Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΜΟΣΚΟΒΙΤΣ



Στον Γιάννη και τη Λίλια
Ο Γιάννης χόρευε ένα ζεϊμπέκικο κάτω από το κίτρινο φως της λάμπας του οινοφροντιστηρίου  στη γέφυρα  της Λαμπράκη προς Τούμπα ακολουθώντας τον λυγμό του Καζαντζίδη στο «δυο πόρτες έχει η ζωή». Οι αργές μακρόσυρτες κινήσεις του άδειαζαν τα κεφάλια μας από τη δικονομία, την ώρα που η μαλαματίνα είχε σχεδόν καταλάβει τις φλέβες και αποχρωματίσει τα ερυθρά αιμοσφαίρια, ενώ ο καπνός είχε τιγκάρει τον εγκέφαλο με ντοπαμίνη.  Τίποτα δεν μπορούσε να διακόψει την ιερή τελετουργία, ούτε καν τα παλαμάκια της Λίλιας που στεκόταν με τα γόνατα στα πλακάκια σε στάση ικεσίας μπροστά στον χορευτή. Ένα τόσο θλιμμένο τραγούδι διασκέδαζε την αμεριμνησία μας και ξόρκιζε τον χρόνο, τον θάνατο, τη φθορά.
Η ώρα ήταν περασμένες δώδεκα, Μάης του χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε, όταν μείναμε μόνοι να ρουφάμε τις τελευταίες γουλιές ρετσίνας από τα ποτήρια μας ενώ  σιγά σιγά η μικρή ορχήστρα ξέπνοη από την προσπάθεια έκλεινε τις νότες της μέσα στις ζελατίνες για την επόμενη βραδυά. Η νύχτα έξω ήταν το ίδιο κίτρινη λες και πήραμε μαζί μας τη λάμπα της ταβέρνας για φανάρι στο δρόμο της επιστροφής. Ποιος ξέρει, μπορεί τελικά και να την είχαμε πάρει. Στα εικοσιένα μας άλλωστε θα μπορούσαμε να είχαμε μεταφέρει και την ταβέρνα ολάκερη για ένα τελευταίο ποτηράκι στη διαδρομή.
Στη διασταύρωση της Παπάφη θα χωρίζανε για εκείνο το βράδυ οι δρόμοι μας, ο Γιάννης με τη Λίλια τον δικό τους δρόμο κι εγώ τον μοναχικό μου για την Καμάρα. 
Οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί εκείνη τη νύχτα ή και να μη συμβεί τίποτα, αν και πάντα, κάθε στιγμή, κάθε δευτερόλεπτο κάτι συμβαίνει στον κόσμο που το βαφτίζουμε άλλοτε σημαντικό, άλλοτε ασήμαντο, άλλοτε ευχάριστο, άλλοτε δυσάρεστο, χωρίς όμως ποτέ να χάνει αυτή καθεαυτή την ταυτότητα του γεγονότος, που ως βίωμα πια βρίσκει μια θέση κάπου στην ψυχή, κάπου στο μυαλό, κάπου τέλος πάντων μέσα μας, για να παραμείνει θαμμένο, να ανασυρθεί ή και να εμφανισθεί απροσκάλεστο στο μέλλον.
Τα φρένα στρίγγλισαν, οι τροχοί μπλόκαραν στο παλιό σκουριασμένο Λάντα Νίβα που ακόμη, εν έτει δυο χιλιάδες δώδεκα, κυκλοφορούσε στους δρόμους χωρίς να έχει ιδέα για το θαυματουργό προϊόν της τεχνολογίας που ακούει στο όνομα ει μπι ες, σύρθηκε δεξιά και αριστερά αλλά τελικά δεν κατάφερε να αποφύγει τον αδέσποτο σκύλο που επιχείρησε να περάσει τη διάβαση κάτω από το κίτρινο φως του φεγγαριού. Ένας γδούπος πάνω στον μεταλλικό προφυλακτήρα ήταν αρκετός να πάρει τη ζωή μπροστά στα μάτια μου.
«Γαμημένο μου κατέστρεψες το αμάξι» φώναξε εκνευρισμένος ο οδηγός καθώς έβγαινε από το Λάντα, ενώ εγώ είχα καρφώσει το βλέμμα μου πάνω στο ήρεμο πρόσωπο του σκύλου που ανοιγόκλεινε το στόμα του, σα να άφηνε την ψυχή του να δραπετεύσει σε μικρά μικρά κομμάτια.
«Δικός σας είναι ο σκύλος;» με ταρακούνησε αγριεμένος ο οδηγός.
Μερικές φορές απορώ με τη ικανότητα των Ελλήνων να χρησιμοποιούν τον πληθυντικό στις πιο ακραίες καταστάσεις, ενώ στις περιπτώσεις που η ζωή είναι ευγενική και καλοσυνάτη δίνουν και παίρνουν οι κτητικές αντωνυμίες στον ενικό.
«Ναι δικός μας είναι ο σκύλος» του απάντησα με πληθυντικό αγένειας «Το αυτοκίνητο όμως είναι δικό σου» συμπλήρωσα, για να εκραγεί, να πει μέσα από τα δόντια του κάτι σαν «Σε μαλάκα έπεσα γαμώ την γκαντεμιά μου», να βάλει μετά μπρος το σκουριασμένο Λάντα και να με θυμιατίσει με ένα περιποιημένο ντουμάνι, ικανό όμως να δημιουργήσει τις συνθήκες ενός γεγονότος που θα έψαχνε αμέσως χώρο να θρονιαστεί κάπου μέσα μου και σαν τα καινούρια μηχανάκια του υπουργείου οικονομικών να κάνει διασταύρωση με ήδη αποθηκευμένα αρχεία. Το πλησιέστερο αρχείο στο λήμμα «Λάντα» ήταν το «Μόσκοβιτς» με ημερομηνία δημιουργίας Μάιο του χίλια εννιακόσια ογδόντα πέντε.
Το παρμπρίζ του αυτοκινήτου στη διασταύρωση της Παπάφη θρυμματίσθηκε από το βάρος μου την ίδια ώρα που η ψυχή πάσχιζε να μη γίνει κομματάκια, ανοιγόκλεισα τα μάτια και σαν φωτογραφικά ενσταντανέ εμφανίσθηκαν δυο κίτρινα φώτα δεξιά μου, ύστερα ο ουρανός ενός αυτοκινήτου και μια εκνευριστική φωνή «με γεμίσατε αίματα το ταξί», μετά η γύψινη οροφή των εξωτερικών ιατρείων του Αχέπα με άσπρα ψυχρά φώτα και μια φωνή να λέει «δεν έχουμε χρόνο»
Όμως είχα ακόμη χρόνο. Ο σκύλος δεν είχε. Ένας διαρκής κυκλικός χορός γύρω από τον χρόνο ανθρώπων, ζώων, πτηνών, ψαριών, φυτών μέχρις εξαντλήσεως, σαν σε αντάμωμα σε ένα πανηγύρι που σιγά σιγά στο τέλος μένουν στην πίστα ένας δυο να λικνίζονται για να εγκαταλείψουν στο τέλος κι αυτοί την προσπάθεια. Ο θάνατος πάντα αποφασίζει πότε το γεγονός θα πάψει να μεταμορφώνεται σε βίωμα σε αυτόν που τον βιώνει. Για σκεφτείτε αν τελικά δεν είχα χρόνο, αυτή η ιστορία δεν θα γραφόταν ή ίσως αν γραφόταν από άλλον να είχε μια εντελώς διαφορετική θέαση. Το μόνο που θα παρέμενε αναλλοίωτο ίσως ήταν η έκθεση αυτοψίας της τροχαίας:
Οδηγός οχήματος: Γ.Μ  Τύπος οχήματος: Μόσκοβιτς

* * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου