Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ




Ένα από τα μυθιστορήματα που έγραψα και παραμένουν ανέκδοτα είναι και το "Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ" . Κατά την προσφιλή μου τακτική το έφτιαξα χειροποίητο βιβλίο και το έδωσα δε κάποιους φίλους, που τους έχω βαφτίσει "ιδανικούς αναγνώστες" μου, για να το κρίνουν αντικειμενικά. Μετά το έστειλα στους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών. Το βιβλίο αναφέρεται στην περιπλάνηση μιας φυλής Τουαρέγκ στην έρημο Σαχάρα και την υποσαχάρια Αφρική η οποία μάχεται τόσο για την φυσική της επιβίωση όσο και για την επιβίωση του πανάρχαιου πολιτισμού της με κάθε μέσο, σε ένα εχθρικό και συνάμα φορτισμένο, θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά, περιβάλλον. 
Κατά μια παράξενη συμπαντική συνωμοσία, την περίοδο που το πήρε στα χέρια του ο εκδοτικός οίκος Καστανιώτη εξέδιδε τον σημαντικό Λίβυο συγγραφέα Αλ Κούνι για πρώτη φορά στα ελληνικά, με το μυθιστόρημά του "Το Χρυσάφι και η Κατάρα της Ερήμου" όπου κι αυτός ο συγγραφέας - από φυλή των Τουαρέγκ ο ίδιος - ασχολείται με ένα παραπλήσιο θέμα των γαλάζιων ανθρώπων της ερήμου.

"Διαβάσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το έργο σας, αλλά δεν μπορούμε να το εντάξουμε στο εκδοτικό μας πρόγραμμα" ήταν η απάντηση.

Ζήτησα λοιπόν από τους "ιδανικούς μου αναγνώστες" να διαβάσουν και το βιβλίο του Κούνι, όχι για να κάνουν σύγκριση (το μυθιστόρημα του Κούνι είναι εξαιρετικό και το συστήνω ανεπιφύλακτα. Θα ήταν ιεροσυλία μια τέτοια σύγκριση) αλλά για να εντοπίσουν αν ένας μη Τουαρέγκ συγγραφέας που δεν έχει επισκεφτεί ποτέ αυτούς τους τόπους και δεν έχει γνωρίσει τη φιλοσοφία αυτών των αθρώπων, αποτύπωσε σωστά τη ατμόσφαιρα και εξέλιξε την ιστορία του σα να ήταν ένας Τουαρέγκ συγγραφέας, όπως είναι ο Κούνι. Τις απόψεις τους ότι τους άρεσε περισσότερο το δικό μου μυθιστόρημα τις κρίνω ως  καθαρά υποκειμενικές, στέκομαι μόνο στις επισημάνσεις τους ότι εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός της αμεσότητας και της καθαρότητας των χαρακτήρων του έργου, την απόδοση των τόπων και των περιγραφών, ενώ δεν γνώρισα ποτέ την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων, ούτε ποτέ περπάτησα στη Σαχάρα. 

Σήμερα το μυθιστόρημα βρίσκεται φυλακισμένο για έξη μήνες περίπου σε έναν άλλον εκδοτικό οίκο των Αθηνών με άλλον τίτλο (σε έναν άλλο εκδοτικό οίκο δεν άρεσε ο τίτλος) και όταν ζήτησα να αποσύρω την πρότασή μου προς έκδοση, έλαβα την απάντηση ότι δεσμεύτηκα να περιμένω την κρίση τους (για 9 μήνες!!!) και ότι θα μου απαντήσουν σύντομα..... 

Επειδή πιστεύω στις συμπαντικές συνωμοσίες 
- εξού και το ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ - περιμένω την επόμενη ευνοϊκή. 

Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω την ερημοποίηση του εκδοτικού τοπίου, όπου τα πάντα πλέον μετρώνται από το πώς σε λένε και πόσο μεγάλο κύκλο φίλων και γνωστών έχεις.

Αν το έργο δεν βγάζει δάκρυ, δεν συγκινεί, δεν ερωτεύεται σφόδρα, δεν έχει μέσα όμορφες γυναίκες και ελκυστικούς άνδρες, ελληνική πόλη, καφενεία, ούζα και υποκουλτούρα, θα σε φάνε τα φίδια και οι σκορπιοί της ερήμου. 

Αν πάλι έχεις φράγκα σου λένε, υπάρχει και η αυτοέκδοση, στην οποία όμως συνειδητά αντιστέκομαι.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Νοέμβρης 2017


Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ- ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ







To ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ αλλάζει σελίδα και γίνεται περισσότερο εξωστρεφές, αγκαλιάζοντας όλους τους δημιουργούς που πιστεύουν στην ελεύθερη πλεύση των έργων τους προς τους τελικούς αποδέκτες αναγνώστες. 

Όσοι λοιπόν συγγραφείς επιθυμούν,  μπορούν να στέλνουν στο blog ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια και κριτική βιβλίου - όχι μυθιστορήματα - και θα δημοσιεύονται. Τα κείμενα πρέπει να είναι σε μορφή word και μέχρι 2.000 λέξεις τα διηγήματα, τα δοκίμια και η κριτική βιβλίου. 
Τα ποιήματα τα αφήνουμε ελεύθερα να φουσκώσουν τα πανιά τους γιατί η ποίηση δεν φυλακίζεται.

Επίσης συγγραφείς μπορούν να μας ενημερώνουν για παρουσιάσεις βιβλίων τους και οργανισμοί για λογοτεχνικούς διαγωνισμούς που διοργανώνουν ανά την Ελλάδα. 

Τα γραπτά σας μπορείτε να τα στέλνετε ενυπόγραφα στο mail: litzerin@otenet.gr και θα δημοσιεύονται με σειρά προτεραιότητας. Δεν θα γίνονται δεκτά κείμενα που εξυμνούν τον ρατσισμό, τον φασισμό, τον ναζισμό, την πορνογραφία ή προωθούν τη βία σε κάθε της μορφή. Μαζί με το κείμενο απαραίτητο είναι ένα σύντομο βιογραφικό  και μια φωτογραφία που θα θέλατε να στολίζει το κείμενο σας σε μορφή jpeg. Μπορείτε να τα στείλετε και χωρίς φωτογραφία και εμείς θα διαλέξουμε μια να ταιριάζει με το περιεχόμενο.  

Οι συγγραφείς με την αποστολή του κειμένου τους αποδέχονται ρητά ότι:

α) τα πνευματικά δικαιώματα του έργου ανήκουν καθολοκληρίαν στον συγγραφέα.

β) ο διαχειριστής του blog μπορεί μόνο να προωθήσει το κείμενο στον προσωπικό του λογαριασμό face book προκειμένου να διαβαστεί το κείμενο από όσο μεγαλύτερο αριθμό προσώπων γίνεται.(η άδεια του συγγραφέα δίνεται με την αποστολή του έργου του

γ) κανένας άλλος δεν έχει δικαίωμα - εκτός από τον συγγραφέα και τον διαχειριστή του blog - να αναδημοσιεύσει το κείμενο χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα. 

δ) το ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ δεν ευθύνεται για το περιεχόμενο του έργου, ούτε έχει δικαίωμα να το λογοκρίνει ή να επέμβει σε αυτό.

ε) έχουν κατοχυρώσει νομικά τα πνευματικά δικαιώματα του έργου τους.
--------- 



Περιμένουμε λοιπόν  τα έργα σας να τα διαβάσουμε και να τα δημοσιεύσουμε, για να φτάσουν στους αναγνώστες ελεύθερα. 

Για το Άλφα του Κενταύρου
Νοέμβρης 2017 

Ο Διαχειριστής του blog

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ





Την Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017 στο Polis Cafe στην Αθήνα, ώρα 12:00, 
παρουσιάζεται το βιβλίο
ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ 
των εκδόσεων "Παράξενες Μέρες" 
στο οποίο συμμετέχω με ένα
βραβευμένο ποίημά μου

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ - ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

ΒΑΛΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ


Το μυθιστόρημα αυτό θα το χαρακτήριζα αστυνομικό-θρίλερ, του οποίου η πλοκή ξετυλίγεται μέσα σε ένα φορτισμένο ιστορικά περιβάλλον αυτό της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 19ου αιώνα και την ανατολή του 20ου .  

Η ίδια η συγγραφέας μας έχει δώσει σημαντικά δείγματα της δουλειάς της ως ιστορικός μυθιστοριογράφοςαν είναι δόκιμος ο όρος – με κύριο χαρακτηριστικό της την εμμονή στην ιστορική λεπτομέρεια, χωρίς η μυθοπλασία να υποφέρει από την ιστορία. 

Έτσι μας εκπλήσσει ευχάριστα όταν για πρώτη φορά σε αυτό το βιβλίο παντρεύει το ιστορικό μυθιστόρημα με το αστυνομικό. 

Η ηρωίδα του βιβλίου –αρχειονόμος των Αρχείων της Πλατείας Κλαυθμώνος– δεν θα μπορούσε παρά να είναι Σαλονικιά. Άφησε πίσω τη ζωή της στη Θεσσαλονίκη για να μη θυμάται. Στην Αθήνα όμως τίποτα δεν μπορεί να τη γοητεύσει και να την κάνει να αισθανθεί πως βρήκε το ιδανικό γι΄αυτή μέρος να ζήσει. 

Νοσταλγεί την υγρασία, την ομίχλη της Θεσσαλονίκης, τις βραδινές βόλτες, την παραλία. 

Εδώ η συγγραφέας επινοεί ένα ευφυέστατο τρικ απόδρασης της ηρωίδας από τη μιζέρια της Αθήνας και ταυτόχρονα εισόδου των αναγνωστών της στην ιστορία.

Μέσα στο χαρτομάνι των εφημερίδων του Αρχείου, το μάτι της πέφτει στο φύλλο μιας εφημερίδας. Φάρος της Θεσσαλονίκης, 22 Ιανουαρίου 1899. Πρωτοσέλιδο: «Προβλέπεται νίκη του Τρικουπικού κόμματος». Σ' ένα άλλο, ένα δελτίο τύπου αναφέρει έναν χορό της ελληνικής κοινότητας και τον παρευρισκόμενο ανιψιό του προξένου της Αυστρίας, Φρανκ Αμαντέους Μάγερ. Σε ένα τρίτο, διαβάζει: «Στυγερό έγκλημα στην πλάζα ντι Σιέντε Καλέντζος. Ο βαθύπλουτος χρηματιστής Αλή Σαράτσογλου βρέθηκε στραγγαλισμένος στο γραφείο του. Είχε πολλούς εχθρούς. Ύποπτοι για τον φόνο θεωρούνται,... »

Η πρώτη έκπληξη έρχεται εκεί που ενώ ο αναγνώστης θα περίμενε μια περιπλάνηση του μυαλού της ηρωίδας στη Θεσσαλονίκη του 1899, δεν συμβαίνει αυτό αλλά ένας από μηχανής Θεός την οδηγεί σωματικά και πνευματικά στη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής στο κέντρο των γεγονότων. 

Μια φωτιά στο Αρχείο αντί να σκοτώσει, ανασταίνει. Ανασταίνει μια ολόκληρη πόλη και μια εποχή.  

Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στην πολιπολιτισμική Θεσσαλονίκη του 1899, όπου οικονομικά, πολιτικά και προσωπικά συμφέροντα συνθέτουν μια κοινωνία πολύχρωμη, μια κοινωνία έντονων αντιθέσεων και διακριτών κοινωνικών τάξεων. Εβραίοι, Νεότουρκοι, Έλληνες, Βούλγαροι, ξένες μυστικές υπηρεσίες, πλούσιοι και νεόπλουτοι αντάμα με φτωχούς και χρεωμένους.

Η Θεσσαλονίκη είναι ακόμη υπό τουρκική κατοχή και το ηθικό των Ελλήνων κατοίκων της πληγωμένο από την νωπή ντροπιαστική ήττα του 1897. Τα πάθη και οι δυστυχίες οδηγούν σε εγκλήματα μίσους και εκδίκησης. 

Οι εθνότητες της πόλης εκφράζονται μέσα από τις θρησκείες και τα έθιμά τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές συγκρούσεις.

Οι πολιτικές αντιθέσεις και οι επαναστατικές ομάδες Βουλγάρων, Τούρκων, Αυστριακών καθώς και τρομοκρατικές οργανώσεις, επιτείνουν τις συγκρούσεις και συνθέτουν μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. 

Πάνω σε αυτόν τον πολύχρωμο εθνοτικό καμβά, η Καριζώνη θα εξελίξει το θρίλερ της αποκάλυψης του δολοφόνου με μαεστρία αστυνομικού μυθιστοριογράφου.

Ένα αγαπημένο στοιχείο της γραφής της Καριζώνη, το μεταφυσικό, διάχυτο και σε αυτό το έργο. Αριστοτεχνικά και άρτια παρουσιάζεται η ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης του 1899 και φυσικά ποιητικά δοσμένη. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Καριζώνη είναι πρωτίστως ποιήτρια. Το κουβάρι του μύθου της ξετυλίγεται με μαεστρία και με το απαραίτητο σασπένς. Η ίδια δεν το αφήνει να κυλίσει ανεξέλεγκτο.

Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στην ποιητικότητα της γραφής της Καριζώνη, σε αυτό το βιβλίο περισσότερο, διότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ιστορία έρωτα και ρομάντζου που ίσως να ταίριαζε μια τέτοια γραφή, αλλά για ένα αστυνομικό – θρίλερ μυθιστόρημα, που κάνει το εγχείρημα δύσκολο. Επειδή όμως η ποιητικότητα είναι φύση της συγγραφέως, ταίριαξε απόλυτα χωρίς να ξενίζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον συνεπαίρνει.

Η ομίχλη της Θεσσαλονίκης, το σήμα κατατεθέν της, καλύπτει την ιστορία. Μπήκε και στον τίτλο άλλωστε. Οι ήρωες του βιβλίου θα χορέψουν βάλς μέσα στην ομίχλη με τα προσωπικά τους φαντάσματα και το φάντασμα μια πόλης χαμένης και ταυτόχρονα εξόχως επικίνδυνης.

Ατέλειωτες εικόνες, που ταξιδεύουν τον αναγνώστη , συναντάμε. Όλες οι αισθήσεις σε εγρήγορση. Όχι μόνο η όραση, αλλά και η όσφρηση.  Σημαντικό λογοτεχνικό στοιχείο η όσφρηση για την άρτια παρουσίαση της ατμόσφαιρας. Στις σελίδες του έργου θα μυρίσουμε, βότανα και μπαχάρια στην Αιγυπτιακή αγορά, ναργιλέ, τρόφιμα στους πάγκους, φίνα μυρουδιά ντελικάτων υφασμάτων, αλλά και λάσπη και βρωμιά καταγωγίων. 
Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει από εκείνη τη Θεσσαλονίκη η χαλαρότητα, που εξακολουθεί μέχρι σήμερα να την χαρακτηρίζει.

Παρότι στο έργο η Καριζώνη εμμένει στη λεπτομέρεια, που κάποιος θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει υπερβολική, εντούτοις με το διάβασμα των σελίδων, διαπιστώνει ο αναγνώστης ότι όλα τα πραγματολογικά στοιχεία που παρατέθηκαν υπηρετούν αυστηρά την πλοκή και εντείνουν την αγωνία. Τσιγκλούν τον αναγνώστη να βρει τον δολοφόνο χωρίς όμως να το καταφέρνει στο τέλος.

Η εμμονή της Καριζώνη με τον Χρόνο και τον Τόπο, ευδιάκριτη και σε αυτό το έργο.

Κομμάτια του Χρόνου κολλημένα ταιριαστά στον Τόπο καθορίζουν τις προσωπικές διαδρομές των ηρώων. Συγκρούσεις και έρωτες οριοθετούν την ύπαρξη του καθενός και καταυγάζουν σκοτεινές πορείες.

Τέλος, όπως σε όλα τα προηγούμενα έργα της,  η συγγραφέας δεν αφήνει το μυαλό του αναγνώστη να τεμπελιάσει. Αφού καταφέρνει να μπολιάσει το μεδούλι του με την ιστορική και μυθοπλαστική ατμόσφαιρα του έργου, τον αφήνει να κολυμπήσει στα νερά των εικόνων της, έτοιμο κολυμβητή, έτοιμο να δώσει τις δικές του απαντήσεις, σε όσα του άφησε, εντέχνως, να ανακαλύψει.

Η γοητεία της γραφής άλλωστε βρίσκεται στα μικρά και σ΄όλα τα ανείπωτα του συγγραφέα. 

Μετά από τις πειρατικές της ιστορίες λοιπόν και τον Μεσαίωνα του Ευνούχου, το ξαναδουλεμενο Βαλς στην Ομίχλη είναι μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη που μας επιφύλασσε η Καριζώνη. Αξίζει νομίζω να το διαβάσετε. 

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Οκτώβρης 2017 


Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

SMS




Ο Νίκος έλλειπε όλη μέρα στη δουλειά και η Γιώτα καθόταν μόνη σπίτι. Δεν ήταν άνθρωπος των καφέδων και του κουτσομπολιού στη γειτονιά. Τα μεσημέρια εκείνος  πεταγόταν από τη δουλειά για μια μπουκιά φαγητό και μετά ξανά πίσω στο φροντιστήριο, μέχρι αργά το βράδυ που σχολούσαν τα ιδιαίτερα. Προετοίμαζε τους μαθητές στα μαθηματικά για τις Πανελλήνιες. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί σε όλη την Αχαΐα και οι γονείς στέλνανε τα παιδιά τους στο φροντιστήριο που δούλευε, χώρια τα ιδιαίτερα. Όλη μέρα την έβγαζε με καφέ και τσιγάρο και η Γιώτα με τα μαγειρέματα, τα σιδερώματα και το διάβασμα της μικρής. Ο μεγάλος γιός ήταν φοιτητής. Όταν έλειπαν όλοι από το σπίτι δεν είχε κανέναν να μιλήσει. Το βράδυ προτού πέσει να κοιμηθεί του τηλεφωνούσε στο φροντιστήριο και του υπενθύμιζε να κλείσει την πόρτα του διαμερίσματος γιατί ήταν ξεχασιάρης και πολλές φορές έτυχε να την αφήσει ανοιχτή όλη νύχτα. Οι γονείς της είχαν πεθάνει, η αδελφή της έμενε μακριά. Δεν είναι και το καλύτερο πράγμα η σιωπή σε ένα σπίτι, μέσα σε άδεια ντουβάρια για έναν άνθρωπο που φτιάχτηκε να μιλάει. Με την τεχνολογία δεν είχε ιδιαίτερη σχέση. Στην οικογένεια όλοι είχαν κινητό εκτός από αυτή. Ένα μεσημέρι καθώς τρώγανε τον κρασάτο κόκορα που του έφτιαξε κι εκείνος είχε πιει και τις τρεις  κοκακόλες του μέσα σε μεγάλο ποτήρι μπύρας, κατά πως συνήθιζε, του ξεφούρνισε
«Θέλω να μου πάρεις ένα κινητό»
«Τι να το κάνεις;»
«Έτσι να έχω κάτι να ασχολούμαι όταν είμαι μόνη, να  μπαίνω στο f.b να μιλάω με την αδελφή μου» απόρησε με την ξαφνική της επιθυμία, αλλά δεν μπορούσε να την κακοκαρδίσει, γιατί ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να μείνει δευτερόλεπτο ζωντανός χωρίς να πει μια κουβέντα. Την  άλλη μέρα της έφερε ένα καινούριο καρτοκινητό, της έδειξε τα βασικά και καταχωρίσανε όλοι τον αριθμό της στα κινητά τους.
Το βράδυ γύρισε πιο νωρίς σπίτι και έπεσε με τα μούτρα στο Τσαμπιονς Λιγκ. Ο μεγάλος γιός έλειπε στην Αθήνα και η μικρή είχε πέσει νωρίς για ύπνο γιατί το πρωί έπρεπε να πάει σχολείο. Έκανε μερικές βόλτες στο σαλόνι, η προσοχή του Νίκου δεν αποσπάσθηκε στιγμή από  το ματς, τον ρώτησε αν θέλει κάτι, εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά, του είπε ότι θα πέσει για ύπνο, εκείνος ξανακούνησε το κεφάλι θετικά, έκανε ξανά μια στροφή μπροστά του, «έλα βρε Γιώτα φύγε από μπροστά τώρα» διαμαρτυρήθηκε, τον άφησε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Δεν είχε τελειώσει το ματς ακόμη και ένα κουδούνισμα εισερχόμενου μηνύματος ήρθε στο κινητό του. Τα σήκωσε γρήγορα από την μπρούμυτη θέση που το είχε αφήσει και έσκυψε στην φωτισμένη οθόνη.
«Γιώτα» Το μαθηματικό του μυαλό δούλεψε με χίλιες στροφές το δευτερόλεπτο. Η Γιώτα μήνυμα σε μένα μόλις βγήκε από το δωμάτιο; Που δεν έμαθε ακόμη να πατάει το πράσινο τηλεφωνάκι να απαντήσει σε κλήση; Σε άλλον στέλνει μήνυμα από το κρεβάτι και το έστειλε κατά λάθος σε μένα. Αυτό ήταν. Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Τα δευτερόλεπτα  που πέρασαν μέχρι να ανοίξει το μήνυμα, ολόκληρος χρόνος. Το γκολ που μπήκε στις καθυστερήσεις του αγώνα ούτε το είδε, ούτε το άκουσε. Πέρασε το δάχτυλο στην οθόνη και άνοιξε το μήνυμα
«Νίκο μη ξεχάσεις να κλείσεις την πόρτα του διαμερίσματος»


* * * * *
2017

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ






Το διήγημά μου Η ΦΛΟΓΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ επιλέχθηκε από την κριτική επιτροπή στη Μικρή Λίστα του διαγωνισμού "Παράξενοι Έρωτες". 


Μόλις κυκλοφορήσει το συλλογικό έργο, όπου θα συμπεριλαμβάνεται, θα σας ενημερώσω. 

Το μόνο που μπορώ να πω για το διήγημα είναι ότι εμπνεύστηκα τον Παράξενο Έρωτα της δικής μου ιστορίας από τον αρχαίο μύθο της Ηρούς και του Λέανδρου. Τον έρωτά τους ύμνησαν ποιητές όπως ο Μουσαίος, ο Οβίδιος, ο Βιργίλιος, ο Παρτιάλης

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ - ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΒΑΓΓΛΗΣ / Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΜΙΑ ΦΑΡΣΑ




Πριν μερικούς μήνες πήρα στα χέρια μου το βιβλίο του φίλου εκπαιδευτικού, δημοσιογράφου, συγγραφέα Στέργιου Βαγγλή Η ΖΩΗ ΤΟΥΣ ΜΙΑ ΦΑΡΣΑ (τόσο σε ηλεκτρονική, όσο και σε καλαίσθητη έντυπη μορφή των εκδόσεων Εντευκτηρίου). Επειδή όμως έχω ως αρχή μου όταν γράφω να μη διαβάζω έργα άλλων συγγραφέων για να μη επηρεαστώ (δεν ξέρω αν είναι σωστό, αλλά έτσι συνήθισα) δεν ξεκίνησα αμέσως την ανάγνωση τότε.

Ο Στέργιος Βαγγλής είναι καταξιωμένος Χαλκιδικιώτης συγγραφέας με πλούσια συγγραφική δράση, κοινωνική και πολιτική. Όσοι διαβάσουν το βιβλίο του θα μάθουν εύκολα για το συγγραφικό του έργο από το βιογραφικό του και μόνο.

Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει ένας αναγνώστης, καθώς διαβάζει τις σελίδες του έργου, είναι η σχολαστική και προσεγμένη φιλολογική επιμέλεια, όπου κάθε λέξη, κάθε συλλαβή, κάθε σύνταξη, κάθε πρόταση, κάθε κόμμα και τελεία είναι προσεκτικά καρφιτσωμένες στο σύνολο, χωρίς να το καθιστούν αποστειρωμένο και άχρωμο, ένας σοβαρός κίνδυνος που μπορεί να προκύψει από την υπέρμετρη φιλολογική επιμέλεια. Φιλόλογος ο ίδιος, ξέρει να διακρίνει την ουσία  από την επιτήδευση με τη χρήση σωστού συντακτικού και παράθεση κατάλληλων λέξεων, χωρίς να μετατρέπεται αυτό σε μια ανιαρή διορθωμένη έκθεση σκέψεων.

Η αφήγηση ανατίθεται σε έναν παντογνώστη αφηγητή σε τρίτο πρόσωπο, ψυχρό, ο οποίος κρατά αποστάσεις από τους ήρωες του έργου, τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια την ανοικείωση των συναισθημάτων του, όπως πρέπει. Η απόσταση δε συγγραφέα και αφηγητή σωστή, καθόλη τη διάρκεια του έργου. Ενώ θα μπορούσαμε να επιτρέψουμε την ταύτιση του συγγραφέα με τον πρωταγωνιστή ή κάποιον άλλον ήρωα του έργου, ούτε αυτό αφήνει ο συγγραφέας να διαφανεί και έτσι έχουμε τα δυο πρόσωπα, του συγγραφέα και του αφηγητή, ανοίκεια συναισθημάτων και ξένα μεταξύ τους, δείγμα έμπειρου και καλού συγγραφέα.

Η γλώσσα λιτή, αλλά και λυρική ενίοτε (περιγραφές τόπων) χωρίς όμως αυτός λυρισμός να χαλάει τη συνολική εικόνα και να φτάνει σε υπερβολές ή και μελό καταστάσεις. Άριστος γνώστης της ελληνικής, δεν αφήνει τίποτα παρείσακτο να χαλάσει τον λόγο του και να θέσει σε κίνδυνο όλο το οικοδόμημα. Οι παρομοιώσεις προσεγμένες, τα επίθετα και οι επιθετικοί προσδιορισμοί περιορισμένα και ενταγμένα στο κείμενο προς εξυπηρέτηση και μόνο της μυθοπλασίας. Ακόμη και ο δοκιμιακός του λόγος, που είναι αλήθεια κυριαρχεί στο έργο, δεν αφήνει ούτε καν υπόνοια, του έμφυτου σε κάθε συγγραφέα, ναρκισσισμού, ο οποίος αποτελεί πάντα την αχίλλειο πτέρνα των συγγραφέων. 

Ο συγγραφέας Στέργιος Βαγγλής γράφει λοιπόν και δεν μιλάει. 

Σωστές χρονικές υπερβάσεις, που άλλοτε επιβραδύνουν ομαλά την ιστορία και άλλοτε την επιταχύνουν, ομορφαίνουν το έργο και βοηθούν τον αναγνώστη να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ιστορίας με ενδιαφέρον, χωρίς να βαραίνουν τα χέρια του και να χαμηλώνουν τα βλέφαρα.

Στις εικόνες που συνθέτει συμμετέχουν ισότιμα όλες οι αισθήσεις και όχι μόνο η όραση

«… το τετραπόδισμα του αλόγου, συνδυασμένο με τον ρυθμό της περιλαίμιας κουδουνίστρας του, κρατούσαν το ακομπανιαμέντο ενός ευχάριστου τραγουδιού»

«… οι πρώτες σταγόνες άνοιξαν μικροσκοπικούς κρατήρες στο αφράτο έδαφος, που αντέδρασε αναδύοντας υγρή οσμή χωματίλας»


Η περιγραφή του κόσμου της φυλακής γίνεται με τρόπο που δεν καταλήγει ούτε στην μυθοποίησή της, ούτε στην απομυθοποίησή της. Περιγραφές καταστάσεων που ταιριάζουν σε περιβάλλον φυλακής και συνάμα απλές και ανθρώπινες, φτιάχνουν έναν κόσμο υπαρκτό, ο οποίος σε καμμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τη ζωή, αλλά ούτε υπολείπεται αυτής.

Ο Βαγγλής στο χτίσιμο της μυθοπλασίας του χρησιμοποιεί πολλά κλισέ, τα οποία, είναι αλήθεια, στην αρχή με τρόμαξαν. Ο Θανάσης (κεντρικός ήρωας) μαθαίνει ότι πάσχει από καρκίνο και ότι έχει ακόμη εξ μήνες ζωής. Αναθεωρεί τη ζωή του και τη σκέψη του, τις οικογενειακές και φιλικές του σχέσεις, τον έρωτα, το σεξ, τις επιλογές και προτεραιότητές του. Δέχεται να συμμετάσχει σε μια παράνομη πράξη με όφελος ένα σεβαστό ποσό για να μπορέσει να ζήσει αξιοπρεπώς η οικογένεια μετά τον θάνατό του. 

Έτσι, ενώ όλα δείχνουν μια μελό μετεξέλιξη της ιστορίας, με επιδέξιο τρόπο ο συγγραφέας μας οδηγεί σε άλλα μονοπάτια του νου και μας βάζει να σκεφτούμε τα αδιέξοδα της ζωής και όχι τις λύσεις, οι οποίες βέβαια θα έρθουν στο τέλος, αλλά πρώτα θα φιλτραριστούν από μια σειρά λυτρωτικών διεργασιών, όπου ο κάθε ήρωας θα κολαστεί και μετά θα καθαρθεί, μαζί του και ο αναγνώστης.

Όταν είναι βέβαιος ο θάνατος, άμεσα ορατός και χρονικά προσδιορισμένος, ως δια μαγείας όλα τα προβλήματα λύνονται και οι απαντήσεις στα ερωτήματα μοιάζουν εύκολες. Όταν όμως ο θάνατος δεν υπολογίζεται στο παιχνίδι της ζωής και φαντάζει μακρινός, τότε τα προβλήματα εμφανίζονται πελώρια και δυσεπίλυτα. 

Είναι ακριβώς αυτή η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της ζωής και του θανάτου που ο Βαγγλής την αντιμετωπίζει ως φάρσα της ζωής, έχει όμως συνένοχό της τον θάνατο. Χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να σκαρώσει με επιτυχία τη   φάρσα της.   

Οι προσωπικές ζωές όλων των προσώπων που συμμετέχουν στην ιστορία, ξεδιπλώνονται με όμορφο τρόπο, είτε με επιβραδυντικές αναδρομές, είτε με όνειρα, είτε με αναπολήσεις που κοσμούν διάσπαρτα το έργο, έτσι στο τέλος ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της ζωής του καθενός χωρίς να παραλείπεται κανένας.  

Ο συγγραφέας σκιαγραφεί τους ήρωες, την προσωπικότητα και τον ψυχισμό τους, κυρίως με όχημα τον δοκιμιακό και αφηγηματικό λόγο του. Θα προτιμούσα να γίνονταν αυτή η ψυχογραφική δόμηση περισσότερο μέσα από τους διαλόγους και τις πράξεις, αλλά αυτή είναι μια προσωπική εκτίμηση, ίσως και συγγραφική εμμονή ή διαστροφή. Επίσης πιστεύω ότι θα συνιστούσε μια άλλη ρώμη αν μετά το πρώτο κεφάλαιο, όπου ο πρωταγωνιστής Θανάσης λέει στους συγκρατούμενούς του πώς κατέληξε στη φυλακή, αυτή η εξιστόρηση να μην γίνονταν από τον ίδιο τον αφηγητή, αλλά ο συγγραφέας να επέλεγε τον ίδιο τον ήρωα να αφηγηθεί την ιστορία του σε πρώτο πρόσωπο. Ίσως η παράθεση γεγονότων επάλληλων με την ιστορία του Θανάση, που δεν γνώριζε όμως ο ίδιος, να ανάγκασε τον συγγραφέα να μη προσθέσει και δεύτερο αφηγητή στο έργο. Είναι μια επισήμανση προσωπική, η οποία πιστεύω όμως θα έδινε άλλη δυναμική στο έργο και θα έσπαγε τη μονοτονία του ενός παντογνώστη αφηγητή.

Οι ανατροπές στην ιστορία έρχονται αργά και ο χρόνος κυλά προσεκτικά δομημένος από τον συγγραφέα μέχρι την τελική κάθαρση. 

Ο Βαγγλής, άριστος γνώστης της δομής της αρχαίας τραγωδίας, οικοδόμησε το έργο του γνωρίζοντας ότι πρέπει οι αναγνώστες να εισπράξουν την κάθαρση των ψυχών και των πράξεων και το δίνει αυτό στο τέλος με περισσή λιτότητα, χωρίς να κάνει επιτηδευμένο κρότο.

Για την ιστορία τώρα ο Θανάσης, παντρεμένος με τη Μελίνα, πληροφορείται ότι πάσχει από καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο και ότι έχει ακόμη εξ μήνες ζωής. Αναθεωρεί όλη του τη ζωή, δεν λέει στη γυναίκα του το πρόβλημα για να μη τη στενοχωρήσει, απατά τη γυναίκα του για να ζήσει έναν απαγορευμένο έρωτα που δεν τόλμησε να ζήσει τόσα χρόνια, πέφτει όμως στα χέρια του Φάνη, ενός ιδιοκτήτη καφετέριας που λειτουργεί συγκαλυμμένα και ως οίκος ανοχής. Ο Φάνης μαθαίνει το πρόβλημά του και προτείνει στον Θανάση να γίνει βαποράκι ναρκωτικών από το αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης. Του δίνει ένα σεβαστό ποσόν προκαταβολή με το οποίο πληρώνει το δάνειό του και με το υπόλοιπο θα μπορέσει να ζήσει η οικογένειά του αξιοπρεπώς, αλλά δεν προλαβαίνει να παραδώσει τις βαλίτσες γιατί συλλαμβάνεται έξω από το αεροδρόμιο και καταλήγει προφυλακισμένος στα Διαβατά.
Στα Διαβατά ξεδιπλώνεται ο κόσμος των φυλακών, ένα περιβάλλον πρωτόγνωρο γι αυτόν, όπου κατορθώνει να επιβιώσει λόγω της ασθένειας και του επικείμενου θανάτου του, πατώντας πάνω στην συμπόνια των έγκλειστων. Ο Φάνης προσφέρεται να βοηθήσει την οικογένειά του και στο τέλος, για να ικανοποιήσει τον θιγμένο ανδρισμό του, κατορθώνει να ψυχαναγκάσει τη Μελίνα και να φτιάξει δεσμό μαζί της, κινούμενος πάντα ιδιοτελώς. Όλα όμως ανατρέπονται όταν το ΑΧΕΠΑ πληροφορεί τη Μελίνα πως έγινε λάθος και η διάγνωση αφορούσε άλλον ασθενή που πέθανε. Με τον παραμερισμό του θανάτου από το οπτικό πεδίο της ζωής του Θανάση, ξαναγεννιούνται όλα τα προβλήματα και προστίθενται νέα. Οι ανατροπές μέχρι το τέλος του έργου διαδέχονται η μια την άλλη.

Ο Στέργιος Βαγγλής έγραψε πιστεύω ένα μυθιστόρημα άρτιο τεχνικά, ιδιαίτερα προσεγμένο σε κάθε του λεπτομέρεια που δεν θα αφήσει ασυγκίνητο τον αναγνώστη μέχρι το τέλος.
* * * * * 
Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Σεπτέμβρης 2017

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΙΡΚΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ





Έκλεψα την άμμο για τα  καλοκαίρια σου
μία κορδέλα να φορέσεις στα μαλλιά
ύστερα τα τζιτζίκια για τα μεσημέρια σου
κι ένα τριζόνι κάτω απ΄την ελιά

Πευκοβελόνες κένταγαν το μαξιλάρι σου
και το φεγγάρι έφεγγε μακριά
το καναρίνι έσφαξα για χάρη σου
να κιτρινίσει η αστροφεγγιά

Μα όλα τριγύρω μαρτυράνε πως σε ξέχασα
ανάσες, ήχοι, ψίθυροι και ουρλιαχτά
βάνω μετρώ, τι βρήκα και τι έχασα
στο τέλος βγάζω πως μου λείπει η χαρά

Τότε, αυγή πάνω στη γέννα μου τρελάθηκα
κάποιο μελίσσι έχασε τον αρχηγό
ώρα φτωχή στον τοίχο που καρφώθηκα
σταλαματιά σταλαματιά το αίμα μου τρυγώ

Την άμμο που κλεψα σκόρπισα στα νερά
κι εκείνα ζωγραφίσαν  στην ακτή
ώρες νεκρές, λόγια τζιτζίκια θαλερά
φυλακισμένη μνήμη  σε μια θάλασσα ειρκτή.


* * *
2017














Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ






Μέρες σκυφτές με κυβερνούν
δεν έχει χρώμα τούτο το δωμάτιο
τα χρόνια δίπλα μου περνούν
και με πιέζουν να ξοφλήσω το γραμμάτιο

Μάνα μου το γραμμάτιο που υπέγραψα
μου είπες είναι για καλό σου
μαύρισε το μελάνι στο  χαρτί
κι έσβησε  στο μολύβι το όνειρό σου

Μουτζουρωμένα όνειρα το γάλα που δεν ήπια,
η αγκαλιά που ξέχασα να δώσω,
τα ρούχα μου έραψα φανταχτερά, μα τρύπια
και τους χειμώνες μου παλεύω τώρα να μισθώσω

Μέρες σκυφτές με προσπερνούν
και μου χτυπάν  το τζάμι στο δωμάτιο
μάνα μου αν θέλεις δώσε μια ευχή
για να το σκίσω τούτο το γραμμάτιο.

* * * 
2017




Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ






Από παντού με κυνηγούν πευκοβελόνες
χύνεται η θάλασσα στο αριστερό μου αυτί
οι βάρκες αναποδογυρίζουνε φύκια
γίνονται βαριές, δυσκίνητες χελώνες
τρων τους κολυμβητές
με τις πολύχρωμες ομπρέλες
τρων τις καρέκλες των παράκτιων καφενείων
κανείς δεν φεύγει, όλοι μαγεμένοι
ακούν μια ορχήστρα που φλέγεται στον ουρανό
κάποιος περνάει με μια τάβλα λουκουμάδες
στον ουρανίσκο ανοίγει μια αρχαία πληγή

Ξάφνου διακρίνω τον Ελύτη σε μια ψάθα
να γράφει το όνομά του σ΄ένα όστρακο
και τον ζωγράφο Παραλή
να βγαίνει από τη θάλασσα
μαζί με κάτι γερασμένα πεύκα
κι έναν ένστολο άγιο στον ορίζοντα
να σημαδεύει έναν άσπρο καρχαρία
κι αναρωτιέμαι πάλι... αν τάχα τότε...
ίσως να μην ... και αν όμως ... τι ...
και γιατί ... 

Κατερίνα Καριζώνη

(Συλλογή Σκοτεινός Χρόνος, Εκδ. Καστανιώτη) 

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΑ




Όταν δυο ηλεκτρόνια συναντηθούν
πάνω από το Αιγαίο
-καθώς ένα τραβάει για την Αμερική
και τ΄άλλο για Ασία -
ερωτεύονται και χωρίζουν

Ο χωρισμός θα τα τυραννάει
στους αιώνες

για το λίγο του έρωτα.

Αύγουστος 2017 

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΕΜΩΝ






Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες στης σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα. 

Ακούγονται επίμονοι οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν, 

στις αρχές του έτους, 
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού
κι ας είναι 
στη αγορά
η θάλασσα, 
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κυριακής
στην τολμηρή σιωπή 
της ποίησης. 

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χεριοποίητα χαρτιά
να μην τη βρει 

η λήθη
της ανθολογίας 
των συγγενών
που ήξεραν αδέρφια θείους
και ξαδέρφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

Αντώνης Σκιαθάς

(Συλλογή ΕΥΓΕΝΙΑ Εκδ. Πικραμένος)