Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙΑ




Διήγημα Fractal: «Τα πλαστικά στρατιωτάκια »


Γράφει ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος // *


Τα τελευταίες μέρες παρατηρούσα μια συνεχώς αυξανόμενη τάση εσώτερης υποτονικότητας και άμβλυνσης συναισθημάτων που έφτανε μέχρι του σημείου της παραίτησης από κάθε τι θα μπορούσε κανείς να το πει ζωτικό κατά τη συνήθη συνθήκη της ζωής. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος απέφυγα να βάλω στο μυαλό μου τον άλλον πόλεμο, εκείνον στον οποίο χάθηκε ο πατέρας, ακριβώς για να μην οδηγηθώ σε συνειρμικές ταυτίσεις πραγμάτων και γεγονότων που σημάδεψαν την ηλικία της μνήμης και θέσω σε κίνδυνο την αθωότητα της δικής μου οικογένειας. Όλοι είμαστε υπόλογοι απέναντι στην αθωότητα, η παραμικρή δε αμυχή της θα πρέπει να μας γεμίζει ενοχές, κι εγώ δεν ήθελα να οδηγηθώ σε τέτοιες καταστάσεις αυτομαστιγώματος, τη στιγμή μάλιστα που ήμασταν πολύ καλά, όπως έλεγε η γυναίκα μου. Είχαμε αυτοκίνητο, διαμέρισμα καινούριο, καλή δουλειά και προπάντων χρήματα αρκετά ώστε να μην επιτρέπουν στο μυαλό παρεκτροπές σε ασυνήθεις σκέψεις που ξεβολεύουν το βόλεμα.
Ένα μήνα μετά την επίσημη καταχώρηση του πατέρα στον οριστικό κατάλογο των αγνοούμενων του πολέμου, πιθανώς απολεσθέντων, πέθανε η μητέρα από την θλίψη της και η γιαγιά αναγκάστηκε να μας πάρει μαζί με την αδελφή μου στο χωριό. Ήμουν δέκα χρονώ τότε και η αδελφή μου πέντε. Η γιαγιά είχε αναλάβει να καθαρίζει το κοινοτικό γραφείο του χωριού για να συμπληρώσει την πενιχρή της σύνταξη και να μας μεγαλώσει. Η ανέχεια ήταν διάχυτη σε όλους τους χώρους του σπιτιού, από το αποχωρητήριο, όπου καρφώναμε στο καρφί κομμάτια εφημερίδας ελλείψει κανονικού χαρτιού προσωπικής υγιεινής, μέχρι την κατσαρόλα της κουζίνας που συνήθως είχε όσπρια και τις μεγάλες γιορτές κάποια κομμάτια πλεούμενο κρέας ανάμεσα σε πλούσια χορταρικά. Ο πόλεμος, παρότι κράτησε λίγο, για πολλά χρόνια στοίχειωνε τα ντουβάρια του σπιτιού και τη συμπεριφορά μας. Έμαθα ότι έτσι γίνεται συνήθως μετά από έναν πόλεμο και ότι πρέπει να κάνουμε υπομονή μέχρι να στρώσουν ξανά τα πράγματα, διότι ο χρόνος πιάνει αμέσως δουλειά, μόλις σβήσει η τρέλα του πολέμου, γιατρεύει τις πληγές του.
Ο σημερινός πόλεμος, κατά έναν παράξενο λόγο, κράτησε αρκετά χρόνια και ο χρόνος είχε ξεχάσει να πιάσει δουλειά. Σε αυτό ήμουν σίγουρος, δεν ήμουν πια παιδί να κάνω λάθος, μπορούσα να διακρίνω και να υπολογίσω με μαθηματική ακρίβεια το τεμπέλιασμα του χρόνου, ή ακόμη και την αδιαφορία του μπροστά στη βάσανο του καινούριου πολέμου. Δεν είχε τα συνήθη χαρακτηριστικά ενός πολέμου, δηλαδή φωτιά, αίμα, λάφυρα, βιασμούς ηττημένων γυναικών, εγώ όμως τον είχα κατατάξει στην κατηγορία «σύγκρουση ανθρώπων», όπου ο δυνατός θα νικούσε στο τέλος, θα διαμόρφωνε μια κοινωνία στα μέτρα του, ο ηττημένος θα έσκυβε το κεφάλι από ντροπή, ακόμη κι αν δεν είχε κάνει στη ζωή του κάτι ντροπιαστικό που να δικαιολογούσε μια τέτοια κλίση του σώματος, η ντροπή γέρνει πάντα τη ζυγαριά στη μεριά του ηττημένου, η ήττα είναι από μόνη της ντροπή, το έβλεπα στα παιδιά μου, ντρέπονταν κάθε φορά που έχαναν στους σχολικούς αγώνες και φούσκωναν από περηφάνια κάθε φορά που κέρδιζαν την πρώτη θέση. Ο παρηγορητικός λόγος «πρέπει να μάθετε να χάνετε, αξία έχει ο αγώνας» δεν έχει καμμία θέση στην καρδιά των παιδιών, κουνάνε μόνο καταφατικά το κεφάλι τους για να μη στενοχωρήσουν τους μεγάλους και την χωρίς όρια βλακεία τους. Τα παιδιά θέλουν πάντα να κερδίζουν, αυτή η εσωτερική παρόρμηση δεν χάνεται με τα χρόνια, λαγοκοιμάται μέσα τους, μεταμορφώνεται, γίνεται δίψα για ζωή, για νίκη, ο αγώνας είναι το μέσον και όχι ο σκοπός που έμαθαν όσο ήταν παιδιά.
Η μέρα σήμερα δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο με την προηγούμενη συννεφιασμένη, ήταν το ίδιο φτωχή σε παραγωγή συναισθημάτων, πλάκωνε και πάλι την ψυχή μου. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο, η γυναίκα μου στο σπίτι πολεμούσε το καθημερινό της άγχος για την ετοιμασία του μεσημεριανού γεύματος, εγώ ήμουν στη δουλειά, γνώριζα ότι η δουλειά μου αυτά τα χρόνια του πολέμου είχε χάσει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της, αυτά που την κατέτασσαν στη κατηγορία της εργασίας η οποία αποφέρει κέρδος στο υποκείμενό της, όπως κινητικότητα, πελατεία, εγρήγορση, ανοιχτά μάτια. Τον τελευταίο καιρό αρκετές φορές στη δουλειά άφησα τα βλέφαρά μου ανεξέλεγκτα, εκείνα χαμήλωσαν και με οδήγησαν στα μονοπάτια του ύπνου, κάθε φορά που χαμήλωναν έβλεπα το ίδιο όνειρο.
Κάθε καλοκαίρι στο απέναντι σπίτι ερχόταν ένα χοντρό αγόρι από την πόλη με τους γονείς του για διακοπές. Την πρώτη μέρα που έρχονταν, έβγαινε εκείνο στην αυλή, άπλωνε στο έδαφος ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι και άδειαζε πάνω του εκατοντάδες πλαστικά στρατιωτάκια. Ύστερα με τις ώρες τα έβαζε σε σειρές, σε θέσεις μάχης. Τα πράσινα απέναντι στα κόκκινα, μπροστά τα τανκς, δίπλα πολεμιστές με ντουφέκια, πιο πίσω πυροβολαρχίες και όλμοι και στο τέλος αξιωματικοί πάνω σε άλογα και τζιπ. Σε μια γωνιά, μακριά από το πεδίο της μάχης, έφτιαχνε ένα αεροδρόμιο και τοποθετούσε με προσοχή ωραία πολεμικά αεροπλάνα σαν αυτά που έβλεπα στα πολεμικά κόμικς της εποχής. Μετά ξεκινούσε τον πόλεμο. Παρότι ο πόλεμος χρειάζεται τουλάχιστον δυο μέρη, το αγόρι έκανε τον πόλεμο μόνο του, κινούσε και τις δυο αντίπαλες στρατιωτικές μονάδες και ανάλογα με τα κέφια του, άλλοτε έβγαζε νικητές τους κόκκινους, άλλοτε τους πράσινους. Εγώ πίσω από το σύρμα της περίφραξης παρατηρούσα με αγωνία την καθημερινή έκβαση του πολέμου του. Που και που σήκωνε το κεφάλι του από τη μάχη και με κοίταζε με ένα βλέμμα ανάμικτο με περιφρόνηση και σαδιστική ευχαρίστηση, άφηνε να του ξεφύγει ένα χαμογελάκι και ύστερα ριχνόταν πάλι στα μάχη του. Πρόσεξα ότι μόλις τέλειωνε το παιχνίδι, τοποθετούσε με προσοχή τα στρατιωτάκια μέσα σε δυο μεγάλα χάρτινα κιβώτια και ύστερα στρίμωχνε τα κιβώτια κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού, δίπλα στο σπιτάκι ενός μεγαλόσωμου μαλλιαρού σκύλου. Κάθε μεσημέρι οι γονείς του φόρτωναν τη βόλβο τους με ξαπλώστρες, ομπρέλες, σαμπρέλες, φαγητά, φόρτωναν και το χοντρό αγόρι στο πίσω κάθισμα και πήγαιναν στη θάλασσα για μπάνιο. Επέστρεφαν πάντα το σούρουπο. Εγώ με την αδελφή μου δεν πηγαίναμε για μπάνιο, γιατί η γιαγιά δεν είχε αυτοκίνητο. Ένα μεσημέρι το αποφάσισα. Πήδηξα τον φράχτη και κατευθύνθηκα προς το μπαλκόνι με τα στριμωγμένα χαρτοκιβώτια. Στα χέρια μου κρατούσα ένα κομμάτι ψωμί. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των σκύλων. Μετά το πρώτο γάβγισμα, πήδηξε ψηλά και έπιασε στον αέρα το ψωμί κουνώντας την ουρά του. Πλησίασα και φίλησα το μαλλιαρό του κεφάλι, όσο έτρωγε. Ύστερα πήγα στα κιβώτια, τα άνοιξα, έβγαλα από μέσα πολλά κόκκινα και πράσινα στρατιωτάκια, όσα χωρούσε το μπλουζάκι που ανασήκωσα σαν μάρσιπο στην κοιλιά μου, έτρεξα στην αποθήκη μας και τα έβαλα σε θέση μάχης. Είχα τον δικό μου πόλεμο και ήμουν νικητής.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου με ξύπνησε, κρυφτήκανε τα στρατιωτάκια στην κρυψώνα της αποθήκης μας. Άνοιξα μηχανικά το πακέτο των τσιγάρων να καπνίσω, αλλά τα είχα καπνίσει όλα. Έβγαλα γρήγορα το πορτοφόλι. Έχασκε αδειανό από χρήματα, γεμάτο όμως άχρηστες πιστωτικές κάρτες. Έπρεπε να καπνίσω, πάντα μετά από έναν υπνάκο κάπνιζα. Τον τελευταίο καιρό συχνά το πορτοφόλι ήταν άδειο, όπως και το πακέτο των τσιγάρων. Εγώ όμως έπρεπε να καπνίσω ένα τσιγάρο και ύστερα να στήσω τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης για να κερδίσω ξανά τον πόλεμό μου.
Φόρεσα βιαστικά το πανωφόρι και βγήκα έξω. Ο ουρανός εκείνη τη στιγμή μουρμούριζε ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο. Δεν έδωσα σημασία και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία της ενορίας μου. Στο μισοσκόταδό της δεν διέκρινα ψυχή. Στάθηκα μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των Αγίων. Άναψα ένα κερί μπροστά του, που πήρα από το παγκάρι χωρίς να πληρώσω, φίλησα την εικόνα και ύστερα έβαλα το χέρι στο καλαθάκι. Πήρα μερικά κέρματα και έτρεξα στο περίπτερο. Με αναμμένο το τσιγάρο στα χείλη, έστησα τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης και ηττήθηκα.
* * * * * *



  • Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ, δικηγορεί, γράφει και οινοποιεί . Από τις εκδόσεις Ανάτυπο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» και συμμετέχει με βραβευμένα διηγήματα και ποιήματά του στα συλλογικά έργα «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» , «Μικρές Επαναστάσεις» και «Παράξενοι Έρωτες» των εκδόσεων Παράξενες Μέρες. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες το βραβευμένο μυθιστόρημά του «Φυλάξου από τον σκύλο» (Cave Canem). Διατηρεί τη λογοτεχνική σελίδα http://toalfatoukentaurou.bolgspot.com όπου δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματά του και κριτική βιβλίου. Διηγήματά του έχουν διακριθεί και δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά, νομικά και ψυχολογικής θεματολογίας περιοδικά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου