φίδι ρε συ τι θα πω στον Μεγάλο το απόγευμα που θα ρθει για τον περίπατό του, μου λες;» σιωπή πάλι, μόνο απέξω ακούγονταν κακαρίσματα.
«Ο Μεγάλος αγαπάει όλα τα πλάσματα του κτήματος, κι εσύ σκότωσες την δ ε ν τ ρ ο γ α λ ι ααααααα; Πόσο  Μ Α Λ Α Κ Α Σ είσαι;» η γυναίκα έξαλλη τώρα τόνιζε μια μια τις συλλαβές για να μπορέσει το ανδρικό μυαλό να συλλάβει το μέγεθος της αμαρτίας του.
«Κι αν…….κι αν  με έτρωγε;» ψελλίζοντας προσπάθησε να δικαιολογηθεί 
«Που να σου έτρωγε το άχρηστο το μαραφέτι που χεις ανάμεσα στα σκέλια σου αναθεματισμένε !! Φωτιά που μου άναψες για έναν κωλοχυμό. Τι ήθελα η κουλή και σε έστειλα, δεν πήγαινα μόνη μου που είμαστε και φιλενάδες  με τη δεντρογαλιά;»
Έβγαλε τα αυγά από τη φωτιά, πήρε δυο μήλα τα έβαλε στο μπλέντερ, πάτησε το κουμπί και τα έλιωσε, όπως θαθελε εκείνη τη στιγμή να λιώσει το κεφάλι του Αδάμ. Παράλληλα όμως σκέφτονταν, ενώ αυτός είχε καθίσει στην καρέκλα και περίμενε το πρωινό ξύνοντας το κεφάλι του. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς έβαζε την πρώτη μπουκιά στο στόμα.
«Άκου τι θα κάνουμε» αυτός σήκωσε το κεφάλι.
«Θα πας στο δέντρο που σκότωσες το φίδι, θα το πάρεις και θα το φέρεις εδώ. Άκουσες;» ήπιε μια γουλιά χυμού βιαστικά και τροχάδην κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο άφηνε μπροστά στην Εύα το νεκρό φίδι. Αυτή το πήρε στα χέρια και το περιεργάστηκε. Το κεφάλι του ήταν τσακισμένο. Δεν υπήρχε. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν άθικτο. Χαμογέλασε.
«Πέταξε το κεφάλι στις γάτες και βγάλε το δέρμα από το υπόλοιπο σώμα του και σβέλτα, τσακα τσάκα» Οι εντολές της γυναίκας εκτελούνταν στο άψε σβήσε. Σε λίγο η Εύα κρατούσε το δέρμα του φιδιού στα χέρια της. Τα μάτια της πετούσαν φωτιές που τρόμαξαν τον Αδάμ. Πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά αμίλητος κοιτάζοντάς την να ακουμπά το όμορφο δέρμα στο τραπέζι και με το ψαλίδι να κόβει ένα τριγωνικό κομμάτι. Ύστερα έκοψε ακόμη ένα τριγωνικό κομμάτι και τα ένωσε με ένα κορδόνι στην κορυφή τους και με δυο κορδόνια στις άλλες δυο πλευρές τους. Ο Αδάμ έξυνε μανιωδώς το κεφάλι γιατί  δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφτιαχνε η γυναίκα. Σε λίγο η Εύα σηκώθηκε όρθια. Κράτησε στα δυο της χέρια το εργόχειρο και γύρισε την πλάτη της στον Αδάμ. Λύγισε τη μέση της κι έφερε τις δυο άκρες του εργόχειρου χαμηλά στους αστραγάλους της. Από πίσω ο Αδάμ κοίταζε με περιέργεια. Έβαλε το ένα της πόδι μέσα στο δεξιό άνοιγμα του εργόχειρου και ύστερα με την ίδια κίνηση πέρασε και το αριστερό της πόδι. Μετά ανασηκώθηκε και άρχισε με αργές κινήσεις να σηκώνει το εργόχειρο ως τους γοφούς της. Στερέωσε το κορδόνι στη μέση της και γύρισε στον Αδάμ. Αυτός γούρλωσε τα μάτια του. Η τούφα που τόσο καιρό είχε η Εύα ανάμεσα στα πόδια της είχε χαθεί από τα μάτια του. Το ίδιο και ο μισός πισινός της.
«Πώς σου φαίνεται;» έκανε μια στροφή γύρω από το εαυτό της η γυναίκα λάμποντας από αυταρέσκεια.
«Τι…. τι… είναι αυτό;» ψέλλισε ο Αδάμ καθώς έβαζε τις παλάμες ανάμεσα στα σκέλια να κρύψει τον ανδρισμό του που άρχιζε να κουνιέται παράξενα σαν τη δεντρογαλιά.
«Στριγκ ανόητε….» η γυναίκα στάμπαρε αμέσως την ασυνήθη κίνηση στα σκέλια του Αδάμ κι γρήγορα  πήρε αποφάσεις.
«Εξαφανίσου αμέσως από το κτήμα, μη σε βρει εδώ ο Μεγάλος που ρχεται όπου νάναι κι εγώ θα κανονίσω να τη γλιτώσουμε»
«Μα…..» κόμπιασε ο Αδάμ για να συνεχίσει «πώς θα γίνει, αφού ο Μεγάλος τα βλέπει όλα…. Θα μας τιμωρήσει»
«Σιγά μην είναι και Θεός, αν τα βλεπε θα μας είχε ξαποστείλει ήδη. Άντε τρέξε να κρυφτείς. Τα λέμε μετά…» Ο Αδάμ έγινε καπνός.
Οι κότες άρχισαν να τρέχουν αλαφιασμένες στο κοτέτσι τους. Τα κοκόρια λούφαξαν στα δέντρα κρύβοντας τα κεφάλια τους. Τα μυρμήγκια έκοψαν δρόμο και χώθηκαν σε όποια τρύπα βρήκαν μπροστά τους. Η γη ταρακουνιόταν σε κάθε Του βήμα και τα δέντρα έριχναν στο χώμα τα φύλλα τους. Έμειναν γυμνά τα κλαριά να κοιτάνε απορημένα τον ουρανό. Μικρά μικρά κομματάκια βαμβάκι έπεφταν από τον ουρανό και σκέπαζαν το χώμα με ένα άσπρο πέπλο. Ο ουρανός είχε γίνει άσπρος και κρύος. Σηκώθηκε η τρίχα της γυναίκας από το πρωτόγνωρο κρύο που κατέκλυσε το αγρόκτημα. Έριξε στους ώμους της ένα κοντομάνικο ζακετάκι που την κάλυπτε μέχρι τον αφαλό και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ζεσταθεί. Ο Αδάμ σε μια σπηλιά στην άκρη του κτήματος άναψε μια φωτιά και κάθισε δίπλα της να ζεσταθεί.
Η σκιά Του κάλυψε το κατωκάσι της εξώπορτας. Η γυναίκα πήρε ένα περίλυπο ύφος και περίμενε.
«Ποιος έφαγε τα μήλα από το Απαγορευμένο Δένδρο;» η φωνή τράνταξε συθέμελα το καλύβι
«Δεν τα φάγαμε, εδώ είναι όλα. Μόνο δυο τρια τα ήπιαμε. Τα άλλα τα μαζέψαμε να τα κάνουμε κομπόστα για τον χειμώνα. Δεν θα τρώγαμε ποτέ τα μήλα του Απαγορευμένου Δέντρου Αφέντη μου» του απάντησε με τσαχπινιά η γυναίκα κι έκανε κανά δυο βήματα προς το μέρος Του. Αυτός με μια κίνηση του χεριού Του τη σταμάτησε.
«Δεν βρίσκω την δεντρογαλιά μου πουθενά στον Παράδεισο. Μπορείς να μου δώσεις μια ικανοποιητική εξήγηση;» Η Εύα πήρε από μόνη της λίγο θάρρος και έφτασε μπροστά Του.
«Τι να το κάνεις το παλιόφιδο Αφέντη μ….;» δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της και έφαγε μια οργισμένη σπρωξιά που την έστειλε ανάσκελα στο κρεβάτι.
«Είναι άμεσος συνεργάτης μου, απαιτώ ε – ξη – γή – σεις !!!» τα μάτια του Μεγάλου έπεσαν ανάμεσα στα σκέλια της Εύας
«Τι είναι αυτό που φοράς;» έκπληκτος την πλησίασε
«Είπα να βάλω ένα βρακί κι εγώ στον κώλο μου, γιατί ο Αδάμ τελευταία με κοιτούσε πολύ πονηρά Αφέντη μου. Δεν είχα άλλο ύφασμα και πήρα το δέρμα της δεντρογαλιάς σου»
«Πως είναι δυνατόν,  αφού τον έφτιαξα μουρόχαυλο !!!» έμεινε έκπληκτος.
«Μάλλον βλέπει τα κοκόρια κάθε πρωί που δεν τα έφτιαξες σαν κι αυτόν και μαθαίνει γρήγορα» απάντησε εκείνη, ενώ άρχισε να χαϊδεύει το σώμα της.
«Αποκλείεται, όλα τα αρσενικά το ίδιο τα φτιαξα….. Σιγά μη μαθαίνουν. Τέλος πάντων μπορεί να έκανα κανά λάθος μ’ αυτόν…»   την πλησίασε και έκατσε δίπλα της.
«Τελικά σου πάει το στριγκ… Στη σωστή θέση έβαλα το γατάκι σου. Είμαι Θεός τελικά !!!» τη γαργάλισε πονηρά καθώς έγερνε το κορμί Του δίπλα της.
«Ναι Αφέτη μου, είσαι Θεός!!!!» του απάντησε εκείνη ενώ ξεψυχούσε λάγνα στα χέρια Του.
Η πλάση γύρω γαλήνεψε και ένας δυνατός ήλιος ξεπρόβαλε πάνω από τον Κήπο. Όλο το αγρόκτημα τώρα έλαμπε χιονισμένο και έμοιαζε με Παράδεισο. Ο Αδάμ δειλά δειλά ξεπρόβαλλε από την κρυψώνα του και βγήκε έξω στο φως θαυμάζοντας το μεγαλείο της Φύσης τριγύρω. Την ίδια ώρα ο Μεγάλος σηκώθηκε από το κρεβάτι, χάιδεψε τα γένια του και γύρισε το κεφάλι στη γυναίκα.
«Απόψε αλλάζει ο Χρόνος που φτιαξα καλή μου. Να ξέρεις ότι όλους τους έχω κάνει ίδιους για να μη μαλώνουν. Είμαι δίκαιος σ' αυτά. Αααααα μη ξεχάσω…… όταν φτιάξεις αυτή την κομπόστα να μου στείλεις μερικά βαζάκια» της έκλεισε το μάτι και βγήκε έξω στον Παράδεισο.
Ο Αδάμ μπήκε λαχανιασμένος στο καλύβι αργά το βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Στάθηκε στην εξώπορτα και κοίταξε δειλά μέσα. Το σαλόνι ήταν φωτισμένο με μικρά μικρά λαμπάκια που αναβόσβηναν και σε μια πολυθρόνα η Εύα καθόταν και τον περίμενε. 
«Έφυγε;» ρώτησε δειλά. 
«Έλα μέσα…. είμαστε μόνοι…..» του απάντησε εκείνη με λάγνο ύφος. Μόλις έφτασε δίπλα της, πάλι η ίδια ασυνήθιστη κίνηση ανάμεσα στα σκέλια του σα να ζωντάνευε η δεντρογαλιά που σκότωσε το πρωί. Τρόμαξε πολύ και με τις παλάμες του προσπάθησε να πιάσει τον όφι που κουνούσε το λυγερό του κορμί και γλιστρούσε στην κοιλιά του. Δεν πρόλαβε. Η Εύα με μια κίνηση τον άρπαξε. Τον πήρε στην αγκαλιά της και προχώρησαν στο κρεβάτι. Τα σώματα αγκαλιάστηκαν και έγιναν ένα κουβάρι. Μια δυνατή βροντή τρόμαξε τους εραστές και ύστερα η νύχτα έξω έγινε κόκκινη καθώς αστραπές την έσχιζαν από πάνω μέχρι κάτω ενώ η γη σείονταν.
«Τι…. τι… έγινε;» πετάχτηκε  έντρομος ο Αδάμ
«Δεν είναι τίποτα αγάπη μου. Τα πυροτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς είναι. Καλή Χρονιά να έχουμε» του έριξε ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα και ύστερα σηκώθηκε όρθια και του δωσε το χέρι της
«Έλα… σήκω να φύγουμε, δεν χωρά πια τον Ερωτά μας ο Παράδεισος» 

* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
Litzerinos Christos