Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

ΚΙΛΚΙΣ


Με διστακτικό βήμα προσέγγισε την είσοδο του κέντρου νεοσυλλέκτων. Η ώρα κόντευε πέντε το απόγευμα. Ο σκοπός της πύλης, αφού κοίταξε το φυλλάδιο της στρατολογίας, του έκανε νόημα να μπεί από την διπλανή πόρτα μέσα στο στρατόπεδο. Φορούσε ένα τζιν παντελόνι, ένα μαύρο μπουφάν από πάνω, ένα ζευγάρι σκαρπίνια καφέ και κρεμασμένο στην πλάτη του πλαστικό σακίδιο μιας μαϊμού αθλητικής φίρμας. «Όσο αργότερα μπεις μέσα, τόσο λιγότερο θα υπηρετήσεις» θυμόταν τα λόγια των συχωριανών του όταν έμπαινε στο λεωφορείο του Κτελ για το Κιλκίς, φεύγοντας για πρώτη φορά από το χωριό του. Ο δρόμος από το κέντρο της πόλης μέχρι το στρατόπεδο του φάνηκε ατέλειωτος αλλά δεν επιτάχυνε το βήμα. Ήθελε να υπηρετήσει λιγότερο.
Ακολούθησε τις πινακίδες και έφτασε μπροστά σε ένα τολ ρουχισμού όπου στην είσοδό του  τον περίμενε μια πενταμελή ομάδα φαντάρων σε ένα μακρύ τραπέζι. Έδωσε τα χαρτιά του χωρίς να βγάλει τσιμουδιά και περίμενε σα χαμένος. Ένας φαντάρος λίγο γυναικωτός τον καλωσόρισε 
«Λίγο ακόμα και θα κλείναμε καλέ, εσένα περιμέναμε» για να ξεσπάσουν όλοι σε γέλια. 
«Δυστυχώς τα τριάνταοκτάρια  άρβυλα μας τέλειωσαν τώρα που ήρθες ψάρακα. Τριανταοχτώ φοράνε οι γκομενίτσες. Θα σου δώσουμε ένα ζευγάρι σαρανταπεντάρια. Βάλε μέσα μπαμπάκι και θα είσαι τζετ» του πέταξε στην  αγκαλιά τις αρβύλες ένας βλογιοκομμένος λοχίας. Φορτωμένος με τον καινούριο ρουχισμό και τη βαριά υπόδηση κίνησε για τον λόχο στην άλλη πλευρά του στρατοπέδου για να ντυθεί χωρίς να βγάλει τσιμουδιά. 
«Άντε μπορεί να είσαι και τυχερός με αυτά τα άρβυλα θα βρεις και γκόμενα. Όσοι έχουν μεγάλα πόδια έχουν και μεγάλη ψωλή. Το εκτιμούν οι Πόντιες εδώ», κάποιος αναφώνησε πίσω του για να καθήσει στον σβέρκο του ένα σύννεφο από  δυνατά χάχανα που δρόσισε για λίγο τις φοβίες και τις αναστολές του.
Τα γέμισε με μπαμπάκι, κατά πως του είπε ο λοχίας, τα γυάλιζε καθημερινά, στην αρχή του ήταν λίγο άβολα, μετά τα συνήθισε, κανείς δεν ήξερε ότι τα πόδια του δεν ήταν για σαρανταπέντε νούμερο αλλά για τριανταοχτώ, αισθανόταν μερικές φορές ότι είχε ψηλώσει πάνω από το ένα και εξήντα που ήταν, ακόμη και ότι είχε μεγάλη ψωλή αν και το τσουχτερό κρύο δεν του έκανε τη χάρη να τη δει μεγάλη, ένοιωθε κάτω από τα πόδια του τη γη να τρίζει σε κάθε του βήμα και τα μυρμήγκια να τρέχουν αλαφιασμένα  να γλιτώσουν από τα φονικά άρβυλα του γίγαντα. Περίμενε την πρώτη του έξοδο.
«Γιατί βάζεις τις αρβύλες;» τον ρώτησε στον θάλαμο οπλιτών έκπληκτος ο ένοικος του πάνω κρεβατιού. «Με πολιτικά θα βγούμε έξω, άντε βγάλε τη στολή και βάλε τα καλά σου να πάμε για κανά μουνί έξω»
Ο Κωστάκης, έτσι τον φώναζε η μάνα του στο χωριό, έμεινε κόκαλο να κοιτά τον συνάδελφό του που φορούσε ήδη τα καλά του. Είχε σχεδόν ξεχάσει τα καλά του και περισσότερο τα τριανταοχτάρια σκαρπίνια. Έβαλε βιαστικά τα άρβυλα χωρίς να δέσει τα κορδόνια και βγήκε έξω 
«πάω για κατούρημα» ήταν οι τελευταίες του λέξεις πριν τον βρουν να κρέμεται  γυμνός κάτω απ΄τη λαμαρίνα  σε πλήρη στύση.

* * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα με την με αριθμό 76/2015 Πράξη του Συμβολαιογράφου Κασσάνδρας Βασιλείου-Αλέξανδρου Μανώλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου