Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Ο ΧΡΟΝΟΣ





Ο χρόνος συνεσταλμένος
και κρύος,
μαζωχτής των ψυχών
που, με ένα κουταλάκι
βανίλια στο στόμα
και κοτσίδια αστέρια
στο μέτωπο,
τον αψήφησαν

Ο χρόνος συνεσταλμένος
και κρύος
εναγωνίως αμύνεται
στη νικηφόρα επέλαση
των ποιητών, των παιδιών
και των ολοκαυτωμάτων
του θερινού ηλιοστασίου.

Ο χρόνος συνεσταλμένος
και κρύος
ρουφάει αθώες
πυγολαμπίδες
και αμαρτωλό
αίμα
να ζεστάνει
τους ίσκιους του.  

Ο χρόνος συνεσταλμένος
και κρύος
κρέμεται τώρα ακίνητος
στο ικρίωμα
μιας αποτυχημένης
μέθεξης
αισθήσεων και ιδεών. 

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΤΖΟΟΥΝΣ



http://fractalart.gr/to-gourouni-tou-kyriou-tzoouns/


Αποφάσισε να αφήσει την υγρασία της Ινγκλετέρας για να αγοράσει με τη σύνταξή του σπίτι στο ακριτικό χωριό, όπου τον χειμώνα κυριαρχούσε η εξέχουσα προσωπικότητα του Φαρφάλα του τρελού, ο μπάρμπα Θεοδόσης και η γυναίκα του, η Ελπινίκη. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί ο κύριος Τζόουνς επέλεξε ένα χωριό που δεν είχε θάλασσα, ούτε κατοίκους. Τα περισσότερα σπίτια ήταν ερείπια. Ερείπιο αγόρασε και το δικό του, αλλά το συμμόρφωσε με εργάτες από την Αλβανία. Έκανε παρέα με τον τρελό του χωριού, παρά με το ηλικιωμένο ζευγάρι. Έτσι τα ελληνικά που ‘μαθε ήταν επιπέδου Φαρφάλα. Ο Θεοδόσης με την Ελπινίκη τον κορόιδευαν
«Είχαμε έναν χαζό στο χωριό, τώρα έχουμε δυο» ήταν το κουτσομπολιό που έκανε το ζευγάρι μεταξύ τους, μη υπαρχόντων άλλων ανθρώπων για διεύρυνση του κύκλου των σχολίων. Όσο όμως περνούσε ο καιρός και ο κύριος Τζόουνς βελτίωνε την  Φαρφαλική του διάλεκτο, τόσο το ζευγάρι γλύκαινε τη μοναξιά τους.
«Τι κάνεις κύριε Τζόουνς;» ρωτούσε πονηρά η Ελπινίκη, μόλις τον έβλεπε να περπατά στην πλατεία του χωριού
«Βαγγέλης» απαντούσε εκείνος όλο χαμόγελα και έσκαζε η Ελπινίκη στα γέλια. Είχε ακούσει από τον Φαρφάλα να απαντά στην ίδια ερώτηση του μπάρμπα Θεοδόση
«Τι κάνεις ρε Φαρφάλα;»
«Βαγγέλης»
Μάθαινε γρήγορα ο κύριος Τζόουνς και μιλούσε με τον Φαρφάλα για ώρες, κατανοώντας πλήρως ο ένας τον άλλο, κάτι που εξόργιζε το ζευγάρι γιατί τόσα χρόνια μαζί, δεν κατάφεραν να καταλάβουν τον λεκτικό κόσμο του τρελού. Κάθε λέξη που έβγαινε από το στόμα του είχε εντελώς διαφορετική σημασία. Οι λέξεις του κορόιδευαν λογική και γραμματική των ανθρώπων και έπεφταν μούτζες πάνω τους.
Μια μέρα ο κύριος Τζόουνς γύρισε από το ταξίδι του στη γειτονική Αλβανία με ένα μικρό γουρούνι. Πέρασε μπροστά από το σπίτι τους με το γουρούνι στην αγκαλιά και  η Ελπινίκη άρχισε τα σταυροκοπήματα. Ο Φαρφάλας με γουρλωμένα μάτια έτρεξε και χάιδεψε το μικρό ζώο στην αγκαλιά του Εγγλέζου και ύστερα του ‘πε
«Τζέλι, τζέλι…» δείχνοντας το γουρούνι
«Γιες, τζέλι, τζέλι…» απάντησε εκείνος και κίνησαν για το σπίτι του.
Το ζευγάρι στο παραθύρι κοιτιόνταν χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα οι δυο άνδρες αράδιασαν πριν λίγο, μόνο η Ελπινίκη έκανε την παρατήρησή της
«Το βάφτισαν κιόλας Τέλη το γρούνι οι τρελοί Θεοδόση μου !!!» κι εκείνος κούνησε βαριεστημένα το κεφάλι, μιας και το μυαλό του δεν μπορούσε να σκαρφιστεί κάτι λογικό σε όλο τούτο το ανεξήγητο που τους πλάκωσε. Δεν έφτανε που έβλεπε το παράλογο στην αγκαλιά του Εγγλέζου, δεν μπορούσε ούτε να μάθει και έσκαζε κάθε μέρα που τους έβλεπε να πηγαίνουν βόλτα με τον «Τέλη» στο βουνό. Ο Εγγλέζος είχε ένα σακίδιο στην πλάτη και ο Φαρφάλας μια μαγκούρα στο χέρι. Όσες φορές αποπειράθηκε να ρωτήσει τον Φαρφάλα για να μάθει, δεν κατάλαβε γρι από όσα του πε. Κατέγραφε μόνο στο μυαλό του μια μια τις λέξεις που άκουγε και το βράδυ με τη γριά του τις απλώνανε στον σοφρά και έστυβαν το μυαλό τους να δώσουν νόημα στους κώδικες του Φαρφάλα. Εις μάτην. Μια μέρα η Ελπινίκη  το αποφάσισε. Θα ρωτούσε τον ίδιο τον Εγγλέζο. Μπορεί να ήταν κι αυτός τρελός, αλλά σίγουρα πιο λογικός τρελός από τον Φαρφάλα.
«Τι κάνετε στο βουνό κυρ Τζόουνς;»
«Βαγγέλη… τζέλι, τζέλι τούφα στο μουνί ιν δε βουνί σας » απάντησε εκείνος και έμεινε κάγκελο η γριά. Έφυγε άρον άρον και έτρεξε στον Θεοδόση να του πει τα μαντάτα. Το και το Θεοδόση μου, με έβρισε ο χαμένος, είπε κάτι για το μουνί μου, του πε. Ο γέρος πήρε φωτιά και θυμήθηκε τη νιότη, όταν δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί για την τιμή και την υπόληψή του. Στήριξε τα ενενήντα του χρόνια στη ροζιασμένη μαγκούρα για να σηκωθεί και να πάει να ζητήσει τον λόγο από τον Εγγλέζο που πρόσβαλε την γριά του. Εκείνη σταμάτησε το νεανικό κρετσέντο, προτείνοντάς του να κάνουν ακόμη χρήση του λόγου πριν έρθει η σειρά της ράβδου.
«Θα ρωτήσω και τον άλλο τρελό» του πε κι εκείνος βρήκε τη σκέψη της βάλσαμο στους ρευματισμούς που άρχιζαν δειλά, τα τελευταία δυο χρόνια, να τον  ταλαιπωρούν.
Τον έπιασε την άλλη μέρα από τον γιακά η γριά και τον ταρακούνησε στη μέση του δρόμου, όπου τον βρήκε να χοροπηδά ανέμελος
«Ρε παλαβέ τι κάνετε στο βουνό με τον Εγγλέζο και το γρούνι του;» εκείνος γούρλωσε τα μάτια και ξεροκατάπιε, σπρώχνοντας τη γριά από το λαιμό του. Στάθηκε φοβισμένος απέναντί και την κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Η γριά επέμεινε στην ερώτησή της, αυτή τη φορά πιο γλυκά
«Τζέλι στο βουνί, Βαγγέλη στο μουνί τούφα, γκολντ λέει Τζόουνς» της είπε τώρα αυτός και τα πράγματα σκούρυναν. Κράτησε στο μυαλό τις λέξεις η γριά και κούτσατα έτρεξε στον Θεοδόση να τους τις αραδιάσει. Μια μια εκείνος τις ξάπλωσε στον σοφρά, τις προσπέρασε όλες και στάθηκε στην τελευταία. Την είχε μάθει στον ανταρτοπόλεμο. Γκολντ!!! Ναι, δεν έκανε λάθος, τη θυμόταν καλά. Δεν ξεχνιέται εύκολα μια τέτοια λέξη σε οποιαδήποτε γλώσσα του κόσμου κι αν ακουστεί. Η γριά πρόσεξε την αλλαγή της έκφρασης του προσώπου του που τώρα στραφτοβολούσε. Ανησύχησε. Τα μάτια της τα έτρωγε η περιέργεια. Ο γέρος σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε
«Ο Εγγλέζος και ο τρελός με το γρούνι του βγάζουν χρυσάφι στο βουνό!!!» της είπε και πετάχτηκε πάνω σαν έφηβος, ξεκρέμασε την καραμπίνα από το τζάκι και ζώστηκε τα φυσεκλίκια. Η γριά προσπάθησε να τον σταματήσει, αλλά την παραμέρισε
«Τόσα χρόνια έψαχνα λίρες στο βουνό και να μου τις πάρει ο Εγγλέζος;»
«Τι να τις κάνουμε τις λίρες εμείς γέροι άνθρωποι;» μάταια του φώναζε η γριά καθώς εκείνος δρασκελούσε το κατώφλι για το σπίτι του κυρίου Τζόουνς. Με το κοντάκι χτύπησε την πόρτα και στην κάσα της πρόβαλε η γελαστή φιγούρα του Φαρφάλα. Τον έσπρωξε και στάθηκε μπροστά στον Τζόουνς. Μια μοσχοβολιά απλώνονταν σ΄ολόκληρη την κάμαρα που έξυνε τα ρουθούνια. Την παραμέρισε από τη μύτη του και έστρεψε την καραμπίνα κατά πάνω στον Εγγλέζο. Στα κάρβουνα του τζακιού έψηνε μανιτάρια.
«Που τον έχεις τον χρυσό βρωμοεγγλέζε;» ούρλιαξε ο γέρος και ο Φαρφάλας κρύφτηκε στη γωνία.
«Βαγγέλη…. κύριος Θεοδόσης, τούφα στο μουνί ιν δε βουνί σας ις γκολντ…» είπε εκείνος καθώς του δειχνε το πιάτο με τα μανιτάρια, αλλά δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Μια μπαταριά τράνταξε το σπίτι και αμέσως ένοιωσε πάνω του το σώμα του Θεοδόση να τον καταπλακώνει. Πίσω του, μπουκωμένος με μια τρούφα, έστεκε ο Φαρφάλας με την καραμπίνα στα χέρια του.

* * * * *

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ





Ο μακελάρης ποιητής
βάλθηκε να σφάξει
ένα αηδόνι
για τους πεινασμένους

Μα, ως γνωστόν, οι ουρανοί
οικονομούν,
με μάννα
τα αδειανά στομάχια
τα γεμίζουν 

προς αποκατάστασιν
της τάξεως, της ηρεμίας
και της κοινωνικής ειρήνης

Ως εκ τούτου, αποκλείονται
αηδόνια, ποιητές και έτερα
πτερόεντα,
που διαφημίζουν
το άλικο
προς βρώσιν.  


Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




Καίει το καρβέλι
στην πέτρα
και η μυρτιά
συρματόπλεγμα στήνει
στων εφήβων τα όνειρα
καθώς συνωμοτούν
απόδραση
στα μανταλάκια
της μπουγάδας

Λάβρα
των αισθήσεων,
λάβρα,
αγιασμός των υδάτων
και του Θείου Πνεύματος
παράκλησις,
ελλοχεύουσα όσφρηση
σταφυλιού,
αρωμάτων μέθη,
υποψία μελιττούτης
πεύκης,
χάιδεμα του γαρμπή
στα γυμνά πόδια
ανυποψίαστων
κορασίδων.

Ο θάνατος δεν έχει θέση
σε τούτο πανηγύρι
μήτε η πεταλούδα
στο λιοπύρι της ένωσης
των σωμάτων
και των επιγείων
θαυμάτων

Σε τούτο του χρόνου
το λιώσιμο.



Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΑΚΙΝΗΣΙΑ



Βυθίζομαι
σε μια θάλασσα
που την ξέχασαν
οι αγέρηδες

Ο,τι χειρότερο
να πνιγείς
σε μια θάλασσα
ξεχασμένη. 

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ROBA VECCHIA




Κέρκυρα, γκέτο στα τέλη του 19ου αιώνα

Ο Εβραίος Γκαόν, σκυμμένος πάνω στα ραφτικά του, μαντάριζε το παντελόνι που αγόρασε από τον Έλληνα Σπυρέττο στη Σπηλιά. Τα γόνατα είχαν φθαρεί και το ύφασμα είχε χάσει τη συνοχή του. Μια κυρά, από τα καλά καντούνια, το είχε δωρίσει μαζί με μερικά πουκάμισα του άνδρα της στον φτωχό Σπυρέττο, κι εκείνος, με τη σειρά του, τα πούλησε στον Γκαόν. Με τα λεφτά που πήρε από ένα παντελόνι και τρια πουκάμισα, ξαναγόρασε το ίδιο παντελόνι από τον Γκαόν, του έμειναν δραχμές για να φάει λίγο φαγητό της προκοπής, έβαλε και στην άκρη. Έκανε δουλειές του ποδαριού στην πόλη, όταν δεν ζητιάνευε. Μερικές φορές πήγαινε και στο λιομάζεμα στα χωριά. Όταν θα έλιωνε κι αυτό το παντελόνι θα το πουλούσε πάλι στον Γκαόν, θα έτρωγε για μερικές μέρες κι εκείνος θα το μαντάριζε, θα του το ξαναπουλούσε και θα του έμεναν πάλι δραχμές για φαγητό και για κομπόδεμα.
Στη Ρόμπα Βέκκια* χτυπούσε η καρδιά μιας οικονομίας, όπου όλα τα μυαλά ήταν πολύτιμα και τίποτα δεν περίσσευε. Κανείς τους δεν γνώριζε γράμματα και όλοι ήταν επιστήμονες στην τέχνη της ζωής. Ο Γκαόν ίδρυσε μερικές μεγάλες τράπεζες και ο Σπυρέττος αλυσίδα καλών εστιατορίων.
Κάθε φυλή άλλωστε έχει τις δικές της εμμονές με ορισμένα επαγγέλματα.

* * *



Αθήνα, Χίλτον αρχές 21ου αιώνα
Ένας στυλιζαρισμένος κύριος, με φίνο κοστούμι, γραβάτα, εκλεπτυσμένους τρόπους και περισσή ευγένεια, μπήκε στο λόμπυ του ξενοδοχείου κρατώντας στο χέρι του έναν καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα. Τον ακολουθούσαν δημοσιογράφοι και συνεργεία τηλεόρασης. Τον υποδέχθηκε με εγκάρδια χειραψία ένας άλλος γραβατοφορεμένος και τον αποκάλεσε με οικειότητα: Πόλ. Ύστερα τον πήρε αγκαζέ και χάθηκαν στο βάθος του διαδρόμου, την ίδια ώρα που στην είσοδο του ξενοδοχείου πάρκαρε μια μαύρη μερσεντές. Από το πίσω κάθισμα βγήκε μια νεαρή κυρία, ντυμένη με σεμνό, συντηρητικό ταγιέρ και βλέμμα συνεσταλμένο, θάλεγε κανείς έως και φοβισμένο. Έριξε μερικές κλεφτές ματιές τριγύρω, απέφυγε τα συνεργεία της τηλεόρασης και χώθηκε βιαστικά στο λόμπυ, όπου την υποδέχθηκε μια άλλη κυρία που έφερε σχεδόν ίδια αμφίεση και την αποκάλεσε με οικειότητα: Ντέλια.
Ο Πολ και η Ντέλια συναντήθηκαν μετά από λίγο στο ρουφ γκάρντεν του ξενοδοχείου, για τον φόβο των παρείσακτων και των «κοριών», ήπιαν μια γουλιά από τις σαμπάνιες τους και ξεκίνησαν τη κουβέντα.
ΠΟΛ: Θα πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς οι ιδιωτικοποιήσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.
ΠΟΛ: Η μακροοικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι συνάρτηση του ρυθμού απεξάρτησης του κράτους από κάθε περιουσία που δεν του αποφέρει κέρδος και πλήρους συμμόρφωσής του  με τις μεταρρυθμίσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ. Με τον κόσμο όμως τι θα κάνουμε;
ΠΟΛ: Οι Έλληνες είναι ιδιαίτερα απείθαρχος λαός και αγνοούν τους βασικούς κανόνες της σύγχρονης οικονομίας. Αν τους αφήσουμε ελεύθερους θα μας καβαλήσουν. Πρέπει να τους αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και ζωής.
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.  Οι εφημερίδες όμως λένε ότι τρώνε από τα σκουπίδια
ΠΟΛ: Είναι δυνατόν οι άνθρωποι να τρώνε από τα σκουπίδια;
ΝΤΕΛΙΑ: Όχι !!!
Τσούγκρισαν τα ποτήρια και έδωσαν ραντεβού για την καινούρια αξιολόγηση στο Χίλτον των Βρυξελλών.
Ο Πόλ και η Ντέλια δεν έχουν καμιά φιλοδοξία να ιδρύσουν τράπεζα, ούτε καν να ανοίξουν εστιατόριο. Σπούδασαν άλλωστε την οικονομική επιστήμη στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.
Αρέσκονται να είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι στις εβραϊκές τράπεζες του Γκαόν, να τρώνε φουα γκρά στα καλά ελληνικά εστιατόρια του Σπυρέττου και να συζητάνε για οικονομία. 

* * * * * *

Σημείωση: Τα πρόσωπα και οι διάλογοι στις δυο ιστορίες, είναι προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι διαβολική σύμπτωση.

* Roba Vecchia: σκουπίδια, παλιά πράγματα. Περιοχή στο γκέτο των Εβραίων στην Κέρκυρα, όπου ήταν η αγορά των μεταχειρισμένων ρούχων κλπ. 

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΘΕΛΩ ΝΑ ΒΡΩ ΕΝΑΝ ΠΟΛΕΜΟ





Θέλω να βρω έναν πόλεμο
να τον κάνω δικό μου
Των όπλων την άλικη οιμωγή
να ακούω
σκαρφαλώνοντας
πλαγιές
και σύννεφα μαύρα

Θέλω να βρω έναν πόλεμο
να ταιριάζει στη θέαση
απωλειών παραπλεύρων
Εν χορδαίς και οργάνοις
και πορφύρα
στο αιχμάλωτο βλέμμα

Θέλω να βρω έναν πόλεμο
που να μάχεται
την κοινή ησυχία
Ένα αηδόνι στριγκό
και παράλογο
Μια σπίθα πελώρια
τη φωτιά που λερώνει

Θέλω να βρω έναν πόλεμο
Κι ένα πρέμνο
στραβό και ατημέλητο
Ένα κεντρί
Μια μέλισσα
Ένα πέταγμα ερωτευμένου
ιππόκαμπου
στα σεντόνια μου.

Θέλω να βρω έναν πόλεμο
με ντουφέκι
σπαθί
και σφεντόνα
Παραθύρι με θέα
στου αιώνα την ακύμαντη
θάλασσα

Θέλω να βρω έναν πόλεμο
να ανασταίνει αθώους
και να καίει θηλιές.









Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΓΥΝΑΙΚΕΣ






Τα φώτα καθώς σβήνουν

στους τοίχους,

παίρνουν μαζί

τα φιλιά τους.

Οι γυναίκες που μείνανε μόνες

χαϊδεύουν της νύχτας που φεύγει

τους ήχους

κι αγκαλιάζουν σφιχτά

τη σκιά τους

* * *

Οι γυναίκες μείνανε μόνες

στην άκρη μιας σιωπής

που ραγίζει 

της πόλης τα τείχη.

Αν κοιτάξεις πίσω από τζάμια θολά

ίσως δείς της ζωής τους

την τύχη.

* * *

Μουσικές

Φώτα

Σκιές

Μεταλάβαν στα σώματα πάνω

Μη ζητήσεις να δεις τις πληγές

Έχουν μείνει ανοιχτές και σε χάνω.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ




Οι ανθρώποι στήσανε πόλεις και χωριά λογαριάζοντας τον ορίζοντα. Στη Σαλονίκη όμως, ήρθε η Ανατολή και κρεμάστηκε στον σβέρκο του Χορτιάτη για να τη βλέπει όλη με το πρωτοξύπνημα, ο Βορράς πήγε κι έπιασε θέση στο κατώφλι της για να την εξαγνίζει από τις αμαρτίες, ο Νότος στήθηκε στην Καλαμαριά και ξάπλωσε νωχελικά τα πόδια του στη ζεστή Χαλκιδική και η δύση… η δύση θρονιάστηκε καταμεσίς στον Όλυμπο και τα Πιέρια, αντικρινά του λιμανιού για να χρυσίζει τους γερανούς και τα ζευγαράκια της παραλίας. Πουθενά στο κόσμο δεν έγινε κάτι παρόμοιο. 

Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΛΙΜΑΝΙΑ




Στου  κόσμου τα λιμάνια που μεθάς
ξέχασες κείνο το πουλάκι  το μικρούλη
που σου μάθε το όνειρό σου να φυλάς
και να ρουφάς τη γλάστρα στο πεζούλι

Τι κι αν ξεκίνησα να γίνω ταξιδιάρης
τι κι αν προσπάθησα να μοιάζω δυνατός
όσα κι αν έβαλα στου  κόσμου τη μασχάλη
κομμάτια γίνανε και θάνατος γλυκός

Κι εσύ πενθείς τις μέρες που όλο βρέχει
και μες τα κύματα βουλιάζεις τα λευκά
γιατί η ζωή επιστροφές  δεν έχει
μόνο αναμνήσεις και όνειρα νεκρά

Στου κόσμου τα λιμάνια που γερνάς
τη ξυραφιά μαθαίνεις της ελπίδας
ανθρώπους που αγάπησες θα τους ξεχνάς
καθώς να  ξεθωριάζει η μνήμη της λεπίδας.

Τι κι αν ξεκίνησα να γίνω ταξιδιάρης
τι κι αν προσπάθησα να μοιάζω δυνατός
όσα κι αν έβαλα στου  κόσμου τη μασχάλη
κομμάτια γίνανε και θάνατος γλυκός





Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΙ



- Τι έκανες σήμερα;
- Τίποτα…
- Πρέπει να πληρώσουμε το φροντιστήριο του μικρού.
- Να περιμένουν, όπως περιμένω κι εγώ
- Δεν θέλω να χρωστάω
- Ούτε κι εγώ, αλλά δεν έχω
Με την καθημερινή επανάληψη έσβησαν τα χαρακτηριστικά επικοινωνίας και διασώθηκαν μόνο τα τυπικά γνωρίσματα της έξωθεν καλής μαρτυρίας ακροβατούσης συμβίωσης.
- Χρωστάμε  πολλά;
- Τόσα όσα δικαιολογούν την αναπνοή μου
Στολίστηκε, φόρεσε ένα πουκάμισο που ο γιακάς έδειχνε πλέον τα σημάδια του χρόνου, έκρυψε τα μανίκια βαθιά στο σακάκι, έσιαξε το παρουσιαστικό του μπροστά στον καθρέφτη και ύστερα έγινε αόρατος μέσα στην πόλη.

* * * * *

- Την Κυριακή θα πάω για καφέ με τις φίλες μου
- ….
- Άκουσες;
- Ναι
- Τι είπα;
- Κάτι για τις φίλες σου
- …
Έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο και ύστερα μια κατσαρόλα στο μάτι. Εκείνος έβγαλε το κινητό από την τσέπη.
Sms: Την Κυριακή το πρωί σου ρχομαι … J
Sms: Πάλι πρωί;;; Δεν μπορώ … L
Πέταξε με δύναμη το κινητό στον απέναντι τοίχο. Εκείνη έσκυψε και μάζεψε τα κομμάτια του και τα πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

* * * * *

- Σου έχω κάνει tag αμέτρητες φορές και ούτε ένα like
- Μωρό μου τι αξία έχει ένα like μπροστά στην αγάπη μας;
- Ε τότε πες μου σ΄αγαπώ
- Πώς ;;; ψέλισσε έντρομος.

* * * * *

- Πώς σου φαίνομαι; Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της για να δει το καινούριο της φόρεμα
- Καλή… σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;
- Για την ηλικία σου καλή είσαι…  ξαναβούτηξε στην εφημερίδα
Απευθύνθηκε τότε στον καθρέφτη και απογοητευμένη δεν διέκρινε τίποτα στο γυαλί που να επιβεβαιώνει τον επιθετικό του προσδιορισμό.

* * * * *


- Θα χιονίσει;
- Έτσι είπανε στις ειδήσεις
- Πετρέλαιο έχουμε;
- Για κανα δυο μέρες
- Μετά τι θα κάνουμε;
- Σεξ !!!
Άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε ένα ξεχασμένο ισοθερμικό μπουφάν από τα καλά τα χρόνια, τότε που πηγαίνανε για σκι στα Καλάβρυτα. Πήρε και έναν μάλλινο σκούφο και τα φόρεσε. Ύστερα άνοιξε το παράθυρο, μάζεψε μέσα τη γάτα και τον έστειλε να αγοράσει μια φτηνή σαμπάνια. 

* * * * *

- Τα παιδιά δεν τα βγάζουνε πέρα …
- Το ξέρω
- Η κόρη μας,  ζήτησε πάλι χρήματα …
- Πού καταντήσαμε !!! Να ταΐζουμε και τον γαμπρό …
- Τι να κάνει κι αυτός; Δεν βρίσκει δουλειά …
- Δώστο, το τελευταίο είναι … έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό πενηντάευρο. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Έκανε μερικά βήματα και μόλις ξεμούδιασε έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Ήταν γεμάτες καραμέλες και ζαχαρωτά.
* * * * *

- Ήρθε ένα χαρτί από την Εφορία για σένα
- Για μένα; Περίεργο. Τι να με θέλει  η Εφορία;
Άνοιξε τον φάκελο προσεκτικά και έβγαλε από μέσα τη διπλωμένη κόλλα. Διάβασε την επιστολή, την ξανάβαλε μέσα και τον πέταξε στα σκουπίδια.
- Τι λέει;
- Λέει να μην το λάβω υπόψιν αν είμαστε τακτοποιημένοι …
- Είμαστε; … τον πλησίασε ανήσυχη η γυναίκα
- Στη γλάστρα με τον ξεραμένο φίκο έχω κρυμμένα τα χρήματα για την κηδεία μας.
* * * * *
- Φοβάμαι …
- Τι φοβάσαι;
- Το αύριο !!! Τι θα κάνουμε;
Της χάιδεψε τα μαλλιά και την καθησύχασε
- O γείτονας σάλταρε επειδή φοβόταν το αύριο. Λέω να του κόψουμε την καλημέρα,  μην πάθουμε τα ίδια.

* * * * *
Στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητο με το αζαξ και το πανί. Του κανε νόημα να μην πλησιάσει το παρμπρίζ, αλλά εκείνος επέμενε. Τον κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια και το φανάρι δεν έλεγε να αλλάξει χρώμα. Κατέβασε τις ασφάλειες  για σιγουριά.  Τα μάτια του νεαρού συνέχισαν να τον πολιορκούν και να του λένε το ίδιο πράγμα. Το βλέμμα του σχεδόν λύγισε ώσπου … άναψε το πράσινο και έβαλε την πρώτη.

* * * * *

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL



Με φαντάσματα, σύμβολα κι ονειροδάνεια


Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη //

Χριστόδουλος Λιντζερίνος «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια», διηγήματα, εκδόσεις ΑΝΑΤΥΠΟ, 2017

O Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, αν και γράφει εδώ και πολλά χρόνια. Μας συστήνεται με μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» που περιλαμβάνει 33 διηγήματα, από τις καλαίσθητες εκδόσεις «ΑΝΑΤΥΠΟ» που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη. Ευρηματικός και παιγνιώδης, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου σε προδιαθέτει με χιούμορ, αλλά και πικρία για τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν. Εμμέσως παραπέμπει σε μια οδυνηρή πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε τόπος, αλλά ούτε  ελπίδα για ταξίδια, θέτοντας υπαινικτικά και τα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Ελλάδα. Ο συγγραφέας πλάθει τους πολυάριθμους ήρωες του με μαεστρία και έχει την ικανότητα να στήνει ιστορίες απ’ το πουθενά. Συχνά οι αφηγήσεις του ακουμπούν στο όνειρο και πετυχαίνουν μια σύζευξη με την άλλη τέχνη της γραφής, την ποίηση. Άλλοτε πάλι σαρκάζουν ευθέως την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από έναν ωμό και ακραίο ρεαλισμό που συχνά εκπλήσσει. Ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος όμως προχωράει κι ένα βήμα πιο πέρα απ’ την απλή αφήγηση, στο χώρο του υπερρεαλισμού και του παραμυθιού. Μπολιάζει τις ιστορίες του με τις τεχνικές του παραδοσιακού παραμυθά, τις εμπλουτίζει με εντυπωσιακές εικόνες και περιγραφές, ενώ συχνά παίζει με αναχρονισμούς, όπως ακριβώς κάνουν τα παραμύθια. Θέματα όπως οι άγγελοι, τα φαντάσματα, τα ονειροδάνεια, η σκιά, ο βρόχος, η πρωτοχρονιά της Εύας κι άλλα κείμενα είναι βγαλμένα από έναν κόσμο μυθικό, γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες, αλλά εξίσου σκληρό και αιχμηρό με τον πραγματικό, ενδεχομένως και πιο κραυγαλέο. Αυτός ο πολυσύνθετος τρόπος σκέψης και αφήγησης δείχνει τις ιδιαίτερες δεξιότητές του. Δεν είναι εύκολο να χειριστείς τον έντεχνο λόγο με τόσο διαφορετικές και καμιά φορά αντιφατικές τεχνικές. Ωστόσο ο συγγραφέας φαίνεται να τα καταφέρνει κι έτσι κινείται εξίσου καλά στο παραμύθι, στην ποίηση και στην πεζογραφία. Τα διηγήματά του έχουν συναίσθημα, χιούμορ και κλαυσίγελο και διαθέτουν πληθώρα θεμάτων και ηρώων. Η ιδιαίτερη σχέση του με την ύπαιθρο και τη φύση-μένει μόνιμα στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής- τον βοηθάει να εντρυφήσει σε λεπτομέρειες που για μας τους συγγραφείς του άστεως είναι άγνωστες και συναρπαστικές. Οι ιστορίες του προέρχονται απ’ τις μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα, από τα παιδικά του χρόνια, ίσως και από τις μυστικές πληγές του. Στο συγκινητικό του διήγημα η κομπίνα, όπου ένα νεογέννητο το καταπίνει η αλωνιστική μηχανή, γράφει χαρακτηριστικά: «Ιούνης του 1970 και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται καινούργια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβάνηδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας. Εκείνη τη χρονιά έκανε την εμφάνισή του το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θηρίο που έτρωγε, κινούνταν και αφόδευε καλαμιές…. Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς πλάι στο  ντροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες, τα αλμυρά ψάρια…»
Αλλού πάλι ο συγγραφέας μας περιγράφει τη περιπέτεια του εξημερώματος ενός αλόγου: «Τώρα ο ξένος, δηλαδή ο γητευτής με τον Παναγή, δηλαδή το άλογο ξεκίνησαν ένα τρελό κυκλικό χορό. Το ποδοβολητό του σήκωνε αντάρα το χώμα κι εκείνος δεν άφηνε στιγμή τη θηλιά. Εκεί που τον άφηνε να ξεμακρύνει, εκεί έσφιγγε τη θηλιά και ζύγωνε στο κέντρο. Όσο περνούσε η ώρα τόσο ξεψυχούσε το ποδοβολητό του και η τρεχάλα, ώσπου ο Παναγής παραδόθηκε. Ο γητευτής τον πλησίασε, έβγαλε ένα λεπίδι από τη ζώνη του και η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Με μια κίνηση του έκοψε τη θηλιά. Του έπιασε τα μάγουλα και τον κοίταξε στα μάτια. Ύστερα γονάτισε μπροστά του. Το ζώο τότε λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε κι εκείνο». 
Τα θέματά του Χριστόδουλου Λιντζερίνου ωστόσο, δεν εξαντλούνται μόνο στα παιδικά χρόνια στην ύπαιθρο, αλλά αναφέρονται στην ενηλικίωσή του στη Θεσσαλονίκη, στη φοιτητική του ζωή του, στην τρέχουσα καθημερινότητα, στη Χαλκιδική και σε πολλά άλλα θέματα.

Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος
Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το βιβλίο είναι το μεγάλο απόθεμα ιστοριών που ο συγγραφέας φέρει μέσα του, κάτι που λείπει συχνά από τους ομοτέχνους του. Οι περισσότεροι πεζογράφοι σήμερα αγκομαχούν για να επινοήσουν και να αφηγηθούν μια καλή ιστορία και κυρίως να την επενδύσουν με συναίσθημα και να προκαλέσουν συγκίνηση. Στον Χριστόδουλο Λιντζερίνο οι ιστορίες προκύπτουν αβίαστα, φαίνεται να είναι ανεξάντλητες, αποκαλύπτονται με θαυμαστό τρόπο  -αδιάφορο αν είναι αληθινές ή φανταστικές- δεν σε κουράζουν με μακρόσυρτες περιγραφές κι  έχουν  πάντα  κάτι πρωτότυπο να πουν. Ο συγγραφέας γνωρίζει την οικονομία του λόγου και την χρησιμοποιεί με αυστηρότητα. Οι περισσότερες αφηγήσεις  του  είναι ολιγοσέλιδες, οι λέξεις μετρημένες και η γλώσσα άψογη. Έτσι σου κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, κρύβουν εκπλήξεις και ανατροπές και  είναι δουλεμένες ως την τελευταία λεπτομέρεια.
Σημειώνω  επίσης το ερωτικό στοιχείο που υφέρπει επίμονα κάτω απ΄τα κείμενά του, σε κάποιες περιπτώσεις εκδηλώνεται έντονα και ενίοτε προκλητικά. Ο έρωτας είναι συστατικό στοιχείο της ζωής και της λογοτεχνίας και δεν θα μπορούσε να λείπει απ΄αυτό το βιβλίο. Πολλές φορές μάλιστα παρουσιάζεται ως ανατροπή και εκτροπή- ο έρωτας άλλωστε είναι ανατροπή και εκτροπή απ΄το εγώ- συχνά οδυνηρή, την οποία ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με χιούμορ με περισσή φαντασία.
Θα κατέληγα πως ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι  ένας νέος συγγραφέας που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για τον αναγνώστη και έχει μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα και δυναμική στη λογοτεχνία. Περιμένουμε λοιπόν κι άλλες ιστορίες του κι άλλα ταξίδια στον θαυμαστό και συναρπαστικό κόσμο του και είμαστε σίγουροι για την απόλαυση και την υψηλή αισθητική που θα μας χαρίσει.

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ


Μόλις τέλειωσε το εργόχειρο, το άπλωσε στα πόδια της και το καμάρωνε. Πάνω στις προκαθορισμένες τρύπες του καμβά οι μουλινέδες, αφού πρώτα στριμώχτηκαν, μετά απλώθηκαν και τον χρωμάτισαν με γαλάζια, πράσινα και καφέ μοτίβα. Ένα μαύρο ναυτικό καπέλο οριοθετούσε το ταβάνι του, ενώ μια καφέ πίπα έστελνε μηνύματα καπνού στο δωμάτιο. Στο βάθος του εργόχειρου αχνόφεγγε μια θάλασσα μέσα σε μπλε μουλινέδες. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα τοποθέτησε με προσοχή δίπλα στις βελόνες. Έτριψε τα μάτια να σβήσει από πάνω τους τη χρωματική παλέτα του εργόχειρου, που τόσες μέρες πότιζαν τα βλέφαρα και το πετσί της και έψαξε τριγύρω. Η γάτα στη γωνιά του τζακιού γουργούριζε αμέριμνη και τα κούτσουρα έτριζαν ανυποψίαστα.
«Νικόλααα μου…»  φώναξε η γριά. Τίποτα. Η γάτα ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε το γουργουρητό της. Ξαναφώναξε το όνομά του. Πάλι τίποτα. Με κόπο στύλωσε τα στραβοπόδαρά της η Βγενιώ για να σηκωθεί από τον καναπέ. Ο Νικόλας της υπέφερε από τα ρευματικά του. Τόσα χρόνια στα καράβια η θάλασσα του σκούριασε τα κόκαλα μέχρι το μεδούλι. Δεν έβγαινε από το σπίτι, παρά μόνο αν ήταν ανάγκη. Η Βγενιώ θυμήθηκε τότε να της λέει πριν λίγο, πως θα πήγαινε προς νερού του. Δεν άκουγε και καλά. Το μηχανοστάσιο του είχε ανοίξει κάτι τρύπες να στα τύμπανα και κάθε ήχος που έμπαινε μέσα, αμέσως χάνονταν χωρίς γυρισμό για τον Νικόλα.
Ξανακάθισε στον καναπέ και βάλθηκε να κοιτάζει τώρα τις σπίθες στα κούτσουρα. Στριφογύριζαν για λίγο σαν μικρές φωτίτσες και ύστερα έσβηναν με μιας και χάνονταν. Σα να μην υπήρξαν ποτέ. Και ξανά πάλι απ΄την αρχή. Ένας παθιασμένος χορός από σπίθες, σαν εκείνα τα ταγκό που της χάριζε ο Νικόλας στη Λέσχη των αξιωματικών όταν γύριζε από τα μπάρκα του. Να !!! Μια σπίθα, αγκαλιάζεται με μιαν άλλη και ξεκινούν τη ραμπόνα τους. Ύστερα μια σεντάδα και μετά η τιχέρα. Να !!! Η σαλίδα σβήνει τις σπίθες που έκαιγαν τόση ώρα τα σώματα και ξεψυχά εκείνη στην αγκαλιά του, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, για να πάρει αυτό που της έλειψε τόσους μήνες και να χαμογελάσει το χείλη της με ένα 
«Σ’ αγαπώ»

«Βγενιώωω μου…» άνοιξε τα χέρια του κι εκείνη έτρεξε στην αγκαλιά του, ενώ ο Κωστής και η Θάλεια δεν κρατιόταν και ψαχούλευαν τις βαλίτσες και τις σακούλες με τα δώρα. Τη φίλησε στο στόμα και αφέθηκε στο φιλί του. Τα μάτια του πρόδιδαν στη Βγενιώ αυτό που κάθε φορά συγχωρνούσε ο ερχομός στο σπίτι. Ο γυρισμός που συγχωρνάει και ενώνει είναι πιο δυνατός από τον μεγαλύτερο έρωτα της γης και της θάλασσας. Μετά από λίγο τα μάτια τους γίνονταν λίμνη ακύμαντη, ύστερα χορός, αγκαλιές, χαρά και ξανά θάλασσα θυμωμένη, στο κατευόδιο και στο κούνημα του χεριού. Πολλές φορές επαναλήφθηκε η ίδια εικόνα στη ζωή της, ώσπου χάθηκαν από το κάδρο ο Κωστής και η Θάλεια σε άλλα σπίτια και έμειναν μόνοι. Τώρα όμως ήταν συνέχεια μαζί.

Ξεκλείδωσε το εργόχειρο από το τελάρο και με τα μάτια έψαξε τους τοίχους να προβάρει το μέρος που θα το κρεμούσε. Κατέληξε ότι πρέπει να βάλει τον γέρο ναυτικό με την πίπα του πάνω από το τζάκι. Μια ωραία ξύλινη κορνίζα σε χρώμα καφέ – ναι καφέ κορνίζα να βάλω μονολόγησε – θα ταίριαζε με το καφέ τζακόξυλο. Η γριά ανασηκώθηκε και στήριξε αυτή τη φορά τα στραβοπόδαρά της. Έκαμε ένα βήμα και πλησίασε στο τζάκι. Η γάτα ξεβολεύτηκε από τη θέση της και πήδηξε στον καναπέ. Στη ζεστή μεριά που καθόταν η Βγενιώ. Κοίταξε προς την τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» αμέσως όμως  το μετάνιωσε
«Δεν ακούει ο Νικόλας μου…» μονολόγησε και τράβηξε το σκαμνάκι στη μέση του τζακιού. Μέτρησε με τα μάτια το ύψος και σκάλωσε τα χέρια της στο τζακόξυλο. Έριξε πρώτα το ένα πόδι με δυσκολία στο σκαμνί, ανασηκώθηκε λίγο και ύστερα το άλλο. Στεκόταν τώρα όρθια στο σκαμνί και κεντράριζε τον τοίχο, ενώ στη βάση του, κοντά στα πλακάκια, τα ξύλα ζορίζονταν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους και την τιμή του μάστορα που τα πελέκησε και τα συναρμολόγησε. Ακουμπούσε τον γέρο ναυτικό στον τοίχο και τον έσιαζε να μη γέρνει, όταν ένα από τα ξύλα έχανε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αποφάσιζε να ατιμάσει τον μάστορα που το εμπιστεύτηκε.
«Νικόλααα μου…» φώναξε με όση δύναμη είχε, την ώρα που υποχωρούσε ένα από τα τέσσερα ξύλα του σκαμνιού και το κορμί της έγερνε στο κενό. Το μάρμαρο, ζεστό από τον αλλόφρονα  χορό της φωτιάς, φύλαξε το αίμα που κύλησε από το μέτωπό της. Ο γέρο ναυτικός, αφού έκανε έναν αέρινο στροβιλισμό, την ακολούθησε στο κατόπι και της σφούγγισε απαλά το μέτωπο. Οι μουλινέδες κοκκίνισαν. Τρόμαξε η γάτα τόσο πολύ που γούρλωσε τα πράσινα μάτια και στριμώχτηκε στην μαξιλάρα του καναπέ.

Η Βγενιώ αεράτη, έτρεξε σβέλτα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε το μαύρο τάγκο ντρες φόρεμά της, εκείνο που φόραγε στις λέσχες με τον Νικόλα και άφηνε όλη της την πλάτη γυμνή στα μάτια των ανδρών. Το φόρεσε. Έβαλε κοκκινάδι στα χείλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια κόκκινη στάμπα στο μέτωπο έμοιαζε με λουλούδι που έρρεε φως και χρωμάτιζε με ρουζ τα μάγουλά της. Έσκυψε, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες και μπήκε στην τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» φώναξε χαρούμενη,
«… πάμε να χορέψουμε  ένα ταγκό…» κι εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα στα πλακάκια του μπάνιου την άκουσε.

* * * * * *