Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

ΒΟΥΡΒΟΥΡΟΥ




Το μικρό Ζάσταβα αγκομαχούσε  από το βάρος του Μάνθου, της γυναίκας του Αντιγόνης, της πεθεράς του, της κυρίας Ερμιόνης, της κόρης του Ελενίτσας και από τα μπαγκάζια της καλοκαιρινής τους εξόρμησης στην Βουρβουρού που είχαν σκαρφαλώσει στον ουρανό του αυτοκινήτου σφιχτοδεμένα στη σχάρα.
Σκάσαμε, άνοιξε τα παράθυρα  καλέ μπαμπά, παραπονέθηκε η Ελενίτσα, την ώρα που δίπλα της η γιαγιά Ερμιόνη δούλευε την βεντάλια  στη μεγαλύτερη ταχύτητα, ενώ σταγόνες ιδρώτα είχαν ήδη αρχίσει την κατηφορική τους πορεία στο πλούσιο μπούστο της.
Ναι βρε, καλά σου λέει η μικρή, άνοιξε το παράθυρο θα μας σκάσεις, συμπλήρωσε επιτακτικά η «φάλαινα» των πίσω καθισμάτων, έτσι αποκαλούσε την πεθερά του ο Μάνθος, όταν φυσικά δεν τον άκουγε κι αυτή με τη σειρά της τον είχε βαφτίσει «Βρε». Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει το όνομά του από τότε που η άμυαλη κόρη της ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον ξεβράκωτο. Κόντευε να ξεχάσει το όνομά του από  τη συμβίωση μαζί της στο ίδιο σπίτι, καθότι για να πάρει τη γυναίκα που ερωτεύτηκε συμβιβάσθηκε με την ιδιότητα του σώγαμπρου.
Έβαλα τον ανεμιστήρα του αυτοκινήτου και δουλεύει, τα ανοιχτά παράθυρα δημιουργούν θόρυβο και δεν ακούμε τη μουσική, αντέτεινε δειλά ο Μάνθος που άκουγε εκείνη την ώρα ένα τραγούδι του Καζαντζίδη στην κασέτα.
Η μουσική σε μάρανε, γκρίνιαξε η κυρία Ερμιόνη και συνέχισε με μεγαλύτερο πάθος να κουνά πέρα δώθε την γιαπωνέζικη βεντάλια της.
Παλιοφάλαινα, έχε χάρη που ζεσταίνεται η μικρή, αλλιώς θα σε άφηνα να σκάσεις, να πλαντάξεις να γίνει μούσκεμα η κωλάρα σου στο κάθισμα, στρίμωξε τις λέξεις στον εγκέφαλο με προσοχή μη του ξεφύγει καμμία και γίνει ταραχή.
Καλά το ανοίγω, φώναξε και κατέβασε το παράθυρό του. Άνοιξε κι εσύ το δικό σου Αντιγόνη, είπε στη γυναίκα του.
Ζεστός αέρας χύμηξε από παντού μέσα στο Ζάσταβα και πήρε τα μαλλιά των γυναικών και τις βαρειές νότες του Καζαντζίδη. Η κυρία Ερμιόνη έβγαλε έναν αναστεναγμό δροσιστικής ανακούφισης και απίθωσε τη βεντάλια πάνω στο πλούσιο στήθος της.
Αχχχχχχ !!!
Αξ και ξερός φάλαινα, σιγομουρμούρισε ο Μάνθος, ενώ ο ζεστός αέρας και οι νότες του Καζαντζίδη έτρεξαν αμέσως να καλύψουν την κουταμάρα του.
Είπες τίποτα βρε; Καρφώθηκε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου η τσιριχτή φωνούλα της κυρίας Ερμιόνης.
Όχι μαμά δροσίστηκα κι εγώ μαζί σου, της απάντησε και η γυναίκα του χαμογέλασε κρυφά.
Το Ζάσταβα πλησίαζε στον Όρμο Παναγιάς όταν στα δεξιά του δρόμου μια ξανθιά κοπέλα με καλλίγραμμο σώμα, κοντό σκισμένο σορτσάκι και τα μπαγκάζια της στον ώμο, τους έκανε νόημα με τον αντίχειρα. Ο Μάνθος άφησε το πόδι του από το γκάζι, περισσότερο για να σκανάρει την κοπελιά από τα Βόρεια Βασίλεια παρά για να την πάρει, η πτώση των στροφών της μηχανής  όμως έγινε αμέσως αντιληπτή στην κυρία Ερμιόνη.
Τι κάνεις βρε, θα βάλεις την παλιοβρώμα μέσα στο αυτοκινητό μας; Τόνισε ιδιαίτερα το «μας» για να του υπενθυμίσει ότι δεν έβαλε φράγκο για την αγορά του αυτοκινήτου και ότι φυσικά της ανήκει.
Τα τσουλιά κυκλοφορούν μόνα τους στον δρόμο, ήθελα να ήξερα πατεράδες δεν έχουν; συνέχισε το κρεσέντο της η κυρία Ερμιόνη
Οι ξετσίπωτες !!! Τα έβγαλαν όλα στη φόρα !!! Οι αντροχωρίστρες !!! Παναγίτσα μου θα μας κάψει ο Θεός, σταυροκοπήθηκε και συνέχισε τον μονόλογο κουνώντας στο φουλ την βεντάλια της και πάλι, ενώ ο Μάθος σιωπούσε μπροστά στον χείμαρρο των κοσμητικών επιθέτων της πεθεράς του με τα οποία στόλιζε την ανυποψίαστη κοπέλα.
Το Ζάσταβα είχε αφήσει ήδη πίσω του την κοπέλα και ο Μάθος έριχνε κλεφτές ματιές στο καθρέπτη του για μια τελευταία εικόνα του βόρειου κάλλους, ενώ η κυρία Ερμιόνη φυσούσε και ξεφυσούσε στο πίσω κάθισμα.
Άνοιξε τα παράθυρα βρεε, μας έσκασες !!!
Ανοιχτά είναι καλέ μαμά, πήρε το λόγο η Αντιγόνη, ενώ ο άνδρας της χαμογελούσε από αγανάκτηση και η Ελενίτσα ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
Σε λίγο το Ζάσταβα παρκάρισε στην  αυλή του ενοικιαζομένου διαμερίσματος. Η Αντιγόνη άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω κι αμέσως ξεχύθηκε από το πίσω κάθισμα η Ελενίτσα. Η κυρία Ερμιόνη χρειάσθηκε τον χρόνο της να ξεκολλήσει από το κάθισμα του τρίθυρου αυτοκινήτου με τη βοήθεια της κόρης της. Ο Μάνθος ξεφόρτωσε τις αποσκευές για να τις φορτωθεί και να ακολουθήσει τις γυναίκες στο διαμέρισμα προς τακτοποίηση του θερινού νοικοκυριού. Το Ζασταβα ήταν πια ελεύθερο να ξαποστάσει μέχρι την πρωινή  εξόρμησή του στο Καρύδι για τα μπάνια της οικογένειας.
Την άλλη μέρα έστησε την ομπρέλα και η Αντιγόνη έστρωσε στην αμμουδιά τις πετσέτες. Η κυρία Ερμιόνη έφτιαξε με το πόδια της μια θέση στην άμμο και θρονιάστηκε. Αμέσως η Ελενίτσα έπιασε δουλειά με το πλαστικό φτυαράκι ρίχνοντας άμμο στα πόδια της γιαγιάς της. Με τα αμμόλουτρα ηρεμούσε από τους πόνους στα πόδια.
Αχχχ τι ζεστά που είναι, αναφώνησε η Ερμιόνη.
Τι να σου κάνει η άμμος φάλαινα, με τόσο φαϊ που τρως θα σκάσεις καμιά ώρα, σκέφτηκε χαιρέκακα ο Μάνθος και άνοιξε την εφημερίδα του.
 Όλα ήταν έτοιμα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στη Βουρβουρού όπως τα είχαν προγραμματίσει, ώσπου δίπλα τους πέταξε το σακίδιο και έβγαλε τα ρούχα της η καλλονή του Βορείου Βασιλείου. Η εφημερίδα έπεσε προς στιγμήν από τα χέρια Μάνθου καθώς η νεαρή έτρεξε να βουτήξει στη θάλασσα. Η Ερμιόνη μισοθαμένη ανταριάστηκε, ενώ την ίδια στιγμή, σχεδόν αστραπιαία, ο ουρανός άλλαζε χρώματα στον ορίζοντα με την ίδια ταχύτητα που άλλαζαν τα χρώματα στο πρόσωπο της Ερμιόνης. Η Αντιγόνη βάλθηκε να μαζεύει βιαστικά τις πετσέτες που πήρε ο αέρας. Η ομπρέλα τους πετούσε ήδη ψηλά και κυρία Ερμιόνη καθηλωμένη στη γούρνα έβλεπε άφωνη τον γαμπρό της μέσα στον γενικό χαμό της παραλίας να θαυμάζει την ξανθιά που αψηφούσε τους νόμους της φύσης.
Ένας δυνατός βρόντος και μια αστραπή έσκισε τον αέρα και οριζοντίωσε την κυρία Ερμιόνη. Ο Μάνθος πήρε το φτυαράκι της Ελενίτσας και έριξε λίγη ζεστή άμμο στην κοιλιά της πεθεράς του.


* * * * *

Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου