Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Η ΛΑΚΚΟΥΒΑ


Χτύπησε με θόρυβο την πόρτα του νισσάν καθώς βγήκε έξω τσαντισμένος ο Ζήσης Γεράσης ντυμένος με τη μπλε φόρμα εργασίας, σκονισμένος και άπλυτος. Κατευθυνόμενος στην εξώπορτα του σπιτιού, μια γάτα που μπλέχτηκε στα πόδια του έγινε για λίγο πουλί και προσγειώθηκε στο γειτονικό οικόπεδο.
"Τι έπαθες παιδί μου;" Τον ρώτησε τρομαγμένη η μάνα του από την κουζίνα
"Τίποτα "!!
"Πώς τίποτα;""
Άσε με ρε μάνα κι εσύ, έχω τα νεύρα μου...""
"Ποιος σε πείραξε γιέ μου;" προσπάθησε να απαλύνει την ένταση η γριά μάνα.
"Η λακκούβα!!!"
"Ποια λακκούβα;"
"Μια λακκούβα !!"
Η γριά κατάλαβε ότι από τις απανωτές ερωτήσεις δεν έβγαζε άκρη και προσάρμοσε την τακτική της στην ατμόσφαιρα λαμβάνοντας υπόψιν την ώρα
"Να σε κάνω ένα καφεδάκι;"
"Κάνε," απάντησε βαριεστημένα, με λιγότερη ένταση αυτή τη φορά στα μάτια.
Έκατσε στην καρέκλα της κουζίνας, πέταξε πάνω στο πλαστικό τραπέζι με το λουλουδάτο αυτοκόλλητο τραπεζομάντιλο τα τσιγάρα και τον αναπτήρα και ακούμπησε την πλάτη του πίσω. Κρέμασε ένα τσιγάρο στο στόμα και το άναψε, ενώ η γριά δίπλα του έψηνε καφέ στην πετρογκάζ. Τακτοποίησε το φλιτζάνι με τον αχνιστό καφέ δίπλα σε ένα ποτήρι δροσερό νερό μέσα στον πλαστικό δίσκο και τον απόθεσε μπροστά στα χέρια του γιου της. Αυτός έριξε μια ρουφηξιά με προσοχή μην κάψει τη γλώσσα του. Ήπιε μια γουλιά νερό και έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, σταυροπόδι.
"Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει σε μένα αυτό;" αναρωτήθηκε φωναχτά και τράβηξε μια βαθειά τζούρα
Η γριά έξυπνα δεν ακολούθησε αυτή τη φορά το πλάνο των συνεχών ερωτήσεων, ξέροντας καλύτερα απ΄όλους τον γιό της από τότε που ο συχωρεμένος την άφησε, νέα είκοσι πέντε χρονώ με ένα μωρό στην αγκαλιά, και έφυγε για τον άλλο κόσμο παρέα με τους συντρόφους του κομουνιστές χωρίς καλά καλά να γνωρίσει τον γιό του. Είχε πάρει όμως απ΄αυτόν εκτός από το μπόι και τον εκρηκτικό του χαρακτήρα. Είδε και έπαθε η γριά με τα χρόνια να φέρει το αγρίμι σε σωστό δρόμο μη της φύγει κι αυτός άψαλτος. Στα γράμματα δεν τα πήγαινε καλά, αλλά τα χέρια του έπιαναν και έβγαζαν ψωμί. Κατάφερε να τον τρυπώσει εργάτη στον Δήμο όταν βγήκε δήμαρχος ένας παλιός συναγωνιστής του συχωρεμένου που γλύτωσε από τις εξορίες και τα Μακρονήσια. Σε λίγο θα ηρεμούσε και θα της έλεγε τον πόνο του.
"Δεν μπορεί να κλείνω το πρωί την τρύπα και το άλλο πρωί να είναι πάλι ανοιχτή", είπε απορημένος.
"Ποια τρύπα παιδάκι μου;"
"Τη λακκούβα ρε μάνα, εκεί στον καινούριο δρόμο στον απάνω μαχαλά."
"Ααα στο παλιό νεκροταφείο, αναφώνησε η γριά""
"Ναι !!!"
"Άρχισαν να μη με πιστεύουν στον Δήμο. Σήμερα έπεσε μέσα ο δήμαρχος και έσκασε το λάστιχο από τ ΄αμάξι του. Κάποιος με κάνει πλάκα, η κάποιος το κάνει επίτηδες για να με κακολογήσει στην υπερεσία", μονολόγησε ο Ζήσης Γεράσης και σχεδόν αμέσως τα μάτια του πέταξαν σπίθες.
"Εκείνη η κουφάλα ο Φρίξος ο Σπάτουλας με την έχει στήσει, για να με διώξουν από τον Δήμο και να με πάρει τη θέση. Τον πούστη !!!"
"Μη κακολογείς τον άνθρωπο παιδί μου χωρίς να ξέρεις. Είναι αμαρτία από τον Θεό.""
Ποια αμαρτία μωρέ μάνα, λες και δεν ξέρω τι κουμάσι είναι ο Σπάτουλας; Απόψε το βράδυ θα παραμονέψω να τον πιάσω στα πράσα", είπε με σιγουριά στα μάτια.
"Σ΄εχω πεί να κάνεις κάθε πρωί τον σταυρό σου πριν πας στη δουλειά, αλλά εσύ δεν ακούς κανέναν, σα τον συχωρεμένο", τον μάλωσε ήρεμα η γριά. 
"Τι να με κάνουν τα σταυροκοπήματα ρε μάνα, εδώ τα πράγματα είναι απλά: ρίχνω το πρωί την ασφαλτόπισσα στη ρημάδα τη λακκούβα την πατάω καλά με το σίδερο και το άλλο πρωί η γαμημένη η λακκούβα είναι ανοιχτή και άφαντη η ασφαλτόπισσα. Πού κολάει το σταυροκόπημα, με λες;" 
"Να ξέρεις πάντως", πλησίασε συνωμοτικά κοντά του η γριά και τον ακούμπησε στον ώμο, "αυτός ο δρόμος περνάει πάνω από το παλιό νεκροταφείο. Εκεί ήταν θαμμένος και ο πατέρας σου. Μπορεί οι νεκροί μας να θέλουν να έχουν ένα παραθυράκι να βλέπουν τον κόσμο που έζησαν κάποτε. Γι αυτό σε λέω κάνε τον σταυρό σου…"
Ο Ζήσης Γεράσης γύρισε κατά το μέρος της με ένα χαμόγελο, την αγκάλιασε τρυφερά, και της είπε: 
"Μάνα μόνο εσύ μπορεί να μιλάς για σταυρούς γιατί τόσα χρόνια τους κουβαλάς. Εγώ όμως θα τον τσακώσω τον πούστη που με χαλάει τη λακκούβα απόψε και χωρίς να σταυροκοπηθώ." Σηκώθηκε της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί.
Η ώρα έφτασε περασμένες δώδεκα και ο Ζήσης Γεράσης συνέχιζε να μένει λουφαγμένος πίσω από τις ψωράκες του καινούριου δρόμου χωρίς να αφήνει λεπτό από τα μάτια του τη λακκούβα. Η λακκούβα έστεκε εκεί, κλειστή, στη μέση του δρόμου σαν ένα μαύρο μπάλωμα που ξεχώριζε μέσα στη μαυρίλα της νύχτας. Ο δρόμος ήταν αδειανός και οι λάμπες στα καινούρια ιστία του δρόμου δεν είχαν συνδεθεί ακόμη με τη ΔΕΗ για να τον φωτίσουν. Που και που κάποιο αυτοκίνητο περνούσε, πατούσε πάνω στο μπάλωμα χωρίς να δυσανασχετήσουν οι αναρτήσεις του.
"Καλή δουλειά έκανα", σκέφτηκε ευχαριστημένος.
Τα μάτια του σε λίγο δεν κοίταζαν τίποτα άλλο πέρα από το μπάλωμα της λακκούβας. Ο γκιώνης που πριν λίγο ακουγόταν, ή σώπασε ή τον είχε αποκλείσει από το ακουστικό του πεδίο. Τα μάτια του τόση ώρα ακίνητα θόλωσαν, θυμήθηκε τις νυχτερινές στο στρατό και άρχισε να τα κινεί σε οχτάρια για να μη χάσει την εστίαση. Η λακκούβα τότε του φάνηκε ότι κινήθηκε, στύλωσε τα μάτια, η ασφαλτόπισσα άρχισε να μαλακώνει, να μαλακώνει, ώσπου απέκτησε μια υγρή μαύρη υφή που κινούνταν σε μορφή δίνης κάνοντας κύκλο, ένα πλαφ !! ακούστηκε και το μπάλωμα εξαφανίσθηκε σα να το ρούφηξε μια ρουφήχτρα της θάλασσας. Η λακκούβα έχασκε μπροστά του ξανά ανοιχτή και από μέσα μορφές αέρινες, σκυθρωπές γέμισαν τον καινούριο δρόμο, μια από αυτές ξεμάκρυνε και στάθηκε μπροστά στις ψωράκες. Ο πατέρας του χαμογελούσε.
Σηκώθηκε από την κρυψώνα του σαστισμένος και βγήκε στη μέση του δρόμου. Άρχισε να σταυροκοπιέται. 
Στην αρχή του σκοτεινού δρόμου ο Φρίξος Σπάτουλας έμεινε κόκαλο, με ένα φτυάρι στο χέρι, να τον κοιτάζει να σταυροκοπιέται μπροστά στην κλειστή λακκούβα. 

* * * * * * * * * * * 

Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου