Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Ο ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΗΣ

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης βρήκε τον Κωνσταντή τριάντα πέντε χρονώ να περιδιαβαίνει με το άλογό του τα χωριά του μακεδονικού κάμπου πουλώντας μικροπράματα για τις νοικοκυρές, καρφίτσες, βελόνες, παραμάνες, κόπιτσες, κουμπιά, διαλαλώντας το εμπόρευμά του
« Ένα τσουβάλι παραμάνες μια δραχμήηηηη …. Ο πραματευτήηηης»
Ορκισμένος εργένης και λάτρης του ωραίου φύλου, αγαπούσε τις γυναίκες με έναν δικό του τρόπο που του έδινε την δυνατότητα κάθε φορά να ξεγλιστράει από τα δίχτυα του γάμου και να πορεύεται πάντα μόνος, ανάμεσα σε Έλληνες, Τούρκους, Βούλγαρους, Εβραίους.
Έλεγε ιστορίες στις γυναίκες για την φοράδα του, την Μαρούλα,  που την φρόντιζε σα να ήταν γυναίκα και ερωμένη του, τον πόλεμο, κι αυτές αγόραζαν από τα χέρια του καρφίτσες, βελόνες, παραμάνες, κόπιτσες, κουμπιά και από το στόμα του αμαρτωλά όνειρα και κρυφές επιθυμίες που μόνο ορισμένες χήρες μπορούσαν να μετουσιώσουν σε πραγματικότητα.
Ο Κωνσταντής είχε αδυναμία στις χήρες και ιδιαίτερα όσες είχαν την ατυχία να χηρέψουν νέες ακόμη χωρίς να προλάβουν να γνωρίσουν καλά τις χαρές του έρωτα ανάμεσα στα πόδια τους, κατά πως έλεγε. Δεν έλεγε βέβαια όχι σε όποια παντρεμένη ήθελε να δει την πραμάτεια του πιο ιδιωτικά, φρόντιζε όμως σε αυτές τις περιπτώσεις πάντα τα νώτα του ώστε να μην βρεθούν εκτεθειμένα και γυμνά σε όποιον σύζυγο γύριζε  ξαφνικά και απροσκάλεστος από το χωράφι του.
«Δόξα το Θεό, δεν με πέτυχε μέχρι τώρα κανένας στο κρεβάτι» έλεγε με ανακούφιση, παρότι φοβόταν τον Θεό και ήξερε πώς δεν πρέπει να τον δοξάζει που καλύπτει τις ανομίες του, αν και ο Θεός ποτέ δεν καλύπτει ανομίες το πολύ πολύ να κάνει τα στραβά μάτια.
«Μέχρι πότε θα με κάνεις τα στραβά μάτια;» έλεγε ενοχλημένος στον Θεό του, κατά πως συνήθιζε να μιλάει μονάχος του  καβάλα στη Μαρούλα.  
Καχύποπτα και με φόβο τον κοιτούσαν στα καφενεία οι παντρεμένοι άνδρες, αποφεύγοντας τα πολλά πάρε δώσε μαζί του. Κάθε φορά που πήγαινε στον καφενέ και τον βλέπανε, παράξενα λόγια  ερχόταν απροσκάλεστα στο μυαλό τους:  «Στις εννια του μακαρίτη άλλον έβαλε στο σπίτι» κι αρχίζανε τα σταυροκοπήματα και τα φτυσίματα του κόρφου, κρυφίως, μην γίνουν και ρεζίλι.
Σε ένα από τα ταξίδια του στα χωριά του μακεδονικού κάμπου γνώρισε την Αλεξάνδρα. Ατύχησε και χήρεψε στα σαράντα, αλλά η ομορφιά της νιότης δεν έλεγε ακόμη να την εγκαταλείψει, παρά τις διάσπαρτες ρυτίδες που άρχισαν να αυλακώνουν το πρόσωπό της. Η Αλεξάνδρα έβγαζε τα προς το ζην μόνη ασκώντας την υφαντική τέχνη που είχε μάθει κοριτσάκι ακόμη από τη μαΐστρα μάνα της. Δούλευε καθημερινά τον αργαλειό και ύφαινε κουρελούδες, κουβέρτες, χαλιά, καρπέτες και επιπλέον κεντούσε υπέροχα σχέδια σε ρούχα, ποδιές, μαντήλια. Τα είχε όλα τακτοποιημένα μέσα στο ισόγειο του σπιτιού της ανά είδος, σε μια σειρά τα ταχταλίδικα, σε άλλη τα φλοσένια, σε άλλη οι πολύχρωμες κουρελούδες, αλλού οι καρπέτες, αλλού τα χασεδένια, κι αλλού τα υφάσματα που προορίζονταν για κέντημα.
Αφού η Αλεξάνδρα έχρισε τον Κωνσταντή προμηθευτή της, του επέτρεψε να γνωρίσει και την καλλιτεχνία του αργαλειού της. Η ίδια απαντούσε στην ηθικοπλαστική ρητορική της γειτονιάς χτυπώντας δυνατά τον αργαλειό και πετώντας ευθύβολα τη σαïτα με το  υφάδι στην κρόκη.
Το μάτι του Κωνσταντή μια μέρα έπεσε σε μια στιβα τακτοποιημένη που πάνω πάνω της ξεχώριζε μια ποδιά μαύρη μεταξωτή η οποία είχε στις άκρες της δυο παγώνια αρσενικά αντικριστά με ανοιχτά τα σμαραγδένια φτερά τους, φυλακισμένα από ένα περίτεχνο χρυσό σιρίτι σε όλη την περίμετρό της.
«Πόσο την πουλάς;» ρώτησε ο Κωνσταντής
«Σε ποια σκέφτεσαι να την χαρίσεις;» του πέταξε ξεκάθαρα η Αλεξάνδρα
«Θέλω μια ντουζίνα. Σκέφτομαι να αρχίσω να πουλάω και ρούχα, τόσες γυναίκες πελάτισσες έχω»
Η γυναίκα τον κοίταξε καχύποπτα πάνω από τα γυαλιά της.
«Ας είναι, φρόντισε μόνο να τις πουλήσεις σε άλλα χωριά, όχι εδώ» του είπε με νόημα.
«Αυτή με τα παγώνια …. δεν θέλω άλλο σχέδιο, μη σε βάζω και σε κόπο…» χαμογέλασε πονηρά το λεπτό μουστάκι του Κωνσταντή.
Ο Κωνσταντής χαράματα, φορτωμένος αυτή τη φορά εκτός από καρφίτσες, βελόνες, παραμάνες, κόπιτσες, κουμπιά και με μια ντουζίνα από μαύρες μεταξωτές ποδιές,  κίνησε για τα άλλα χωριά, κατά πως τον συμβούλεψε η Αλεξάνδρα, όχι για να πουλήσει ποδιές, αλλά για να χαρίσει … στις γυναίκες που του χάριζαν τον έρωτά τους.
Σε ένα από τα χωριά του κάμπου ο Κωνσταντής ξεπέζεψε στον καφενέ για να πιει ένα τσίπουρο και να ξεκουραστεί. Πλησίαζε η 17 Ιουλίου και στο χωριό γιόρταζε η εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της Αγίας Μαρίνας. Οι ανύπαντροι άνδρες τον καλωσόρισαν, ενώ οι παντρεμένοι σταυροκοπιόταν και έφτυναν τον κόρφο τους, όλα αυτά βέβαια όπως είπαμε κρυφίως, μην γίνουν και ρεζίλι. Οι νεαροί, περίεργοι και φιλομαθείς, του ζητούσαν να τους ιστορήσει τα αγκαλιάσματά του με τις χήρες στα χωριά, ώσπου ο πρόεδρος του χωριού σηκώθηκε πάνω φανερά ενοχλημένος από τη συζήτηση που γινόταν εις επήκοον όλων.
«Άκου να δεις κυρ Κωνσταντή, δεν ξέρω τι γίνεται στα άλλα χωριά, στο δικό μας χωριό οι ελεύθερες, οι χήρες και οι παντρεμένες είναι ηθικές, δεν γυρίζουν να δουν άντρα στα μάτια»
«Και στ’ άλλα χωριά πρόεδρε δεν με κοιτάνε στα μάτια» είπε ο Κωνσταντής και ο καφενές πλάνταξε στα γέλια.
«Βάζω στοίχημα ότι δεν γύρισε να σε κοιτάξει καμμία γυναίκα του χωριού μας» αντέλεξε αγριεμένα ο πρόεδρος, που είχε κατεβάσει εν τω μεταξύ δυο τρία τσίπουρα.
«Μη βάζεις ποτέ στοίχημα αν δεν είσαι σίγουρος για το αποτέλεσμα» του χαμογέλασε ο Κωνσταντής.
« Ας είναι όμως. Βάζω το στοίχημα και άμα χάσω θα σου δώσω δέκα δραχμές πρόεδρε»
«Και άμα κερδίσεις;» ρώτησε με αγωνία ο πρόεδρος
«Άμα κερδίσω την αμοιβή μου θα την καθορίσει ο Θεός» του είπε ο Κωνσταντής και δώσανε τα χέρια.
Ο Κωνσταντής σηκώθηκε όρθιος, έσιαξε τη μαύρη βράκα του, χάιδεψε το μουστακάκι του και είπε:
«Το βράδυ στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας θα μάθουμε ποιος κέρδισε και ποιος έχασε» Ύστερα κίνησε με την Μαρούλα και την πραμάτεια του στις γειτονιές για να δεις τις πελάτισσές του και να βγάλει το μεροκάματο. Κουβαλούσε καρφίτσες, βελόνες, παραμάνες, κόπιτσες, κουμπιά και μια ντουζίνα από μαύρες μεταξωτές ποδιές.
Το βράδυ άρχισε να μαζεύεται κόσμος στο χοροστάσι, στην αρχή τα πιτσιρίκια με τα σκισμένα και σκονισμένα από το παιχνίδι κοντοπαντέλονά τους πιάσανε θέση κοντά στην ορχήστρα, χάμω στο χώμα για να μπορούν να κρυφοκοιτάζουν τον ποδόγυρο των γυναικών που θα χόρευαν, ύστερα οι άνδρες με τα καλά τους βαμβακερά παντελόνια και τα λινά πουκάμισα και τέλος σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται οι γυναίκες που είχαν ένα επιπλέον βάσανο να τελέσουν: να φορέσουν την καλή τους ακριβή στολή με όλα τα πλουμίδια για το πανηγύρι και τον χορό.
Ο πρόεδρος αγωνιούσε για την έκβαση του στοιχήματος που έβαλε και δεν έβλεπε πουθενά τριγύρω τον Κωνσταντή.
«Τον μπαγάσα φοβήθηκε και το σκασε. Μόνο λόγια είναι» μονολόγησε ανάμεσα στα δόντια του, ώσπου ξεπρόβαλλε ανάμεσα στις άλλες γυναίκες η χήρα του Θοδωρή του κουρέα με μια ολόμαυρη στολή με μαύρο μαντήλι και στη μέση της μια μαύρη μεταξωτή ποδιά η οποία είχε στις άκρες της δυο παγώνια αρσενικά αντικριστά με ανοιχτά τα σμαραγδένια φτερά τους, φυλακισμένα από ένα περίτεχνο χρυσό σιρίτι σε όλη την περίμετρό της. Ύστερα η χήρα του Γαμέμνου, η χήρα του Πολυχρόνη, η χήρα του Νικολού και τέλος η γυναίκα του προέδρου με την καινούρια  πλουμιστή στολή της, στολισμένη με ένα πολύχρωμο μαντήλι στα μαλλιά, δυο σειρές φλουριά στα στήθια της, και στη μέση την ίδια  μαύρη μεταξωτή ποδιά.
Τα παγώνια φτερούγισαν από τις ποδιές των γυναικών, πετώντας έξω από τη χρυσή φυλακή τους πάνω από τα σαστισμένα κεφάλια των ανδρών.
Ο Κωνσταντής, καβάλα στη Μαρούλα, κάτω από τον έναστρο ουρανό στη μέση του μακεδονικού κάμπου τάλεγε με τον Θεό του
«Καιρός ήταν να πάψεις να με κάνεις τα στραβά μάτια»

* * * * * 

Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου