Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΠΟΥΣΙΑ


Έβαλε στη μια άκρη του γραφείου τα Καρέλια, πάνω στην κασετίνα τον αναπτήρα και δίπλα το τσίγκινο τασάκι που έλαμπε από καθαριότητα. Άνοιξε μπροστά του ένα βιβλίο, το οποίο πήρε στην τύχη από τη βιβλιοθήκη και έπεισε τον εαυτό του ότι «τώρα πρέπει να διαβάσεις». Ράινερ Μαρία Ρίλκε ντε και καλά. Από την πρώτη σελίδα πήδηξε στην τελευταία και ξανά στην πρώτη, αφήνοντας τ’ αφτιά του να χαζεύουν το χριτς χρατς του χαρτιού. Στο φυλλομέτρημα μια ασπρόμαυρη μικρή φωτογραφία έπεσε μέσα από τις σελίδες. Η μάνα του εισέβαλε ξαφνικά στον χώρο.
Έφυγε πριν ένα μήνα και σε λίγες μέρες θα κάνανε τα σαράντα στο χωριό. Δεν ήξερε πολλά από τέτοιες προετοιμασίες, μνημόσυνα, κόλλυβα, καφέδες, κουλουράκια. Ευτυχώς είχε την αδελφή του που ζούσε συνέχεια στο χωριό και όσο νάναι σκάμπαζε από αυτά τα έθιμα της μνήμης προσφιλών ανθρώπων. Της τα είχε διδάξει η μάνα τους καλά, ώστε να είναι σίγουρη ότι θα τα ακολουθήσει κατά γράμμα όταν θα παρατούσε αυτόν τον κόσμο. Η δικιά του μνήμη περιορίζονταν αυστηρά σε μαθηματικές εξισώσεις και αλγοριθμικές δομές που δίδασκε στους μαθητές του Λυκείου Αμπελοκήπων τα τελευταία χρόνια.  Ήρθε από την Αλεξανδρούπολη σε κανονική οργανική θέση, όχι ωρομίσθιος όπως ήταν όλα αυτά τα χρόνια από τότε που πρωτόπιασε κιμωλία μπροστά στον μαυροπίνακα.
Πήρε στα χέρια του τον αναπτήρα κι έβγαλε από την κασετίνα ένα Καρέλια. Το κρέμασε στα χείλη και τράβηξε μια βαθειά τζούρα. Ξάπλωσε την πλάτη στο ξύλο της καρέκλας και έφερε τη φωτογραφία κοντά στα μάτια του. Η μάνα πάνω στο γαϊδουράκι, γυναικείο κάθισμα, στα πόδια της μικρούλα η Άννα και πίσω, στα καπούλια του γαϊδάρου, αυτός. Τα καλοκαίρια, τους πήγαινε η μάνα για μπάνιο στη θάλασσα με τον Πεπίτο, έτσι φώναζε τον γάιδαρο. Το χε κλέψει το όνομα από κάποιο κομικ της εποχής. Γύρισε τη φωτογραφία από πίσω να δει μια ημερομηνία, μια ένδειξη μνήμης. Συνήθως η μάνα του πάντα έγραφε με το μολύβι κάτι πίσω από τις λιγοστές φωτογραφίες τους, μια ημερομηνία, έναν λόγο, «ενθύμιον από….» Η συγκεκριμένη δεν έγραφε τίποτα. Κενό χρονολογίας και μνήμης. Τα πρόσωπα της φωτογραφίας, άνθρωποι και ζώο,  είχαν εστιάσει το βλέμμα τους στον φακό, περιμένοντας να βγει το πουλάκι. Παρότι ήταν από ανέμελη εκδρομή στη θάλασσα, η ατμόσφαιρα μύριζε σοβαρότητα. Η μάνα τους είχε μάθει να είναι πάντα σοβαροί και αγέλαστοι, ειδικά όταν ο φωτογράφος απέναντι τραβάει τη φωτογραφία. Η παραμικρή κίνηση έθετε σε κίνδυνο ολόκληρο το καρέ, από το να βγεί η φωτογραφία κουνημένη, μέχρι να βγούν αυτοί άσχημοι ή ακόμη και αγνώριστοι. Η μάνα είχε τον τρόπο να θέτει κανόνες που έπρεπε να γίνονται σεβαστοί, χωρίς πολλά πολλά λόγια. Ο πατέρας συνήθως απουσίαζε σε δουλειές ή όταν δεν απουσίαζε, κάπνιζε σιωπηλός μπροστά στο τζάκι, πάντα σαν κάτι να τον απασχολούσε.   Ο φωτογράφος είχε καταφέρει να αποτυπώσει με μεγάλη ειλικρίνεια  την κανονική τάξη των πραγμάτων σπίτι τους, σε ασπρόμαυρο φόντο. Ακόμη κι ο Πεπίτο φαινόταν να γνώριζε τους κανόνες που είχε θέσει η κυρά Βασιλική. Έβαλε ξανά στη θέση της την κασετίνα των τσιγάρων και πάνω της τον αναπτήρα. Καταχώνιασε την φωτογραφία στο συρτάρι. Η καύτρα του τσιγάρου τώρα κιτρίνιζε τα δάχτυλά του. Με μια στριφογυριστή κίνηση των δαχτύλων προσπάθησε να σβήσει τη μνήμη μέσα στο τσίγκινο τασάκι. Άφησε τη γόπα ημιθανή στο τασάκι, αλλά αυτή δεν είχε σκοπό να παραδοθεί τόσο εύκολα. Η φωτιά κλότσησε και στύλωσε τα πόδια της, όπως έκανε ο Πεπίτο πολλές φορές όταν δεν συμφωνούσε με τη λυγαριά που έτσουζε τα καπούλια του. Μια μικρή σπίθα αναπήδησε, ίσα που έγλυψε ένα τρήμα μαυρισμένου καπνού, αυτό πήρε βαθειά ανάσα και ξανάγινε για λίγο φωτιά κι αμέσως μετά στάχτη που βγαλε τα σωθικά της στο αέρα. Η γόπα τώρα λιβάνιζε το διαμέρισμα, αλλά ο Ελισσαίος Αφεντούλης δεν έδωσε σημασία. Το μυαλό του τώρα απασχολούσε μια ημερομηνία: 20 Ιουλίου 1974…..
Στη θάλασσα ήταν πάλι εκείνο το καλοκαίρι, κι εκεί στην αμμουδιά είδε τη μάνα του να συνομιλεί με έναν χωριανό που έτρεξε στο μέρος της λαχανιασμένος. Ύστερα την είδε να τρέχει στο κυμμοθάλασσο και να του φωνάζει να βγει αμέσως έξω κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σα να βρισκόταν σε κίνδυνο. Είχε πάει στα βαθειά, εκεί που η θάλασσα αλλάζει χρώμα και γίνεται μαύρη. Εκεί που μόνο άμα ήσουν άντρας μπορούσες να πας. Δεν ήταν παίξε γέλασε η θάλασσα στα μαύρα κι αυτός τότε ήταν αντράκι δέκα χρονώ. Βγήκε έξω κι έμαθε πως πρέπει να επιστρέψουν στο χωριό γιατί «έγινε επιστράτευση» όπως του είπε. Στην ερώτηση τι είναι η «επιστράτευση» δεν  πήρε απάντηση, μόνο τη διαταγή να καβαλικέψει τον Πεπίτο και να γυρίσει στο χωριό, γιατί η ίδια με την Αννούλα θα επέστρεφαν στο χωριό με το τρακτέρ του συγχωριανού. Καβάλησε τον Πεπίτο και με βιτσιές τον έκανε να τρέχει σαν άτι μέχρι που φτασε σπίτι. Εκεί η ατμόσφαιρα θύμιζε κηδεία. Η μάνα έκλαιγε, η γιαγιά έκλαιγε, η Αννούλα έκλαιγε, μόνο ο πατέρας δεν έκλαιγε, για έναν παράξενο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Πόλεμος !!» ήταν η λέξη που ακούγονταν. Αυτή τη λέξη την καταλάβαινε. Το σχολείο είχε φροντίσει να του μάθει τα πάντα για τον πόλεμο και ειδικά τον πόλεμο με τους Τούρκους όπου πάντα οι Έλληνες νικούν. Ο πατέρας φίλησε τη μάνα τους, ύστερα αυτόν, ύστερα την πεθερά του και τέλος την Αννούλα. Τότε πρόσεξε ότι τα μάτια του είχαν  δακρύσει. Σκουπίστηκε με την παλάμη, γύρισε την πλάτη του κι έφυγε από το σπίτι για τον πόλεμο. Δεν ξαναγύρισε. «Βρήκε ευκαιρία κι έφυγε με την πουτάνα του ο δειλός» κρυφάκουσε τη μάνα του να λέει στη γιαγιά ένα βράδυ. Τι σχέση είχε ο πόλεμος με τις πουτάνες δεν μπορούσε να καταλάβει, ούτε τι είναι πουτάνες, μόνο ότι είναι γυναίκες. Αυτό το ξερε. Η απουσία  τότε στρογγυλοκάθισε και στη γωνιά του τζακιού. 
Η γόπα δίπλα, έστειλε στα ρουθούνια καπνό που χε τη μυρουδιά κάρβουνου. Ξινίστηκε, κι αυτή τη φορά αποτέλειωσε τη φωτιά στο τασάκι μια και καλή. Σηκώθηκε μέχρι την κουζίνα, έπλυνε το τασάκι, το σκούπισε και το τοποθέτησε πάλι καθαρό στην άκρη του γραφείου πάνω στα ποιήματα του Ράινερ Μαρία Ρίλκε. Φόρεσε ένα μπουφάν που τράβηξε απ' την κρεμάστρα, πήρε τα κλειδιά του σπιτιού από το έπιπλο στο χωλ και προχώρησε προς την εξώπορτα. Στην ερώτηση της γυναίκας του «Πού πας;» είπε μόνο «Πάω στο καφενείο να δω το ματς» και βγήκε έξω χωρίς άλλα λόγια.
Χώθηκε στο στενό της Δάμωνος στον Βαρδάρη και με τα χέρια στις τσέπες στάθηκε μπροστά στην πόρτα που τη φώτιζε μια μικρή κόκκινη λάμπα πυράκτωσης. Άναψε ένα τσιγάρο αυτοπεποίθησης και μπήκε μέσα. Η μαντάμ μόλις τον είδε τον καλωσόρισε  «Κάθισε κύριε καθηγητά, θα περιμένεις λίγο το κορίτσι να βγει. Θα ευχαριστηθείς αυτή τη φορά, είναι καινούρια η κοπέλα μας …» του είπε κι αυτός χαμογέλασε και θρονιάστηκε στο σαλονάκι. Η μαντάμ απίθωσε  μπροστά του ένα τσίγκινο καθαρό τασάκι κι αυτός έβγαλε και της έδωσε πενήντα ευρώ. Τράβηξε μια βαθειά τζούρα κι άφησε τα μάτια του να σκανάρουν μηχανικά τους γνώριμους τοίχους του μπορντέλου. Η πλάσμα τηλεόραση στον τοίχο έδειχνε σήμερα το ματς. Κάρφωσε το βλέμμα του στην τηλεόραση χωρίς όμως να βλέπει αυτά που μετέδιδε, ώσπου ένας χοντρός μεσήλικας βγήκε στο σαλόνι σιάζοντας το καβάλο του. Μόλις αυτός αντιλήφθηκε την παρουσία του, χαμήλωσε το κεφάλι και βγήκε βιαστικά έξω χωρίς να ανταποδώσει την «Καληνύχτα» και το «Ευχαριστούμε» της μαντάμ.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού χωρίς να γδυθεί και περίμενε την κοπέλα. Σε λίγο η κοπέλα, ντυμένη ελαφρά, μπήκε χαμογελαστή στο δωμάτιο. «Γιατί δεν ξεντύνεσαι; Πρώτη φορά έρχεσαι;» τον ρώτησε, για να κουνήσει αυτός το κεφάλι του αρνητικά. Σηκώθηκε όρθιος και την πλησίασε «Γιατί οι άνδρες μετά την πουτάνα γυρίζουν στις γυναίκες τους;» Η κοπέλα ξαφνιάστηκε στην αρχή και ύστερα, διστακτικά, έσκυψε στο αφτί και του ψιθύρισε «Ίσως…. γιατί τις αγαπάνε; .... »
«Ούτε αυτή η  γυναίκα  ήταν σίγουρη γαμώτο» σκέφτηκε κι έφυγε.

* * * * * *  
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
c. Litzerinos Christos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου