Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ


Μόλις τέλειωσε το εργόχειρο, το άπλωσε στα πόδια της και το καμάρωνε. Πάνω στις προκαθορισμένες τρύπες του καμβά οι μουλινέδες, αφού πρώτα στριμώχτηκαν, μετά απλώθηκαν και τον χρωμάτισαν με γαλάζια, πράσινα και καφέ μοτίβα. Ένα μαύρο ναυτικό καπέλο οριοθετούσε το ταβάνι του, ενώ μια καφέ πίπα έστελνε μηνύματα καπνού στο δωμάτιο. Στο βάθος του εργόχειρου αχνόφεγγε μια θάλασσα μέσα σε μπλε μουλινέδες. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα τοποθέτησε με προσοχή δίπλα στις βελόνες. Έτριψε τα μάτια να σβήσει από πάνω τους τη χρωματική παλέτα του εργόχειρου, που τόσες μέρες πότιζαν τα βλέφαρα και το πετσί της και έψαξε τριγύρω. Η γάτα στη γωνιά του τζακιού γουργούριζε αμέριμνη και τα κούτσουρα έτριζαν ανυποψίαστα.
«Νικόλααα μου…»  φώναξε η γριά. Τίποτα. Η γάτα ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε το γουργουρητό της. Ξαναφώναξε το όνομά του. Πάλι τίποτα. Με κόπο στύλωσε τα στραβοπόδαρά της η Βγενιώ για να σηκωθεί από τον καναπέ. Ο Νικόλας της υπέφερε από τα ρευματικά του. Τόσα χρόνια στα καράβια η θάλασσα του σκούριασε τα κόκαλα μέχρι το μεδούλι. Δεν έβγαινε από το σπίτι, παρά μόνο αν ήταν ανάγκη. Η Βγενιώ θυμήθηκε τότε να της λέει πριν λίγο, πως θα πήγαινε προς νερού του. Δεν άκουγε και καλά. Το μηχανοστάσιο του είχε ανοίξει κάτι τρύπες να στα τύμπανα και κάθε ήχος που έμπαινε μέσα, αμέσως χάνονταν χωρίς γυρισμό για τον Νικόλα.
Ξανακάθισε στον καναπέ και βάλθηκε να κοιτάζει τώρα τις σπίθες στα κούτσουρα. Στριφογύριζαν για λίγο σαν μικρές φωτίτσες και ύστερα έσβηναν με μιας και χάνονταν. Σα να μην υπήρξαν ποτέ. Και ξανά πάλι απ΄την αρχή. Ένας παθιασμένος χορός από σπίθες, σαν εκείνα τα ταγκό που της χάριζε ο Νικόλας στη Λέσχη των αξιωματικών όταν γύριζε από τα μπάρκα του. Να !!! Μια σπίθα, αγκαλιάζεται με μιαν άλλη και ξεκινούν τη ραμπόνα τους. Ύστερα μια σεντάδα και μετά η τιχέρα. Να !!! Η σαλίδα σβήνει τις σπίθες που έκαιγαν τόση ώρα τα σώματα και ξεψυχά εκείνη στην αγκαλιά του, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, για να πάρει αυτό που της έλειψε τόσους μήνες και να χαμογελάσει το χείλη της με ένα 
«Σ’ αγαπώ»

«Βγενιώωω μου…» άνοιξε τα χέρια του κι εκείνη έτρεξε στην αγκαλιά του, ενώ ο Κωστής και η Θάλεια δεν κρατιόταν και ψαχούλευαν τις βαλίτσες και τις σακούλες με τα δώρα. Τη φίλησε στο στόμα και αφέθηκε στο φιλί του. Τα μάτια του πρόδιδαν στη Βγενιώ αυτό που κάθε φορά συγχωρνούσε ο ερχομός στο σπίτι. Ο γυρισμός που συγχωρνάει και ενώνει είναι πιο δυνατός από τον μεγαλύτερο έρωτα της γης και της θάλασσας. Μετά από λίγο τα μάτια τους γίνονταν λίμνη ακύμαντη, ύστερα χορός, αγκαλιές, χαρά και ξανά θάλασσα θυμωμένη, στο κατευόδιο και στο κούνημα του χεριού. Πολλές φορές επαναλήφθηκε η ίδια εικόνα στη ζωή της, ώσπου χάθηκαν από το κάδρο ο Κωστής και η Θάλεια σε άλλα σπίτια και έμειναν μόνοι. Τώρα όμως ήταν συνέχεια μαζί.

Ξεκλείδωσε το εργόχειρο από το τελάρο και με τα μάτια έψαξε τους τοίχους να προβάρει το μέρος που θα το κρεμούσε. Κατέληξε ότι πρέπει να βάλει τον γέρο ναυτικό με την πίπα του πάνω από το τζάκι. Μια ωραία ξύλινη κορνίζα σε χρώμα καφέ – ναι καφέ κορνίζα να βάλω μονολόγησε – θα ταίριαζε με το καφέ τζακόξυλο. Η γριά ανασηκώθηκε και στήριξε αυτή τη φορά τα στραβοπόδαρά της. Έκαμε ένα βήμα και πλησίασε στο τζάκι. Η γάτα ξεβολεύτηκε από τη θέση της και πήδηξε στον καναπέ. Στη ζεστή μεριά που καθόταν η Βγενιώ. Κοίταξε προς την τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» αμέσως όμως  το μετάνιωσε
«Δεν ακούει ο Νικόλας μου…» μονολόγησε και τράβηξε το σκαμνάκι στη μέση του τζακιού. Μέτρησε με τα μάτια το ύψος και σκάλωσε τα χέρια της στο τζακόξυλο. Έριξε πρώτα το ένα πόδι με δυσκολία στο σκαμνί, ανασηκώθηκε λίγο και ύστερα το άλλο. Στεκόταν τώρα όρθια στο σκαμνί και κεντράριζε τον τοίχο, ενώ στη βάση του, κοντά στα πλακάκια, τα ξύλα ζορίζονταν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους και την τιμή του μάστορα που τα πελέκησε και τα συναρμολόγησε. Ακουμπούσε τον γέρο ναυτικό στον τοίχο και τον έσιαζε να μη γέρνει, όταν ένα από τα ξύλα έχανε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αποφάσιζε να ατιμάσει τον μάστορα που το εμπιστεύτηκε.
«Νικόλααα μου…» φώναξε με όση δύναμη είχε, την ώρα που υποχωρούσε ένα από τα τέσσερα ξύλα του σκαμνιού και το κορμί της έγερνε στο κενό. Το μάρμαρο, ζεστό από τον αλλόφρονα  χορό της φωτιάς, φύλαξε το αίμα που κύλησε από το μέτωπό της. Ο γέρο ναυτικός, αφού έκανε έναν αέρινο στροβιλισμό, την ακολούθησε στο κατόπι και της σφούγγισε απαλά το μέτωπο. Οι μουλινέδες κοκκίνισαν. Τρόμαξε η γάτα τόσο πολύ που γούρλωσε τα πράσινα μάτια και στριμώχτηκε στην μαξιλάρα του καναπέ.

Η Βγενιώ αεράτη, έτρεξε σβέλτα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε το μαύρο τάγκο ντρες φόρεμά της, εκείνο που φόραγε στις λέσχες με τον Νικόλα και άφηνε όλη της την πλάτη γυμνή στα μάτια των ανδρών. Το φόρεσε. Έβαλε κοκκινάδι στα χείλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια κόκκινη στάμπα στο μέτωπο έμοιαζε με λουλούδι που έρρεε φως και χρωμάτιζε με ρουζ τα μάγουλά της. Έσκυψε, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες και μπήκε στην τουαλέτα.
«Νικόλααα μου…» φώναξε χαρούμενη,
«… πάμε να χορέψουμε  ένα ταγκό…» κι εκείνος ξαπλωμένος ανάσκελα στα πλακάκια του μπάνιου την άκουσε.

* * * * * *