Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΛΑΜΠΙΟΝΙΑ


Ο κόσμος που στριμώχνονταν στα πεζοδρόμια και τις βιτρίνες των καταστημάτων, άρχιζε σιγα σιγά να αραιώνει. Τα Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν είχαν κλειστεί από νωρίς σε μαγαζιά και ξενοδοχεία της πόλης. Ο Ροδόλφος Αστεριάδης, πάνε χρόνια τώρα που είχε ξεχάσει τη λέξη ρεβεγιόν και κρατούσε μόνο τα φώτα και τα στολίδια για συντροφιά. Όχι του σπιτιού του, γιατί δεν στόλιζε πια, αλλά της πόλης. Η τελευταία φορά που στόλισε ήταν πριν δέκα πέντε χρόνια όταν είχε την Αργυρή άρρωστη στο κρεβάτι και ξεσήκωσε ολόκληρο το ΙΚΕΑ από φωτάκια, λαμπιόνια και κάθε τι ηλεκτρικό που θα γέμιζε φως στο κρεβάτι της γυναίκας του. Στόλισε το τζάκι, το δένδρο, την τηλεόραση, τον μπουφέ, τη βιβλιοθήκη, την κουζίνα, την κρεβατοκάμαρα, τις μπαλκονόπορτες, με φωτάκια, αγιοβασίληδες και ελάφια κινέζικα. Η Αργυρή χαμογελούσε και ξεχνούσε για λίγο τις σουβλιές και τις αναγούλες της χημειοθεραπείας. Τα μάτια της, που πριν λίγο πετούσαν φωτιές και διαόλια, τώρα δάκρυζαν ηρεμία και καλοσύνη και πάνω στην υγρή τους επιφάνεια καθρεφτίζονταν όλα μαζί τα λαμπάκια του ΙΚΕΑ φωτισμένα να αναβοσβήνουν και να χορεύουν με τις μελωδίες του Σινάτρα που έστελνε στ’ αφτιά της το πικ απ. Το Πάσχα είχε σκεφτεί να γέμιζε το σπίτι με κόκκινα αυγά και ανοιξιάτικα λουλούδια, ίσως αγόραζε και κανα μικρό παπάκι να το βάλει στην αγκαλιά της να το χαϊδεύει. Η Αργυρή όμως έφυγε ανήμερα των Φώτων, προτού ακόμη  ξεστολίσει το σπίτι από τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Τον άφησε μόνο, αφού παιδιά δεν είχαν καταφέρει να αποκτήσουν. Σας τρελός έτρεχε τότε σ’ όλο το σπίτι κι έβγαζε με μανία τα λαμπάκια από τις πρίζες. Αφησε μόνο γυμνά πλαστικά καλώδια, να κρέμονται παντού. Από την κουζίνα μέχρι την τουαλέτα. Μέτρα ολόκληρα άψυχων καλωδίων αγκάλιαζαν τους τοίχους, τα έπιπλα και τα σκεύη του διαμερίσματος. Δεν πείραξε τίποτα ο Ροδόλφος Αστεριάδης. Τα άσπρα καλώδια πήραν το χρώμα της καπνιάς και τα πράσινα έγιναν τόσο σκούρα που θα λεγες ότι είναι και μαύρα από τους καπνούς των τσιγάρων και την πολυκαιρία, η οποία αλλάζει χρώματα στα αντικείμενα και κιτρινίζει τον χρόνο και τη μνήμη. Δεν σκέφτηκε ποτέ να τα μαζέψει και να τα πετάξει.
Κάτω από μια πλεξούδα μουχλιασμένων νεκρών καλωδίων στο μπάνιο άρχισε να ξυρίζει το πρόσωπό του μπροστά στον καθρέφτη. Έβαλε μια φτηνή αφτερ σέιβ  η οποία έτσουξε για λίγο το δέρμα του και σχεδόν αμέσως το δρόσισε, χτένισε τα μαλλιά του, που τώρα πια είχαν γκριζάρει για τα καλά και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα να ντυθεί για τη βραδινή του έξοδο. Πίσω από το φύλλο της ντουλάπας, στη σειρά, τα φουστάνια και τα φορέματα της Αργυρώς έπιαναν όλο τον χώρο και σε μια άκρη μόνο, στα δεξιά της, δυο κοστούμια, ένα γκρι παλτό και μερικά πουκάμισα και παντελόνια δικά του, στριμωγμένα. Δεν του χρειαζόταν περισσότερα άλλωστε. Τράβηξε μια κρεμάστρα με το μπλε σταυρωτό του σακάκι και το άσπρο πουκάμισο, προσέχοντας μη ταράξει την ηρεμία της αριστερής μεριάς της ντουλάπας. Στολίσθηκε από την κορφή μέχρι τα νύχια και βγήκε έξω στους δρόμους. 
Οι δρόμοι είχαν αδειάσει, όπως κάθε χρόνο τέτοια ώρα, αλλά τα φώτα της πόλης γλεντούσαν στη θέση που τα τοποθέτησαν οι άνθρωποι. Σήκωσε τους γιακάδες του παλτού γιατί ο Βαρδάρης άρχιζε να περονιάζει τα κόκαλα και έφτασε στην Αριστοτέλους, εκεί που τα φώτα έκαναν πάρτυ. Κάτω από το μεγάλο καράβι του Δήμου, που καθρέφτιζε στη νύχτα το γαλάζιο του Θερμαϊκού, μερικές σκιές κοντοστέκονταν, κοιτούσαν ψηλά και ύστερα βιαστικά συνέχιζαν τον βηματισμό τους. Απέναντι, στο πεζοδρόμιο της παραλίας, κάποια ξεχασμένα ζευγαράκια προχωρούσαν χεράκι χεράκι και οι μαύρες σιλουέτες τους χάνονταν προς τη μεριά του Λευκού Πύργου. Στάθηκε κάτω από το καραβάκι και άρχισε να ρουφά γαλάζιο φως. Πιο πέρα η φάτνη του Χριστού στεκόταν φωτεινή ενώ το άγαλμα του καθιστού Αριστοτέλη ίσα που φαινόταν. Στις καφετέριες τα λιγοστά κεφάλια των ανθρώπων, σκυφτά πάνω από ποτά και καφέδες, δεν έδιναν δεκάρα για το ζευγάρι που χάζευε τα χριστουγεννιάτικα φώτα της πλατείας. Η Αργυρή, του κρατούσε σφιχτά το χέρι και ρουφούσε κι αυτή το φως των Χριστουγέννων που χασε τη μέρα των Φώτων.
Το μάτι του Ροδόλφου Αστεριάδη έπεσε σε ένα μαύρο αντικείμενο κοντά στα άδεια χαρτονένια δώρα των Μάγων, δίπλα στο πρόβατο της φάτνης. Πλησίασε και έσκυψε. Στα χέρια του κρατούσε τώρα ένα μαύρο μεγάλο πορτοφόλι, παραγεμισμένο. Το άνοιξε και άστραψαν μέσα του πολύχρωμες πιστωτικές κάρτες. Λεφτά δεν είχε. Μια πράσινη πλαστικοποιημένη ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ έδινε στοιχεία του κατόχου: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΗΜΕΡΗΣ – ΠΡΟΞΕΝΟΥ ΚΟΡΟΜΗΛΑ 5 - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ.  Στη μέσα θήκη της μια μικρή λερωμένη τηλεφωνική ατζέντα φούσκωνε το πορτοφόλι. Προχώρησε και στάθηκε κάτω από τη λάμπα της κολόνας. Η περιέργεια τον έτρωγε. «Ποιος άνθρωπος μπορεί να είχε ακόμη στο πορτοφόλι του μια τηλεφωνική ατζέντα, όταν όλοι είχαν τις επαφές τους στα κινητά;» Στην πρώτη σελίδα είδε ξανά το όνομα ΚΑΤΟΧΟΣ: «Απόστολος Καλημέρης» με ωραία καλλιγραφικά γράμματα. ΤΗΛΕΦΩΝΟ: 365235. ΟΔΟΣ: «Προξένου Κορομηλά 5». Σαλονικιός σκέφτηκε και συνέχισε το φυλλομέτρημα. Όλα τα τηλέφωνα ήταν χωρίς το πρόθεμα της Θεσσαλονίκης και εξαψήφια. Η ατζέντα φάνταζε ξεπερασμένη και φτωχή μπροστά στη νέα τεχνολογία των κινητών που χώραγε ό,τι μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Στο γράμμα Κάπα το μάτι του φρέναρε και γύρισε πίσω τη σελίδα, σαν κάτι να πιασε στον αέρα. Την έφερε κοντά στα μάτια κι έβγαλε από την τσέπη του πουκαμίσου του ένα ζευγάρι πρεσβυωπικά γυαλιά. Στην  πρώτη γραμμή ένα όνομα και δίπλα του ένα Σαλονικιώτικο εξαψήφιο τηλέφωνο. Έβγαλε τα γυαλιά, τα σκούπισε με την άκρη της γραβάτας και τα ξαναφόρεσε. Το ίδιο όνομα και το ίδιο τηλέφωνο στεκόταν στην ίδια γραμμή της ατζέντας δίπλα στο γράμμα Κάπα: «Κουτσογιαννοπούλου Αργυρή ……. 425336» Με τη γυναίκα του δεν είχε μυστικά. Κάποτε του είχε πει για τον πρώτο της έρωτα, όταν η ανδρική του περιέργεια για το γυναικείο παρελθόν, της είχε φάει τα σωθικά. Φοιτήτρια στο πρώτο έτος της Φιλοσοφικής είχε ερωτευτεί έναν μεγαλύτερό της που είχε ένα κουσούρι όμως, εκτός της ηλικίας του. Ήταν οργανωμένος στο ΠΑΣΟΚ και οι δικοί της, φανατικοί Καραμανλικοί, ούτε να ακούσουν για σοσιαλιστή γαμπρό ή έστω γκόμενο εκείνη την εποχή. Κατάφεραν και την ανάγκασαν να κόψει παρτίδες μαζί του. Περισσότερα δεν του πε, αλλά φαινόταν ότι κάπου βαθιά μέσα της τον αγαπούσε. Αυτή την εκτίμηση έκανε τότε. Ούτε καν το όνομά του έμαθε, όσο κι αν το προσπάθησε, ώσπου ξεθώριασε το ενδιαφέρον του για το παρελθόν της.
Έβαλε το πορτοφόλι στο παλτό και προχώρησε προς την Προξένου Κορομηλά. Γιατί αυτός ο άνδρας κρατούσε ακόμη την ατζέντα με το πατρικό τηλέφωνο της γυναίκας του; Γιατί είχε ένα μικρό κομμάτι της γυναίκας του στο πορτοφόλι του; Πάνε τόσα χρόνια από τότε !! Ποιος είναι αυτός ο άνδρας, πώς είναι τώρα. Οι σκέψεις τον βασάνιζαν και είχαν κόψει κάθε γιορτινή όρεξη μέσα του. Ώσπου σφηνώθηκε στο μυαλό του η χειρότερη των σκέψεων που τόση ώρα την κρατούσε με νύχια και με δόντια για να μην εμφανιστεί. «Είχαν ξανασυναντηθεί όσο ζούσε η Αργυρή;» Έπρεπε οπωσδήποτε να τον συναντήσει, να του δώσει πίσω το πορτοφόλι, να τον δει από κοντά και να τον ρωτήσει. Ύστερα πάλι δείλιασε. Μέρα που ήταν ο άνθρωπος θα ήταν με την οικογένειά του, θα γιόρταζε, θα χαιρόταν ίσως που ξαναβρήκε το πορτοφόλι του, αλλά ίσως να δημιουργούσε πρόβλημα αν του ανέφερε την Αργυρή. Τελικά το αποφάσισε. Θα πήγαινε σπίτι του να τον βρει.
Μια βραχνή γερασμένη φωνή του απάντησε στο τηλέφωνο που δεν του φάνηκε να άλλαξε χροιά όταν πληροφορήθηκε για την εύρεση του πορτοφολιού. Του είπε πως μπορούσε να περάσει από το σπίτι του μιας και ήταν κοντά στην Προξένου Κορομηλά. Επιτάχυνε το βήμα του όλο αγωνία και βρέθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στο θυροτηλέφωνο δεν απάντησε καμία φωνή παρά μόνο ακούστηκε το ηλεκτρικό μπιπ της κλειδαριάς που άνοιξε. Μπήκε στο ασανσέρ κρατώντας στα χέρια του το πορτοφόλι. Καθώς είχε πατήσει το οκτώ, το μυαλό του είχε χρόνο να ανασυνταχθεί και να ετοιμάσει τις ερωτήσεις στον άνδρα που θα συναντούσε. «Είμαι ο άνδρας της Αργυρής Κουτσογιαννοπούλου» σκέφτηκε να του συστηθεί και σχεδόν αμέσως φρέναρε τη σκέψη. Έβγαλε από τη μέσα θήκη του πορτοφολιού τη μικρή ατζέντα, πήγε στη σελίδα του Κάπα και την έσχισε. Τη δίπλωσε και την έβαλε στην τσέπη του όταν το απότομο τράνταγμα του ασανσέρ τον επανέφερε. Έφτασε στον όγδοο. Βγήκε γρήγορα έξω και απέναντι από την πόρτα του ασανσέρ κάτω από την ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματος ένας ηλικιωμένος γύρω στα εβδομήντα που θαλεγες ότι είναι και μεγαλύτερος, φορώντας τις πιτζάμες του, με μεγάλη φαλάκρα και άσπρους κροτάφους, τον περίμενε. Πίσω του φαινόταν το μισοφωτισμένο σαλόνι, μια τηλεόραση να παίζει κάποιο εορταστικό πρόγραμμα και κανένα ίχνος άλλης ζωής. Ούτε χριστουγεννιάτικο δέντρο, ούτε λαμπιόνια να αποτυπώνουν το αναβόσβημά τους στους τοίχους.
«Το πορτοφόλι σας… » του είπε κι εκείνος άπλωσε το χέρι του.
Το άνοιξε βιαστικά, εκεί στην άκρη του διαδρόμου και πήγε αμέσως στη θήκη με τα χαρτονομίσματα. Γύρισε και τον κοίταξε καχύποπτα.
«Τα λεφτά;» ο Ροδόλφος Αστεριάδης του κούνησε αρνητικά το κεφάλι χωρίς να μιλήσει και αμέσως σκέφτηκε «ώρα είναι να με κατηγορήσει ότι του τα κλεψα. Αυτό δεν το σκέφτηκα. Μαλακία μου…» εκείνος τότε κατέβασε τα μάτια του μέχρι τα παπούτσια και ύστερα πάλι τα ανέβασε μέχρι πάνω στο κεφάλι του, τον ζύγιασε και χαμογέλασε, διώχνοντας από το βλέμμα την καχυποψία
«Ευτυχώς δεν μου πήρανε τις πιστωτικές» Έβαλε ύστερα μηχανικά το χέρι του στη μέσα θήκη, έβγαλε λίγο έξω το μαυρισμένο εξώφυλλο της ατζέντας, το κοίταξε κι αμέσως το ξανάχωσε μέσα.
«Σας ευχαριστώ πολύ. Θα σας έλεγα να περάσετε να σας κεράσω κάτι, αλλά με βρίσκετε απροετοίμαστο……» του έδειξε ντροπαλός τις πιτζάμες.
«Δεν πειράζει. Με περιμένουν και μένα…..» του είπε και μπήκε στο ασανσέρ
«Καλά Χριστούγεννα» του φώναξε ο άνδρας
«Καλά Χριστούγεννα» του ευχήθηκε κι αυτός, καθώς έκλεινε η πόρτα του ασανσέρ.
Ο Ροδόλφος Αστεριάδης πετάχτηκε έξω στο πεζοδρόμιο, έστριψε στη Μητροπολίτου Ιωσήφ και πήρε την ανηφόρα για την Μητροπόλεως που ήταν το διαμέρισμά του. Βιαστικά ξεκλείδωσε την πόρτα κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός σε όλο το σπίτι και να βάζει στις πρίζες ξανά τα φωτάκια, τα λαμπιόνια και τους αγιοβασίληδες.

* * * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
c. Χριστόδουλος Λιτζερίνος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου