Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ




   Τις καθημερινές έβγαζε τον σκύλο βόλτα ο Τάκης όσο ζούσε, μετά που πέθανε έπρεπε να τον βγάζω εγώ κι ας μη τον συμπαθούσα ιδιαίτερα γιατί μου γέμιζε τα χαλιά τρίχες. Τον έβγαζα φυσικά και τα σαββατοκύριακα. Όσο νάναι οι ανάγκες ενός σκύλου δεν ξεχωρίζουν καθημερινές και αργίες.
   
   Αγαπούσα τρελά τον Τάκη. Σιγά σιγά η βόλτα του σκύλου ήρθε να μαλακώσει τον πόνο της απώλειας, όσο μπορεί να μαλακώσει μια απώλεια ένας περίπατος με σκύλο. Ο Νικολάκης, ο μοναχογιός μας, με ακολουθούσε σκαλωμένος στη φούστα ή το μπουφάν μου και πάντα σιωπηλός. Αισθανόταν τον πόνο και την οργή που ένοιωθα για την απώλεια του άνδρα μου, αλλά δεν μιλούσε. Ούτε ο Μάγκας, έτσι φωνάζαμε τον σκύλο, είχε ποτέ όρεξη για παιχνίδια  από τότε που πέθανε το αφεντικό του. Μια βόλτα μέχρι το πάρκο για κατούρημα και ξανά πίσω στο σπίτι. Την ίδια μέρα και ώρα η ίδια σιωπηλή παρέα διέσχιζε τον δρόμο μέχρι το πάρκο της πόλης και ξανά πίσω.
   
   Όσο περνούσαν οι μέρες ξεχνούσα να μιλάω. Ο Νικολάκης με κοίταζε στο στόμα μήπως και βγάλω κάποια κουβέντα, το ίδιο και ο Μάγκας μήπως βγάλω ένα παράγγελμα ή ένα σφύριγμα. Τίποτα. Το γέλιο ήταν μια μακρινή ανάμνηση, από τότε που ο Τάκης μάς αράδιαζε με τον δικό του τρόπο ωραία ανέκδοτα και γελούσαμε όλοι μαζί. Το γέλιο μας ακολουθούσε και ο Μάγκας, με ένα συνεχές κούνημα της ουράς και τρεχάλα στο σαλόνι  σαν σίφουνας.

- Βλέπεις και ο Μάγκας γελάει με τα ανέκδοτά μου, συνήθιζε να λέει.
Εγώ τότε έβλεπα τις τρίχες στο χαλί και σηκωνόταν η τρίχα μου κάγκελο.
   
   Έσβηνε ο πίνακας του μυαλού μου  και ενώ θα έπρεπε να ανησυχώ, δεν έδινα σημασία. Το κάθε τι το έκανα μηχανικά και είχα αποφασίσει ότι δεν έχουν καμία αξία πλέον το γέλιο ή η κουβέντα. Μόνο ο γιος μου.
   
   Η σημερινή απογευματινή βόλτα ήταν μια από τα ίδια. Εγώ μπροστά κρατώντας το λουρί του Μάγκα και στη φούστα μου πάνω ο Νικολάκης. Διασχίσαμε τον δρόμο και μπήκαμε στο πάρκο. Ο κόσμος σήμερα ήταν λιγοστός και ο ουρανός είχε τις μαύρες του. Τέλειο τοπίο για τη ψυχοσύνθεσή μου, αλλά και για το κατούρημα του Μάγκα. Λίγο πριν τον θάμνο που είχε μαρκάρει, ο Νικολάκης μου τράβηξε τη φούστα.

- Τι είναι αυτά μαμά;
   
   Είχε σταματήσει μπροστά σε ένα άγνωστο σε μένα φυτό που στην κορυφή του μίσχου του είχε δυο στρογγυλά άσπρα ανθάκια, εντελώς αδιάφορα και βαρετά. Τον κοίταξα καλά. Με ξεβόλεψε είναι αλήθεια από τη μακαριότητα της σιωπής μου. Έπρεπε να απαντήσω στο παιδί. Ξεστόμισα ό,τι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή:

- Αρχίδια !!!
   
   Δεν πρόλαβα να μετανιώσω για την ανοησία μου και ο Νικολάκης με κοίταξε με κείνα τα έκπληκτα μαύρα μάτια του και με ξαναρώτησε:

-Φυτρώνουν κι αυτά;
   
   Τότε γέλασα. Γέλασα πολύ. Ο Μάγκας λύθηκε από το λουρί του και έγινε αέρας στον ουρανό.

* * * *