Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΙΚΗΣ ΕΛΞΗΣ

Τα σώματα κολλητά όλη νύχτα είχαν δημιουργήσει πρόσφορες συνθήκες αναπτέρωσης περασμένου κάλλους, το οποίο με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε επίπεδο αράπικου φιστικιού και μαραγκιασμένου σύκου. Η απρόσμενη αυτή ενδυνάμωση της λίμπιντο μη φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να παρομοιασθεί και εξισωθεί με γνωστό εξωτικό φρούτο σε μια χώρα όπου καλλιεργείται η συκιά και το μαρούλι. Η ζέστη των σωμάτων ενίοτε μπορεί να προκαλέσει και ζέση, εξαρτάται όμως πάντα από την ικανότητα του χρόνου να αντισταθεί στη βαρυτική έλξη της γης κάτω από τα πόδια ή ανάμεσα σ’ αυτά. Ας μη πούμε κουβέντα για βαρυτικά κύματα και ζαλιστούμε με ταλαντώσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκείνο το πρωί το φυτικό βασίλειο φαινόταν να συνωμοτεί για χάρη του Μπάμπη, έστω και αν κάπου είχαν μπερδευτεί τα φρούτα με τα ζαρζαβατικά, η ζέστη με τη ζέση και ο χρόνος με την βαρύτητα. Ο Μπάμπης δεν είχε καμμία όρεξη πρωινιάτικα να ασχοληθεί με τέτοιες αναλύσεις. Επικεντρώθηκε μόνο στο γεγονός αυτό καθαυτό της απρόσμενης αναπτέρωσης. Στο μυαλό της Τασίας ούτε καν πέρασε ότι πίσω από την πλάτη της εξυφαίνονταν ολόκληρη συνωμοσία. Οι γυναίκες όμως πάντα, είτε περάσει κάτι από το μυαλό τους, είτε δεν περάσει τίποτα, έχουν έτοιμο το αμυντικό σύστημα που θα τις βγάλει από τη δύσκολη θέση. Κάθεται αυτό σε μια άκρη του μυαλού και δεν κάνει τίποτα. Πληρώνεται θα έλεγε κανείς για να κάθεται, αλλά να είναι και έτοιμο για να επέμβει "ανά πάσα ώρα και στιγμή". Κάτι σαν τους πυροσβέστες, που ξεκουράζονται κάθε μέρα για να κουραστούν μια και καλή όταν πιάσει φωτιά το σπίτι της Λόλας. Η «ανά πάσα ώρα και στιγμή» είχε φτάσει.
«Μάζεψε τα χέρια σου και σήκω να φτιάξεις καφέ και να στηρίξεις το πολύφωτο που κουνιέται… Θα μας πέσει καμιά ώρα στο κεφάλι» Τώρα το πώς συνδύασε η Τασία, με την τσίμπλα στο μάτι ακόμη, τον καφέ με το πολύφωτο, που κρεμόταν από μια κλωστή εδώ και δυο μήνες, με τα χέρια του που υπάκουσαν στη συνωμοσία του φυτικού βασιλείου, μόνο η επιστήμη μπορεί να δώσει απαντήσεις κι αυτή όχι ξεκάθαρες. Την επισήμανσή της δε, ότι το πολύφωτο μπορεί να πέσει στο κεφάλι και όχι στα κεφάλια μας, δεν την ακούμπησε καν το μυαλό του Μπάμπη.
«Και τ’ αρχίδια μου κουνιούνται τόσα χρόνια, αλλά δεν πέφτουν …..» το σκέφτηκε αλλά δεν το πε, απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε περήφανος σαν γύφτικο σκεπάρνι ανάμεσα στα σκέλια. Δεν είχε χάσει τίποτα από την ικμάδα του το γύφτικο τσαντίρι.  Περπάτησε όλο το χωλ, πέρασε κάτω από το πολύφωτο που κουνιόταν, του δωσε μια με το χέρι κι αυτό άρχισε την κούνια μπέλα χωρίς να πέφτει, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Τον πάγκο της κουζίνας. Ο προορισμός του άνδρα είναι σαφής και από καταβολής κόσμου γονιδιακά καταγεγραμμένος στους όρχεις του. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά του γονιδιώματος με το θηλυκό που στερείται όρχεων και αναγκάζεται να αποθηκεύει πληροφορίες μόνο σε ένα αποθηκευτικό μέσο. Το μυαλό. Στο αρσενικό η πληροφορία μπορεί να καταγραφεί και σε εξωτερικό σκληρό ώστε να τύχει επεξεργασίας αργότερα, ασχέτως αν αυτή η επεξεργασία πολλές φορές αμελείται λόγω φόρτου εργασίας και απλά παραμένει εκεί.
Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε από το πάνω ντουλάπι το μπρίκι. Από το κάτω ντουλάπι έβγαλε τον ελληνικό. Κάτω από την κουζίνα έβγαλε το καμινέτο. Πήρε ένα κουταλάκι από το συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει τον αναπτήρα που πριν από μερικά μόνο δευτερόλεπτα είχε χρησιμοποιήσει για να ανάψει το τσιγάρο.
«Γαμώ το κέρατό μου, πού τον έβαλα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, τόσο φωναχτά που η αγριοφωνάρα του έφτασε μέχρι τ’ αφτιά της Τασίας. Μετά από αρκετά πήγαινε έλα στο στενό κουζινάκι και μετά από ανοιγοκλεισίματα ντουλαπιών και συρταριών πρόσεξε ότι ο μπικ αναπαύονταν ξάπλα κοντά στο καμινέτο.
«Πούστη…» είπε μόνο και με ένα τσαφ άναψε τη φλόγα στο καμινέτο. Έριξε δυο κουταλιές  σκούρο Λουμίδη και βάλθηκε να βρεί τη ζάχαρη. Τα μάτια γυρόφεραν όλον τον πάγκο, αλλά το βαζάκι της ζάχαρης δεν έδινε σημεία ζωής.
«Που γαμώ την τύχη μου έβαλε τη ζάχαρη;» μουρμούρισε αυτή τη φορά και άρχισε να ανοίγει τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας με τη σειρά. Η πιθανότητα να κερδίσει το τζόκερ είχε εκμηδενιστεί, αφού κατάφερε να ανοίξει πέντε ντουλάπια και η ζάχαρη κρυβόταν στο πέμπτο. Ένα γυάλινο βάζο στέκονταν στη μέση του ραφιού, πάνω από το καμινέτο με το μπρίκι που άρχιζε να ζεσταίνει το χαρμάνι. Η ζάχαρη, άσπρη άσπρη χαμογελούσε κοροϊδευτικά στη θέση της και περίμενε το χέρι του. Το καμινέτο δούλευε στο φούλ και η πλαστική λαβή από το μπρίκι τεντώνονταν μακριά από τη φωτιά να μην καεί. Το είχε φροντίσει αυτό ο κατασκευαστής της. Η Τασία χουζούρευε, αν και το σώμα της είχε χάσει λίγη από την προηγούμενη ζεστασιά. Δεν το επεξεργάσθηκε καν ο σκληρός της, απλά τυλίχτηκε περισσότερο με το πάπλωμα. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και τα χέρια ελεύθερα, η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών διεργασιών ήταν παιχνιδάκι για τον Μπάμπη. Το δεξί ανακάτευε το χαρμάνι  να μη φουσκώσει και το αριστερό υψώθηκε μέχρι το πρώτο ράφι. Η κάφτρα απειλούσε πως σε λίγο δεν θα έλεγε όχι σε μια βουτιά στο μυρωδάτο χαρμάνι από κάτω της. Η πληροφορία αποθηκεύτηκε αυτόματα προς επεξεργασία στον εξωτερικό σκληρό.
Το αριστερό χέρι ακούμπησε το γυαλί της ζάχαρης την ίδια ώρα που δίπλα στο  σαλόνι ξεκινούσε η κατηφορική πορεία του πολύφωτου που κουνιόταν προς τα πλακάκια. Ένας γυάλινος ήχος, αφού πρώτα τσακίστηκε, πολλαπλασιάσθηκε σε μικρότερους γυάλινους ήχους για να διαιρεθεί στο τέλος σε ακόμη μικρότερα ηχητικά κομμάτια διασκορπιζόμενα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δαπέδου του σαλονιού και να καταλήξει σε εκνευριστικές κυλιόμενες νότες τσιγκ τσινγκ. Το αριστερό χέρι που είχε προλάβει να αγγίξει τη γυάλινη επιφάνεια του βάζου της ζάχαρης, αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να την πιάσει σφιχτά ή να την αφήσει στη θέση της. Στην επιφάνεια εργασίας τα εικονίδια αναβόσβηναν τρελά, μπερδεμένα από τα απανωτά κλίκ του μυαλού του. Το βάζο της ζάχαρης βρέθηκε σ΄αυτή την πρωινή μάχη ανυπεράσπιστο, ανάμεσα σε γυάλινους τσακισμένους ήχους και δάχτυλα αναποφάσιστα. Το απειροελάχιστο άγγιγμα όμως περιείχε τόση ενέργεια όση χρειάζονταν ώστε να λάβει την εντολή η ζάχαρη να μετακινηθεί προς τον προορισμό της, άλλο που δεν ήθελε, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το αχνιστό χαρμάνι κάτω, την ίδια ώρα που αυτό φούσκωνε από εθνική περηφάνια. Τη βουτιά ακολούθησαν δυο εναέριες κυβιστήσεις της που την έβγαλαν από την τροχιά της απειροελάχιστα, τόσο όμως όσο η μια άκρη του πάτου να χτυπήσει τη λαβή, η οποία είχε γλιτώσει το έγκαυμα, αναγκάζοντας το μπρίκι με το αχνιστό χαρμάνι να κάνει κι αυτό ανάποδη κυβίστηση στον αέρα και να προσγειωθεί στην κορυφή του γύφτικου τσαντιριού αδειάζοντας το περιεχόμενό του, το οποίο τελικά επεκτάθηκε από τα σκέλια, στα πόδια και μέχρι το χαλί της κουζίνας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που λέγαμε. Το ίδιο το μπρίκι γλίτωσε περαιτέρω πτώση, προσωρινά, διότι γαντζώθηκε στην κορυφή του τσαντιριού αδειανό κι ανάποδα.
«Αχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ……..» η φωνή ήταν τέτοια που εύλογα κάποιος τρίτος καλόπιστος ωτακουστής θα λεγε πως η σφαίρα διαπέρασε τα μαλακά μόρια του θύματος και το μοιραίο είχε επέλθει. Κάπως έτσι ίσως σκέφτηκε η Τασία όταν πετάχτηκε από το πάπλωμα με τον πρώτο γυάλινο τσακισμένο ήχο, χωρίς όμως να είμαι και απόλυτα σίγουρος για τις θηλυκές σκέψεις, για να βρεθεί σε χρόνο ντε τε αναμαλλιασμένη μπροστά του.
«Κοίτα τι έκανες βρε στο χαλιιιιιιιιιιιιι…….» τσίριξε τραβώντας όσο πήγαινε την κορώνα, σαν πριμαντόνα στη σκηνή.
Ο Μπάμπης έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε λίγο το σώβρακο που φορούσε. Το περιεχόμενο είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Οι όρχεις συνέχιζαν να κουνιούνται χωρίς να πέφτουν.
«Σταθερή αξία» σκέφτηκε μέσα στον πόνο του.

* * * * *

c.  C.Litzerinos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου