Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΙ



- Τι έκανες σήμερα;
- Τίποτα…
- Πρέπει να πληρώσουμε το φροντιστήριο του μικρού.
- Να περιμένουν, όπως περιμένω κι εγώ
- Δεν θέλω να χρωστάω
- Ούτε κι εγώ, αλλά δεν έχω
Με την καθημερινή επανάληψη έσβησαν τα χαρακτηριστικά επικοινωνίας και διασώθηκαν μόνο τα τυπικά γνωρίσματα της έξωθεν καλής μαρτυρίας ακροβατούσης συμβίωσης.
- Χρωστάμε  πολλά;
- Τόσα όσα δικαιολογούν την αναπνοή μου
Στολίστηκε, φόρεσε ένα πουκάμισο που ο γιακάς έδειχνε πλέον τα σημάδια του χρόνου, έκρυψε τα μανίκια βαθιά στο σακάκι, έσιαξε το παρουσιαστικό του μπροστά στον καθρέφτη και ύστερα έγινε αόρατος μέσα στην πόλη.

* * * * *

- Την Κυριακή θα πάω για καφέ με τις φίλες μου
- ….
- Άκουσες;
- Ναι
- Τι είπα;
- Κάτι για τις φίλες σου
- …
Έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο και ύστερα μια κατσαρόλα στο μάτι. Εκείνος έβγαλε το κινητό από την τσέπη.
Sms: Την Κυριακή το πρωί σου ρχομαι … J
Sms: Πάλι πρωί;;; Δεν μπορώ … L
Πέταξε με δύναμη το κινητό στον απέναντι τοίχο. Εκείνη έσκυψε και μάζεψε τα κομμάτια του και τα πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

* * * * *

- Σου έχω κάνει tag αμέτρητες φορές και ούτε ένα like
- Μωρό μου τι αξία έχει ένα like μπροστά στην αγάπη μας;
- Ε τότε πες μου σ΄αγαπώ
- Πώς ;;; ψέλισσε έντρομος.

* * * * *

- Πώς σου φαίνομαι; Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της για να δει το καινούριο της φόρεμα
- Καλή… σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;
- Για την ηλικία σου καλή είσαι…  ξαναβούτηξε στην εφημερίδα
Απευθύνθηκε τότε στον καθρέφτη και απογοητευμένη δεν διέκρινε τίποτα στο γυαλί που να επιβεβαιώνει τον επιθετικό του προσδιορισμό.

* * * * *


- Θα χιονίσει;
- Έτσι είπανε στις ειδήσεις
- Πετρέλαιο έχουμε;
- Για κανα δυο μέρες
- Μετά τι θα κάνουμε;
- Σεξ !!!
Άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε ένα ξεχασμένο ισοθερμικό μπουφάν από τα καλά τα χρόνια, τότε που πηγαίνανε για σκι στα Καλάβρυτα. Πήρε και έναν μάλλινο σκούφο και τα φόρεσε. Ύστερα άνοιξε το παράθυρο, μάζεψε μέσα τη γάτα και τον έστειλε να αγοράσει μια φτηνή σαμπάνια. 

* * * * *

- Τα παιδιά δεν τα βγάζουνε πέρα …
- Το ξέρω
- Η κόρη μας,  ζήτησε πάλι χρήματα …
- Πού καταντήσαμε !!! Να ταΐζουμε και τον γαμπρό …
- Τι να κάνει κι αυτός; Δεν βρίσκει δουλειά …
- Δώστο, το τελευταίο είναι … έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό πενηντάευρο. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Έκανε μερικά βήματα και μόλις ξεμούδιασε έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Ήταν γεμάτες καραμέλες και ζαχαρωτά.
* * * * *

- Ήρθε ένα χαρτί από την Εφορία για σένα
- Για μένα; Περίεργο. Τι να με θέλει  η Εφορία;
Άνοιξε τον φάκελο προσεκτικά και έβγαλε από μέσα τη διπλωμένη κόλλα. Διάβασε την επιστολή, την ξανάβαλε μέσα και τον πέταξε στα σκουπίδια.
- Τι λέει;
- Λέει να μην το λάβω υπόψιν αν είμαστε τακτοποιημένοι …
- Είμαστε; … τον πλησίασε ανήσυχη η γυναίκα
- Στη γλάστρα με τον ξεραμένο φίκο έχω κρυμμένα τα χρήματα για την κηδεία μας.
* * * * *
- Φοβάμαι …
- Τι φοβάσαι;
- Το αύριο !!! Τι θα κάνουμε;
Της χάιδεψε τα μαλλιά και την καθησύχασε
- O γείτονας σάλταρε επειδή φοβόταν το αύριο. Λέω να του κόψουμε την καλημέρα,  μην πάθουμε τα ίδια.

* * * * *
Στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητο με το αζαξ και το πανί. Του κανε νόημα να μην πλησιάσει το παρμπρίζ, αλλά εκείνος επέμενε. Τον κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια και το φανάρι δεν έλεγε να αλλάξει χρώμα. Κατέβασε τις ασφάλειες  για σιγουριά.  Τα μάτια του νεαρού συνέχισαν να τον πολιορκούν και να του λένε το ίδιο πράγμα. Το βλέμμα του σχεδόν λύγισε ώσπου … άναψε το πράσινο και έβαλε την πρώτη.

* * * * *

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL



Με φαντάσματα, σύμβολα κι ονειροδάνεια


Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη //

Χριστόδουλος Λιντζερίνος «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια», διηγήματα, εκδόσεις ΑΝΑΤΥΠΟ, 2017

O Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, αν και γράφει εδώ και πολλά χρόνια. Μας συστήνεται με μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» που περιλαμβάνει 33 διηγήματα, από τις καλαίσθητες εκδόσεις «ΑΝΑΤΥΠΟ» που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη. Ευρηματικός και παιγνιώδης, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου σε προδιαθέτει με χιούμορ, αλλά και πικρία για τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν. Εμμέσως παραπέμπει σε μια οδυνηρή πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε τόπος, αλλά ούτε  ελπίδα για ταξίδια, θέτοντας υπαινικτικά και τα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Ελλάδα. Ο συγγραφέας πλάθει τους πολυάριθμους ήρωες του με μαεστρία και έχει την ικανότητα να στήνει ιστορίες απ’ το πουθενά. Συχνά οι αφηγήσεις του ακουμπούν στο όνειρο και πετυχαίνουν μια σύζευξη με την άλλη τέχνη της γραφής, την ποίηση. Άλλοτε πάλι σαρκάζουν ευθέως την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από έναν ωμό και ακραίο ρεαλισμό που συχνά εκπλήσσει. Ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος όμως προχωράει κι ένα βήμα πιο πέρα απ’ την απλή αφήγηση, στο χώρο του υπερρεαλισμού και του παραμυθιού. Μπολιάζει τις ιστορίες του με τις τεχνικές του παραδοσιακού παραμυθά, τις εμπλουτίζει με εντυπωσιακές εικόνες και περιγραφές, ενώ συχνά παίζει με αναχρονισμούς, όπως ακριβώς κάνουν τα παραμύθια. Θέματα όπως οι άγγελοι, τα φαντάσματα, τα ονειροδάνεια, η σκιά, ο βρόχος, η πρωτοχρονιά της Εύας κι άλλα κείμενα είναι βγαλμένα από έναν κόσμο μυθικό, γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες, αλλά εξίσου σκληρό και αιχμηρό με τον πραγματικό, ενδεχομένως και πιο κραυγαλέο. Αυτός ο πολυσύνθετος τρόπος σκέψης και αφήγησης δείχνει τις ιδιαίτερες δεξιότητές του. Δεν είναι εύκολο να χειριστείς τον έντεχνο λόγο με τόσο διαφορετικές και καμιά φορά αντιφατικές τεχνικές. Ωστόσο ο συγγραφέας φαίνεται να τα καταφέρνει κι έτσι κινείται εξίσου καλά στο παραμύθι, στην ποίηση και στην πεζογραφία. Τα διηγήματά του έχουν συναίσθημα, χιούμορ και κλαυσίγελο και διαθέτουν πληθώρα θεμάτων και ηρώων. Η ιδιαίτερη σχέση του με την ύπαιθρο και τη φύση-μένει μόνιμα στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής- τον βοηθάει να εντρυφήσει σε λεπτομέρειες που για μας τους συγγραφείς του άστεως είναι άγνωστες και συναρπαστικές. Οι ιστορίες του προέρχονται απ’ τις μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα, από τα παιδικά του χρόνια, ίσως και από τις μυστικές πληγές του. Στο συγκινητικό του διήγημα η κομπίνα, όπου ένα νεογέννητο το καταπίνει η αλωνιστική μηχανή, γράφει χαρακτηριστικά: «Ιούνης του 1970 και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται καινούργια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβάνηδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας. Εκείνη τη χρονιά έκανε την εμφάνισή του το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θηρίο που έτρωγε, κινούνταν και αφόδευε καλαμιές…. Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς πλάι στο  ντροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες, τα αλμυρά ψάρια…»
Αλλού πάλι ο συγγραφέας μας περιγράφει τη περιπέτεια του εξημερώματος ενός αλόγου: «Τώρα ο ξένος, δηλαδή ο γητευτής με τον Παναγή, δηλαδή το άλογο ξεκίνησαν ένα τρελό κυκλικό χορό. Το ποδοβολητό του σήκωνε αντάρα το χώμα κι εκείνος δεν άφηνε στιγμή τη θηλιά. Εκεί που τον άφηνε να ξεμακρύνει, εκεί έσφιγγε τη θηλιά και ζύγωνε στο κέντρο. Όσο περνούσε η ώρα τόσο ξεψυχούσε το ποδοβολητό του και η τρεχάλα, ώσπου ο Παναγής παραδόθηκε. Ο γητευτής τον πλησίασε, έβγαλε ένα λεπίδι από τη ζώνη του και η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Με μια κίνηση του έκοψε τη θηλιά. Του έπιασε τα μάγουλα και τον κοίταξε στα μάτια. Ύστερα γονάτισε μπροστά του. Το ζώο τότε λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε κι εκείνο». 
Τα θέματά του Χριστόδουλου Λιντζερίνου ωστόσο, δεν εξαντλούνται μόνο στα παιδικά χρόνια στην ύπαιθρο, αλλά αναφέρονται στην ενηλικίωσή του στη Θεσσαλονίκη, στη φοιτητική του ζωή του, στην τρέχουσα καθημερινότητα, στη Χαλκιδική και σε πολλά άλλα θέματα.

Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος
Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το βιβλίο είναι το μεγάλο απόθεμα ιστοριών που ο συγγραφέας φέρει μέσα του, κάτι που λείπει συχνά από τους ομοτέχνους του. Οι περισσότεροι πεζογράφοι σήμερα αγκομαχούν για να επινοήσουν και να αφηγηθούν μια καλή ιστορία και κυρίως να την επενδύσουν με συναίσθημα και να προκαλέσουν συγκίνηση. Στον Χριστόδουλο Λιντζερίνο οι ιστορίες προκύπτουν αβίαστα, φαίνεται να είναι ανεξάντλητες, αποκαλύπτονται με θαυμαστό τρόπο  -αδιάφορο αν είναι αληθινές ή φανταστικές- δεν σε κουράζουν με μακρόσυρτες περιγραφές κι  έχουν  πάντα  κάτι πρωτότυπο να πουν. Ο συγγραφέας γνωρίζει την οικονομία του λόγου και την χρησιμοποιεί με αυστηρότητα. Οι περισσότερες αφηγήσεις  του  είναι ολιγοσέλιδες, οι λέξεις μετρημένες και η γλώσσα άψογη. Έτσι σου κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, κρύβουν εκπλήξεις και ανατροπές και  είναι δουλεμένες ως την τελευταία λεπτομέρεια.
Σημειώνω  επίσης το ερωτικό στοιχείο που υφέρπει επίμονα κάτω απ΄τα κείμενά του, σε κάποιες περιπτώσεις εκδηλώνεται έντονα και ενίοτε προκλητικά. Ο έρωτας είναι συστατικό στοιχείο της ζωής και της λογοτεχνίας και δεν θα μπορούσε να λείπει απ΄αυτό το βιβλίο. Πολλές φορές μάλιστα παρουσιάζεται ως ανατροπή και εκτροπή- ο έρωτας άλλωστε είναι ανατροπή και εκτροπή απ΄το εγώ- συχνά οδυνηρή, την οποία ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με χιούμορ με περισσή φαντασία.
Θα κατέληγα πως ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι  ένας νέος συγγραφέας που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για τον αναγνώστη και έχει μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα και δυναμική στη λογοτεχνία. Περιμένουμε λοιπόν κι άλλες ιστορίες του κι άλλα ταξίδια στον θαυμαστό και συναρπαστικό κόσμο του και είμαστε σίγουροι για την απόλαυση και την υψηλή αισθητική που θα μας χαρίσει.