Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας




Καντούνι οδού Παλαιολόγου στην Κέρκυρα
Κέρκυρα Απρίλης 1891, 
o χαλασμός.

ΠΕΙΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΕ ΤΟ ΓΕΤΟ. Ο Μαλαχί δεν μου δινε σημασία. Συνέχεια ήταν στα σούρτα φέρτα, κουβανούσε τσι ψυχές των Οβριών που πεθαίνανε. Κανένας δεν τσου έγραφε σε ένα χαρτί, μόνο πάνω στα αγκωνάρια γράφανε τα ονόματα, κλαίγανε στα γρήγορα και ύστερις κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τσου.
       Φυλακίσανε τα δάκρυα.
   Απ το κορφάρι τσι Μιντράς τήραγα μέχρι τη θάλασσα. Δεν κατέβαινα πια στα καντούνια. Δεν αντέχονταν από τη μπόχα και τα σκουπίδια παντού στις πλάκες. Αποπανουθιό ο ήλιος είχε σκαλωθεί και τώρα που το γέτο χρειαζόταν μια βροχούλα, εκείνος μουλάρωσε, δεν έλεγε να κάμει για λίγο στην άκρη, να αφήκει τη βροχούλα να μας το καθαρίσει.
   Ήλιος σκληρός με τσου ανθρώπους
   Μεγάλα καράβια με κανόνια ζώσανε το νησί μας και τα γύρισαν κατά τσου ανθρώπους. Οι ξένοι ήρθανε να βοηθήσουνε τσου Οβριούς, οι ίδιοι που τους διώξανε από τσι πατρίδες τους. Δεν βλέπανε τι γίνεται μέσα στο γέτο, μόνο σημαδεύανε κεφάλια και απειλούσανε την πατρίδα. Άμα ρίχνανε τσι μπομπέτες τους, στα κεφάλια ούλονε θα πέφτανε, τόσο κοντά που ήμασταν χρόνους τώρα χριστιανοί και οβριοί.
   Στα κεφάλια των μπεδιόνε οι μπομπέτες των μεγάλων.
- Μαλαχί, Μαλαχί αντί να κουβανείς ψυχές φτωχών ανθρώπων, γιατί δεν τσου βοηθάς να ζήσουν; Μαλάχ των χριστιανών, Μαλάχ των Εβραίων, που τον ίδιο Πατέρα έχετε, γιατί δεν απλώνετε τσι φτερούγες σας να σκεπάσετε την πόλη; Δεν είναι δα και καμμιά μεγάλη πολιτεία.
   Ο Άγιος, μοναχούλης πίσω από το γυαλί του, κλαίει με την κατάντια ανθρώπων και Αγγέλων.
   Φρουτ έκαμε και στάθηκε από πάνω μου φοβερός και θυμωμένος, εγώ όμως δεν αγγελοκρούστηκα αυτή τη φορά. Όσα έβλεπα με έκαμαν δυνατή.
   Τα μάτια των μπεδιόνε στάζουν αφοβιά όταν αδικούνται.
   «Όσα σκέφτεσαι και λες Ρουμπίνα είναι βλάσφημα για τον Θεό και Κύριό Σου» με μάλωσε, εγώ όμως δεν κουνήθηκα ρούπι από το κορφάρι, του αντιμίλησα, όπως ποτέ δε νόγησα να κάμω σε κανέναν.
   «Τα βάνω με τσου Αγγέλους Χριστιανών και Εβραίων που ξέχασαν να αγιουτάρουν τσου ανθρώπους και γίνανε κουβαλητές κακόμοιρων ψυχών»
   «Έτσι τα κανόνισε ο Γιαχβέ» μου πε κείνος, σαστισμένος με την απαθειά μου
   Ο Γιαχβέ είναι σκληρός με τα μπεδιά. Θέλει να τα φτιάξει αγγέλους υπηρέτες του.
   «Είναι εγωϊστής ο Γιαχβέ» του φώναξα μέσα στη χαλασιά τσι πόλης, εκείνος κοίταξε κάτου στα καντούνια, μη τυχόν και ακουστεί η φωνούλα μου.
   «Θα σε πάρω από την πόλη…» μου κούνησε το δάχτυλο κατάμουτρα
   «Δεν πάτησα το άνζο μας Μαλαχί!!» του έμπηξα κι εγώ μια φωνή κατάμουτρα, έκαμε εκείνος ένα βήμα πίσω, σα να τρόμαξε με τον κρότο τσι καρδιάς μου.
   Μπομπέτες δυνατές οι καρδιές των μπεδιόνε.
   Φτερούγισε μακριά φωνάζοντας ότι με τηράει παντού και θα ξανάρθει, εγώ του αποκρίθηκα ότι θα τον περιμένω στην γωνιά μου ήσυχη.
   Γύρισα το βλέμμα στη λόντζα των Ευγενών, είδα πίσω από το σκαλιστό γραφείο, στο Δημαρχείο, τον σιορ Μίκιο να ξύνει το τσερβέλο και να τραβά τσι τρίχες τσι γενειάδας του. Ήθελε ούλα να τα χει δικά του. Έγραφε σε ένα τετράδι τσου ψήφους, το φύλαε σα τα μάτια του, μη και το μαγαρίσει το αίμα μου και λεριάσουν οι ψήφοι. Απόξω ο σιορ Ιάκωβος, έγραφε, μιλούσε, φούντωνε και καταλάγιαζε την οργή των χριστιανών
   Λύκοι οι ανθρώποι σα χαλάσει η ψυχή τσου από κακούς λόγους.
   Οι κυράδες στα σαλόνια, όπου σφογγίζαμε τσου πάτους τους, σταυροκοπιόταν, παρακαλούσανε να φύγει το κακό μακριά, να ησυχάσει ο τόπος.
   Οι χωριάτες στην εξοχή παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, να βγάζουν πιότερες δραχμές.
   Οι Θεοτόκηδες παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, μη και χάσουνε τσι εκλογές.
   Οι Δηλιγιάννιδες παρακαλάγανε να ησυχάσει το κακό, μη και χάσουνε το γοβέρνο.
   Ο σιορ Μίκιος έξυνε το κεφάλι του και παρακαλούσε να φύγει το κακό, μη χάσει τσι κορδέλες του δημάρχου και τα κορδώματα.
   Ο σιορ Ιάκωβος παρακάλαγε να φύγει το κακό μακριά, γιατί δεν άντεχε να βλέπει Οβριούς στα πόδια του.
   Οι παπάδες έκαμαν προσευχές να φύγει το κακό που σταύρωσε τον Χριστό
   Κανένας τους δεν ρώτησε τον Άγιο γιατί δακρύζει ολημερίς.
- Μαλαχί που πετάς λεύτερος στον αγέρα και υπακούγεις μοναχά στον Κύριο και Θεό σου, δεν βλέπεις τα ίδια που βλέπω κι εγώ το μπεδί; Γιατί να γίνω σαν κι εσένα, να βλέπω τον πόνο, αλλά να μη βγάζω άχνα στον Αφέντη μου για το άδικο;
   Ο αλιτσερίνος, με τη μαύρη του φορεσιά, γελούσε με κακία καθώς έκαμνε τη δουλειά του στα καντούνια, μπροστά στα μάτια των αγγέλων. Χόρτασε αίμα. Δεν πρόκαμα να μεγαλώσω για να τον φοβηθεί η ψυχή μου. Τώρα που πέθανα γιατί να τον φοβηθώ; Εκείνος τώρα με φοβόταν, όσο με τήραε να κάθομαι στο κορφάρι τσι Μιντράς καμαρωτή, να τον βλέπω και να τον περιγελώ. Τον νίκησα κι εκείνος για να με κδικηθεί έπνιξε τσου Κορφούς στο αίμα. Ο κακότροπος !!
   Μαλάχ και αλιτσερίνος, μαζί κάμουν τσι δουλειές τους. Ο ένας βοηθάει τον άλλονε.
   Τα μπεδιά όξω από το γέτο πάγαιναν στα σχολειά και παίζανε, ενώ τα μπεδιά στο γέτο φτιάχνανε μπόγους τα παιχνίδια τσου, για να τα παίξουν σε μιαν άλλη πατρίδα.
   Άκουσα τότες βουητό μεγάλο, ο ουρανός σκοτείνιασε. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά, είδα μεγάλα σιδερένια πουλιά με μαύρους σταυρούς στα φτερά τσου, πετούσανε και κρύβανε τον ήλιο. Πρώτη φορά έβλεπα σιδερένια πουλιά. Δεν πρόκαμα να σκεφτώ, ο Άγγελος με άρπαξε με τσι φτερούγες του και με σήκωσε ψηλά, πάνω από τα σιδερένια πουλιά. Τότες είδα να ρίχνουν εκείνα φωτιά στο γέτο, πάνω στη Μιντράς. Σωριάστηκε η σκεπή τσι, τσακίστηκαν τα κεραμίδια με το αίμα μου. Οι Οβριοί συναχτήκανε ούλοι μαζί σε μιαν άκρη, έτρεμαν μπροστά στα ντουφέκια των στρατιωτώνε.
   Φορούσαν τώρα οι Οβριοί ένα κίτρινο άστρο στο πέτο.
   Τσου βάλανε σε πλοία, απεκεί σε τρένα για να τσου πάνε μακριά, στη χώρα με τα χιόνια, σε άλλη πατρίδα. Ερήμωσε το γέτο ξαφνικά. 
   «Μαλαχί, Μαλαχί τι είναι αυτά που βλέπω;» φώναξα τρομαγμένη κι εκείνος άχνα δεν έβγαλε. Μου σκέπασε μόνο τα μάτια με τσι φτερούγες του. Όταν μου τα ξεσκέπασε, η Μιντράς ήταν στη θέση τσι με τα αιμάτινα κεραμίδια και τσου Οβριούς να τρέχουν σα τσου ποντικούς να κρυφτούν στις τρύπες τους.
   «Τα έκαμα σαν και πριν…» μου πε και με απίθωσε στο κορφάρι ξανά. 
   Ακριβές οι δραχμές που πληρώνω στον Μαλάχ, να με αφήνει να βλέπω την  πατρίδα μου.
   Στο απαρταμέντο μας ο αφέντης μου, χωρίς να στάξει δάκρυ, έφτιαξε τσου δικούς του μπόγους, φίλησε τη μάμα και την έστειλε στο λιμάνι μαζί με τη Νίνα μας. Εκείνος έμεινε πίσω να φυλάει το αγκωνάρι μου στο Οβρέϊκο νεκροταφείο από τη μάνητα των χριστιανών.
   Πόσο να αντέξει ο πατέρας πάνω από το αγκωνάρι του μπεδιού του, όταν η μνήμη είναι βουτηγμένη στο αίμα;
   Των τρομαγμένων μπεδιόνε την ψυχούλα κανένας δικαστής και κανένα γοβέρνο δεν μπορεί να παρηγορήσει και να μερέψει.
   Τα νεκρά μπεδιά, κανένας δεν μπορεί να τα γυρίσει πίσω.
   Αγρίεψαν τα μάτια των μπεδιόνε, κοκκίνησαν από το κλάμα και το άδικο αίμα. Η ψυχή τσου, σε μιαν άκρια, θα κουβανεί πάντα τον θάνατο, μέχρι να τα πάρει κι αυτά ο Κύριος.
   «Οϊ βα βόι Μαλαχί, δεν θέλω άλλο να βλέπω τον πόνο. Δεν είναι αυτή η πατρίδα που αγάπησα. Γιατί με βάνεις να ντρέπομαι για την πατρίδα μου; Τι μεγάλο αμαρτεμό έκαμα;»
   Οι Άγγελοι δίνουν λογαριασμό μόνο στον Αφέντη τσου.
   Μέσα στη χάβρα των ανθρώπων έβλεπα αυτόν που με χάλασε να πίνει τον καφέ του στα αργαστήρια τσι πόλης. Το βράδυ να κοιμάται σπίτι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Το χέρι του μου κλεισε το στόμα. Τώρα ο Όρκος στον Μαλάχ. 
   Κανένας δεν ακομπούσε αυτόν που λέριασε τα χέρια του με το αίμα μου, μη τυχόν και λερωθούν τα δικά του. Για κάθε σταγόνα αίμα που χύθηκε στη γη φταίνε οι Οβριοί.
   Οργή, οργή στα κεφάλια των Οβριών, όποιο χώμα κι αν πατήσουν, όποια πατρίδα και αν αγαπήσουν.
   «Αμαρτάνανε…», λέγανε οι κυράδες. «Σκοτώσανε τον Χριστό!!»
   «Ποιόν φαραώ και ποιον βασιλιά σκοτώσαμε;»
    Φώναξα με όση δύναμη είχα στα στήθια μου, μην και με ακούσουνε οι πλάκες και τρομάξει το άδικο.
   «Σσσσς…» μου καμε ο Μαλάχ, την ώρα που κουβανούσε την ψυχή τσι σιόρας Ροζίνας Μουζά
   «Τσώπα Ρουμπίνα μου, θα σε ξανασκοτώσουνε…» μου φώναξε χαμογελαστή η ψυχούλα τσι.
   Το μάτι μου έπεσε τώρα στο αργαστήρι Η Ωραία Ελλάς. Ο σιορ Ιάκωβος έπινε τον καφέ του ήσυχος μέσα στη χαλασιά, διάβαζε ένα βιβλίο. Ένας σκριπτόρος μιας φυλλάδας τσι Αθήνας τον πλησίασε και τον ρώτησε
   «Γιατί κύριε Πολυλά γίνονται όλα αυτά;» εκείνος σήκωσε το ξινισμένο βλέμμα του από το φλιτζάνι και του αποκρίθηκε
   «Διότι ετούτοι εσήκωσαν κεφάλι και μας παραμπήκανε στη μύτη…» κατέβασε μια γουλιά καφέ και συνέχισε
   «Δεν είναι Έλληνες ετούτοι…» χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπέζι, χύθηκε ο καφές «…ούτε θέλουν να λέγονται Έλληνες» μαζεύτηκε λίγο ο σκριπτόρος, ύστερα ατζάρδεψε και τον ξαναρώτησε
   «Εσείς πιστεύετε στην πρόληψιν της ανθρωποθυσίας;» τον κοίταξε άγρια κάτω από τα χοντρά μαύρα φρύδια και του απάντησε κοφτά
   «Όλαι αι δεισιδαιμονίαι είναι δυναταί…» σάστισε ο σκριπτόρος και έφυγε. Συνέχισε ο σιορ Ιάκωβος να διαβάζει το βιβλίο του με απαθειά.
   Το αίμα μου έμεινε ορφανό στα κεραμίδια τσι Μιντράς. Κανείς δεν μπορούσε να το αγγίξει. Οι μπομπέτες των σιδερένιων πουλιών και η φωτιά τσου θα το καίγανε σε άλλους χρόνους, κατοπινούς*.
   Αίμα που καίει, καίγεται, δίχως να αφήκει λεκέ.
   Με αίμα γιόμισε η κάμερα τσι σιόρας, με αίμα και τα μάρμαρα τσι εκκλησιάς.
   Η γκεζερά μόνο σταμπάρει με τον λεκέ τσι τους χρόνους των ανθρώπων.


* * * * * *

Απόσπασμα από το ανέκδοτο ιστορικό μυθιστόρημά μου  "ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας" 

_____________________________________________
Χρόνους κατοπινούς: Ο βομβαρδισμός και η καταστροφή της Κέρκυρας και της εβραϊκής συνοικίας από τους Γερμανούς το 1943.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου