Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

OPERA ΘΑΪΣ: Από το πλατό της αμαρτίας στην έρημο της μετάνοιας









ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Τη «Θαΐδα» επέλεξε το Μέγαρο Μουσικής για τη μία και μοναδική σκηνική παραγωγή λυρικού έργου -άλλοτε προσφέρονταν δύο και περισσότερες!- της τρέχουσας καλλιτεχνικής περιόδου. Η όπερα του Μασνέ παρουσιάστηκε στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» (7-3-2009) σε υπερπαραγωγή εκπληκτικού όσο και προκλητικού πλούτου, η οποία, όπως και τόσες αντίστοιχες προηγούμενες, πιθανότατα ουδέποτε θα προσφερθεί σε αναβίωση...


Μέγαρο Μουσικής «Θαΐς»: Η αλεξανδρινή εταίρα (Μαρλίζ Πέτερσεν) υποκύπτει στο κήρυγμα του μοναχού Αθαναήλ (Αντονι Μάικλς-Μουρ)
Εργο που τα τελευταία χρόνια έχει ξαναγίνει δημοφιλές στο πλατύ κοινό κυρίως χάρη στην ταύτισή του με την Αμερικανίδα υψίφωνο Ρενέ Φλέμινγκ, η «Θαΐς» είναι μια αντιπροσωπευτικά γαλλική όπερα του τέλους του 19ου αιώνα. Αντιμέτωπος με μια υπόθεση, η υποτιθέμενη ηθικολογική θεματική της οποίας δύσκολα υποστηρίζεται σήμερα, ο Γάλλος σκηνοθέτης Αρνό Μπερνάρ αναζήτησε αναφορές σε αντίστοιχες νεότερες «μυθολογίες», συνθέτοντας μια συνειδητά χαλαρή, αποσπασματική δραματουργία. Ετσι, αντικατέστησε την αμαρτωλή Αλεξάνδρεια των πρώτων χριστιανικών αιώνων με τον διαβόητα έκλυτο κόσμο της κινηματογραφικής show-biz της «τρελής» δεκαετίας του '20, αποδίδοντας την εταίρα Θαΐδα ως θεά της οθόνης. Τελείως μετέωρο άφησε τον προσδιορισμό του τόπου συνάντησης των φανατικών μοναχών με τη Θαΐδα-βαμπ (αραβική Βόρεια Αφρική, Καλιφόρνια, Παρίσι;), καθιστώντας συνεπώς δύσκολα πιστευτά και τα όσα συνέβαιναν μεταξύ τους.

Η όπερα δόθηκε με κάποιες περικοπές, σημαντικότερη των οποίων ήταν η προτελευταία σκηνή του Αθαναήλ με τους κοινοβιάτες. Εύστοχη υπήρξε η εικονογράφηση των ενύπνιων πειρασμών του Αθαναήλ με σκηνές ερωτικής αποπλάνησης από ταινίες βωβού κινηματογράφου· αντίθετα, η στιγμιαία προβολή του πάσχοντος προσώπου της Ζαν Ντ' Αρκ (Ντράγιερ, 1928) την κρίσιμη στιγμή που ξεψυχά η εξαγνισμένη Θαΐς παρενέβαλε μια πασίγνωστη, «ιερή» εικόνα του βωβού με ολότελα ασύμβατα συμφραζόμενα... Επιστρέφοντας -για μια φορά κυριολεκτικά!- στην εποχή του ασπρόμαυρου, ο σκηνογράφος Νίκος Πετρόπουλος στήριξε την πρόταση του σκηνοθέτη με δυο σκηνικούς τόπους. Οι δύο ακραίες πράξεις, α' και γ', δόθηκαν σε ολότελα κενό, νυχτερινό (;) σκηνικό πεδίο που υποτίθεται απέδιδε την έρημο των ασκητών. Επιδιώκοντας μέγιστη δυνατή αντίθεση, η «αλεξανδρινή» μεσαία πράξη διαδραματίστηκε σε ένα κινηματογραφικό πλατό εποχής, φιλοξενούμενο σε μια παροπλισμένη σκηνή (;) θεάτρου του 19ου αιώνα. Ατυχώς, αυτή η σφύζουσα από χρώμα εποχής σκηνική εικόνα παραφορτώθηκε με αποσυντονιστικά φλύαρη, νευρικά υπερκινητική πολυκοσμία κομπάρσων και χορωδών, που τελικά συσκότιζαν τη δράση και επισκίαζαν τα όσα διαμείβονταν μεταξύ των πρωταγωνιστών. Ομως η αργή απόσυρση του ακινητοποιημένου πλάνου της «αλεξανδρινής» σκηνής θύμισε το καβαφικό «...αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει» και ήταν από τις πιο δυνατές σκηνικές εικόνες της παράστασης... Εξοχα ήταν τα κοστούμια «Τσάρλεστον» της Κάρλα Ρικότι.

Μουσικά η παράσταση ήταν πολύ καλή: ισορροπημένη, με ωραίες, μεστές ερμηνείες που συνδυάζονταν ευδιάκριτα σε αντιθετικά πορτρέτα. Η πρώτη διανομή είχε ως άξονα ένα θαυμάσιο λυρικό δίδυμο. Τον επώνυμο ρόλο ενσάρκωσε η γνώριμη στο αθηναϊκό κοινό Γερμανίδα λυρική υψίφωνος Μαρλίζ Πέτερσεν. Με λαμπερή, ευκίνητη, ανάλαφρη φωνή τραγούδησε δίχως αισθητή δυσκολία -παρ' εκτός στις λιγοστές, πολύ υψηλές νότες- τον ρόλο της Αλεξανδρινής εταίρας· ωστόσο, αν και υπέρκομψη, η σκηνική της παρουσία δεν ανέδιδε τον αναμενόμενο επικίνδυνο ερωτισμό. Σκηνικά υποβλητικός, ο Αγγλος βαρύτονος Αντονι Μάικλς-Μουρ τραγούδησε με φωνή θερμή, ηχηρή, αδιάλειπτα παλλόμενη από ανήμερο εσωτερικό πάθος, ενσαρκώνοντας με απόλυτη πειστικότητα τον υπερόπτη μοναχό Αθαναήλ που επιμένει να «σώσει» την πόρνη Θαΐδα. Καλοί υπήρξαν όλοι οι Ελληνες μονωδοί στους δεύτερους και βοηθητικούς ρόλους. Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος ενσάρκωσε ένα ταιριαστά ξένοιαστο πορτρέτο του ηδονοθήρα Νικία, η Αγγελική Καθαρίου και η Ειρήνη Κυριακίδου υπήρξαν πειστικά παιχνιδιάρες ως θεραπαινίδες Μυρτάλη και Κρομβίλη, η Βασιλική Καραγιάννη θαυματούργησε με τις κρυστάλλινες υψηλές νότες της στον καρατερίστικο ρόλο της αυλητρίδας, ενώ ο Χριστόφορος Σταμπόγλης και η Αλεξάνδρα Παπατζιάκου ενσάρκωσαν με το δέον βάρος τον ηγούμενο Παλαίμονα και την ηγουμένη Αλβίνα αντίστοιχα. Εκ των μάχιμων κορυφαίων βετεράνων της μπαγκέτας, ο Γάλλος αρχιμουσικός Μισέλ Πλασόν άντλησε από την Ορχήστρα των Χρωμάτων μια εντυπωσιακά καλή προσέγγιση του πεμπτουσιακά γαλλικού ήχου που απαιτεί ο Μασνέ: τονικά ακριβή, με ηδονικά ρευστή αλλ' ουδέποτε πλαδαρή φραστική και εύπλαστα, αισθαντικά κορυφούμενα σχήματα φόρτισης-αποφόρτισης. Η Χορωδία της ΕΡΤ τραγούδησε με ακρίβεια και πειθαρχία.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/03/2009

1 σχόλιο:

  1. vre ziliari....molis ego evala theatro amesos esy na mh xaseis ...evales opera...ftou sou re andigrafea!!!! filia

    ΑπάντησηΔιαγραφή