Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

ΣΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑ ΛΙΜΑΝΙΑ




Στου  κόσμου τα λιμάνια που μεθάς
ξέχασες κείνο το πουλάκι  το μικρούλη
που σου μάθε το όνειρό σου να φυλάς
και να ρουφάς τη γλάστρα στο πεζούλι

Τι κι αν ξεκίνησα να γίνω ταξιδιάρης
τι κι αν προσπάθησα να μοιάζω δυνατός
όσα κι αν έβαλα στου  κόσμου τη μασχάλη
κομμάτια γίνανε και θάνατος γλυκός

Κι εσύ πενθείς τις μέρες που όλο βρέχει
και μες τα κύματα βουλιάζεις τα λευκά
γιατί η ζωή επιστροφές  δεν έχει
μόνο αναμνήσεις και όνειρα νεκρά

Στου κόσμου τα λιμάνια που γερνάς
τη ξυραφιά μαθαίνεις της ελπίδας
ανθρώπους που αγάπησες θα τους ξεχνάς
καθώς να  ξεθωριάζει η μνήμη της λεπίδας.

Τι κι αν ξεκίνησα να γίνω ταξιδιάρης
τι κι αν προσπάθησα να μοιάζω δυνατός
όσα κι αν έβαλα στου  κόσμου τη μασχάλη
κομμάτια γίνανε και θάνατος γλυκός





Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΙ



- Τι έκανες σήμερα;
- Τίποτα…
- Πρέπει να πληρώσουμε το φροντιστήριο του μικρού.
- Να περιμένουν, όπως περιμένω κι εγώ
- Δεν θέλω να χρωστάω
- Ούτε κι εγώ, αλλά δεν έχω
Με την καθημερινή επανάληψη έσβησαν τα χαρακτηριστικά επικοινωνίας και διασώθηκαν μόνο τα τυπικά γνωρίσματα της έξωθεν καλής μαρτυρίας ακροβατούσης συμβίωσης.
- Χρωστάμε  πολλά;
- Τόσα όσα δικαιολογούν την αναπνοή μου
Στολίστηκε, φόρεσε ένα πουκάμισο που ο γιακάς έδειχνε πλέον τα σημάδια του χρόνου, έκρυψε τα μανίκια βαθιά στο σακάκι, έσιαξε το παρουσιαστικό του μπροστά στον καθρέφτη και ύστερα έγινε αόρατος μέσα στην πόλη.

* * * * *

- Την Κυριακή θα πάω για καφέ με τις φίλες μου
- ….
- Άκουσες;
- Ναι
- Τι είπα;
- Κάτι για τις φίλες σου
- …
Έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο και ύστερα μια κατσαρόλα στο μάτι. Εκείνος έβγαλε το κινητό από την τσέπη.
Sms: Την Κυριακή το πρωί σου ρχομαι … J
Sms: Πάλι πρωί;;; Δεν μπορώ … L
Πέταξε με δύναμη το κινητό στον απέναντι τοίχο. Εκείνη έσκυψε και μάζεψε τα κομμάτια του και τα πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

* * * * *

- Σου έχω κάνει tag αμέτρητες φορές και ούτε ένα like
- Μωρό μου τι αξία έχει ένα like μπροστά στην αγάπη μας;
- Ε τότε πες μου σ΄αγαπώ
- Πώς ;;; ψέλισσε έντρομος.

* * * * *

- Πώς σου φαίνομαι; Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της για να δει το καινούριο της φόρεμα
- Καλή… σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;
- Για την ηλικία σου καλή είσαι…  ξαναβούτηξε στην εφημερίδα
Απευθύνθηκε τότε στον καθρέφτη και απογοητευμένη δεν διέκρινε τίποτα στο γυαλί που να επιβεβαιώνει τον επιθετικό του προσδιορισμό.

* * * * *


- Θα χιονίσει;
- Έτσι είπανε στις ειδήσεις
- Πετρέλαιο έχουμε;
- Για κανα δυο μέρες
- Μετά τι θα κάνουμε;
- Σεξ !!!
Άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε ένα ξεχασμένο ισοθερμικό μπουφάν από τα καλά τα χρόνια, τότε που πηγαίνανε για σκι στα Καλάβρυτα. Πήρε και έναν μάλλινο σκούφο και τα φόρεσε. Ύστερα άνοιξε το παράθυρο, μάζεψε μέσα τη γάτα και τον έστειλε να αγοράσει μια φτηνή σαμπάνια. 

* * * * *

- Τα παιδιά δεν τα βγάζουνε πέρα …
- Το ξέρω
- Η κόρη μας,  ζήτησε πάλι χρήματα …
- Πού καταντήσαμε !!! Να ταΐζουμε και τον γαμπρό …
- Τι να κάνει κι αυτός; Δεν βρίσκει δουλειά …
- Δώστο, το τελευταίο είναι … έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό πενηντάευρο. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Έκανε μερικά βήματα και μόλις ξεμούδιασε έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Ήταν γεμάτες καραμέλες και ζαχαρωτά.
* * * * *

- Ήρθε ένα χαρτί από την Εφορία για σένα
- Για μένα; Περίεργο. Τι να με θέλει  η Εφορία;
Άνοιξε τον φάκελο προσεκτικά και έβγαλε από μέσα τη διπλωμένη κόλλα. Διάβασε την επιστολή, την ξανάβαλε μέσα και τον πέταξε στα σκουπίδια.
- Τι λέει;
- Λέει να μην το λάβω υπόψιν αν είμαστε τακτοποιημένοι …
- Είμαστε; … τον πλησίασε ανήσυχη η γυναίκα
- Στη γλάστρα με τον ξεραμένο φίκο έχω κρυμμένα τα χρήματα για την κηδεία μας.
* * * * *
- Φοβάμαι …
- Τι φοβάσαι;
- Το αύριο !!! Τι θα κάνουμε;
Της χάιδεψε τα μαλλιά και την καθησύχασε
- O γείτονας σάλταρε επειδή φοβόταν το αύριο. Λέω να του κόψουμε την καλημέρα,  μην πάθουμε τα ίδια.

* * * * *
Στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητο με το αζαξ και το πανί. Του κανε νόημα να μην πλησιάσει το παρμπρίζ, αλλά εκείνος επέμενε. Τον κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια και το φανάρι δεν έλεγε να αλλάξει χρώμα. Κατέβασε τις ασφάλειες  για σιγουριά.  Τα μάτια του νεαρού συνέχισαν να τον πολιορκούν και να του λένε το ίδιο πράγμα. Το βλέμμα του σχεδόν λύγισε ώσπου … άναψε το πράσινο και έβαλε την πρώτη.

* * * * *

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL



Με φαντάσματα, σύμβολα κι ονειροδάνεια


Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη //

Χριστόδουλος Λιντζερίνος «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια», διηγήματα, εκδόσεις ΑΝΑΤΥΠΟ, 2017

O Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, αν και γράφει εδώ και πολλά χρόνια. Μας συστήνεται με μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» που περιλαμβάνει 33 διηγήματα, από τις καλαίσθητες εκδόσεις «ΑΝΑΤΥΠΟ» που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη. Ευρηματικός και παιγνιώδης, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου σε προδιαθέτει με χιούμορ, αλλά και πικρία για τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν. Εμμέσως παραπέμπει σε μια οδυνηρή πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε τόπος, αλλά ούτε  ελπίδα για ταξίδια, θέτοντας υπαινικτικά και τα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Ελλάδα. Ο συγγραφέας πλάθει τους πολυάριθμους ήρωες του με μαεστρία και έχει την ικανότητα να στήνει ιστορίες απ’ το πουθενά. Συχνά οι αφηγήσεις του ακουμπούν στο όνειρο και πετυχαίνουν μια σύζευξη με την άλλη τέχνη της γραφής, την ποίηση. Άλλοτε πάλι σαρκάζουν ευθέως την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από έναν ωμό και ακραίο ρεαλισμό που συχνά εκπλήσσει. Ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος όμως προχωράει κι ένα βήμα πιο πέρα απ’ την απλή αφήγηση, στο χώρο του υπερρεαλισμού και του παραμυθιού. Μπολιάζει τις ιστορίες του με τις τεχνικές του παραδοσιακού παραμυθά, τις εμπλουτίζει με εντυπωσιακές εικόνες και περιγραφές, ενώ συχνά παίζει με αναχρονισμούς, όπως ακριβώς κάνουν τα παραμύθια. Θέματα όπως οι άγγελοι, τα φαντάσματα, τα ονειροδάνεια, η σκιά, ο βρόχος, η πρωτοχρονιά της Εύας κι άλλα κείμενα είναι βγαλμένα από έναν κόσμο μυθικό, γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες, αλλά εξίσου σκληρό και αιχμηρό με τον πραγματικό, ενδεχομένως και πιο κραυγαλέο. Αυτός ο πολυσύνθετος τρόπος σκέψης και αφήγησης δείχνει τις ιδιαίτερες δεξιότητές του. Δεν είναι εύκολο να χειριστείς τον έντεχνο λόγο με τόσο διαφορετικές και καμιά φορά αντιφατικές τεχνικές. Ωστόσο ο συγγραφέας φαίνεται να τα καταφέρνει κι έτσι κινείται εξίσου καλά στο παραμύθι, στην ποίηση και στην πεζογραφία. Τα διηγήματά του έχουν συναίσθημα, χιούμορ και κλαυσίγελο και διαθέτουν πληθώρα θεμάτων και ηρώων. Η ιδιαίτερη σχέση του με την ύπαιθρο και τη φύση-μένει μόνιμα στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής- τον βοηθάει να εντρυφήσει σε λεπτομέρειες που για μας τους συγγραφείς του άστεως είναι άγνωστες και συναρπαστικές. Οι ιστορίες του προέρχονται απ’ τις μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα, από τα παιδικά του χρόνια, ίσως και από τις μυστικές πληγές του. Στο συγκινητικό του διήγημα η κομπίνα, όπου ένα νεογέννητο το καταπίνει η αλωνιστική μηχανή, γράφει χαρακτηριστικά: «Ιούνης του 1970 και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται καινούργια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβάνηδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας. Εκείνη τη χρονιά έκανε την εμφάνισή του το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θηρίο που έτρωγε, κινούνταν και αφόδευε καλαμιές…. Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς πλάι στο  ντροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες, τα αλμυρά ψάρια…»
Αλλού πάλι ο συγγραφέας μας περιγράφει τη περιπέτεια του εξημερώματος ενός αλόγου: «Τώρα ο ξένος, δηλαδή ο γητευτής με τον Παναγή, δηλαδή το άλογο ξεκίνησαν ένα τρελό κυκλικό χορό. Το ποδοβολητό του σήκωνε αντάρα το χώμα κι εκείνος δεν άφηνε στιγμή τη θηλιά. Εκεί που τον άφηνε να ξεμακρύνει, εκεί έσφιγγε τη θηλιά και ζύγωνε στο κέντρο. Όσο περνούσε η ώρα τόσο ξεψυχούσε το ποδοβολητό του και η τρεχάλα, ώσπου ο Παναγής παραδόθηκε. Ο γητευτής τον πλησίασε, έβγαλε ένα λεπίδι από τη ζώνη του και η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Με μια κίνηση του έκοψε τη θηλιά. Του έπιασε τα μάγουλα και τον κοίταξε στα μάτια. Ύστερα γονάτισε μπροστά του. Το ζώο τότε λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε κι εκείνο». 
Τα θέματά του Χριστόδουλου Λιντζερίνου ωστόσο, δεν εξαντλούνται μόνο στα παιδικά χρόνια στην ύπαιθρο, αλλά αναφέρονται στην ενηλικίωσή του στη Θεσσαλονίκη, στη φοιτητική του ζωή του, στην τρέχουσα καθημερινότητα, στη Χαλκιδική και σε πολλά άλλα θέματα.

Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος
Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το βιβλίο είναι το μεγάλο απόθεμα ιστοριών που ο συγγραφέας φέρει μέσα του, κάτι που λείπει συχνά από τους ομοτέχνους του. Οι περισσότεροι πεζογράφοι σήμερα αγκομαχούν για να επινοήσουν και να αφηγηθούν μια καλή ιστορία και κυρίως να την επενδύσουν με συναίσθημα και να προκαλέσουν συγκίνηση. Στον Χριστόδουλο Λιντζερίνο οι ιστορίες προκύπτουν αβίαστα, φαίνεται να είναι ανεξάντλητες, αποκαλύπτονται με θαυμαστό τρόπο  -αδιάφορο αν είναι αληθινές ή φανταστικές- δεν σε κουράζουν με μακρόσυρτες περιγραφές κι  έχουν  πάντα  κάτι πρωτότυπο να πουν. Ο συγγραφέας γνωρίζει την οικονομία του λόγου και την χρησιμοποιεί με αυστηρότητα. Οι περισσότερες αφηγήσεις  του  είναι ολιγοσέλιδες, οι λέξεις μετρημένες και η γλώσσα άψογη. Έτσι σου κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, κρύβουν εκπλήξεις και ανατροπές και  είναι δουλεμένες ως την τελευταία λεπτομέρεια.
Σημειώνω  επίσης το ερωτικό στοιχείο που υφέρπει επίμονα κάτω απ΄τα κείμενά του, σε κάποιες περιπτώσεις εκδηλώνεται έντονα και ενίοτε προκλητικά. Ο έρωτας είναι συστατικό στοιχείο της ζωής και της λογοτεχνίας και δεν θα μπορούσε να λείπει απ΄αυτό το βιβλίο. Πολλές φορές μάλιστα παρουσιάζεται ως ανατροπή και εκτροπή- ο έρωτας άλλωστε είναι ανατροπή και εκτροπή απ΄το εγώ- συχνά οδυνηρή, την οποία ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με χιούμορ με περισσή φαντασία.
Θα κατέληγα πως ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι  ένας νέος συγγραφέας που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για τον αναγνώστη και έχει μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα και δυναμική στη λογοτεχνία. Περιμένουμε λοιπόν κι άλλες ιστορίες του κι άλλα ταξίδια στον θαυμαστό και συναρπαστικό κόσμο του και είμαστε σίγουροι για την απόλαυση και την υψηλή αισθητική που θα μας χαρίσει.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΤΖΑΜΑΛ


Το συρματόπλεγμα γύρω από το λιμάνι της Πάτρας το είχαν  φτάσει στον θεό και στην κορφή του άπλωσαν πρόσθετα αγκαθωτά σύρματα. Στις μεγάλες σιδερένιες εισόδους ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Έμοιαζε με στρατόπεδο. Δυο μεγάλα πλοία της γραμμής για Ιταλία φόρτωναν νταλίκες με εμπορεύματα, την ώρα που ο ήλιος έβρεχε τα πόδια του στο Ιόνιο και χρωμάτιζε τον Πατραϊκό στο χρώμα της ώχρας. Ο Τζαμάλ από ώρα είχε σκαρφαλώσει στο συρματόπλεγμα και είχε καρφώσει το βλέμμα του στα καράβια που ετοιμάζονταν για το ταξίδι τους στην Ιταλία. Η θάλασσα στις πλώρες των καραβιών υπόσχονταν ταξίδια και μια άλλη ζωή. Ήταν φυλακισμένος έξω από το συρματόπλεγμα του λιμανιού, αλλά το μυαλό του ήταν ελεύθερο να κάνει για πολλοστή φορά το τελευταίο του ταξίδι στην Ευρώπη.
Έδωσε όσα χρήματα του απέμειναν στον νταλικέρη, όπως τον συμβούλευσε ο διακινητής. Τα υπόλοιπα του τα πήρε εκείνος. Μπήκε στο μικρό κουβούκλιο, μαζί με άλλους δυο Ιρακινούς. Ήταν ο μικρότερος σε ηλικία αλλά και σε κορμοστασιά. Στριμώχτηκαν ξαπλωμένοι και έβαλαν τις μύτες τους στις τρύπες, μόλις ο νταλικέρης σφάλισε το κουβούκλιο. Ίσα που μπορούσαν να κινηθούν και να αλλάξουν θέση για μη πιαστούν στο ταξίδι. Την ανάγκη τους θα την έκαναν εκεί. Δεν τον ένοιαζε. Έφυγε δώδεκα χρονώ από την πατρίδα του, ένα μικρό χωριό έξω από τη Βαγδάτη, χωρίς να πει τίποτα ούτε στη μάνα, ούτε στην αδελφή του. Ο πατέρας του είχε μείνει με ένα πόδι και κουφός εξαιτίας ενός όλμου στον πόλεμο του Κόλπου. Θα πήγαινε στην Ιταλία και από εκεί στη Γερμανία. Η Ελλάδα ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι για την καινούρια ζωή. Όταν ένοιωσε τον κυματισμό, κατάλαβε πως το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, αλλά ούτε και έβγαλε μιλιά σε κανέναν από τους συνταξιδιώτες του. Περίμενε. Στο Μπάρι πρώτα άκουσε τον μεταλλικό ήχο του μάνταλου της πόρτας του φορτηγού και ύστερα φωνές λιμενικών που μιλούσαν ελληνικά με τον οδηγό. Στα τρία χρόνια που έμενε καθηλωμένος στην Ελλάδα είχε μάθει τη γλώσσα. Ζητούσαν λεφτά να μην κάνουν έλεγχο το φορτίο. Ο οδηγός τους έδωσε, σφάλισαν την πόρτα και το φορτηγό ξεκίνησε. Στον δρόμο για τη Νάπολι το φορτηγό σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε και ο οδηγός τους πέταξε έξω. Πατούσε Ιταλία αλλά πριν καλά καλά συνηθίσουν τα μάτια του το φως, βρέθηκε πεσμένος με τα μούτρα σε ένα χωράφι και από πάνω του οι  κάννες των καραμπινιέρων. Τον φόρτωσαν ξανά στο πλοίο και βρέθηκε πίσω από τα συρματοπλέγματα του λιμανιού της Πάτρας να βλέπει τα πλοία που έφευγαν.
Η κατάσταση στην Πάτρα είχε γίνει αφόρητη. Οι δρόμοι γύρω από τον Άγιο Ανδρέα ήταν περιοχή που κυβερνούσαν οι Σομαλοί. Απέναντι από την είσοδο του λιμανιού κουμάντο έκαναν οι Αιθίοπες. Οι Ιρακινοί ήταν μειοψηφία μέσα σε αυτή την πολύχρωμη μάζωξη λαών. Οι Νιγηριανοί  ήταν οι πιο σκληροί και είχαν φτάσει να ελέγχουν από την  ανατολική είσοδο της Πάτρας, μέχρι την Πλατεία Γεωργίου και ακόμη πιο πέρα, συμπλεκόμενοι καθημερινά με Σομαλούς, Αιθίοπες, Πακιστανούς  και άλλες φυλές. Η μισή πόλη μύριζε ούρα και ακαθαρσίες, ενώ η άλλη μισή εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες της, διοργανώνοντας καλλιτεχνικά σουαρέ και καρναβάλια. Προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος και συνήθιζε να κουρνιάζει δίπλα στη θάλασσα, κάτω από ένα μεγάλο τσιμέντο στην προέκταση του παραλιακού δρόμου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξύπνησε μούσκεμα. Τα βράδια συνήθιζε να χαζεύει ένα μοντέρνο ξενοδοχείο που γύρω γύρω, στα πεζοδρόμιά του Σομαλοί κοιμόταν ή ενοχλούσαν τους λιγοστούς περαστικούς. Κανείς δεν τον είχε προσέξει ποτέ. Ούτε οι ένοικοι του ξενοδοχείου, ούτε οι νηστικοί Σομαλοί. Αρκετές φορές έκλεψε φρούτα από μανάβικα και φαγητά από πάγκους λαϊκών αγορών, ποτέ όμως δεν τον έπιασαν. Ήταν σβέλτος και μικροκαμωμένος και πάντα ξέφευγε. Ένας Πακιστανός του πρότεινε να πάνε με τους Νιγηριανούς για να εξασφαλίσουν δουλειά στις φράουλες της Μανωλάδας, αλλά δεν δέχτηκε. Δεν ήθελε να γίνει γεωργός στις φυτείες. Ήθελε να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει μηχανικός. Να φτιάχνει γεφύρια που ενώνουν κόσμους και ανθρώπους. Είχε γνωστούς στη Γερμανία και θα τον βοηθούσαν. Τον τρόμαζε η ιδέα να μείνει για πάντα ένας αμόρφωτος γεωργός σαν τον πατέρα του και στο τέλος ένας πόλεμος να τον αφήσει χωρίς πόδι και αυτιά. Κάθε μέρα μελετούσε το συρματόπλεγμα και κάθε μέρα το έβρισκε περισσότερο απόρθητο από την προηγουμένη. Αν κατάφερνε να φτιάξει το σώμα του αέρινο, σαν το μυαλό, θα μπορούσε να εισχωρήσει από τις κυψελόσχημες τρύπες και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής μόνο τα πουλιά είχαν αυτό το προνόμιο. Δεν έλεγε να αφήσει το τσιμέντο του και το συρματόπλεγμα στην άκρη του λιμανιού.  Είχε μάθει όλα τα δρομολόγια απέξω. Αυτή τη φορά θα έπαιρνε τα Superfast Ferries που έπιαναν Βενετία για να βρεθεί όσο το δυνατόν κοντύτερα στα σύνορα της Ιταλίας.
Ο χειμώνας είχε μπει γλυκός στην Πάτρα, τα βράδια όμως η υγρασία και το κρύο έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο σώμα του. Τα μπάνια στη θάλασσα ήταν παρελθόν, όπως και η εύκολη τροφή από τους πάγκους. Το σύρμα τώρα πάγωνε. Τα δάχτυλά του γέμιζαν αιμάτινες χαρακιές. Ένα περιστέρι πέταξε σιμά του. Ύστερα έκατσε πάνω στο αγκαθωτό σύρμα της κορυφής. Παρακολουθούσε από ώρα τις κινήσεις του πουλιού.  Αν μπορούσε να πετάξει θα κάθονταν στην καμινάδα του πλοίου και θα είχε ένα όμορφο και ζεστό ταξίδι μέχρι την Ιταλία. Ύστερα, μόλις το πλοίο θα έμπαινε στο λιμάνι της Βενετίας θα έκανε ένα σάλτο από την καμινάδα του και θα βρίσκονταν για ξεμούδιασμα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου να χαζεύει από ψηλά τους περαστικούς και τα ζευγαράκια στα καφέ της πλατείας. Από εκεί, εύκολα και με ασφάλεια, θα πετούσε για Γερμανία. Εικόνες με πράσινα λιβάδια και χιονοσκέπαστα βουνά πλημμύρισαν τα μάτια του. Πολιτείες φωτισμένες με μεγάλους δρόμους και σύγχρονα κτήρια, αυτοκίνητα να τρέχουν στους δρόμους να προλάβουν τη ζωή και άνθρωποι καλοντυμένοι να πηγαίνουν τις δουλειές τους με χαρτοφύλακες όνειρα και σχέδια στα χέρια. Παιδιά να πηγαίνουν στα σχολειά τους να μορφωθούν.
Παρατήρησε τώρα ότι το περιστέρι πετούσε ως την κορυφή, ξαπόσταινε για λίγο στο αγκαθωτό και ύστερα προσγειωνόταν μέσα στο λιμάνι μπροστά του. Του πετούσε λίγα ψίχουλα, που είχαν ξωμείνει στην τσέπη, έτρωγε βιαστικά και ύστερα πετούσε πάλι πίσω από το συρματόπλεγμα. Δεν ήθελε να πάει μακρύτερα. Αυτός όμως έβλεπε το Superfast IV κατάφωτο και έτοιμο για τον προορισμό του, να τον καλεί.
Ο ήλιος είχε εγκαταλείψει την Πάτρα και τα δάχτυλά του έτσουζαν από το κρύο και τις χαρακιές. Το πήρε απόφαση. Η άγκυρα του πλοίου ήταν η μόνη του ελπίδα. Η σφυρίχτρα του πλοίου έδωσε εντολή στα δάχτυλα να σκαρφαλώσουν.  Το περιστέρι τον κοίταζε με περιέργεια. Έφτασε στο αγκαθωτό.  Η κουλούρα του αγκαθωτού απλώνονταν τεράστια και απειλητική στα μάτια του. Από το έδαφος δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθός της. Τώρα την έβλεπε από κοντά και έπρεπε να τη νικήσει. Στις άκρες της δεν είχε απλά αγκάθια, αλλά ξυράφια. Στήριξε τα χέρια του σε δυο σημεία που δεν είχαν ξυράφια και αιωρήθηκε στον αέρα. Από το λιγοστό του βάρος η κουλούρα λύγησε και βρέθηκε να ταλαντεύεται έξω από την περίφραξη. Έβαλε δύναμη στα πόδια και επιχείρησε σάλτο πάνω από την κουλούρα. Βρέθηκε με την κοιλιά στην κορφή της. Τα ξυράφια του χαράκωσαν όλο το σώμα. Κράτησε το κεφάλι ψηλά. Προσπάθησε να απαγκιστρωθεί από τα ξυράφια, αλλά αυτά τον κρατούσαν σφιχτά πάνω τους και χώνονταν ακόμη βαθύτερα στις σάρκες που τώρα πονούσαν φρικτά. Το περιστέρι πέταξε και στάθηκε δίπλα του. Κουνήθηκε λίγο. Σκίστηκαν υφάσματα και σάρκες μαζί. Δάγκωσε τα χείλη και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Κάθε του κίνηση και ένα σκίσιμο. Μόνο οι παλάμες και το κεφάλι δεν είχαν χαρακιές. Έκανε μια τελευταία κίνηση καθώς έγερνε το σώμα στη μέσα πλευρά του λιμανιού. Το μπουφάν, η μπλούζα και το μισό παντελόνι έμειναν πάνω στην κουλούρα μαζί με το δέρμα του, ενώ εκείνος αιωρούνταν ξανά στον αέρα. Με δυο κινήσεις πέταξε τα παπούτσια και σκάλωσε τα δάχτυλα των ποδιών πάνω στις τρύπες της περίφραξης. Ακινητοποίησε το σώμα, που είχε γεμίσει ρέουσες πληγές και έφερε το ένα του χέρι στην περίφραξη. Μετά το άλλο και με γρήγορες κινήσεις κατέβαινε τώρα το σύρμα. Μόλις βρέθηκε στο έδαφος, προσγειώθηκε δίπλα του το περιστέρι. Έψαξε στην ρημαγμένη τσέπη του παντελονιού, βρήκε μερικά ψίχουλα και του τα έριξε. Ύστερα έτρεξε σκυφτός μέχρι την προκυμαία και βούτηξε. Η αρμύρα έκαψε τις πληγές και του ρθε λιποθυμιά, αλλά συνέχισε τις απλωτές μέχρι τη σιδερένια άγκυρα. Αγκάλιασε την καδένα και περίμενε τρέμοντας μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν τον πρόσεξε, ώσπου άκουσε τον λυτρωτικό μεταλλικό θόρυβο και αισθάνθηκε να ανεβαίνει ψηλά, να πετάει σαν το περιστέρι πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που έφτασε στο πρόστεγο και από κει μέσα στο πλοίο. Κούρνιασε ανάμεσα σε τρίχινους κάβους, σε εμβρυακή στάση και πήρε ανάσες. Το ταξίδι του σε λίγο ξεκινούσε. Έκλεισε τα μάτια και χαλάρωσε. Το σώμα του γαλήνεψε και δεν πονούσε πια. Τα κύματα της Αδριατικής τον νανούριζαν, ώσπου ένα μεταλλικό τράνταγμα του σκάφους τον ξύπνησε και αντίκρισε κατακέφαλα τον πατέρα του. Στήριζε το σώμα στο ξύλινο πόδι και κρατούσε στο χέρι μια βίτσα.
«Γιατί άφησες μόνες τους τη μάνα και την αδελφή σου;»
Δεν πρόλαβε να απαντήσει και ένοιωσε μια βιτσιά να χαρακώνει τα γυμνά πλευρά. Τσίριξε από τον πόνο.
«Γιατί παράτησες την πατρίδα και το σκασες. Δειλέ !!!»
Έπεσαν μαχαιριά στην κοιλιά τα λόγια του πατέρα και διπλώθηκε στα δυο. Η πατερίτσα του τσάκισε την πλάτη. Ένιωθε τώρα και το κρύο και την αρμύρα και το τσούξιμο και τη βίτσα και το μαχαίρι του πατέρα. Βασανίζονταν, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα χέρια του. Τον είχε στριμώξει ανάμεσα στους κάβους. Έτρεμε σύγκορμος.
Ξάφνου ο πατέρας ηρέμησε, έσκυψε τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο.
«Πάμε πίσω στο χωριό, μας περιμένουν…» του πε στοργικά και τον σήκωσε από χάμω. Του ριξε ένα στρατιωτικό τζάκετ στους ώμους, τον στρίμωξε στην αγκαλιά του και κίνησαν για τη σκάλα του πλοίου.
Ο Τζαμάλ γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω. Είδε ένα άψυχο ξυλιασμένο κορμί, γυμνό και στραγγισμένο, κουλουριασμένο πάνω στην τριχιά του κάβου. Μπροστά στην ανοιχτή μπουκαπόρτα του πλοίου απλώνονταν υγρή η Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια της.
Έβγαλε από την τσέπη του μερικά ψίχουλα και τάισε τα πουλιά./

* * * * * * *

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ


Μόλις τέλειωσε το εργόχειρο, το άπλωσε στα πόδια της και το καμάρωνε. Πάνω στις προκαθορισμένες τρύπες του καμβά οι μουλινέδες, αφού πρώτα στριμώχτηκαν, μετά απλώθηκαν και τον χρωμάτισαν με γαλάζια, πράσινα και καφέ μοτίβα. Ένα μαύρο ναυτικό καπέλο οριοθετούσε το ταβάνι του, ενώ μια καφέ πίπα έστελνε μηνύματα καπνού στο δωμάτιο. Στο βάθος του εργόχειρου αχνόφεγγε μια θάλασσα μέσα σε μπλε μουλινέδες. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα τοποθέτησε με προσοχή δίπλα στις βελόνες. Έτριψε τα μάτια να σβήσει από πάνω τους τη χρωματική παλέτα του εργόχειρου, που τόσες μέρες πότιζαν τα βλέφαρα και το πετσί της και έψαξε τριγύρω. Η γάτα στη γωνιά του τζακιού γουργούριζε αμέριμνη και τα κούτσουρα έτριζαν ανυποψίαστα.
«Νικόλααα μου…»  φώναξε η γριά. Τίποτα. Η γάτα ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε το γουργουρητό της. Ξαναφώναξε το όνομά του. Πάλι τίποτα. Με κόπο στύλωσε τα στραβοπόδαρά της η Βγενιώ για να σηκωθεί από τον καναπέ. Ο Νικόλας της υπέφερε από τα ρευματικά του. Τόσα χρόνια στα καράβια η θάλασσα του σκούριασε τα κόκαλα μέχρι το μεδούλι. Δεν έβγαινε από το σπίτι, παρά μόνο αν ήταν ανάγκη. Η Βγενιώ θυμήθηκε τότε να της λέει πριν λίγο, πως θα πήγαινε προς νερού του. Δεν άκουγε και καλά. Το μηχανοστάσιο του είχε ανοίξει κάτι τρύπες να στα τύμπανα και κάθε ήχος που έμπαινε μέσα, αμέσως χάνονταν χωρίς γυρισμό για τον Νικόλα.
Ξανακάθισε στον καναπέ και βάλθηκε να κοιτάζει τώρα τις σπίθες στα κούτσουρα. Στριφογύριζαν για λίγο σαν μικρές φωτίτσες και ύστερα έσβηναν με μιας και χάνονταν. Σα να μην υπήρξαν ποτέ. Και ξανά πάλι απ΄την αρχή. Ένας παθιασμένος χορός από σπίθες, σαν εκείνα τα ταγκό που της χάριζε ο Νικόλας στη Λέσχη των αξιωματικών όταν γύριζε από τα μπάρκα του. Να !!! Μια σπίθα, αγκαλιάζεται με μιαν άλλη και ξεκινούν τη ραμπόνα τους. Ύστερα μια σεντάδα και μετά η τιχέρα. Να !!! Η σαλίδα σβήνει τις σπίθες που έκαιγαν τόση ώρα τα σώματα και ξεψυχά εκείνη στην αγκαλιά του, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, για να πάρει αυτό που της έλειψε τόσους μήνες και να χαμογελάσει το χείλη της με ένα 
«Σ’ αγαπώ»

«Βγενιώωω μου…» άνοιξε τα χέρια του κι εκείνη έτρεξε στην αγκαλιά του, ενώ ο Κωστής και η Θάλεια δεν κρατιόταν και ψαχούλευαν τις βαλίτσες και τις σακούλες με τα δώρα. Τη φίλησε στο στόμα και αφέθηκε στο φιλί του. Τα μάτια του πρόδιδαν στη Βγενιώ αυτό που κάθε φορά συγχωρνούσε ο ερχομός στο σπίτι. Ο γυρισμός που συγχωρνάει και ενώνει είναι πιο δυνατός από τον μεγαλύτερο έρωτα της γης και της θάλασσας. Μετά από λίγο τα μάτια τους γίνονταν λίμνη ακύμαντη, ύστερα χορός, αγκαλιές, χαρά και ξανά θάλασσα θυμωμένη, στο κατευόδιο και στο κούνημα του χεριού. Πολλές φορές επαναλήφθηκε η ίδια εικόνα στη ζωή της, ώσπου χάθηκαν από το κάδρο ο Κωστής και η Θάλεια σε άλλα σπίτια και έμειναν μόνοι. Τώρα όμως ήταν συνέχεια μαζί.

Ξεκλείδωσε το εργόχειρο από το τελάρο και με τα μάτια έψαξε τους τοίχους να προβάρει το μέρος που θα το κρεμούσε. Κατέληξε ότι πρέπει να βάλει τον γέρο ναυτικό με την πίπα του πάνω από το τζάκι. Μια ωραία ξύλινη κορνίζα σε χρώμα καφέ – ναι καφέ κορνίζα να βάλω μονολόγησε – θα ταίριαζε με το καφέ τζακόξυλο. Η γριά ανασηκώθηκε και στήριξε αυτή τη φορά τα στραβοπόδαρά της. Έκαμε ένα βήμα και πλησίασε στο τζάκι. Η γάτα ξεβολεύτηκε από τη θέση της και πήδηξε στον καναπέ. Στη ζεστή μεριά που καθόταν η Βγενιώ. Κοίταξε προς την τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» αμέσως όμως  το μετάνιωσε
«Δεν ακούει ο Νικόλας μου…» μονολόγησε και τράβηξε το σκαμνάκι στη μέση του τζακιού. Μέτρησε με τα μάτια το ύψος και σκάλωσε τα χέρια της στο τζακόξυλο. Έριξε πρώτα το ένα πόδι με δυσκολία στο σκαμνί, ανασηκώθηκε λίγο και ύστερα το άλλο. Στεκόταν τώρα όρθια στο σκαμνί και κεντράριζε τον τοίχο, ενώ στη βάση του, κοντά στα πλακάκια, τα ξύλα ζορίζονταν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους και την τιμή του μάστορα που τα πελέκησε και τα συναρμολόγησε. Ακουμπούσε τον γέρο ναυτικό στον τοίχο και τον έσιαζε να μη γέρνει, όταν ένα από τα ξύλα έχανε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αποφάσιζε να ατιμάσει τον μάστορα που το εμπιστεύτηκε.
«Νικόλααα μου…» φώναξε με όση δύναμη είχε, την ώρα που υποχωρούσε ένα από τα τέσσερα ξύλα του σκαμνιού και το κορμί της έγερνε στο κενό. Το μάρμαρο, ζεστό από τον αλλόφρονα  χορό της φωτιάς, φύλαξε το αίμα που κύλησε από το μέτωπό της. Ο γέρο ναυτικός, αφού έκανε έναν αέρινο στροβιλισμό, την ακολούθησε στο κατόπι και της σφούγγισε απαλά το μέτωπο. Οι μουλινέδες κοκκίνισαν. Τρόμαξε η γάτα τόσο πολύ που γούρλωσε τα πράσινα μάτια και στριμώχτηκε στην μαξιλάρα του καναπέ.

Η Βγενιώ αεράτη, έτρεξε σβέλτα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε το μαύρο τάγκο ντρες φόρεμά της, εκείνο που φόραγε στις λέσχες με τον Νικόλα και άφηνε όλη της την πλάτη γυμνή στα μάτια των ανδρών. Το φόρεσε. Έβαλε κοκκινάδι στα χείλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια κόκκινη στάμπα στο μέτωπο έμοιαζε με λουλούδι που έρρεε φως και χρωμάτιζε με ρουζ τα μάγουλά της. Έσκυψε, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες και μπήκε στην τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» φώναξε χαρούμενη,
«… πάμε να χορέψουμε  ένα ταγκό…» κι εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα στα πλακάκια του μπάνιου την άκουσε.

* * * * * *