Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ







  Όταν ήμουν παιδί απομνημόνευα κατ΄εντολή των μεγάλων. Ιστορία, Γεωγραφία, Μαθηματικά, Θρησκευτικά. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τη χρησιμότητα ύπαρξης των μεγάλων, ούτε να απομνημονεύσω τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους όταν έδειχναν αυτό που ήταν, δηλαδή μεγάλοι. Έτσι δεν θυμάμαι την έκφραση της μαμάς μου όταν μου έλεγε «να το φας όλο το φαγητό που σου έβαλα», ή του μπαμπά όταν με κοίταζε σα να με λυπόταν. Όλοι τους συμφωνούσαν ότι είμαι ένα παράξενο παιδί που δεν αντιλαμβάνεται βασικά πράγματα, όπως υπακοή, πίστη, ταπεινοφροσύνη,  παρά μόνο παπαγαλίζει βαρετά μαθήματα, τα οποία όμως αρνιόταν να παρουσιάσει δημόσια, σε μια αίθουσα σχολείου παραδείγματος χάριν, ή σε μια σχετική ερώτηση μεγαλυτέρου, κατά της διάρκεια ενός δείπνου με οικογενειακούς φίλους.
   Θεώρησα ειρωνική την κίνηση του μπαμπά να μου χαρίσει έναν μεγάλο πράσινο παπαγάλο στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε ότι αντιπαθούσα τα πουλιά σε κλουβί. Έβγαλα λοιπόν τον παπαγάλο από το κλουβί και του έμαθα να πετά μέσα στο σπίτι και να μιλά. Η μοναδική λέξη που του έμαθα εύκολα και την ξεστόμιζε με το παραμικρό ήταν «μαλάκα».
   Ο παπαγάλος εμφανιζόταν τις πιο ακατάλληλες στιγμές μέσα στο σπίτι, όταν δεν κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα του δωματίου μου. Στο κεφάλι της μαμάς την ώρα που έτρεχε αλαφιασμένη στην κουζίνα να βγάλει την γαλοπούλα κάρβουνο από τον φούρνο. «Μαλάκα» της φώναζε και, με ένα φρρρρ, πετούσε στο μπράτσο της πολυθρόνας του μπαμπά, όταν εκείνος έβλεπε ειδήσεις στην τηλεόραση και μονολογούσε για την πολιτική. «Μαλάκα» του φώναζε, τον κοίταζε για μια στιγμούλα στα μάτια και, πριν προλάβει να φάει την εφημερίδα στο κεφάλι, βρισκόταν στο περβάζι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού. Διασκέδαζα είναι αλήθεια με τον παπαγάλο μου. Του απαγόρευσα να μάθει Ιστορία, Μαθηματικά, Γεωγραφία, Θρησκευτικά. Η λέξη που του έμαθα ήταν αρκετή, μας προσδιόριζε ικανοποιητικά ως οικογένεια, οπότε οποιαδήποτε άλλη γνώση θα του ήταν άχρηστη.
   Ενώ θα έπρεπε να ντρέπομαι που ήμουν μέλος μια τέτοιας οικογένειας, εγώ, αντιθέτως, θεωρούσα διασκεδαστικό το γεγονός της συνύπαρξής μου με μαλάκες γονείς. Ο συγχρωτισμός όμως με μια μαλακισμένη οικογένεια μπορεί ασυναίσθητα να οδηγήσει όλα τα μέλη της σε  συμπεριφορές μακάριας μαλακίας, οπότε ένα μικρό παιδί εύκολα μπορεί να οδηγηθεί στα ηδυπαθή μονοπάτια της. Οι γονείς μου φρόντισαν και γι΄αυτό.
   Μετά από κάθε σχολική αριστεία (με περισπωμένη στο ιώτα), ο μπαμπάς άρχισε να μου  χαρίζει διάφορα ηλεκτρονικά γκάτζετ, όπως υπολογιστές, κινητά, παιχνίδια και η μαμά, ακριβά ρούχα και παπούτσια τελευταίας μόδας. Δεν χρειαζόταν πια μεγάλη προσπάθεια να πέσω με τα μούτρα στη μαλακία. Για την αληθινή μαλακία δε, τιμωρήθηκα με αυστηρή μητρική επίπληξη και πατρικό συννεφιασμένο βλέμμα, όταν ο παπαγάλος φτερούγισε αλαφιασμένος πάνω από τα ανοιχτά μου σκέλη, φωνάζοντας ο αθεόφοβος σαν ξελιγωμένος πορνόγερος. Δεν ξέρω από ποιόν έμαθε τη συγκεκριμένη λέξη που ξεστόμισε, πάντως όχι από μένα. Αρκούσε η φασαρία του παπαγάλου να κινήσει την περιέργεια του μικρού μου αδελφού και φυσικά να φτάσουν τα μαντάτα για τη μαλακία μου στους γονείς, όταν τους φανέρωσε με περισσή γλυκύτητα το μπάσταρδο: «μαμά η αδελφή μου χαϊδεύει το κουτί της». Τότε ήταν που έπνιξα τον παπαγάλο μαζί με τον πρώτο μου οργασμό. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. 
   Δυο χρόνια μετά τον θάνατο του παπαγάλου, με τον φρικτό τρόπο που σας περιέγραψα, και αφού είχα γνωρίσει την γλυκύτητα της αληθινής μαλακίας, συνέβη και ένα άλλο γεγονός, το οποίο μόλις τώρα μου ήρθε στο μυαλό. Θα προσπαθήσω να το ανασυνθέσω και να σας το παρουσιάσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα, παρότι δεν φρόντισα να το παπαγαλίσω.
   Ήταν ένα απόγευμα όταν γύρισε η μαμά από τον εβδομαδιαίο καλλωπισμό της στο ινστιτούτο ομορφιάς, δηλαδή μαλλιά, πρόσωπο, νύχια, αποτρίχωση μπικίνι. Ο μπαμπάς είχε επιστρέψει νωρίτερα στο σπίτι, είχε ανοίξει έναν χαρτοφύλακα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το γέμισε κόλλες χαρτιών και ντοσιέ που κουβάλησε από τη δουλειά του. Εγώ εκείνη τη στιγμή παπαγάλιζα την Ιστορία και ο μικρός μου αδελφός έπαιζε στο κινητό του ένα παιχνίδι με τέρατα και σκοτωμούς. Κάθε τόσο έβγαζε άναρθρες κραυγές ανθρώπου των σπηλαίων. Το μόμολο !!!  
   Αν θυμάμαι καλά ο μπαμπάς είπε στη μαμά: «Τούλα τέρμα τα σούρτα φέρτα στο ινστιτούτα» και η μαμά αν θυμάμαι καλά του απάντησε: «Γιατί καλέ;».
   Αμέσως σταμάτησα την ανάγνωση και έστησα αυτί. Οι μεγάλοι έπαιρναν ένα παράξενο ύφος όταν ζορίζονταν. Δεν με βοηθά αυτή τη στιγμή η μνήμη μου να σας το περιγράψω, πάντως πρέπει να ήταν σαν το ύφος της Μαρίας Αντουανέτας τη στιγμή που έβαζε το κεφάλι της στη λαιμητόμο του Ροβεσπιέρου. Πάντα η Ιστορία βοηθά να περιγράψεις στριμόκωλες καταστάσεις κι εγώ την είχα μάθει απέξω, ανακατωτά και σε βάθος. Η μαμά εκείνη τη στιγμή πρέπει να άκουγε τρομαγμένη τη φασαρία του πεινασμένου όχλου στην πλατεία, ενώ ο μπαμπάς ακόνιζε τη λεπίδα της γκιλοτίνας για το μοιραίο.
   Αν θυμάμαι καλά συνέχισε ατάραχος και της είπε κάτι σαν: «Τούλα δεν υπάρχει σάλιο».
   Εγώ ήδη γνώριζα ότι με το σάλιο η μαλακία ήταν πάντα πετυχημένη, οπότε αυτομάτως συνέδεσα το γεγονός με την πτώση της περιόδου της μαλακίας στο σπίτι μας. Κατέταξα το γεγονός στα ιστορικά, μαζί με τη δολοφονία του παπαγάλου μας, την πτώση της γαλλικής μοναρχίας και περίμενα αντιδράσεις από τη μαναρχία.
   Παραδόξως η μαμά δεν έσκυψε το κεφάλι, αντιθέτως στήθηκε απέναντι στον Ροβεσπιέρο της και του αντιμίλησε, αν θυμάμαι καλά του είπε κάτι σαν: «Μωρέ τι μας λες, να κόψεις το κεφάλι σου να βρεις, εγώ το παντεσπάνι μου δεν το αποχωρίζομαι». Για τη λέξη «παντεσπάνι» δεν κόβω και τον λαιμό μου ότι την είπε, την ταίριαξα όμως στην περίσταση. Αυτομάτως αντεστράφησαν οι όροι, τώρα έβλεπα τον Ροβεσπιέρο να σκύβει το κεφάλι, η μαμά ήταν ξεκάθαρη, δεν υπήρχε περίπτωση να θυσιάσει το δικό της κεφάλι για λίγο σάλιο, άλλωστε κουβαλούσε και το δικό μας βάρος, το οποίο κάποια στιγμή το έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επιτακτικά: «Τα παιδιά τι θα γίνουν; Θα χάσουν τα παιχνίδια, τα ρούχα, τα καλά σχολεία, τις διακοπές τους; Είσαι με τα καλά σου; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα…»
   Τότε κατάλαβα ότι δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο η πτώση της μαλακίας. Έχει ισχυρές ρίζες. Βασίζεται στη γλυκερή και λάγνα αποπλάνηση των αισθήσεων, στον οργασμό της φαντασιωμένης πραγματικότητας, κάτι σαν virtual reality που λέγαμε εμείς τα παιδιά στα σχολειά, ή σαν σκέτο ριάλιτι που λέγανε οι μεγάλοι στις τηλεοράσεις.
   Δεν έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου, διότι μπορεί να ήμουν ένα παιδί που δεν μιλούσε συχνά, σκεφτόταν όμως για το κάθε τι που έβλεπε γύρω του. Στην οικογενειακή μας υπόθεση, ήταν ξεκάθαρο πια ότι βαδίζαμε σε μια νέα περίοδο μαλακίας, αυτό που δεν γνώριζα μόνο ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου. Αν τα γνώριζα όμως, θα ήμουν μάγισσα και όχι ένα κορίτσι δεκάξι χρονών.
   Ο μπαμπάς πράγματι έκοψε το κεφάλι του να στηρίξει τη συνέχιση του θεσμού της μαλακίας στο σπίτι μας και μάλλον βρήκε έναν τρόπο, διότι όταν μας τον ανάγγειλε ήταν περιχαρής. Γελούσαν και οι φαβορίτες του, μουστάκι δεν είχε. Η μαμά έδειξε ικανοποιημένη με το πρότζεκτ του μπαμπά, λίγο πιο συγκρατημένη, αλλά ικανοποιημένη. Αυτό το κατάλαβα από το μισό γελάκι που αμόλησε και το ταυτόχρονο σιάξιμο της λακαρισμένης φράντζας της. Ήταν μερικά σημάδια στις κινήσεις της μαμάς και του μπαμπά που τα είχα ταυτίσει με συγκεκριμένη κάθε φορά ψυχοσύνθεσή τους. Τότε κατάλαβα ότι η μαλακία δεν έχει όρια. Τείνει στο άπειρο, δεν μπορείς να απαλλαγείς εύκολα από αυτή αν σου έχει κυριεύσει το μεδούλι, κάνει τη ζωή να φαίνεται παιχνίδι, μέχρι να φτάσεις στο επόμενο νεκρό δευτερόλεπτο του οργασμού. Στη σημείο μηδέν. Μετά αναλαμβάνει το μυαλό να γεμίσει το κενό με τη σκέψη: «δεν έγινε και τίποτα, τράβα ακόμη μια» και ούτω καθ εξής.
   «Κανόνισα…» είπε θριαμβευτικά ο μπαμπάς «…να μας δανείσει τα χρήματα που θες για τον καλλωπισμό το ινστιτούτο σου, με την προϋπόθεση να τα ξοδέψεις όλα εκεί και θα τα αποπληρώσουμε σε δόσεις με … κάποιο επιτόκιο»
   Το πρότζεκτ ανάκαμψης του μπαμπά περιελάμβανε όλα τα χρειαζούμενα: καινούριο αυτοκίνητο, καινούρια γκατζετάκια, παρακολούθηση της μόδας, μπαλέτο, θέατρο, ταξίδια, κινητό για το μόμολο κλπ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο χρηματοδότησης και αποπληρωμής.
   Εκείνη τη στιγμή πεθύμησα τον καημένο τον παπαγάλο μου. Ο θάνατος όμως δεν έχει γυρισμό και λούφαξα σε μια γωνία, κάνοντας τους δικούς μου ιδιοτελείς υπολογισμούς.
   Σκέφτηκα τον κούκλο στο δισκάδικο της γειτονιάς, άφησα κάτω τα βιβλία και τα τετράδια και έτρεξα στη γωνία. Αν θυμάμαι καλά του έκλεισα το μάτι και του είπα κάτι σαν: «Θα ήθελα τον καινούριο δίσκο της Ριάνας, αλλά δεν έχω λεφτά να τον πληρώσω»
   Τότε αποχαιρέτησα την παρθενιά μου και έκοψα μαχαίρι τη μαλακία για πάντα./