Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

ΟΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


   

Οι μόνες σταθερές στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η τέχνη και ο πολιτισμός. Ο άνθρωπος από την εποχή των σπηλαίων ένοιωσε αυτά τα δυο ως συστατικά της ίδιας της ύπαρξής του, αλλά και της συνύπαρξής τους με τους άλλους ανθρώπους. Όταν ζωγράφιζε σκηνές κυνηγιού στους βράχους, άφηνε στις επόμενες γενιές την τέχνη της επιβίωσης, ανεξαρτήτως φυλής. Όταν έχανε ένα παιδί, ζωγράφιζε ή τραγουδούσε λυπημένος. Ποτέ η τέχνη δεν οδήγησε σε ακρότητες, πάνω στην τέχνη πάτησε το άλλο δεκανίκι της ύπαρξής μας, ο πολιτισμός. Κανένας πόλεμος δεν είχε ως σημαία του την αντιπαλότητα με άλλον πολιτισμό, παρά μόνο άλλα πράγματα όπως το έδαφος, το νερό, τον πλούτο, τη θρησκεία.

   Τα σύγχρονα εθνικά κράτη θεμελίωσαν την κυριαρχία τους σε ψευδεπίγραφες φαντασιακές έννοιες για να μπορούν να εξουσιάζουν καλύτερα τους υπηκόους τους. Δεν μπόρεσαν βέβαια να υποτιμήσουν την ζωοποιό δύναμη των πολιτισμών. Μόνο που έκαναν επιλογή πολιτισμών, ανάλογα τις επιρροές που δέχθηκαν  από τον καθένα. Έτσι βλέπουμε τη Δύση να αποθεώνει τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και την Ανατολή τον αραβικό, κινέζικο ή ινδικό πολιτισμό. Παρότι θα μπορούσαν αυτοί οι πολιτισμοί να θεωρηθούν θεμέλια πανανθρώπινα, εντούτοις δεν ήταν οι μόνοι που έγραψαν ιστορία στον πλανήτη. Αν τα παιδιά διδάσκονταν ένα κομματάκι του κάθε πολιτισμού της γης, ίσως ο κόσμος να γινόταν περισσότερο κατανοητός και καλύτερος.

   Οι θρησκείες, παρότι συνέβαλαν στη δημιουργία πολιτισμών, μπολιασμένες με την αρχή της αυθεντίας, δεν μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση των άλλων, συνεπικουρούμενες δε από τα εθνικά κράτη, πολλές φορές προκαλούν σύγχυση στο μυαλό των ανθρώπων και εντάσεις. 

   Το ίδιο το εθνικό κράτος δειλιάζει να διδάξει στα παιδιά του την αλήθεια της ιστορίας, ακριβώς λόγω της επιφυλακτικότητάς του απέναντι στους πολιτισμούς των άλλων, επειδή πιστεύει πως  ενδεχομένως στηρίζονται σε ανατρεπτικά και άκρως επικίνδυνα στοιχεία για την ύπαρξή του, τους βλέπει δηλαδή ως απειλή, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο ένας ακόμη πολιτισμός που ζητά κατανόηση και μόνο.

 Η κατανόηση των άλλων πολιτισμών είναι ένα παγκόσμιο στοίχημα. Δυστυχώς όμως, παρότι ο κάθε λαός δημιουργεί τον δικό του πολιτισμό, ο ίδιος ο πολιτισμός δεν μπορεί να κατανοήσει τον ξένο, διότι αφέθηκε η παιδεία στα χέρια των εθνικών κρατών και των δημοσίων ταγών τους.


Η παιδεία βρίσκεται στη συναναστροφή και την ώσμωση, στα ταξίδια και την επαφή, στο άγγιγμα του άλλου και όχι στα σχολεία μας. 
Η παιδεία αυτή είναι η υποχρέωση των γονιών. Αφήστε τα παιδιά σας να μυρίσουν το χνώτο του άλλου, του ξένου, να κατανοήσουν τα χρώματα του πολιτισμού του. Τα εθνικά σχολεία απέτυχαν.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Η ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ





   Το Μηδέν είναι ένας μαγικός αριθμός, θεμέλιος της υλικής και νοητικής συμπαντικής δομής, συμπυκνωμένη ενέργεια και φως. Το πέρασμα στους επόμενους αριθμούς προϋποθέτει την ύπαρξη του μηδενός πριν από κάθε μετάβαση, άρρηκτα δεμένος με τον κύκλο, κάθε περιπλάνηση στους υπολοίπους καταλήγει πάντα σ΄αυτόν. Ένα συνεχές μαγνητικό στροβίλισμα έλκει τα πάντα στη μεριά του, στην αρχή, η οποία ταυτόχρονα είναι και τέλος και ξεκίνημα.
   Κανένας από τους αριθμούς δεν ασκούσε γοητεία πάνω μου, εκτός από το Μηδέν. Μια μη ανιχνεύσιμη, ως προς την αιτία της, γοητεία, καθηλωτική στην ενατένισή της, ισοπεδωτική, συνάμα όμως και ανατρεπτική. Η απροσδιόριστη έλξη του αριθμού στοίχειωνε αδιόρατα τις κινήσεις του παιδιού, του εφήβου και αργότερα του ενήλικα. Σκάρωνα όνειρα από το μηδέν και βήμα, βήμα βάδιζα πάνω στα χνάρια που άφηναν  ξοπίσω τους. Υποπτευόμουν τη νομοτελειακή τους σχέση με το Μηδέν, δεν με ένοιαζε όμως γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνω, με οδηγούσε ο κύκλος.  
  Τα όνειρα ξεκινούν από το μηδέν για να καταλήξουν στο μηδέν, μια τάξη ιεραρχεί την κυκλική τους πορεία.
  Οι στόχοι είναι άναρχοι,  το αριθμητικό τους πρόθεμα είναι σχεδόν πάντα υψηλό, αυτό φοβίζει, δρα ενίοτε αποθαρρυντικά.
    Οι στόχοι ξεκινούν ανάποδα, μπερδεύουν το μυαλό. 
  Το αντίστροφο είναι παρά φύσιν και παρά την συμπαντική νομοτέλεια των πάντων.
   Ο κυνηγός των στόχων κινδυνεύει να τους κατακτήσει και να μη γνωρίσει ποτέ τη σοφία που κρύβει το Μηδέν, ενώ ο κυνηγός των ονείρων κάθε αυγή γίνεται σοφότερος, όταν ο ήλιος μηδενίζει την περιπλάνηση.
   Όταν μηδενίζονται τα όνειρα που σκαρώνει ο άνδρας, γεννιέται η ηδονή της ζωής, η ανατριχίλα της πραγματικής γνώσης, αυτή που τσαλακώνει τον εγωισμό και την απομόνωση των ανθρώπων. Οι στόχοι συνήθως δεν μηδενίζουν, μόνο ξεφεύγουν της πορείας τους, μπορεί να σταματήσουν στο πέντε αντί να κατακτήσουν το δέκα. Αν ποτέ καταλήξουν στο Μηδέν, τότε ο άνδρας δεν μπορεί να διαχειριστεί εύκολα αυτόν τον δύσκολο αριθμό και χάνεται. Δεν πάτησε ποτέ πάνω του, δεν τον έφτιαξε σκαλοπάτι να φτάσει τους μεγάλους αριθμούς στα κλαδιά του δέντρου της ζωής. 
   Κάθε ώριμος Αριθμός προϋποθέτει ένα άγουρο Μηδέν.
  Το Μηδέν μόνο – σε ολοκληρωμένη διαδρομή - δίνει τα κλειδιά στον άνδρα να ανοίξει το μπαούλο της σοφίας. Τότε μπορεί εκείνος να στοχαστεί, να κρίνει τον εαυτό του και τους άλλους με ορθή κρίση.
  Όταν κατακτήσει το Μηδέν δεν θα μπορέσει να φτιάξει ξανά όνειρα. Θα μπορέσει όμως να βάλει πραγματικούς στόχους ζωής, μπολιασμένους με τον Σπόρο της Ανθρωπιάς και τη Γαλήνη της Σοφίας. Ανοίγει η ψυχή του, γίνεται μεγάλη αγκαλιά να χωρέσει τους ανθρώπους.
  Οι μικρόψυχοι και μίζεροι εγωιστές δεν μπορούν να τραυματίσουν μια τέτοια ψυχή, γιατί κουβαλά τη Σοφία του Μηδενός.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΝΙΤΡΟ



Την πιρίουδου που ταν ου Αντρέας στα μέσα κι τα έξου, άρχισε να πασουκοποιείτι η μάνα μ. Ένα προυί μι είπι να πιταχτώ στου πιρίπτιρου να την φέρου ένα κιλό νίτρου. Αντραλιάσκα !!!
«Τι του θες ρε μάνα του νίτρου;»  τη ρώτσα. Του μυαλό μ πήγι αμέσως στη 17 Νουέμβρ.
«Ετς κάνουν οι προυτευουσιάν …» μι απλουήθκι μι σουβαρότητα. Κουβέντα δεν σίκουνε η μάνα.
«Καλά ρε μάνα, έχουν τα πιρίπτιρα νίτρου;» ρώτσα σι στυλ ντε και καλα: Στην έφερα τώρα, πους ξέρς ισύ απού νίτρα χουριατουπούλα, ιμείς φοιτηταί είμαστε κι ξέρουμε πέντε πράματα περισσότιρου. Η μάνα όμως επέμεινι.
«Ακούς τις σι λέου; Πήγινι στουν Γιουργαλί στου πιρίπτιρου κι πάρι μι ένα κιλό νίτρου»
Έτρεξα λοιπόν μι χίλια, είπα στουν Γιουργαλί βάλε ένα κιλό νίτρου, μι ντρουπαλότητα, ικείνους πίρι ένα  πιριοδικό απ΄του ράφ, του ζύγισε κι μου πε
«Αυτήν τη βδομάδα του βγάζ στα 750 γραμμάρια. Του θες; Αλλιώς θα πιριμένς την άλλ τη βδουμάδα που θα βγει σι κιλό.»  
Έπαθα την πλάκα μ, όπως λέγαμι κι στα πανεπιστήμια οπού χαζεύαμι  εκείν την επουχή. Του πήρα παραμάσκαλα, πήγα σπίτ και τς του πέταξα στα μούτρα.
«Πάρε να ξεβλαχέψεις» τς είπα θυμουμένους, «ιγώ δεν χρειάζουμαι τέτοια»
Τιλικά κουρκούτ στου μυαλό είχα τότις. Κάτι ήξερε η καημέν η μάνα μ κι μέλεγι άνοιξε τα μάτια σ κι ξεστραβωσ.
Σήμερα ψάχνου να βρο κανα γραμμάριο νίτρου κι δεν βρίσκου. Καταστράφκα….

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ (CAVE CANEM)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

νέες κυκλοφορίες

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Άνοιξη 2018



ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ
Το μυθιστόρημα «Φυλάξου από τον σκύλο» του θεσσαλονικιού συγγραφέα Χριστόδουλου Δ-Α Λιτζερίνου βραβεύτηκε στον δεύτερο πανελλήνιο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Παράξενες Μέρες.
Φυλάξου από τον σκύλοΤο μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια παράξενη χώρα που μοιάζει πολύ με τη δική μας χωρίς ποτέ να υπάρχει το στοιχείο της ταύτισης. Είναι άραγε πιο αστεία αυτή η εικόνα εκείνης της χώρας και των ανθρώπων που μας μοιάζουν. Είναι μήπως πιο δραματική; Θα έλεγα ότι είναι απλώς πιο λογοτεχνική και –μέσα στην ιλαροτραγωδία που υφαίνει συνθέτοντας είδη λογοτεχνικά και διαπλέκοντας πολύ οικείες και εντελώς φανταστικές εικόνες, όνειρα, ελάχιστα θαύματα και πολλά τραύματα καταφέρνει να μας παρουσιάσει ταυτόχρονα την πραγματκότητα όπως είναι, όπως δεν θα ‘πρεπε να είναι κι όπως ανησυχούμε ότι θα γίνει. Γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε καλού βιβλίου κάθε σημαντικού λογοτεχνικού έργου. Να μετατρέπει την επιστημονική ή όποια άλλη φαντασία σε πραγματικότητα. Άλλοτε θαυμαστή και άλλοτε οδυνηρή. Αλλά πάντα, όπως εδώ σε αυτό το βιβλίο πιο αληθινή από τις περισσότερες αλήθειες που ξέρουμε. Από τις αλήθειες που μας …ενημερώνουν απο τις αλήθειες που μας εξαγριώνουν, από τις αλήθειες που μας υπόσχονται τάχα τις καλύτερες μέρες. Πάει όμως λίγο παραπέρα, εκεί που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να πάει. Πάει πιο πέρα ακόμη κι από την αλήθεια –αν υπάρχει τέτοιο πράγμα- γιατί ο πραγματικός συγγραφέας πρέπει και έχει υποχρέωση να επινοήσει τη δική του αλήθεια, το δικό του δρόμο. Όταν είναι επιδέξιος μπορεί να δημιουργήσει και τον δικό του μικρό-κοσμο. Αυτό γίνεται στο βιβλίο του Χριστόδουλου Λιτζερίνου που ξεχώρισε μέσα από εκατοντάδες συμμετοχές στον δεύτερο διαγωνισμό μυθιστορήματος και πήρε το πρώτο και μοναδικό βραβείο.
Ο Χριστόδουλος Δ-Α Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Διηγηματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά. Συμμετείχε με ένα διήγημά του στο συλλογικό έργο «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» το 2016 αλλά και στις συλλογές «Παράξενοι Έρωτες» και «Μικρές επαναστάσεις» το 2017. Αυτό είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
ΣΕΙΡΑ: ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – 21 / ΣΕΛΙΔΕΣ: 160 / ΣΧΗΜΑ: 14 ΕΠΙ 21 / ΤΙΜΗ: 12 ΕΥΡΩ / ΕΞΩΦΥΛΛΟ : ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΤΡΑΚΗ / ISBN: 978-618-5278-5278-12-0

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Ο ΡΟΦΟΣ






Ο ροφός με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια πίσω από τον βράχο, λες και έβλεπε πρώτη φορά άνθρωπο με μοτοσικλέτα. Ένα ζευγάρι σαργών ταράχτηκε από τον ήχο της εξάτμισης της παλιάς Harley και χώρισε στα δυο. Παρατήρησα αυτή τη φορά ότι ο αρσενικός κουνούσε λίγο παράξενα την ουρά του, πιο χαριτωμένα, κι αμέσως το πονηρό μου μυαλό πήγε στην εναλλαγή των φύλων στην οποία επιδίδονται τα ψάρια. Αν μπορούσαμε κι εμείς οι άνθρωποι να αλλάζουμε φύλο κατά πως μας βόλευε, θα μπορούσαμε να λύσουμε πλείστα των προβλημάτων μας. Ας πούμε εκεί που τρως καθημερινά τα μούτρα και τα παπούτσια σου σε αναζήτηση μιας δουλειάς της προκοπής ως αρσενικό, γίνεσαι θηλυκός σαργός και τσούπ σου κάθεται μια ωραία θέση σερβιτόρας σε καφετέρια με μισθό εξακόσια ευρώ συν τα τυχερά. Δεν σου κάθεται μια τέτοια θέση, σου κάθεται ένας γαμπρός με λεφτά. Και το ανάποδο από θηλυκός σαργός σε αρσενικό σαργό, στην περίπτωσή μου όμως ενδιέφερε η πρώτη μεταλλαγή. Με αυτές τι σκέψεις δεν πρόσεξα τον μικρούλη μαύρο ήλιο που είχε τρυπώσει ο μισός στην άμμο και ο άλλος μισός κατάφερε να χωθεί στο λάστιχο της μπροστινής ρόδας της Harley. Ένα λάστιχο μεσοπέλαγα, ήταν ό,τι χειρότερο για τη συνέχεια του ταξιδιού μου και σχεδόν πάντα είχε την ίδια κατάληξη. Η αναζήτηση βουλκανιζατέρ με ανάγκαζε να ξυπνήσω ακόμη μια φορά για να διαπιστώσω ότι η ώρα ήταν μια το πρωί. Ενώ δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά της ώρας απ όταν κουκουλώθηκα με το πάπλωμα, το μυαλό ακόμη μια φορά δεν υπάκουσε στο όνειρο που είχα σκαρφιστεί ξύπνιος και έφτιαξε του κεφαλιού του ένα άλλο.
Κάθε βράδυ αφού παρέδιδα τις εισπράξεις και τα κλειδιά του παπιού στο αφεντικό, μετά το τελευταίο ντιλίβερυ, έφτανα με τα πόδια στο διαμέρισμα μου για τη βραδινή ξεκούραση. Η βραδινή βάρδια με κούραζε και δεν άφηνε την ψυχή μου να ησυχάσει. Είχα βρει έναν έξυπνο τρόπο να αναγκάσω το σώμα να κοιμηθεί. Έφτιαχνα λοιπόν ξύπνιος μια ιστορία και ζόριζα το μυαλό να συνεργαστεί ώστε αφενός μεν να κοιμηθεί, αφετέρου δε να συνεχίσει η ιστορία του ξύπνιου να προβάλλεται και στον ύπνο. Τζίφος. Ενώ πετύχαινα αμέσως το πρώτο σκέλος, το δεύτερο σκέλος δεν υπάκουε στο σενάριο και κάθε βράδυ πετάγονταν μπροστά μου ροφοί, σαργοί, καλαμάρια και σμέρνες. Εγώ πάντα καβάλα στη Harley !! Εκείνο δε το μπροστινό λάστιχο είχε γίνει σουρωτήρι από τους αχινούς και πουθενά, μα πουθενά ένα βουλκανιζατέρ για να δω τη συνέχεια βρε αδελφέ να μου φύγει και η απορία. Επιστράτευσα όλους τους ονειροκρίτες του διαδικτύου μήπως και καταφέρω και βρω μια λογική εξήγηση στην ακατανόητη επανάληψη του ίδιου σκηνικού. Τηλεφώνησα και στη γιαγιά μου που τα παίζει τα όνειρα στα δάχτυλα.
Ta μεγάλα ψάρια σημαίνουν μια καινούρια σχέση, ακόμη και γάμο
Κανένας ονειροκρίτης και καμμιά γιαγιά δεν έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με έναν νέο πτυχιούχο της Φιλοσοφικής που δούλευε πιτσαδόρος ντελιβεράς για τριακόσια πενήντα ευρώ τον μήνα, συν ένα κουτσουρεμένο ΙΚΑ, του οποίου το μόνο όνειρο ήταν να βρει μια θέση καθηγητή σε δημόσιο Λύκειο στην επαρχία και να πηγαίνει στο σχολείο καβάλα σε μια παλιά Harley. Σχέσεις και γάμοι ήταν ανεπιθύμητοι. Λίγο πριν κλείσω λοιπόν τα βλέφαρα έβαζα μπρος την Harley για να πάω στο σχολείο, αμέσως αυτά σφάλιζαν και πετάγονταν πάντα ο ίδιος γουρλομάτης ροφός πίσω από τον βράχο.
Κάποιος πετυχημένος φίλος μου, που έφτιαξε τη δική του επιχείρηση, μου είπε ότι δεν πρέπει να σκαρώνω όνειρα, αλλά να βάζω στόχους και να τους κυνηγώ, μόνο έτσι θα μπορούσα να καταφέρω κάτι. Εγώ πάλι επέμενα ότι το όνειρο υπερτερεί ποιοτικά του στόχου, αφού αν δεν καταφέρει το όνειρο να μετεξελιχτεί σε πραγματικότητα, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, αν όμως ο στόχος καταρρεύσει, μπορεί να συμπαρασύρει μαζί του ολάκερη ζωή. Τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα και επιπλέον σου ομορφαίνουν τον ύπνο, αρκεί να μην έχουν ροφούς και άλλα θαλασσινά που σε κάνουν άνω κάτω.
Σταθερά συνέχιζα να βρίσκομαι χαμηλά στην επετηρίδα των προσλήψεων και στο μηνιάτικο. Δεν προχώρησα σε αγορά Harley, όχι γιατί δεν είχα χρήματα, αλλά διότι τι να την κάνω την Harley αν δεν είμαι καθηγητής σε ένα χωριό να πηγαίνω καβάλα στο σχολείο; Δεν είχε κανένα νόημα μια τέτοια αγορά. Στην πόλη μια χαρά με βόλευε το παπί. Μπορούσα να το έχω και σε ώρες εκτός δουλειάς αφού το αφεντικό μου το επέτρεπε όταν το χρειαζόμουν για μια μετακίνηση. Τα χρήματα της Harley περίμεναν την πρόσληψή μου σε ένα τσίγκινο κουτί του καφέ. Άνοιγα που και που το κουτί, τα μέτραγα και τα αέριζα να μη μουχλιάσουν. Είχα μαζέψει πέντε χιλιάρικα. Θυμήθηκα τη γιαγιά στο χωριό και έβαλα μέσα ένα κουφετάκι ναφθαλίνη ως συντηρητικό του ονείρου μου. Μετά τη ναφθαλίνη σταμάτησα το μέτρημα, άνοιγα το καπάκι, μύριζα, έβαζα τα μπουρμπουάρ και το ξανάκλεινα. Το βράδυ ο ροφός στην ίδια θέση με κοίταζε. Τώρα πια είχαμε αποκτήσει μια οικειότητα. Αφηνα την αριστερή μανέττα, τον χαιρετούσα, μου κουνούσε την ουρά μέχρι που πατούσα τον αχινό και έψαχνα μεσοπέλαγα για βουλκανιζατέρ, βρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που τον είδα. Είχα καταλήξει με σιγουριά ότι για όλα τα δεινά έφταιγε αυτός ο γουρλομάτης ροφός. Με μάτιαζε κάθε φορά που τον έβλεπα. Αποφάσισα λοιπόν να του κόψω την καλημέρα. Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση όμως. Πάλι έπαθα λάστιχο μεσοπέλαγα.   
Ο Νίκος, ο φίλος που σας έλεγα με τη δική του επιχείρηση, μια μέρα μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι υπάρχει μια ευκαιρία για μένα που θα με βοηθούσε να τελειώσω μια και καλή από τη μιζέρια του πιτσαδόρου. Συναντηθήκαμε στο καφέ της γειτονιάς του και αφού ήπιαμε τα εσπρεσάκια μας μου είπε να τον ακολουθήσω. Στην άλλη άκρη του τετραγώνου σταθήκαμε μπροστά στη ρεκλάμα ενός καταστήματος
«Πώς σου φαίνεται;» με ρώτησε περιχαρής δείχνοντάς μου το κατάστημα.
Κάρφωσα τα μάτια μου στην ταμπέλα: ΙΧΘΥΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΑΝΕΜΟΤΡΑΤΑ
«Τι είναι αυτό;» ψέλισσα, καθώς ένοιωσα μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα.
«Πωλείται η επιχείρηση σε καλή τιμή. Αν δεν έχεις όλα τα λεφτά θα σε βοηθήσω κι εγώ…» μου χτύπησε την πλάτη και με τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Το μάτι μου έπεσε πάνω στον πάγκο με τα ψάρια. Κάτι λίγες σαρδέλες, κανα κιλό γαύροι, μερικές τσιπούρες ιχθυοτροφείου και σε μια άκρη ένας ροφός με κοίταζε. Δίπλα του ένα χαρτάκι έγραφε: 25 ευρώ το κιλό. Ήταν ο ίδιος ο ροφός που τελευταία του έκοψα την καλημέρα. Με κοίταζε περιφρονητικά. Ο μουστακαλής ιχθυοπώλης, όση ώρα κοίταζα τον ροφό, μου εξηγούσε ότι βγαίνει στη σύνταξη, ότι πουλάει την επιχείρηση πέντε χιλιάρικα, ότι η γειτονιά έχει καλή αγορά, ότι θα με βοηθήσει στην αρχή και ότι θα βγάλω καλά λεφτά από το μαγαζί. Ο ροφός έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Γύρισα τότε το κεφάλι στον ιχθυοπώλη και τον ρώτησα πόσο κοστίζει ο ροφός. Μου είπε ότι είναι τέσσερα κιλά και κοστίζει εκατό ευρώ. 
Μου τον τύλιξε και τον έφαγα μόνος μου την άλλη μέρα./

* * * * * * * *

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

 



Το Σάββατο 31 Μαρτίου παρουσιάζεται το μυθιστόρημά μου ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ (CAVE CANEM) στο Καφέ του Βασιλικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, ώρα 19:00

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ 

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

ΣΙΜΟΥΝ




«Πώς βλέπεις τον καιρό καπετάνιο;» ρώτησε ο Σαρίφ αφορμή για κουβέντα
«Δεν είναι καλά μαντάτα αυτά. Δεν βλέπω βροχή και φοβάμαι μη ξυπνήσει ο Σιμούν που χει καιρό να μας επισκεφτεί» απάντησε εκείνος χωρίς να βγάλει το τσιμπούκι από το στόμα.  Ο νεκροθάφτης ξεκαθάρισε πως υπολόγιζε στη δύναμη του τείχους και δεν φοβόταν το θεριό. Ο γέρο ναυτικός χαμογέλασε μόλις τον άκουσε, ενώ το μυαλό του έκανε άλματα στον χρόνο.
«Σαρίφ δεν ξέρεις τι θα πεί Σιμούν. Όσους γνώρισες στο χωριό μέχρι τώρα ήταν χάδια, ίσα να γεμίσουν η αυλή και τα ρουθούνια σου σκόνη…» τα μάτια του γέρου τώρα έβλεπαν μπροστά τους τον Μεγάλο Σιμούν να ορθώνει πανύψηλο το ανάστημά του, να σηκώνει την έρημο στον ουρανό και να τη στέλνει σε όλες τις γωνιές της γης πεσκέσι. Να βλέπουν οι άνθρωποι στον βορρά τον ήλιο, άσπρο, χλωμό και αρρωστιάρη σε έναν κατάγκριζο ορίζοντα, να γκρινιάζουν για τη θολή ατμόσφαιρα και να δυσανασχετούν, χωρίς καν να πάει το μυαλό τους, πια αντάρα εκεί κάτω σήκωσε την έρημο στον ουρανό ιπτάμενο χαλί, ούτε τι απέγιναν οι άνθρωποι που συνάντησε στο διάβα της.
«Τον συνάντησα να έρχεται κατά πάνω μας στη θάλασσα. Είδα να γεμίζει η κουβέρτα του πλοίου έρημο απ΄άκρη σ΄άκρη. Από το ντεκ έβλεπα το χωριό μου ξαπλωμένο πάνω στο πλοίο. Μόνο οι καμήλες έλειπαν…»  ο γέρος έβαλε τρανταχτά γέλια. Ύστερα τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιμπούκι και βάλθηκε να συνεχίσει. Όταν ξεκινούσε τις ιστορήσεις δεν είχε τελειωμό. Το κακό άλλωστε αν το αποφύγεις μια φορά, μετά από χρόνια μπορείς και να το περιγελάσεις με ασφάλεια.
«Στην Ανατολή τον λένε Χαμσίν, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σαν να σε λένε Μωχαμέτη στην Ανατολή και Μωάμεθ στη Δύση. Το ίδιο πράμα. Όλοι οι άνθρωποι τον τρέμουν. Μόνο οι καμήλες και οι γαλάζιοι δεν τον φοβούνται. Οι γαλάζιοι μερικές φορές φανήκαν πιο δυνατοί και απ’ τις καμήλες τους. Θα ήσουν μικρός Σαρίφ, όταν γύρισε ο μακαρίτης ο Μουσταφά στο χωριό από ταξίδι με το καραβάνι του. Έλειπαν δυο καμήλες αλλά κανένας άντρας. Ο Σιμούν σκότωσε τις καμήλες….» έκανε μια παύση ξέροντας ότι όλο και κάποια ερώτηση θα έπεφτε από το ακροατήριό του. Ο Σαρίφ δεν κρατιόταν και ήθελε να μάθει πότε για τελευταία φορά χτύπησε ο Σιμούν με μανία το χωριό.
 «Όταν πρωτόρθαμε με τις βάρκες. Μικρό παιδί ήμουν θυμάμαι. Αρχίζαμε να φτιάχνουμε τούβλα από λάσπη και να σηκώνουμε τα καλύβια μας. Οι γαλάζιοι πήγαν τότε και έστησαν τις σκηνές τους δίπλα στο ξερό ποτάμι. Η αλήθεια είναι ότι τους πήραμε τη γη. Αλλά αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν έχουν γη σταθερή κάτω από τα πόδια τους. Μόνο άμμο και σκόνη….» ο γέρος έκανε ξανά παύση, φανερώνοντας πως έχει ξεχάσει τι ήθελε να πει. Ο Σαρίφ του υπενθύμισε ότι μιλούσαν για τον Σιμούν, ανυπομονώντας να μάθει.
«…Αααα ναι !!» θυμήθηκε ο γέρος και συνέχισε την ιστόρηση
«Εκείνο το πρωί είδαμε ένα μεγάλο μαύρο πυκνό σύννεφο που μοιαζε με άλογο, να τρέχει γρήγορα στον ουρανό από το νότο προς τον βορρά. Εγώ έπαιζα εκείνη τη μέρα με τα παιδιά των γαλάζιων στον ξεροπόταμο. Το σύννεφο ήταν ο μαύρος άγγελος του Σιμούν… Τότε…. μετά από λίγο τον είδα να έρχεται. Ένα χρυσό τείχος απλώνονταν από τη  μια άκρη της ερήμου μέχρι την άλλη. Ερχόταν με ταχύτητα και μουγκρητό κατά πάνω μας. Όταν πλησίαζε στο χωριό μπορεί να είχε και είκοσι μέτρα ύψος. Χαμηλά ήταν πυκνός και πιο ψηλά σαν όρθιο χρυσό σύννεφο. Ένοιωσα το πετσί μου να καίγεται, σα να μουν μέσα στα καζάνια της κόλασης. Ένα χέρι με άρπαξε και με έχωσε μέσα στη σκηνή. Οι γαλάζιοι με έβαλαν μαζί με τα παιδιά τους αγκαλιαστά και μας τύλιξαν τα κεφάλια με πανιά. Καθίσαμε στο χώμα και μας είπαν να ανασαίνουμε όσο γίνεται πιο λίγο μέχρι να περάσει το κακό. Δηλητήριο τα χνώτα του. Κανείς δεν κουνιόταν. Δεν ανασαίναμε, μόνο ακούγαμε τη μανία του.» σταμάτησε απότομα τη διήγηση κι άρχισε να σκαλίζει το τσιμπούκι που βαρέθηκε να περιμένει. Το άναψε ξανά με την τσακμακόπετρα. Το πρόσωπό του  τώρα πήρε την όψη του ξεραμένου φύλλου που στέκει αναποφάσιστο στη μέση του δρόμου. Από την παρέα κανένας δεν έβγαλε άχνα. Μόνο περίμεναν. Ο γέρο Ταρέκ με την ανάστροφη σκούπισε τα μάτια του. Ξεροκατάπιε. Το μήλο του Αδάμ ανεβοκατέβηκε στον λαιμό του.
«Το σπίτι μας δεν είχε παντζούρια τότε…… η μικρούλα μας η Αφράχ δεν μπόρεσε να χαρεί τη ζωή της. Τη σκότωσε το κτήνος…» ο γέρος δεν μπορούσε να κρατήσει κρυφή τη συγκίνησή του από τους άλλους άντρες. Ο Γιουσούφ απίθωσε μπροστά του ένα φλιτζάνι τσάι και του χτύπησε παρηγορητικά στον ώμο. Κατέβασε μια γουλιά στο λαρύγγι, που το στέγνωσε η ανάμνηση, και συνέχισε.
«Η ζέστη που κουβαλάει το κτήνος είναι σκέτη κόλαση. Μακάρι να μη το ξαναζήσω…. Άγνωστες οι βουλές του Αλλάχ όμως…» κούνησε το κεφάλι και τράβηξε μια τζούρα καπνό μέσα σε έναν καφενέ που θύμιζε νεκροταφείο.


Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Ο Γαλάζιος Πρίγκιπας ή Τενερέ" 

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ CAVE CANEM

Δεύτερος διαγωνισμός μυθιστορήματος – Αποτελέσματα

 στις 
Το μυθιστόρημα Cave Canem του Χριστόδουλου Λιτζερίνου είναι αυτό που βραβεύεται (και επιβραβεύεται με έκδοση) στον δεύτερο διαγωνισμό μυθιστορήματος που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Παράξενες Μέρες και το λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Ο διαγωνισμός ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου και έληξε στις 20 Οκτωβρίου 2017. Το θέμα του ήταν ελεύθερο με μοναδικό περιορισμό να απεικονίζει την εποχή μας. Ο συγγραφέας του έργου θα  κληθεί να υπογράψει συμφωνητικό συνεργασίας μέσα στον Ιανουάριο και το βιβλίο είναι πιθανό να εκδοθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2018.
Εννοείται ότι υπήρξαν και άλλα αξιόλογα μυθιστορήματα ανάμεσα σε αυτά που υποβλήθηκαν στον διαγωνισμό, ήμασταν όμως αναγκασμένοι να επιλέξουμε μόνο ένα αυτή τη χρονιά. Ευχαριστούμε όλες και όλους που συμμετείχαν (οι συμμετοχές ξεπέρασαν τις εκατό) και ευχόμαστε πολλά από τα κείμενα αυτά να γίνουν βιβλία.

Λιτζερίνος.jpg
Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Από τις εκδόσεις Ανάτυπο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια». Διηγηματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά. Συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό Fractal και διατηρεί λογοτεχνική σελίδα (http:// toalfatoukentaurou.blogspot.com) όπου δημοσιεύει διηγήματα, ποιηματά του και κριτική βιβλίου. Συμμετείχε με ένα διήγημά του στο συλλογικό έργο «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη», ενώ διακρίθηκε και στον πρόσφατο διαγωνισμό διηγήματος με θέμα «Παράξενοι έρωτες» και το διήγημά του Μια φλόγα στο παράθυρο βρίσκεται στην ομώνυμη συλλογή.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΣΤΟ POLIS CAFE ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ



POLIS CAFE στην Αθήνα

ΣΑΒΒΑΤΟ 25/11 ώρα 12:00 παρουσιάζεται το συλλογικό έργο "ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ" στο οποίο μετέχω με το διήγημά μου 

"Η Φλόγα στο Παράθυρο"

ΚΥΡΙΑΚΗ 26/11 ώρα 12:00 παρουσιάζεται το συλλογικό έργο "ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ" στο οποίο μετέχω με το ποίημά μου 

"Στις Πλατείες" 

.................. 

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ




Ένα από τα μυθιστορήματα που έγραψα και παραμένουν ανέκδοτα είναι και το "Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ" . Κατά την προσφιλή μου τακτική το έφτιαξα χειροποίητο βιβλίο και το έδωσα δε κάποιους φίλους, που τους έχω βαφτίσει "ιδανικούς αναγνώστες" μου, για να το κρίνουν αντικειμενικά. Μετά το έστειλα στους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών. Το βιβλίο αναφέρεται στην περιπλάνηση μιας φυλής Τουαρέγκ στην έρημο Σαχάρα και την υποσαχάρια Αφρική η οποία μάχεται τόσο για την φυσική της επιβίωση όσο και για την επιβίωση του πανάρχαιου πολιτισμού της με κάθε μέσο, σε ένα εχθρικό και συνάμα φορτισμένο, θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά, περιβάλλον. 
Κατά μια παράξενη συμπαντική συνωμοσία, την περίοδο που το πήρε στα χέρια του ο εκδοτικός οίκος Καστανιώτη εξέδιδε τον σημαντικό Λίβυο συγγραφέα Αλ Κούνι για πρώτη φορά στα ελληνικά, με το μυθιστόρημά του "Το Χρυσάφι και η Κατάρα της Ερήμου" όπου κι αυτός ο συγγραφέας - από φυλή των Τουαρέγκ ο ίδιος - ασχολείται με ένα παραπλήσιο θέμα των γαλάζιων ανθρώπων της ερήμου.

"Διαβάσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το έργο σας, αλλά δεν μπορούμε να το εντάξουμε στο εκδοτικό μας πρόγραμμα" ήταν η απάντηση.

Ζήτησα λοιπόν από τους "ιδανικούς μου αναγνώστες" να διαβάσουν και το βιβλίο του Κούνι, όχι για να κάνουν σύγκριση (το μυθιστόρημα του Κούνι είναι εξαιρετικό και το συστήνω ανεπιφύλακτα. Θα ήταν ιεροσυλία μια τέτοια σύγκριση) αλλά για να εντοπίσουν αν ένας μη Τουαρέγκ συγγραφέας που δεν έχει επισκεφτεί ποτέ αυτούς τους τόπους και δεν έχει γνωρίσει τη φιλοσοφία αυτών των αθρώπων, αποτύπωσε σωστά τη ατμόσφαιρα και εξέλιξε την ιστορία του σα να ήταν ένας Τουαρέγκ συγγραφέας, όπως είναι ο Κούνι. Τις απόψεις τους ότι τους άρεσε περισσότερο το δικό μου μυθιστόρημα τις κρίνω ως  καθαρά υποκειμενικές, στέκομαι μόνο στις επισημάνσεις τους ότι εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός της αμεσότητας και της καθαρότητας των χαρακτήρων του έργου, την απόδοση των τόπων και των περιγραφών, ενώ δεν γνώρισα ποτέ την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων, ούτε ποτέ περπάτησα στη Σαχάρα. 

Σήμερα το μυθιστόρημα βρίσκεται φυλακισμένο για έξη μήνες περίπου σε έναν άλλον εκδοτικό οίκο των Αθηνών με άλλον τίτλο (σε έναν άλλο εκδοτικό οίκο δεν άρεσε ο τίτλος) και όταν ζήτησα να αποσύρω την πρότασή μου προς έκδοση, έλαβα την απάντηση ότι δεσμεύτηκα να περιμένω την κρίση τους (για 9 μήνες!!!) και ότι θα μου απαντήσουν σύντομα..... 

Επειδή πιστεύω στις συμπαντικές συνωμοσίες 
- εξού και το ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ - περιμένω την επόμενη ευνοϊκή. 

Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω την ερημοποίηση του εκδοτικού τοπίου, όπου τα πάντα πλέον μετρώνται από το πώς σε λένε και πόσο μεγάλο κύκλο φίλων και γνωστών έχεις.

Αν το έργο δεν βγάζει δάκρυ, δεν συγκινεί, δεν ερωτεύεται σφόδρα, δεν έχει μέσα όμορφες γυναίκες και ελκυστικούς άνδρες, ελληνική πόλη, καφενεία, ούζα και υποκουλτούρα, θα σε φάνε τα φίδια και οι σκορπιοί της ερήμου. 

Αν πάλι έχεις φράγκα σου λένε, υπάρχει και η αυτοέκδοση, στην οποία όμως συνειδητά αντιστέκομαι.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Νοέμβρης 2017


Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ- ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ







To ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ αλλάζει σελίδα και γίνεται περισσότερο εξωστρεφές, αγκαλιάζοντας όλους τους δημιουργούς που πιστεύουν στην ελεύθερη πλεύση των έργων τους προς τους τελικούς αποδέκτες αναγνώστες. 

Όσοι λοιπόν συγγραφείς επιθυμούν,  μπορούν να στέλνουν στο blog ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και κριτική βιβλίου - όχι μυθιστορήματα - και θα δημοσιεύονται. Τα κείμενα πρέπει να είναι σε μορφή word και μέχρι 2.000 λέξεις τα διηγήματα, τα δοκίμια και η κριτική βιβλίου. 
Τα ποιήματα τα αφήνουμε ελεύθερα να φουσκώσουν τα πανιά τους γιατί η ποίηση δεν φυλακίζεται.

Επίσης συγγραφείς μπορούν να μας ενημερώνουν για παρουσιάσεις βιβλίων τους και οργανισμοί για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που διοργανώνουν ανά την Ελλάδα. 

Τα γραπτά σας μπορείτε να τα στέλνετε ενυπόγραφα στο mail: litzerin@gmail.com και θα δημοσιεύονται με σειρά προτεραιότητας. Δεν θα γίνονται δεκτά κείμενα που εξυμνούν τον ρατσισμό, τον φασισμό, τον ναζισμό, την πορνογραφία ή προωθούν τη βία σε κάθε της μορφή. Μαζί με το κείμενο απαραίτητο είναι ένα σύντομο βιογραφικό  και μια φωτογραφία που θα θέλατε να στολίζει το κείμενο σας σε μορφή jpeg. Μπορείτε να τα στείλετε και χωρίς φωτογραφία και εμείς θα διαλέξουμε μια να ταιριάζει με το περιεχόμενο.  

Οι συγγραφείς με την αποστολή του κειμένου τους αποδέχονται ρητά ότι:

α) τα πνευματικά δικαιώματα του έργου ανήκουν καθολοκληρίαν στον συγγραφέα.

β) ο διαχειριστής του blog μπορεί μόνο να προωθήσει το κείμενο στον προσωπικό του λογαριασμό face book προκειμένου να διαβαστεί το κείμενο από όσο μεγαλύτερο αριθμό προσώπων γίνεται.(η άδεια του συγγραφέα δίνεται με την αποστολή του έργου του

γ) κανένας άλλος δεν έχει δικαίωμα - εκτός από τον συγγραφέα και τον διαχειριστή του blog - να αναδημοσιεύσει το κείμενο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα. 

δ) το ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο του έργου, ούτε έχει δικαίωμα να το λογοκρίνει ή να επέμβει σε αυτό.

ε) έχουν κατοχυρώσει νομικά τα πνευματικά δικαιώματα του έργου τους.
--------- 



Περιμένουμε λοιπόν  τα έργα σας να τα διαβάσουμε και να τα δημοσιεύσουμε, για να φτάσουν στους αναγνώστες ελεύθερα. 

Για το Άλφα του Κενταύρου
Νοέμβρης 2017 

Ο Διαχειριστής του blog

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ





Την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017 στο Polis Cafe στην Αθήνα, ώρα 12:00, 
παρουσιάζεται το βιβλίο
ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ 
των εκδόσεων "Παράξενες Μέρες" 
στο οποίο συμμετέχω με ένα
βραβευμένο ποίημά μου

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ


Το μυθιστόρημα αυτό θα το χαρακτήριζα αστυνομικό-θρίλερ, του οποίου η πλοκή ξετυλίγεται μέσα σε ένα φορτισμένο ιστορικά περιβάλλον αυτό της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου αιώνα και την ανατολή του 20ου .  

Η ίδια η συγγραφέας μας έχει δώσει σημαντικά δείγματα της δουλειάς της ως ιστορικός μυθιστοριογράφοςαν είναι δόκιμος ο όρος – με κύριο χαρακτηριστικό της την εμμονή στην ιστορική λεπτομέρεια, χωρίς η μυθοπλασία να υποφέρει από την ιστορία. 

Έτσι μας εκπλήσσει ευχάριστα όταν για πρώτη φορά σε αυτό το βιβλίο παντρεύει το ιστορικό μυθιστόρημα με το αστυνομικό. 

Η ηρωίδα του βιβλίου –αρχειονόμος των Αρχείων της Πλατείας Κλαυθμώνος– δεν θα μπορούσε παρά να είναι Σαλονικιά. Άφησε πίσω τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη για να μη θυμάται. Στην Αθήνα όμως τίποτα δεν μπορεί να τη γοητεύσει και να την κάνει να αισθανθεί πως βρήκε το ιδανικό γι΄αυτή μέρος να ζήσει. 

Νοσταλγεί την υγρασία, την ομίχλη της Θεσσαλονίκης, τις βραδινές βόλτες, την παραλία. 

Εδώ η συγγραφέας επινοεί ένα ευφυέστατο τρικ απόδρασης της ηρωίδας από τη μιζέρια της Αθήνας και ταυτόχρονα εισόδου των αναγνωστών της στην ιστορία.

Μέσα στο χαρτομάνι των εφημερίδων του Αρχείου, το μάτι της πέφτει στο φύλλο μιας εφημερίδας. Φάρος της Θεσσαλονίκης, 22 Ιανουαρίου 1899. Πρωτοσέλιδο: «Προβλέπεται νίκη του Τρικουπικού κόμματος». Σ' ένα άλλο, ένα δελτίο τύπου αναφέρει έναν χορό της ελληνικής κοινότητας και τον παρευρισκόμενο ανιψιό του προξένου της Αυστρίας, Φρανκ Αμαντέους Μάγερ. Σε ένα τρίτο, διαβάζει: «Στυγερό έγκλημα στην πλάζα ντι Σιέντε Καλέντζος. Ο βαθύπλουτος χρηματιστής Αλή Σαράτσογλου βρέθηκε στραγγαλισμένος στο γραφείο του. Είχε πολλούς εχθρούς. Ύποπτοι για τον φόνο θεωρούνται,... »

Η πρώτη έκπληξη έρχεται εκεί που ενώ ο αναγνώστης θα περίμενε μια περιπλάνηση του μυαλού της ηρωίδας στη Θεσσαλονίκη του 1899, δεν συμβαίνει αυτό αλλά ένας από μηχανής Θεός την οδηγεί σωματικά και πνευματικά στη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής στο κέντρο των γεγονότων. 

Μια φωτιά στο Αρχείο αντί να σκοτώσει, ανασταίνει. Ανασταίνει μια ολόκληρη πόλη και μια εποχή.  

Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στην πολιπολιτισμική Θεσσαλονίκη του 1899, όπου οικονομικά, πολιτικά και προσωπικά συμφέροντα συνθέτουν μια κοινωνία πολύχρωμη, μια κοινωνία έντονων αντιθέσεων και διακριτών κοινωνικών τάξεων. Εβραίοι, Νεότουρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι, ξένες μυστικές υπηρεσίες, πλούσιοι και νεόπλουτοι αντάμα με φτωχούς και χρεωμένους.

Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη υπό τουρκική κατοχή και το ηθικό των Ελλήνων κατοίκων της πληγωμένο από την νωπή ντροπιαστική ήττα του 1897. Τα πάθη και οι δυστυχίες οδηγούν σε εγκλήματα μίσους και εκδίκησης. 

Οι εθνότητες της πόλης εκφράζονται μέσα από τις θρησκείες και τα έθιμά τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές συγκρούσεις.

Οι πολιτικές αντιθέσεις και οι επαναστατικές ομάδες Βουλγάρων, Τούρκων, Αυστριακών καθώς και τρομοκρατικές οργανώσεις, επιτείνουν τις συγκρούσεις και συνθέτουν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. 

Πάνω σε αυτόν τον πολύχρωμο εθνοτικό καμβά, η Καριζώνη θα εξελίξει το θρίλερ της αποκάλυψης του δολοφόνου με μαεστρία αστυνομικού μυθιστοριογράφου.

Ένα αγαπημένο στοιχείο της γραφής της Καριζώνη, το μεταφυσικό, διάχυτο και σε αυτό το έργο. Αριστοτεχνικά και άρτια παρουσιάζεται η ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης του 1899 και φυσικά ποιητικά δοσμένη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Καριζώνη είναι πρωτίστως ποιήτρια. Το κουβάρι του μύθου της ξετυλίγεται με μαεστρία και με το απαραίτητο σασπένς. Η ίδια δεν το αφήνει να κυλίσει ανεξέλεγκτο.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στην ποιητικότητα της γραφής της Καριζώνη, σε αυτό το βιβλίο περισσότερο, διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία έρωτα και ρομάντζου που ίσως να ταίριαζε μια τέτοια γραφή, αλλά για ένα αστυνομικό – θρίλερ μυθιστόρημα, που κάνει το εγχείρημα δύσκολο. Επειδή όμως η ποιητικότητα είναι φύση της συγγραφέως, ταίριαξε απόλυτα χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον συνεπαίρνει.

Η ομίχλη της Θεσσαλονίκης, το σήμα κατατεθέν της, καλύπτει την ιστορία. Μπήκε και στον τίτλο άλλωστε. Οι ήρωες του βιβλίου θα χορέψουν βάλς μέσα στην ομίχλη με τα προσωπικά τους φαντάσματα και το φάντασμα μια πόλης χαμένης και ταυτόχρονα εξόχως επικίνδυνης.

Ατέλειωτες εικόνες, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη , συναντάμε. Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Όχι μόνο η όραση, αλλά και η όσφρηση.  Σημαντικό λογοτεχνικό στοιχείο η όσφρηση για την άρτια παρουσίαση της ατμόσφαιρας. Στις σελίδες του έργου θα μυρίσουμε, βότανα και μπαχάρια στην Αιγυπτιακή αγορά, ναργιλέ, τρόφιμα στους πάγκους, φίνα μυρουδιά ντελικάτων υφασμάτων, αλλά και λάσπη και βρωμιά καταγωγίων. 
Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει από εκείνη τη Θεσσαλονίκη η χαλαρότητα, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να την χαρακτηρίζει.

Παρότι στο έργο η Καριζώνη εμμένει στη λεπτομέρεια, που κάποιος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει υπερβολική, εντούτοις με το διάβασμα των σελίδων, διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι όλα τα πραγματολογικά στοιχεία που παρατέθηκαν υπηρετούν αυστηρά την πλοκή και εντείνουν την αγωνία. Τσιγκλούν τον αναγνώστη να βρει τον δολοφόνο χωρίς όμως να το καταφέρνει στο τέλος.

Η εμμονή της Καριζώνη με τον Χρόνο και τον Τόπο, ευδιάκριτη και σε αυτό το έργο.

Κομμάτια του Χρόνου κολλημένα ταιριαστά στον Τόπο καθορίζουν τις προσωπικές διαδρομές των ηρώων. Συγκρούσεις και έρωτες οριοθετούν την ύπαρξη του καθενός και καταυγάζουν σκοτεινές πορείες.

Τέλος, όπως σε όλα τα προηγούμενα έργα της,  η συγγραφέας δεν αφήνει το μυαλό του αναγνώστη να τεμπελιάσει. Αφού καταφέρνει να μπολιάσει το μεδούλι του με την ιστορική και μυθοπλαστική ατμόσφαιρα του έργου, τον αφήνει να κολυμπήσει στα νερά των εικόνων της, έτοιμο κολυμβητή, έτοιμο να δώσει τις δικές του απαντήσεις, σε όσα του άφησε, εντέχνως, να ανακαλύψει.

Η γοητεία της γραφής άλλωστε βρίσκεται στα μικρά και σ΄όλα τα ανείπωτα του συγγραφέα. 

Μετά από τις πειρατικές της ιστορίες λοιπόν και τον Μεσαίωνα του Ευνούχου, το ξαναδουλεμενο Βαλς στην Ομίχλη είναι μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη που μας επιφύλασσε η Καριζώνη. Αξίζει νομίζω να το διαβάσετε. 

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Οκτώβρης 2017 


Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

SMS




Ο Νίκος έλλειπε όλη μέρα στη δουλειά και η Γιώτα καθόταν μόνη σπίτι. Δεν ήταν άνθρωπος των καφέδων και του κουτσομπολιού στη γειτονιά. Τα μεσημέρια εκείνος  πεταγόταν από τη δουλειά για μια μπουκιά φαγητό και μετά ξανά πίσω στο φροντιστήριο, μέχρι αργά το βράδυ που σχολούσαν τα ιδιαίτερα. Προετοίμαζε τους μαθητές στα μαθηματικά για τις Πανελλήνιες. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σε όλη την Αχαΐα και οι γονείς στέλνανε τα παιδιά τους στο φροντιστήριο που δούλευε, χώρια τα ιδιαίτερα. Όλη μέρα την έβγαζε με καφέ και τσιγάρο και η Γιώτα με τα μαγειρέματα, τα σιδερώματα και το διάβασμα της μικρής. Ο μεγάλος γιός ήταν φοιτητής. Όταν έλειπαν όλοι από το σπίτι δεν είχε κανέναν να μιλήσει. Το βράδυ προτού πέσει να κοιμηθεί του τηλεφωνούσε στο φροντιστήριο και του υπενθύμιζε να κλείσει την πόρτα του διαμερίσματος γιατί ήταν ξεχασιάρης και πολλές φορές έτυχε να την αφήσει ανοιχτή όλη νύχτα. Οι γονείς της είχαν πεθάνει, η αδελφή της έμενε μακριά. Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα η σιωπή σε ένα σπίτι, μέσα σε άδεια ντουβάρια για έναν άνθρωπο που φτιάχτηκε να μιλάει. Με την τεχνολογία δεν είχε ιδιαίτερη σχέση. Στην οικογένεια όλοι είχαν κινητό εκτός από αυτή. Ένα μεσημέρι καθώς τρώγανε τον κρασάτο κόκορα που του έφτιαξε κι εκείνος είχε πιει και τις τρεις  κοκακόλες του μέσα σε μεγάλο ποτήρι μπύρας, κατά πως συνήθιζε, του ξεφούρνισε
«Θέλω να μου πάρεις ένα κινητό»
«Τι να το κάνεις;»
«Έτσι να έχω κάτι να ασχολούμαι όταν είμαι μόνη, να  μπαίνω στο f.b να μιλάω με την αδελφή μου» απόρησε με την ξαφνική της επιθυμία, αλλά δεν μπορούσε να την κακοκαρδίσει, γιατί ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να μείνει δευτερόλεπτο ζωντανός χωρίς να πει μια κουβέντα. Την  άλλη μέρα της έφερε ένα καινούριο καρτοκινητό, της έδειξε τα βασικά και καταχωρίσανε όλοι τον αριθμό της στα κινητά τους.
Το βράδυ γύρισε πιο νωρίς σπίτι και έπεσε με τα μούτρα στο Τσαμπιονς Λιγκ. Ο μεγάλος γιός έλειπε στην Αθήνα και η μικρή είχε πέσει νωρίς για ύπνο γιατί το πρωί έπρεπε να πάει σχολείο. Έκανε μερικές βόλτες στο σαλόνι, η προσοχή του Νίκου δεν αποσπάσθηκε στιγμή από  το ματς, τον ρώτησε αν θέλει κάτι, εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, του είπε ότι θα πέσει για ύπνο, εκείνος ξανακούνησε το κεφάλι θετικά, έκανε ξανά μια στροφή μπροστά του, «έλα βρε Γιώτα φύγε από μπροστά τώρα» διαμαρτυρήθηκε, τον άφησε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Δεν είχε τελειώσει το ματς ακόμη και ένα κουδούνισμα εισερχόμενου μηνύματος ήρθε στο κινητό του. Τα σήκωσε γρήγορα από την μπρούμυτη θέση που το είχε αφήσει και έσκυψε στην φωτισμένη οθόνη.
«Γιώτα» Το μαθηματικό του μυαλό δούλεψε με χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο. Η Γιώτα μήνυμα σε μένα μόλις βγήκε από το δωμάτιο; Που δεν έμαθε ακόμη να πατάει το πράσινο τηλεφωνάκι να απαντήσει σε κλήση; Σε άλλον στέλνει μήνυμα από το κρεβάτι και το έστειλε κατά λάθος σε μένα. Αυτό ήταν. Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Τα δευτερόλεπτα  που πέρασαν μέχρι να ανοίξει το μήνυμα, ολόκληρος χρόνος. Το γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα ούτε το είδε, ούτε το άκουσε. Πέρασε το δάχτυλο στην οθόνη και άνοιξε το μήνυμα
«Νίκο μη ξεχάσεις να κλείσεις την πόρτα του διαμερίσματος»


* * * * *
2017