Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ΚΟΜΠΙΝΑ


Ο δρόμος μεγάλος, φαρδύς και τα τσιμεντένια ασπρόμαυρα κολωνάκια στις άκρες του λαμπύριζαν τη νύχτα καθώς έπεφταν πάνω τους τα φώτα των λιγοστών αυτοκινήτων δημιουργώντας τη ψευδαίσθηση μια συνεχούς κόκκινης γραμμής που ίσιωνε και κύρτωνε σαν μια πελώρια δεντρογαλιά κυκλώνοντας το πρώτο πόδι της Χαλκιδικής. Στην Ποτίδαια ήδη το σάλι αποτελούσε ανάμνηση και στη θέση του δέσποζε η ψηλή γέφυρα που έπεσε και ξαναχτίσθηκε αφού προηγουμένως, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση, θυσιάσθηκε από την κυβέρνηση ο πρωτομάστορας εργολάβος, όχι στα θεμέλιά της, αλλά σε κάποιο μπουντρούμι της ασφάλειας, για να στεριώσει και να ενώσει την Κασσάνδρα με τον έξω κόσμο.
Ιούνης του χίλια εννιακόσια εβδομήντα και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο πόδι καινούρια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβαντζήδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας.
Εκείνη τη χρονιά στο χωριό έκανε την εμφάνισή του και το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θεριό που έτρωγε, κινούνταν και ξερνούσε καλαμιές.
Πατόζα
Ο Νικολής με το δρεπάνι στο χέρι κοιτούσε με καχυποψία το θεριό στο διπλανό χωράφι να θερίζει τα στάχυα με την ανέμη του και να αφήνει πίσω στοίβες τα ξερά άχυρα. Χρόνια θεριστής πάλευε με τα λιγοστά κτήματα μαζί με τη γυναίκα του τη Λουλούδα που του είχε χαρίσει ήδη τρία παιδιά και δυο κορίτσια.  Με επιμέλεια και τέχνη έπλεκε τα δεμάτια με τα κομμένα χρυσά στάχια, τα στοίβαζε καρτερικά στις θημωνιές σε παράταξη δυο σειρών με ένα κενό ανάμεσά τους για να σύρει ως εκεί το τρακτεράκι την πατόζα, να αρχίσει ο Νικολής να την ταΐζει, να αλωνίσει αυτή με τη σειρά της τα στάχυα, να χωρίσει την ήρα από το στάρι, να πετάξει έξω τα ξερά άχυρα, να πάρει το δικαίωμά του ο πατοζέρης και ο Νικολής τον κόπο του που θα φόρτωνε μετά στο κάρο για να πουλήσει στον έμπορο και να κρατήσει σπόρο για την επόμενη χρονιά.
«Και πως το λένε ρε μάστορα αυτό το θηρίο;» Ρώτησε ο Νικολής τον ιδιοκτήτη της μηχανής
«Θεριζοαλωνιστική μηχανή, θερίζει και αλωνίζει δηλαδή», το έκανε πιο λιανά στον χωρικό.
«Δεν χρειάζεται να κουράζεσαι άλλο με το δρεπάνι», συμπλήρωσε χαμογελώντας.
Ο Νικολής κοίταξε το δρεπάνι που κρέμονταν στο δεξί του χέρι, του φάνηκε για μια στιγμή άψυχο και ψυχρό. Στο αριστερό φορούσε ακόμη την παλαμαριά. Τόσα χρόνια είχε γίνει ένα με το αριστερό του χέρι αφού μετά το τέλος του θερισμού νόμιζε ότι είχε ένα σιδερένιο δεξί και ένα ξύλινο αριστερό που συνεργάζονταν αρμονικά.
Ο Στέργιος ο μπαξεβάνος που παρακολουθούσε και αυτός την επίδειξη του θηρίου, πλησίασε συνωμοτικά στο αυτί του Νικολή και του ψιθύρισε, φροντίζοντας μη τον ακούσει ο ιδιοκτήτης
«Το θηρίο το λένε και κομπίνα»,
«Και γιατί το λένε κομπίνα»; Απόρησε ο Νικολής
«Γιατί είναι μια σκέτη κομπίνα, κλέβει και δεν μπορείς να βρεις λογαριά».
«Ποιο πολύ από την πατόζα»; Ρώτησε ανήσυχος
«Ουυυυυυυυυυυυ «!!!!! αναφώνησε κουνώντας κυκλικά τα χέρια του
Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα και να ξερνάει. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς, δίπλα  στον τροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες και τα αρμυρά ψάρια. Η φοράδα ξεκουράζονταν παραδίπλα και κάτω από τον ίσκιο της αγκορτζιάς κοιμόταν ο μικρός του γιός ο Ανέστης, γυμνός, μέσα στο σαμάρι του ζώου που είχαν γυρίσει ανάποδα σαν κούνια, με ένα λουράκι στο πόδι που έφτανε μέχρι τη ρίζα του δένδρου, γιατί ο μικρός είχε αρχίσει να ρίχνει βήματα. Οι δυο μεγαλύτεροι γιοί του ο Δημήτρης και ο Παναής βοηθούσαν στο στοίβαγμα των δεματιών και τα δυο κορίτσια είχαν μείνει σπίτι μαζί με τη γιαγιά τους. Ο θέρος με το δρεπάνι, θεού θέλοντος θα διαρκούσε μέχρι το τέλος του μήνα.
«Έχουμε πολλή δουλειά ακόμη», σκέφτηκε ο Νικολής και σκύβοντας, άδραξε με το ξύλινο χέρι μια αγκαλιά στάχυα και με το σιδερένιο τα κοψε με γρήγορη στιβαρή κίνηση. Ο Παναής τα πήρε στα χέρια και τα απόθεσε σε μια άκρη για να τα κάνει δεμάτι ο πατέρας του κι ύστερα θημωνιά, τροφή στην πατόζα.
«Μεγάλη η κούραση Νικολή, ως πότε θα αντέξεις με το δρεπάνι»; Βρήκε ευκαιρία η Λουλούδα την ώρα που κουρασμένος έπινε το καφεδάκι του στο κατώγι του σπιτιού τους.
«Και τι πρέπει να κάνουμε βρε Λουλούδα να τα απαρατήσουμε; Και τι θα φάνε τα παιδιά»;
«Δεν είπα αυτό, αλλά, να… να τα δώσουμε κι εμείς στον κομπινιέρη τα χωράφια να ξεκουραστείς κι εσύ λίγο», προσπάθησε να τον μαλακώσει η γυναίκα
«Δεν φτάνει που μας κλέβει λίγο ο πατοζέρης, λίγο ο έμπορος, να βάλουμε και την κομπίνα να μας κλέψει πατόκορφα !! Τι θα μείνει σε μάς για να ζήσουμε, με λες»;
«Να σε πω εγώ: Τίποτα» !!! ρώτησε και απάντησε γρήγορα μόνος του ο Νικολής χωρίς να αφήσει περιθώρια στη γυναίκα να πει κάτι άλλο, φοβούμενος μη τον  τουμπάρει η  γυναικεία καπατσοσύνη και εξυπνάδα.
«Οι Φασουλαίοι και οι Αγγελακαίοι τα δώσανε στον κομπινιέρη», ψέλλισε η Λουλούδα
«Αυτοί έχουν πολλά χωράφια, καλά κάνανε, όσο και να τους κλέψουν κάτι θα μείνει», Πάντα είχε αντίθετο επιχείρημα απέναντι στον ορθολογισμό της γυναίκας του.
«Ο Περικλής δεν έχει όμως πολλά»,
«Καλά αυτός είναι τεμπέλης», της έκοψε τη συζήτηση κάνοντας τακτική υποχώρηση με πονηριά.
«Πάω στο καφενείο», είπε κοφτά, φόρεσε την τραγιάσκα του και βγήκε έξω στη νύχτα.
«Νικολή τζάμπα παιδεύεσαι ακόμη με το δρεπάνι, σε ποια εποχή ζείς; Τώρα έχουμε ηλεκτρισμό, δρόμο, μηχανήματα, κομπίνα κι εσύ ακόμη με την παλαμαριά και το δρεπάνι»; τον καλωσόρισε ο Πολυμένης στον καφενέ μέσα σε χάχανα και καπνούς τσιγάρων.
Κάθισε στην ξύλινη καρέκλα σιωπηλός, έβγαλε ένα άσσο άφιλτρο και παράγγειλε μια Φιξ.
«Ο πατοζέρης ετοιμάζεται να την κάνει, δεν τον συμφέρει πια η πατόζα. Πάει πέθανε. Την έφαγε η κομπίνα», ανακοίνωσε δυνατά ο Χριστόδουλος Ζάβαλης.
Το τελευταίο νέο τον ταρακούνησε. Πώς θα αλωνίσω το στάρι μου σκέφτηκε και ίδρωσε. Σαν ξαφνικά να χόρεψαν τριγύρω του σκουριασμένα δρεπάνια,  σαρακοφαγωμένες παλαμαριές και πατόζες νεκρές δολοφονημένες από το αχόρταγο στόμα της κομπίνας. Το θηρίο που αφάνιζε τα πάντα στο πέρασμά του θερίζοντας.
«Κάτι σαν τον θεριστή θάνατο», πέρασε από το μυαλό του.
«Και τι δικαίωμα παίρνει ρε παιδιά ο κομπινιέρης»; πήρε θάρρος ο Νικολής, παραμερίζοντας τα θανατικά που στριμώχνονταν  στο μυαλό του.
«Δέκα τα εκατό, η πατόζα περισσότερα σου παίρνει, άμα βάλεις και τη γανάδα να την ταΐζεις κουρασμένος ακόμη από το δρεπάνι», του απάντησε ο Θόδωρος ο Καρούλας.
Η καινούρια μηχανή είχε βάλει ήδη μπροστά την ανέμη της και είχε αρχίσει να καταβροχθίζει το μυαλό του. Ο δρόμος που την έφερε δεν την χωρούσε, ήθελε ανοιχτά χωράφια να δείξει τις δυνατότητές της, ήθελε ανθρώπους να την εμπιστευτούν και να την αποδεχτούν και καινούρια χέρια να τη δουλέψουν. Τα χρυσαφένια στάρια περίμεναν τον καινούριο θεριστή τους.
«Γυναίκα ετοίμασε για αύριο φαγητό, θα πάνε στο μεγάλο χωράφι στον κάμπο να το θερίσει η κομπίνα. Εμείς θα θερίσουμε με το δρεπάνι το στάρι που έσπειρα ανάμεσα στις ελιές. Δεν χωράει να μπει η κομπίνα εκεί. Πάρε μαζί και τα παιδιά», ανακοίνωσε την απόφασή του χωρίς να αφήνει πολλά πολλά.
Έζεψε τη φοράδα στο κάρο, έκατσε μπροστά, δίπλα του η Λουλούδα με τον μικρό Ανέστη στην αγκαλιά της και πίσω τα δυο μεγάλα παιδιά. Ξεπέζεψαν κάτω από την αγκορτζιά, βάλανε στη σκιά τον μικρό, μέσα στο σαμάρι της φοράδας, πιάσανε κι οι δυο τους τα δρεπάνια, την ίδια ώρα που η κομπίνα άρχιζε να αλωνίζει το καθαρό μέρος του χωραφιού. Η Λουλούδα δεν έβαλε το λουράκι στο πόδι του  μικρού, δεν χρειάζονταν άλλωστε αφού το μεσημέρι που θα ξυπνούσε θα είχαν ήδη τελειώσει.
«Δουλειά τριών  ημερών και βάλε σε μισή μέρα», σκέφτηκε ο Νικολής. «Μεγάλη υπόθεση !!» ψιθύρισε με θαυμασμό κουνώντας το κεφάλι του.
Το θηρίο μουγκρίζοντας έτρωγε αργά τα στάχυα που υψώνονταν αυτάρεσκα στον ουρανό γεμάτα χρυσοκίτρινους σπόρους, δυο τσουβαλάδες ψηλά γέμιζαν τα τσουβάλια με τον χρυσό καρπό και τα έριχναν από μια τσουλήθρα πίσω στο θερισμένο χωράφι. Μια ίσια γραμμή άφηνε πίσω της η κομπίνα, σαν τη γραμμή που άφηνε η κουρευτική μηχανή στα κεφάλια των παιδιών που κουρεύονταν γουλί κατ΄επιταγήν του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κάποια στιγμή το μεσημέρι όλο το χωράφι θα ήταν κουρεμένο γουλί σαν σχολιαρόπαιδο και ο Νικολής με τη Λουλούδα ξεκούραστοι.
Ο μικρός Ανέστης, γυμνός μέσα στο σαμάρι της φοράδας, ξύπνησε από το μουγκρητό του θηρίου. Το κλάμα που έβαλε δεν έφτασε στα αυτιά της μάνας του που σκυμμένη αγκάλιαζε με το ξύλινο χέρι τα στάχυα και τα θέριζε με το σιδερένιο. Σήκωσε το κεφαλάκι και έστησε το αυτί του στο σημείο απ΄ όπου ερχόταν η φωνή του θεριού. Δρασκέλισε το σαμάρι με όση δύναμη του είχε δώσει ως τώρα η ζωή για να τη γνωρίσει, πάτησε τα γυμνά του πόδια στην καμένη γη και μπήκε μέσα στα αθέριστα στάχυα με κατεύθυνση τη φωνή του καινούριου θεριστή.
Οι τσουβαλάδες σάστισαν καθώς είδαν το στάρι να τρέχει κόκκινο στα τσουβάλια τους, το θηρίο σταμάτησε απότομα, ο Νικολής και η Λουλούδα ανυποψίαστοι σηκώσανε τα κεφάλια να δουν τι έγινε και σταμάτησε. Ο κομπινιέρης δεν κράτησε τίποτα για δικαίωμα.
Η Λουλούδα σπυρί σπυρί ξεδιάλεξε όλο το κόκκινο στάρι και το φύλαξε στο μαξιλάρι της. Την άλλη χρονιά ο κάμπος γέμισε με κόκκινα στάχυα.

* * * * * *

Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου