Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ROBA VECCHIA




Κέρκυρα, γκέτο στα τέλη του 19ου αιώνα

Ο Εβραίος Γκαόν, σκυμμένος πάνω στα ραφτικά του, μαντάριζε το παντελόνι που αγόρασε από τον Έλληνα Σπυρέττο στη Σπηλιά. Τα γόνατα είχαν φθαρεί και το ύφασμα είχε χάσει τη συνοχή του. Μια κυρά, από τα καλά καντούνια, το είχε δωρίσει μαζί με μερικά πουκάμισα του άνδρα της στον φτωχό Σπυρέττο, κι εκείνος, με τη σειρά του, τα πούλησε στον Γκαόν. Με τα λεφτά που πήρε από ένα παντελόνι και τρια πουκάμισα, ξαναγόρασε το ίδιο παντελόνι από τον Γκαόν, του έμειναν δραχμές για να φάει λίγο φαγητό της προκοπής, έβαλε και στην άκρη. Έκανε δουλειές του ποδαριού στην πόλη, όταν δεν ζητιάνευε. Μερικές φορές πήγαινε και στο λιομάζεμα στα χωριά. Όταν θα έλιωνε κι αυτό το παντελόνι θα το πουλούσε πάλι στον Γκαόν, θα έτρωγε για μερικές μέρες κι εκείνος θα το μαντάριζε, θα του το ξαναπουλούσε και θα του έμεναν πάλι δραχμές για φαγητό και για κομπόδεμα.
Στη Ρόμπα Βέκκια* χτυπούσε η καρδιά μιας οικονομίας, όπου όλα τα μυαλά ήταν πολύτιμα και τίποτα δεν περίσσευε. Κανείς τους δεν γνώριζε γράμματα και όλοι ήταν επιστήμονες στην τέχνη της ζωής. Ο Γκαόν ίδρυσε μερικές μεγάλες τράπεζες και ο Σπυρέττος αλυσίδα καλών εστιατορίων.
Κάθε φυλή άλλωστε έχει τις δικές της εμμονές με ορισμένα επαγγέλματα.

* * *



Αθήνα, Χίλτον αρχές 21ου αιώνα
Ένας στυλιζαρισμένος κύριος, με φίνο κοστούμι, γραβάτα, εκλεπτυσμένους τρόπους και περισσή ευγένεια, μπήκε στο λόμπυ του ξενοδοχείου κρατώντας στο χέρι του έναν καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα. Τον ακολουθούσαν δημοσιογράφοι και συνεργεία τηλεόρασης. Τον υποδέχθηκε με εγκάρδια χειραψία ένας άλλος γραβατοφορεμένος και τον αποκάλεσε με οικειότητα: Πόλ. Ύστερα τον πήρε αγκαζέ και χάθηκαν στο βάθος του διαδρόμου, την ίδια ώρα που στην είσοδο του ξενοδοχείου πάρκαρε μια μαύρη μερσεντές. Από το πίσω κάθισμα βγήκε μια νεαρή κυρία, ντυμένη με σεμνό, συντηρητικό ταγιέρ και βλέμμα συνεσταλμένο, θάλεγε κανείς έως και φοβισμένο. Έριξε μερικές κλεφτές ματιές τριγύρω, απέφυγε τα συνεργεία της τηλεόρασης και χώθηκε βιαστικά στο λόμπυ, όπου την υποδέχθηκε μια άλλη κυρία που έφερε σχεδόν ίδια αμφίεση και την αποκάλεσε με οικειότητα: Ντέλια.
Ο Πολ και η Ντέλια συναντήθηκαν μετά από λίγο στο ρουφ γκάρντεν του ξενοδοχείου, για τον φόβο των παρείσακτων και των «κοριών», ήπιαν μια γουλιά από τις σαμπάνιες τους και ξεκίνησαν τη κουβέντα.
ΠΟΛ: Θα πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς οι ιδιωτικοποιήσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.
ΠΟΛ: Η μακροοικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι συνάρτηση του ρυθμού απεξάρτησης του κράτους από κάθε περιουσία που δεν του αποφέρει κέρδος και πλήρους συμμόρφωσής του  με τις μεταρρυθμίσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ. Με τον κόσμο όμως τι θα κάνουμε;
ΠΟΛ: Οι Έλληνες είναι ιδιαίτερα απείθαρχος λαός και αγνοούν τους βασικούς κανόνες της σύγχρονης οικονομίας. Αν τους αφήσουμε ελεύθερους θα μας καβαλήσουν. Πρέπει να τους αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και ζωής.
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.  Οι εφημερίδες όμως λένε ότι τρώνε από τα σκουπίδια
ΠΟΛ: Είναι δυνατόν οι άνθρωποι να τρώνε από τα σκουπίδια;
ΝΤΕΛΙΑ: Όχι !!!
Τσούγκρισαν τα ποτήρια και έδωσαν ραντεβού για την καινούρια αξιολόγηση στο Χίλτον των Βρυξελλών.
Ο Πόλ και η Ντέλια δεν έχουν καμιά φιλοδοξία να ιδρύσουν τράπεζα, ούτε καν να ανοίξουν εστιατόριο. Σπούδασαν άλλωστε την οικονομική επιστήμη στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.
Αρέσκονται να είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι στις εβραϊκές τράπεζες του Γκαόν, να τρώνε φουα γκρά στα καλά ελληνικά εστιατόρια του Σπυρέττου και να συζητάνε για οικονομία. 

* * * * * *

Σημείωση: Τα πρόσωπα και οι διάλογοι στις δυο ιστορίες, είναι προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι διαβολική σύμπτωση.

* Roba Vecchia: σκουπίδια, παλιά πράγματα. Περιοχή στο γκέτο των Εβραίων στην Κέρκυρα, όπου ήταν η αγορά των μεταχειρισμένων ρούχων κλπ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου