Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΟΔΟΣ ΚΑΛΑΠΟΘΑΚΗ

Ο Νίκος Ραψομανίκης έστριψε, καθώς κατηφόριζε την Κομνηνών,  δεξιά στην Καλαποθάκη. Βρέθηκε στο μέσον μιας θάλασσας μουσικής που κατά έναν παράξενο τρόπο άλλαζε κυματισμό κάθε φορά που προσπερνούσε την πρόσοψη ενός μπαρ για να βρεθεί στην ιδεατή προέκταση του διπλανού. Αλλού έβλεπε ζευγαράκια να πίνουν το ποτό τους με γερμένα συνωμοτικά τα κεφάλια στο κέντρο του τραπεζιού, σε άλλη γωνιά ώριμους επιχειρηματίες να κόβουν με σιγουριά το πούρο τους , πιο πέρα κοριτσάκια του Λυκείου να φλερτάρουν με τα αλάνια του απέναντι τραπεζιού πνίγοντας τα γελάκια στην κόκα κόλα τους.
Διάλεξε ένα μπαρ με μοναδικό κριτήριο την εξωτερική του εμφάνιση και κάθισε σε μια άκρη να πιει ένα ουίσκι. «Ένα Τζακ Ντάνιελς» θα παραγγείλω σκέφτηκε και το βλέμμα του αμέσως έπεσε στον πολύχρωμο κατάλογο που στέναζε από το βάρος το γυάλινου σταχτοδοχείου δίπλα στο ρεσό με το αναμμένο κεράκι για την απαραίτητη ατμόσφαιρα. Κοκτέιλ Μπαρ έγραφε με μεγάλα πρασινωπά γράμματα !! «Τι στο διάολο δεν είναι κανονικό μπαρ;» αναρωτήθηκε. Δεν είχε σηκώσει το κεφάλι ψηλά να δει την πινακίδα που διαλαλούσε με πλάγια νέον γράμματα το περιεχόμενό του. Ντράπηκε να σηκωθεί να φύγει αφού το γκαρσόνι είχε σερβίρει ήδη μια κανάτα νερό και ένα μπολάκι με κριτσίνια και πάστα ελιάς. Άνοιξε τον κατάλογο και παράγγειλε ένα Σουήτ Εϊπριλ γιατί ήταν μήνας Απρίλιος. Ο καιρός δεν ήταν τόσο γλυκός. Η υγρασία του Θερμαϊκού περόνιαζε τα κόκαλα. «Μαλακίες κοκτέιλ τέτοια εποχή» αναστέναξε και έστριψε ένα τσιγάρο.
«Να σας φέρω πιο κοντά το μανιτάρι κύριε; » ο νεαρός σερβιτόρος μάλλον αντιλήφθηκε την υγρασία που εισχωρούσε  ύπουλα στα κόκαλα του πενηνταπεντάρη Νίκου Ραψομανίκη, ή εν πάσει περιπτώσει είχε συνείδηση της αδυναμίας των προϊόντων του καταστήματος να σταματήσουν την προέλαση της υγρασίας στα γόνατα των πελατών.
«Όχι σας ευχαριστώ» απάντησε ευγενικά, «Με ζαλίζει άλλωστε το καμένο υγραέριο» συμπλήρωσε μέσα του, ανακατεύοντας ήδη δυο μαύρα καλαμάκια που χανόταν μέσα σε ένα βαθύ ποτήρι γεμάτο θρυμματισμένο πάγο, σα να τον έσπασε παγοθραυστικό στην Ανταρκτική, ενώ στον πυθμένα του αχνόφεγγε ένα πορτοκαλί υγρό φώς που έφερνε στο μυαλό δια μέσου της ρινικής οδού μυρωδιές εσπεριδοειδών σε περβόλι ανοιξιάτικο. Η νεαρή γκαρσόνα στρίμωξε κάτω από το σταχτοδοχείο την απόδειξη της ταμειακής, ξεχνώντας επιδέξια στο τραπέζι το χαμόγελό της.
«Ενδιαφέρων φαίνεται ο βυθός, σε αντίθεση με την επιφάνεια που δεν μ’ αφήνει να ξεχάσω την κωλοϋγρασία»
«Τελικά τα κοκτέιλς είναι για το καλοκαίρι με τρυφερή παρέα» τακτοποίησε τις σκέψεις του και τράβηξε την πρώτη βαθειά ρουφηξιά, αφού πρώτα κατάφερε να εισχωρήσει μέσα από τις πυκνές στρώσεις πάγου της Ανταρκτικής, για να συμφωνήσει πρώτα η γλώσσα, μετά ο ουρανίσκος και τέλος το λαρύγγι με τη μύτη του.
Η νεαρή γκαρσόνα επιδέξια κρατούσε τον δίσκο ψηλά καθώς ελίσσονταν ανάμεσα στους όρθιους θαμώνες. Το ίδιο ψηλά κρατούσε και το στήθος της. Στον δίσκο, τα ποτήρια των κοκτέιλς ακολουθούσαν τις δονήσεις του νεανικού σώματος στη διαδρομή του, ανάμεσα σε γέλια, φωνές, συζητήσεις, χορευτικές κινήσεις στο ρυθμό που πρόσταζε ο  ντι τζέι. Προσπάθησε να διακρίνει το αυλάκι του νεανικού στήθους αλλά δεν τα κατάφερε. Δε είχε να κάνει τίποτα άλλο για να σκοτώσει την ώρα του.
Ύστερα ακολούθησε με το βλέμμα του την πορεία των ποτηριών των κοκτέιλς. Βάλθηκε να αποτελειώσει την ώρα του. Ο ουρανός της Σαλονίκης από πάνω μια στενή λωρίδα με μικρά θαμπά αστέρια στριμωγμένα ανάμεσα στις αντικριστές πολυκατοικίες της οδού Καλαποθάκη.
«Ο ουρανός στο χωριό μου είναι πιο όμορφος» αναπόλησε. Κάτι έπρεπε και να σκεφτεί, έτσι εύκολα θα τη σκότωνε;.
Σε μια στιγμή με ένα τσαφ φωτογραφικού φλάς ο πεζόδρομος κάτω από πόδια του είχε γεμίσει μικρά θαμπά αστέρια, ενώ η γκαρσόνα συνέχιζε να ελίσσεται ανάμεσα στους θαμώνες του μπαρ με τα πόδια της όμως να πατούν τώρα στο πλακόστρωτο του ουρανού ανάμεσα στις αντικριστές πολυκατοικίες και τον δίσκο της ανάποδα, με τα κοκτέιλς να χύνονται και τ΄αστέρια του πεζόδρομου να παίρνουν το χρώμα του Dry Martini, του Bellini, της Tequila Sunrise, της Pina Colanda, του Sweet April.
Το αυλάκι του νεανικού στήθους της γκαρσόνας διαγράφονταν μπροστά  στα μάτια του καθώς μάζευε σκυφτή  τα συντρίμμια των γυαλιών επί της οδού Καλαποθάκη.


* * * * *


Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου