Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ


Από το παραθυράκι στο υπόγειο της οδού Ανδρομάχης, δηλαδή τι παραθυράκι φεγγίτης, ο ήλιος από ώρα κατάφερε να στείλει μερικά φωτεινά βέλη του ακριβώς πάνω στο μαξιλάρι που τσαλακωμένο κρυφοκοιτούσε αδιάκριτα την ονειρομηχανή του κρανίου μου. Στο δωμάτιο απλώνονταν ακόμη η μυρουδιά των βραδινών τσιγάρων ανάμικτη με μια μυρουδιά μούχλας και υγρασίας που τελευταία ενοχλούσε τις αρθρώσεις μου κάθε φορά που έπρεπε να λυγίσω τα γόνατα ή και να τα τεντώσω για να κοιτάξω έξω στον δρόμο. Γύρισα ανάσκελα και κοίταξα το ταβάνι που ξεφλούδιζε χρώμα και σοβά τριγύρω από το ντουί της κρεμασμένης λάμπας πυράκτωσης, σα να ζάρωνε κι αυτό ασορτί με το πρόσωπό μου. Κάθε φορά που σπαράγματά του έπεφταν πάνω στο κρεβάτι, το μετακινούσα σε άλλη γωνία για να αποφύγω ανεπιθύμητη πτώση που πιθανόν να έθετε σε κίνδυνο τον ανυποψίαστο νυχτερινό περίπατο του μυαλού μου. Οι γωνίες όμως, σαν γεωμετρικά σχήματα,  είναι περιορισμένες και υστερούν σε πολλά από τις καμπύλες, τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο, έτσι το πήρα απόφαση ότι κάποιο βράδυ μια πτώση είναι πολύ πιθανό να με ανταριάσει ή να διακόψει κάποιον περίπατο ή ακόμη και να με στείλει στον αγύριστο μια και καλή. Αυτό που με καθησύχαζε όμως, για την τελευταία πιθανότητα, ήταν ότι δεν θα πήγαινα τουλάχιστον ανυποψίαστος.
Το ρολόι έδειχνε δέκα και όπως πάντα και κάθε μέρα έξω στο πεζοδρόμιο ο κανόνας της ζωής έλεγε "δούλευε για να ζήσεις", ο θεός το είχε κανονίσει αυτό από παλιά και δεν του αλλάζεις γνώμη αυτουνού ούτε με σφαίρες, που λέει ο λόγος. Το μόνο που μας επέτρεψε στο διάβα του χρόνου ήταν να το κάνουμε "ζήσε για να δουλεύεις", μιας και γιαυτόν δεν είχε καμία σημασία η σειρά των δυο ρημάτων στην πρόταση. Έτσι κι αλλιώς η δεύτερη εκδοχή ήταν πιο δύσκολη από την πρώτη, οπότε σου λέει αφού θέλουν να παιδεύονται μόνοι τους, στα παπάρια μου, δεν έχω καμία αντίρρηση, εγώ να τους βλέπω μόνο να παιδεύονται για να καταλάβουν τι είχαν και τι έχασαν τα ανθρωπάκια.
Χωρίς να βαρυγκομώ, σφούγγισα το πρόσωπο με τις παλάμες μου να φύγουν τα πολλά πολλά της νύχτας και κρεμάστηκα στον φεγγίτη. Ήταν άλλωστε η ώρα της. Το κεφάλι μου ίσα που έφτανε στο λασπωμένο τζάμι, όλο λέω να θυμηθώ να το καθαρίσω απέξω και πάντα το ξεχνώ, ώσπου να μη μπορώ να δω τίποτα, οπότε ίσως το καθαρίσω. Η γωνία της όρασης ξεκινούσε από τις λερωμένες πλάκες του πεζοδρομίου και έφτανε μέχρι το απέναντι πεζοδρόμιο όπου έβλεπα καθαρά ολόκληρες τις βιτρίνες των καταστημάτων. Ένα πλυντήριο ρούχων, ένα μπακάλικο, ένα κομμωτήριο, μια κλειστή μαύρη πόρτα μπάρ που τα βράδια άνοιγε και μπορούσες τότε να το πεις και κωλάδικο, ένα γραφείο τελετών. Αυτό το τελευταίο κατάστημα με ευχαριστούσε ιδιαίτερα να το βλέπω διότι ήταν μέρα νύχτα ανοιχτό, οπότε ο νεκροθάφτης θα άκουγε τον γδούπο του σοβά στο κεφάλι μου, θα ερχόταν αμέσως για τις περαιτέρω διαδικασίες κι έτσι δεν θα έμενα για πολλές μέρες και νύχτες ανάσκελα με τον στόμα ανοιχτό – ξέχασα να σας πω ότι ροχαλίζω τα βράδια, όχι δεν μου το πε κανένας αλλά ακούω το ροχαλητό μου – γεμάτο μουχλιασμένους σοβάδες.
Παρέλασαν από τα μάτια μου αρκετά μοκασίνια, γόβες, βρώμικα αθλητικά, σαγιονάρες, πανταλόνια, ράσα, μακριές και κοντές φούστες, όπως κάθε πρωί και όλα παναθεμά τους ήταν βιαστικά σαν το ένα ζευγάρι να κυνηγούσε το άλλο να το πιάσει χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Ήταν η ώρα της. Τα μικρά αιχμηρά τακούνια έστελναν το κροτάλισμά τους στ’ αφτιά μου. Τεντώθηκα στις μύτες των ποδιών ενώ την ίδια στιγμή ένας σφάχτης στη μέση προσπάθησε να μου ανακόψει την αναρρίχηση χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τα δυο μαύρα γοβάκια στάθηκαν ακριβώς μπροστά στη μεγάλη μου μύτη που ακουμπούσε το περβάζι. Καλογυαλισμένα και αστραφτερά. Μέσα τους οι καλλίγραμμες γάμπες της τυλιγμένες  με την αραχνοΰφαντη τρώση ενός μαύρου καλσόν έδειχναν αψεγάδιαστες σαν βγαλμένες από ασπρόμαυρη ταινία του Χόλυγουντ. Τα μάτια μου γύρισαν ανάποδα, μέχρι εκεί όμως που έβαζαν απαγορευτικό οι καλτσοδέτες, την ώρα που έσκυβε πάλι να τραβήξει ακόμη έναν  πόντο από το καλσόν της. Η ίδια κίνηση, την ίδια ώρα, στο ίδιο σημείο πάντα. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι είχε πάρει μυρουδιά, αν όχι τα μάτια μου σίγουρα τη μύτη μου. Όπως σιγά σιγά έσκυψε, το ίδιο αθόρυβα σηκώθηκε, ίσιωσε το κορμί της και συνέχισε το περπάτημα στις πλάκες. Χάθηκε από το περιορισμένο οπτικό μου πεδίο κι εγώ ξεσκάλωσα το κορμί μου από τον φεγγίτη. Άνοιξα την κασετίνα και είδα ότι είχα ακόμη δυο τσιγάρα που θα με βοηθούσαν να ρουφήξω δυο γουλιές καφέ και να διαβάσω λίγες αράδες σε ένα βιβλίο. Πήρα από την στοίβα ένα κιτρινισμένο και χιλιοδιαβασμένο αντίτυπο του Ρομπέρτο Αρλτ που είχα αγοράσει σε έναν πάγκο στο Μπουένος Αϊρες, τότες που η ζωή μου δεν είχε φεγγίτες αλλά όμορφα φινιστρίνια και ωραίες γκόμενες στα λιμάνια της γης.
Φαγητό δεν είχα σήμερα, δεν είχα όμως και όρεξη, αφού εψές ξέρασα καταμεσίς στο δωμάτιο όσα είχα φάει από τον τενεκέ της γωνίας. Ευτυχώς που δεν έχω μοκέτα και γυναίκα. Στάμπαρα έναν καλύτερο τενεκέ στην αριστοκρατική συνοικία της πόλης προχθές που ξεδιάλεγα σκουπίδια για να πουλήσω στον παλιατζή. Δεν μπορείς να φανταστείς τι πετάνε οι πλούσιοι. Το βράδυ θα κονομήσω τσιγάρα απέναντι στο κωλάδικο. Μπορεί να μου στρίψουν και κανα τσιγαρλίκι οι πιτσιρικάδες άμα τους πω ιστορίες απ΄τα μπάρκα μου. Τα γουστάρουν αυτά οι νέοι. Μπορεί και να τα ονειρεύονται στον ξύπνιο τους. Το ουίσκι ήταν πάντα  εξασφαλισμένο. 
Μετά το διάβασμα λέω να ρίξω κι ένα σφουγγάρισμα γιατί η ξινίλα των ξερατών ακόμη μου κάθεται στη μύτη και περιμένω κόσμο το απόγευμα. Ένας νεαρός παπάς που γνώρισα στο συσσίτιο ξεσκίστηκε να με βοηθήσει. Θα έρθει το απόγευμα, δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του, αλλά παπάδες δεν μ’ αρέσει να γαμάω, παρότι έχω κοιμηθεί με νεαρούς Ασιάτες που μου καναν τα γλυκά μάτια. Πάντα στη στεριά όμως, ποτές δεν μαγάριζα το καράβι.
Η κυρία με τις μαύρες γόβες δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό μου κάθε μέρα. Μπορώ να σας πω ότι έγινε το ξυπνητήρι για να σηκωθώ στην ώρα μου και να κρεμαστώ στον φεγγίτη. Είχα καταφέρει πλέον να ταιριάξω το υπόλοιπο μισό που ξέφευγε από το περιορισμένο οπτικό  μου πεδίο. Ενας ζουμερός σφιχτός κώλος και ύστερα λεπτή μέση που έσφιγγε μια φαρδιά ζώνη με αγκράφα γκρί ματ και μέσα της ζωσμένη μαύρη κολλητή μπλούζα η οποία τόνιζε το πλούσιο στήθος της. Ο λαιμός της !! Αχχ ο λαιμός της,  λευκός  σαν το κρίνο που μύρισε η Παναγιά, να αναδύει το άρωμά του και πάνω του ένα υπέροχο κεφάλι με δυο μεγάλα αμυγδαλωτά μαύρα μάτια και κατάμαυρα μαλλιά μαζεμένα όλα πίσω, χωρίς ούτε μια τρίχα να λερώνει την λευκότητα. Η γυναίκα σίγουρα πενθούσε τον χαμένο έρωτα της ζωής της, που την άφησε μόνη να αντιμετωπίσει τη ζωή, χωρίς καμία χαρά πλέον στα σκέλια της. Δύσκολο καράβι η ζωή, αλλά οι γυναίκες ξέρουν και το κουμαντάρουν καλύτερα από εμάς του άνδρες. Εμείς εύκολα θα το τσακίσουμε, αυτές όχι.
Στο κωλόμπαρο μπήκα φουρτουνιασμένος, αφού ο παπάς ήθελε χαμουρέματα κι εγώ τον έστειλα στην ευχή της Παναγιάς και του Αη Νικόλα. Το ουίσκι με περίμενε στο μπαρ, όπως και τα τσιγάρα, αλλά απόψε δεν είχα καμία όρεξη για ιστορίες και παραμύθια. Άμα σεκλεντίζονταν κανείς να μου στρίψει τσιγαρλίκι, καλώς, αλλιώς θα έμενα χαρμάνι. Δε θαταν και η πρώτη μου φορά. Μια πιτσιρίκα κουνούσε τον κώλο της παραδίπλα και καλούσε τον εραστή της που χαμπάρι όμως δεν έπαιρνε, αφού η μαύρη του χε κάψει το μυαλό. Ρέγουλα δεν ήξεραν οι νέοι  τι θα πει. Μου την έσπαγε απόψε το κωλόμπαρο και μου χαλούσε τη διάθεση αυτό το καταθλιπτικό σκηνικό. Μπορεί να φταιγε και που κανένας δεν σεκλεντίστηκε για να φουμάρω. Τέλος πάντων μη σας σκοτίζω. Δεν γούσταρα μαυρίλα στη ζωή μου. Ξέρω ότι η ζωή είναι φως, άμα θέλω μαυρίλα καλύτερα να πεθάνω να χορτάσω σκοτάδι, αλλά γιατί να το βιάζομαι; Κοίταξα το ρολόι και ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ώρα για δουλειά, πριν έρθουν οι σκουπιδιάρες του Δήμου και τα πάρουν όλα. Πρέπει να βγάλω κανα φράγκο, να πληρώσω αύριο και το γαμωνοίκι, για δεν τα μπορώ τα χαρτόκουτα. Δεν έχουν φινιστρίνια.
Κίνησα για τη δυτική πλευρά της συνοικίας εκεί που ήταν οι τενεκέδες των πλουσίων, να ξεδιαλέξω τα καλύτερα για πούλημα και που ξέρεις … μπορεί να περίσσευε και κανα φιλέτο με φουα γκρα και χαβιάρι που όλο και κάποιο κακομαθημένο νιάνιαρο θα είχε πετάξει στα σκουπίδια.
Πλησίασα τον πρώτο τενεκέ της σειράς. Από μακριά μια σιλουέτα ξεχώριζε μπροστά στον τενεκέ να σκαλίζει. Όσο πλησίαζα διαγράφονταν αχνές γραμμές ενός σώματος που στηρίζονταν στις μύτες  και το μισό του μέρος ήταν χωμένο στον τενεκέ. Πλησίασα κι άλλο από πίσω χωρίς η σκιά να με αντιληφθεί. Η στενή φούστα διέγραφε έναν ζουμερό κώλο και όσο κατέβαινε το βλέμμα μου χαμηλότερα διέκρινα δυο υπέροχες γάμπες σαν αυτές των ηθοποιών του Χόλυγουντ ντυμένες με μαύρο καλσόν, για να καταλήξω σε ένα ζευγάρι μαύρες  καλογυαλισμένες γόβες στιλέτο.
Γύρισα το κεφάλι μου και κίνησα χωρίς θόρυβο για τους τενεκέδες της ανατολικής πλευράς της συνοικίας. Δεν είναι σωστό να  τρομάζει κανείς μια κυρία νυχτιάτικα.  


* * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου