Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

ΕΝΥΠΝΙΟΝ

Ο κύριος Χαρίλαος, συνταξιούχος Λυκειάρχης πλέον, έπινε τον καφέ του και διάβαζε την εφημερίδα στη βεράντα του διαμερίσματός του επί της Λεωφόρου Νίκης. Το τσιγάρο στο τασάκι είχε σχεδόν καεί μέχρι τον παπά κι ο καπνός λιβάνιζε τον φίκο που υπομονετικά στεκόταν δίπλα στο τραπεζάκι, εκεί που τον τοποθέτησε η γυναίκα του, ενώ μέσα στο σαλόνι η ανοιχτή τηλεόραση γάζωνε κατά ριπάς την ατμόσφαιρα με τα τελευταία νέα. 
Κοίταξε για μια στιγμή μακριά στον ορίζοντα σηκώνοντας τα μάτια από τις μαύρες γραμμές της εφημερίδας, ανοιγόκλεισε τα νυσταγμένα βλέφαρα και είδε απέναντί του πολεμιστές βουτηγμένους στο αίμα και κουφάρια ανθρώπων καρφωμένα τρόπαια σε κοντάρια λήθης, άκουσε ιαχές νικητών που πανηγύριζαν μια νίκη με τη μορφή και το πρόσωπο της ήττας, στη μέση ποταμών πύρινης λάβας, ενός πλήθους που λούφαξε μπροστά στην αστραπή του ξίφους.
Τα δέντρα που χάραζε μικρός με καρδιές και βέλη του έρωτα, έγερναν να προσφέρουν τον αποκεφαλισμένο ίσκιο τους σε σοφούς γέροντες που περπατούσαν σκυφτοί και ονειρεύονταν χρώματα, ήλιους και λέξεις σε μια πεδιάδα λεηλατημένων χωραφιών. Η άνυδρη έρημος φώτιζε με σιωπή τη σκοτεινή πλευρά της σελήνης κι αυτή με τη σειρά της γεννούσε ψιθύρους κι έχτιζε ανεμόμυλους έτοιμους να κατακτηθούν από δονκιχώτηδες σε σειρά παραταγμένους. Ο ουρανός ξερνούσε μαύρο και κόκκινο. 
Αφησε την εφημερίδα δίπλα στο τασάκι με το καμένο τσιγάρο, σηκώθηκε από την καρέκλα και ακολούθησε τη φρικτή πομπή των σφαγμένων. Σκόνταψε σε χαντάκια, έσκυψε πάνω από πτώματα ανθρώπων ψηλαφίζοντας ροές και αποτυπώματα γυάλινων δακρύων. Πιο πέρα η θάλασσα μόνη, να λυπάται και να αιμορραγεί, γυμνή να σαρώνει το όνειρο και να ακροβατεί σε σάπια καταστρώματα και κουπαστές ελπίδας, να γλύφει με τον αφρό της τις χάσκουσες πληγές αγέννητων ανθρώπων και να ονειρεύεται ηλιοβασιλέματα στη ράχη της.
Ανοίγοντας τα βλέφαρα, κοίταξε μέχρι εκεί που φτανε το μάτι του και είδε μόνο σκιές ανθρώπων να κάνουν τον απογευματινό τους περίπατο στον παραλιακό δρόμο μπροστά στο Λευκό Πύργο, ενώ η τηλεόραση στο σαλόνι κελάηδιζε νότες κάποιου λαϊκού τραγουδιστή.
Άδειασε το ποτήρι του στον φίκο.

* * * * *
 Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου