Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΣ

'Adam_und_Eva'_im_Florapark_in_Duesseldorf-Unterbilk,_von_Nordwesten
Οι τέσσερις ποταμοί έσμιγαν τα νερά τους στη μέση της κοιλάδας με τις χουρμαδιές και τα καταπράσινα λιβάδια. Ο ήλιος τώρα ρουφούσε την πρωινή δροσιά από το γρασίδι μετατρέποντας την κοιλάδα σε ένα αχνιστό τοπίο, όπου το φως κουτουλούσε μαλακά κι άλλαζε χρώματα σε όλη τη γκάμα του ορατού φάσματος. Μικρά ουράνια τόξα λίγα μέτρα πάνω από το υγρό χώμα χοροπηδούσαν και στόλιζαν τον όμορφο κήπο. Τα πουλιά τρυπούσαν με τα ράμφη τα ουράνια τόξα αφήνοντας ξοπίσω από το πέταγμά τους δροσερές πολύχρωμες νότες. Οι κότες, σκυμμένες στην αυλή, τσιμπολογούσαν σπόρους στο χώμα, αφού τα κοκόρια τις είχαν ξυπνήσει από τα άγρια χαράματα και σαν να μην έφτανε η τρομάρα που πήραν από τις αγριοφωνάρες τους, κάθε τρεις και λίγο όλο και κάποιος κόκορας θα τις καβαλούσε γιατί είχε πρωινές ορέξεις. «Γαμώ την τύχη μας» σκεφτόταν αυτές «πού την βρίσκουν την όρεξη κάθε πρωί για τραγούδια και καβαλικέματα, με την τσίμπλα στο μάτι;» υπέμεναν όμως καρτερικά την τελετουργία. «Για δες αυτή τη στρουμπουλή πως κουνάει τον κώλο της καθώς σκύβει» έλεγε ο μεγάλος πλουμιστός λυράρης στο νεαρό εκπαιδευόμενο γιό του που κορδώνονταν, φούσκωνε και γαργαλιόταν κάτω από την κοιλιά «καβάλα την γιέ μου να μάθει να μη τον κουνάει» κι αυτός πηδούσε πάνω στην στρουμπουλή και της ψιθύριζε στ’ αφτί «κούκλα μου θα πεις τώρα τον Δεσπότη Παναγιώτη». Είχε ακούσει τον πατέρα του να το λέει κάθε φορά που τις καβάλαγε και πίστευε ότι υποχρεωτικά ενημερώνεις πρώτα τα θηλυκό τι έμελλε επακολουθήσει για  να μη γυρίσει μετά και σου πει «δεν μου τα είπες αυτά ρε μεγάλε από πριν». Αυτές απλά γύριζαν λίγο το κεφάλι πίσω να δουν ποιος είναι ο κρεμανταλάς που αυτή τη φορά ξεκίνησε την αναρρίχηση και ύστερα έσκυβαν το κεφάλι στο χώμα χαμογελώντας κρυφίως «καλά τέλειωνε και άσε τα μεγάλα λόγια» Το κακό με τα κοκόρια ήταν ότι δεν είχαν χέρια, οπότε δεν μπορούσαν οι κακόμοιρες να τα αποστομώσουν «πάγαινε ρε και τράβα μια πρωινή να ξαλαφρώσεις» Στον Κήπο δεν ήταν όλα δίκαια φτιαγμένα, αλλά δεν μπορούσες και να πεις κουβέντα στον Μεγάλο που τα είχε μαστορέψει με εξυπνάδα και μαεστρία, όπως κάθε απόγευμα κοκορεύονταν μόνος, κάνοντας τον περίπατό του στο αγρόκτημά του.
Η Εύα που κι αυτή, με το πρωτολάλημα των πετεινών, είχε βγει στην αυλή, μοίραζε σπόρους στις κότες του αγροκτήματος. Ο άλλος, που της είχε κουβαλήσει ο Μεγάλος, για να κάνει υποτίθεται τις δουλειές στο κτήμα, ακόμη τεντώνονταν στο καλύβι του κι έξυνε τ΄αχαμνά του. «Να δω πόση ώρα θα τα ξύνει» σκέφτηκε η γυναίκα καθώς έβαζε νερό στα τσουράπια «τι στην ευχή, όλα τα αρσενικά δεν είναι ίδια σ΄αυτό το κτήμα; Μόνο τα κοκόρια ξέρουν τι να κάνουν το πρωί;» Οι σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη καθώς η γυναίκα έκανε μηχανικά τις δουλειές της.
«Ευαααα…. Καφέ!!» ακούστηκε από το βάθος του καλυβιού η βραχνή φωνή του άνδρα.
«Εεεε … δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μεγάλος έδωσε στις κότες τα καλά τα κοκόρια και σε μένα έδωσε πούστη κόκορα. Γαμώ την τύχη μου» σκέφτηκε η γυναίκα, πέταξε κάτω τον τορβά με τους σπόρους και πήρε δυο αυγά από τη φωλιά τους. Μπήκε στο καλύβι, έβαλε το μπρίκι στο καμινέτο και πλησίασε τον άνδρα που ακόμη ξύνονταν κάτω από την κοιλιά. «Καλά ο ανόητος ούτε που κατάλαβε τι κουβαλά και γιατί έχει φαγούρα στο σημείο αυτό;» σκέφτηκε καθώς τον πλησίασε
«Τα αυγά να σου τα κάνω μάτια ή ομελέτα Αδάμ;»
«Μάτια σφιχτά» ήταν η απάντηση του άνδρα
«Χυμό θες;» τον ρώτησε η γυναίκα
«Τι είναι χυμός;» σηκώθηκε αναμαλλιασμένος από το κρεβάτι, ξύνοντας αυτή τη φορά το κεφάλι του. «Δεν είναι μόνο πούστης, είναι και μαλάκας» σκέφτηκε αυτή
«Χυμός είναι ένα νερουλό πράγμα που βγάζουμε από τους καρπούς του κτήματος» του απάντησε βαριεστημένα καθώς έριχνε τα αυγά στο λάδι που τσιτσίριζε πάνω στη φωτιά.
«Θέλω…» είπε και βγήκε στην αυλή να κατουρήσει
«Πήγαινε τότες στο δέντρο στη μέση του κτήματος και φέρε μου μερικά μήλα να στα φτιάξω χυμό» του φώναξε από την κουζίνα η γυναίκα.
Στο άκουσμα της παραγγελιάς ο άνδρας δεν πρόλαβε ούτε να την τινάξει και μπήκε αλαφιασμένος μέσα, ενώ το κοκόρι ξεψυχισμένο χτυπιόταν δεξιά αριστερά στα μπούτια του. Η γυναίκα έριξε μια γρήγορη ματιά ανάμεσα στα σκέλη και κούνησε με απογοήτευση το κεφάλι της.
«Ξέρεις πολύ καλά ότι ο Μεγάλος μας απαγόρευσε να φάμε από αυτό το δέντρο» έντρομος πια στεκόταν απέναντι στη γυναίκα και ανήμπορος να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Αυτή γύρισε και τον κοίταξε απαθής
«Μας απαγόρευσε να φάμε, όχι να πιούμε. Άντε σάλτα και φέρε μου μερικά μήλα τώρα και άσε τις κουβέντες άμα θες να πιείς χυμό με το πρωινό σου»
Ο Αδάμ γούρλωσε τα μάτια του και συνέχισε. «Είναι κι εκείνη η αναθεματισμένη η δεντρογαλιά ρε συ..... πάνω στο δέντρο. Κάθε φορά που περνάω δίπλα, μου βγάζει τη γλώσσα και κάνει έναν ήχο σσσς, κάτσε καλά σάουντ να πούμε»
«Η δεντρογαλιές δεν δαγκώνουν Αδάμ» του απάντησε ήρεμα αυτή
«Δεν δαγκώνουν; Και γιατί ο Μεγάλος έβαλε στο δέντρο για φρουρό ένα φίδι που δεν δαγκώνει;»
«Γιατί μάλλον ξέρει ότι οι άνδρες δεν θα βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει»
Ο άνδρας έξυσε το κεφάλι και κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο θα ερχόταν με ένα τσουβάλι μήλα στην πλάτη. Ακούμπησε το τσουβάλι, με έκδηλη την ικανοποίησή του πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
«Καλά ρε ανόητε, σου είπα να φέρεις δυο τρια μήλα για να κάνω χυμό, όχι όλη τη μηλιά» έξαλλη η Εύα του βαλε τις φωνές
«Αφού το δέντρο είναι ψηλό, αλλά εγώ όμως είμαι δυνατός !! Έπιασα τον κορμό του, τον ταρακούνησα κι έπεσαν όλα κάτω. Έφαγα πολλά στο κεφάλι. Έπεσε η δεντρογαλιά και της έδωσα μια με τη μαγκούρα στο κεφάλι, έμεινε τέζα κάτω ο όφις, ντεντ….» περιχαρής εξιστόρησε το κατόρθωμά του.
«Σκότωσες τη δεντρογαλιά;» σιωπή απλώθηκε στην κουζίνα που έκανε τα αυγά να σφίξουν τέρμα τα μάτια τους στο τηγάνι.
«Καλά τα μήλα θα τα δικαιολογήσω, αλλά για το φίδι ρε συ τι θα πω στον Μεγάλο το απόγευμα που θα ρθει για τον περίπατό του, μου λες;» σιωπή πάλι, μόνο απέξω ακούγονταν κακαρίσματα.
«Ο Μεγάλος αγαπάει όλα τα πλάσματα του κτήματος, κι εσύ σκότωσες την δ ε ν τ ρ ο γ α λ ι ααααααα; Πόσο  Μ Α Λ Α Κ Α Σ είσαι;» η γυναίκα έξαλλη τώρα τόνιζε μια μια τις συλλαβές για να μπορέσει το ανδρικό μυαλό να συλλάβει το μέγεθος της αμαρτίας του.
«Κι αν…….κι αν  με έτρωγε;» ψελλίζοντας προσπάθησε να δικαιολογηθεί 
«Που να σου έτρωγε το άχρηστο το μαραφέτι που χεις ανάμεσα στα σκέλια σου αναθεματισμένε !! Φωτιά που μου άναψες για έναν κωλοχυμό. Τι ήθελα η κουλή και σε έστειλα, δεν πήγαινα μόνη μου που είμαστε και φιλενάδες  με τη δεντρογαλιά;»
Έβγαλε τα αυγά από τη φωτιά, πήρε δυο μήλα τα έβαλε στο μπλέντερ, πάτησε το κουμπί και τα έλιωσε, όπως θαθελε εκείνη τη στιγμή να λιώσει το κεφάλι του Αδάμ. Παράλληλα όμως σκέφτονταν, ενώ αυτός είχε καθίσει στην καρέκλα και περίμενε το πρωινό ξύνοντας το κεφάλι του. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς έβαζε την πρώτη μπουκιά στο στόμα.
«Άκου τι θα κάνουμε» αυτός σήκωσε το κεφάλι.
«Θα πας στο δέντρο που σκότωσες το φίδι, θα το πάρεις και θα το φέρεις εδώ. Άκουσες;» ήπιε μια γουλιά χυμού βιαστικά και τροχάδην κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο άφηνε μπροστά στην Εύα το νεκρό φίδι. Αυτή το πήρε στα χέρια και το περιεργάστηκε. Το κεφάλι του ήταν τσακισμένο. Δεν υπήρχε. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν άθικτο. Χαμογέλασε.
«Πέταξε το κεφάλι στις γάτες και βγάλε το δέρμα από το υπόλοιπο σώμα του και σβέλτα, τσακα τσάκα» Οι εντολές της γυναίκας εκτελούνταν στο άψε σβήσε. Σε λίγο η Εύα κρατούσε το δέρμα του φιδιού στα χέρια της. Τα μάτια της πετούσαν φωτιές που τρόμαξαν τον Αδάμ. Πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά αμίλητος κοιτάζοντάς την να ακουμπά το όμορφο δέρμα στο τραπέζι και με το ψαλίδι να κόβει ένα τριγωνικό κομμάτι. Ύστερα έκοψε ακόμη ένα τριγωνικό κομμάτι και τα ένωσε με ένα κορδόνι στην κορυφή τους και με δυο κορδόνια στις άλλες δυο πλευρές τους. Ο Αδάμ έξυνε μανιωδώς το κεφάλι γιατί  δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφτιαχνε η γυναίκα. Σε λίγο η Εύα σηκώθηκε όρθια. Κράτησε στα δυο της χέρια το εργόχειρο και γύρισε την πλάτη της στον Αδάμ. Λύγισε τη μέση της κι έφερε τις δυο άκρες του εργόχειρου χαμηλά στους αστραγάλους της. Από πίσω ο Αδάμ κοίταζε με περιέργεια. Έβαλε το ένα της πόδι μέσα στο δεξιό άνοιγμα του εργόχειρου και ύστερα με την ίδια κίνηση πέρασε και το αριστερό της πόδι. Μετά ανασηκώθηκε και άρχισε με αργές κινήσεις να σηκώνει το εργόχειρο ως τους γοφούς της. Στερέωσε το κορδόνι στη μέση της και γύρισε στον Αδάμ. Αυτός γούρλωσε τα μάτια του. Η τούφα που τόσο καιρό είχε η Εύα ανάμεσα στα πόδια της είχε χαθεί από τα μάτια του. Το ίδιο και ο μισός πισινός της.
«Πώς σου φαίνεται;» έκανε μια στροφή γύρω από το εαυτό της η γυναίκα λάμποντας από αυταρέσκεια.
«Τι…. τι… είναι αυτό;» ψέλλισε ο Αδάμ καθώς έβαζε τις παλάμες ανάμεσα στα σκέλια να κρύψει τον ανδρισμό του που άρχιζε να κουνιέται παράξενα σαν τη δεντρογαλιά.
«Στριγκ ανόητε….» η γυναίκα στάμπαρε αμέσως την ασυνήθη κίνηση στα σκέλια του Αδάμ κι γρήγορα  πήρε αποφάσεις.
«Εξαφανίσου αμέσως από το κτήμα, μη σε βρει εδώ ο Μεγάλος που ρχεται όπου νάναι κι εγώ θα κανονίσω να τη γλιτώσουμε»
«Μα…..» κόμπιασε ο Αδάμ για να συνεχίσει «πώς θα γίνει, αφού ο Μεγάλος τα βλέπει όλα…. Θα μας τιμωρήσει»
«Σιγά μην είναι και Θεός, αν τα βλεπε θα μας είχε ξαποστείλει ήδη. Άντε τρέξε να κρυφτείς. Τα λέμε μετά…» Ο Αδάμ έγινε καπνός.
Οι κότες άρχισαν να τρέχουν αλαφιασμένες στο κοτέτσι τους. Τα κοκόρια λούφαξαν στα δέντρα κρύβοντας τα κεφάλια τους. Τα μυρμήγκια έκοψαν δρόμο και χώθηκαν σε όποια τρύπα βρήκαν μπροστά τους. Η γη ταρακουνιόταν σε κάθε Του βήμα και τα δέντρα έριχναν στο χώμα τα φύλλα τους. Έμειναν γυμνά τα κλαριά να κοιτάνε απορημένα τον ουρανό. Μικρά μικρά κομματάκια βαμβάκι έπεφταν από τον ουρανό και σκέπαζαν το χώμα με ένα άσπρο πέπλο. Ο ουρανός είχε γίνει άσπρος και κρύος. Σηκώθηκε η τρίχα της γυναίκας από το πρωτόγνωρο κρύο που κατέκλυσε το αγρόκτημα. Έριξε στους ώμους της ένα κοντομάνικο ζακετάκι που την κάλυπτε μέχρι τον αφαλό και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ζεσταθεί. Ο Αδάμ σε μια σπηλιά στην άκρη του κτήματος άναψε μια φωτιά και κάθισε δίπλα της να ζεσταθεί.
Η σκιά Του κάλυψε το κατωκάσι της εξώπορτας. Η γυναίκα πήρε ένα περίλυπο ύφος και περίμενε.
«Ποιος έφαγε τα μήλα από το Απαγορευμένο Δένδρο;» η φωνή τράνταξε συθέμελα το καλύβι
«Δεν τα φάγαμε, εδώ είναι όλα. Μόνο δυο τρια τα ήπιαμε. Τα άλλα τα μαζέψαμε να τα κάνουμε κομπόστα για τον χειμώνα. Δεν θα τρώγαμε ποτέ τα μήλα του Απαγορευμένου Δέντρου Αφέντη μου» του απάντησε με τσαχπινιά η γυναίκα κι έκανε κανά δυο βήματα προς το μέρος Του. Αυτός με μια κίνηση του χεριού Του τη σταμάτησε.
«Δεν βρίσκω την δεντρογαλιά μου πουθενά στον Παράδεισο. Μπορείς να μου δώσεις μια ικανοποιητική εξήγηση;» Η Εύα πήρε από μόνη της λίγο θάρρος και έφτασε μπροστά Του.
«Τι να το κάνεις το παλιόφιδο Αφέντη μ….;» δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της και έφαγε μια οργισμένη σπρωξιά που την έστειλε ανάσκελα στο κρεβάτι.
«Είναι άμεσος συνεργάτης μου, απαιτώ ε – ξη – γή – σεις !!!» τα μάτια του Μεγάλου έπεσαν ανάμεσα στα σκέλια της Εύας
«Τι είναι αυτό που φοράς;» έκπληκτος την πλησίασε
«Είπα να βάλω ένα βρακί κι εγώ στον κώλο μου, γιατί ο Αδάμ τελευταία με κοιτούσε πολύ πονηρά Αφέντη μου. Δεν είχα άλλο ύφασμα και πήρα το δέρμα της δεντρογαλιάς σου»
«Πως είναι δυνατόν,  αφού τον έφτιαξα μουρόχαυλο !!!» έμεινε έκπληκτος.
«Μάλλον βλέπει τα κοκόρια κάθε πρωί που δεν τα έφτιαξες σαν κι αυτόν και μαθαίνει γρήγορα» απάντησε εκείνη, ενώ άρχισε να χαϊδεύει το σώμα της.
«Αποκλείεται, όλα τα αρσενικά το ίδιο τα φτιαξα….. Σιγά μη μαθαίνουν. Τέλος πάντων μπορεί να έκανα κανά λάθος μ’ αυτόν…»   την πλησίασε και έκατσε δίπλα της.
«Τελικά σου πάει το στριγκ… Στη σωστή θέση έβαλα το γατάκι σου. Είμαι Θεός τελικά !!!» τη γαργάλισε πονηρά καθώς έγερνε το κορμί Του δίπλα της.
«Ναι Αφέτη μου, είσαι Θεός!!!!» του απάντησε εκείνη ενώ ξεψυχούσε λάγνα στα χέρια Του.
Η πλάση γύρω γαλήνεψε και ένας δυνατός ήλιος ξεπρόβαλε πάνω από τον Κήπο. Όλο το αγρόκτημα τώρα έλαμπε χιονισμένο και έμοιαζε με Παράδεισο. Ο Αδάμ δειλά δειλά ξεπρόβαλλε από την κρυψώνα του και βγήκε έξω στο φως θαυμάζοντας το μεγαλείο της Φύσης τριγύρω. Την ίδια ώρα ο Μεγάλος σηκώθηκε από το κρεβάτι, χάιδεψε τα γένια του και γύρισε το κεφάλι στη γυναίκα.
«Απόψε αλλάζει ο Χρόνος που φτιαξα καλή μου. Να ξέρεις ότι όλους τους έχω κάνει ίδιους για να μη μαλώνουν. Είμαι δίκαιος σ' αυτά. Αααααα μη ξεχάσω…… όταν φτιάξεις αυτή την κομπόστα να μου στείλεις μερικά βαζάκια» της έκλεισε το μάτι και βγήκε έξω στον Παράδεισο.
Ο Αδάμ μπήκε λαχανιασμένος στο καλύβι αργά το βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Στάθηκε στην εξώπορτα και κοίταξε δειλά μέσα. Το σαλόνι ήταν φωτισμένο με μικρά μικρά λαμπάκια που αναβόσβηναν και σε μια πολυθρόνα η Εύα καθόταν και τον περίμενε. 
«Έφυγε;» ρώτησε δειλά. 
«Έλα μέσα…. είμαστε μόνοι…..» του απάντησε εκείνη με λάγνο ύφος. Μόλις έφτασε δίπλα της, πάλι η ίδια ασυνήθιστη κίνηση ανάμεσα στα σκέλια του σα να ζωντάνευε η δεντρογαλιά που σκότωσε το πρωί. Τρόμαξε πολύ και με τις παλάμες του προσπάθησε να πιάσει τον όφι που κουνούσε το λυγερό του κορμί και γλιστρούσε στην κοιλιά του. Δεν πρόλαβε. Η Εύα με μια κίνηση τον άρπαξε. Τον πήρε στην αγκαλιά της και προχώρησαν στο κρεβάτι. Τα σώματα αγκαλιάστηκαν και έγιναν ένα κουβάρι. Μια δυνατή βροντή τρόμαξε τους εραστές και ύστερα η νύχτα έξω έγινε κόκκινη καθώς αστραπές την έσχιζαν από πάνω μέχρι κάτω ενώ η γη σείονταν.
«Τι…. τι… έγινε;» πετάχτηκε  έντρομος ο Αδάμ
«Δεν είναι τίποτα αγάπη μου. Τα πυροτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς είναι. Καλή Χρονιά να έχουμε» του έριξε ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα και ύστερα σηκώθηκε όρθια και του δωσε το χέρι της
«Έλα… σήκω να φύγουμε, δεν χωρά πια τον Ερωτά μας ο Παράδεισος» 

* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
Litzerinos Christos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου