Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2009

UNTITLED

Παιδάκι ένοιωσε για πρώτη φορά την ελευθερία, όταν γυμνός ξέφυγε από την κούνια του κάτω από την γκορτσιά στη μέση του κάμπου και περιφέρονταν μέσα στον ήλιο του καλοκαιριού ανάμεσα στα στάχυα που τον σκέπαζαν, χωρίς να βλέπει κανέναν θεριστή, παρά μόνο τον θεριστή ήλιο, χωρίς να φοβάται και χωρίς να κλαίει, ανυποψίαστος για τη ζωή που ήταν μπροστά του και τον περίμενε. Ευτυχισμένος ένοιωσε τότε τη γη να καίει κάτω από τα γυμνά του πέλματα, την είδε σχισμένη να χάσκει και να ζητά νερό, ενώθηκε για πρώτη φορά μ’ αυτή, έγινε κομμάτι της, άκουσε το θρόισμα των καλαμιών στο πέρασμά του ανάμεσα στα στάχυα τους, μύρισε το ώριμο στάρι, αποτύπωσε στο μυαλό του όλους τους ήχους, τις μυρωδιές και τις εικόνες εκείνου του μεσημεριού και τις ανέσυρε κάθε φορά που είχε ανάγκη από γαλήνη και χαμόγελο.
«Έπρεπε να του είχαμε δέσει το πόδι, σας είπα εγώ..» φώναξε επιδεικτικά εκνευρισμένη η γιαγιά, μόλις τον βρήκαν να χαμογελά σε μια άκρη του κάμπου ανάμεσα στις καλαμιές που σε λίγο θα θέριζαν. Το δέσιμο από τον αστράγαλο του ποδιού, που συνήθιζε ως πρακτική η γιαγιά για να έχει το κεφάλι της ήσυχο, του προκαλούσε εκνευρισμό αρχικά και ύστερα ένα αίσθημα υποταγής ερχόταν να καλύψει την πρώτη αντίδραση. Αργότερα θα ερχόταν με τη σειρά της η λογική να του βάλει τη θηλιά στον αστράγαλο του ποδιού για να του εμποδίσει τα βήματα να ξεμακρύνουν από τη ρίζα της γκορτσιάς στη μέση του κάμπου της ζωής του με τα στάρια και τις θημωνιές…….

[Απόσπασμα από βιβλίο μου]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου