Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Αγόρασε από τον γύφτο ένα καρπούζι και ένα πεπόνι και μου τα δωσε να τα πάω στη μάνα. Το πεπόνι μικρό όπως ήταν, βολεύτηκε στην αριστερή μου μασχάλη. Το καρπούζι με ζόριζε να το βολέψω. Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά και η δεκαετία του εβδομήντα έσβηνε την οργή της μέσα στη φασαρία των τζιτζικιών. Δεν είχα ιδέα από δεκαετίες, παρά μόνο από τζιτζίκια. Στη σκιά του πλάτανου οι άνδρες δροσίζονταν και παρακολουθούσαν την αγωνία μου να μεταφέρω τα φρούτα σώα και αβλαβή στο σπίτι. Ένας γέρος πετάχτηκε και φώναξε
«Γιατί δεν κάνς μπάλα το καρπούζ  να το πας κλωτσώντας σπίτ;»
Η πρόταση καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό ως  φανταστική ιδέα που θα μαλάκωνε σίγουρα το μαρτύριο. Το ποδόσφαιρο το είχα στα πόδια. Λίγο βαρύτερη ήταν η καινούρια μπάλα, αλλά δε βαριέσαι. Έσκυψα προσεκτικά και έστησα τη «μπάλα» στη μέση του δρόμου, μπροστά στα γυμνά δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Στερέωσα ύστερα καλά το πεπόνι στην αριστερή μασχάλη και ετοιμάστηκα, σαν μπαλαδόρος, να δώσω το εναρκτήριο λάκτισμα, ενώ το κοινό στις καρέκλες παρακολουθούσε με αγωνία. Όταν παίζαμε μπάλα στο χοροστάσι, κανένας μεγάλος δεν ενδιαφερόταν να μας δει και σήμερα δεν έβγαζαν τσιμουδιά, μέχρι που ακούστηκε πρώτα ένα «κράκ» και μετά ένα «ωχ», τη στιγμή ακριβώς που τα γυμνά δάχτυλα ακουμπούσαν τη «μπάλα». Δεν κουνήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνη, ενώ εγώ άρχισα το κουτσό. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μασχάλη το πεπόνι. Μια άγρια χαρά ξεχύθηκε από τις «κερκίδες» του καφενείου, φτιασιδωμένη με χειροκροτήματα και κοροϊδευτικά χάχανα. Έτσι μάλλον γίνεται στα μεγάλα γήπεδα, σκέφτηκα και αμέσως σταμάτησα το κουτσό. Άλλαξα τακτική και πήρα βαθιές ανάσες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τους «φιλάθλους». Είχαν ησυχάσει πάλι, περιμένοντας τη νέα προσπάθειά μου να πετύχω το αναθεματισμένο γκολ. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αφουγκράστηκα ότι και τα τζιτζίκια είχαν κάνει ομαδική παύση του τραγουδιού τους στο πλατάνι. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω την προσπάθεια. Ήταν σίγουρο πια ότι πέρα από τους μεγάλους στις καρέκλες και τα τζιτζίκια στο δέντρο παρακολουθούσαν τον αγώνα μου με ενδιαφέρον. Το λάκτισμα θα γινόταν αυτή τη φορά με την πατούσα, για περισσότερη σιγουριά, αλλά και γιατί το μεγάλο δάχτυλο πονούσε.
«Έξυπνη τρίπλα, θα βουλώσω στόματα» σκέφτηκα και έδωσα μια με το δεξί. Η τσουρουφλισμένη πατούσα ένοιωσε το δροσιά του καρπουζιού, τα μάτια μου καρφώθηκαν στην κίνησή του και η καρδιά μου ανακουφισμένη αφέθηκε στη χαρά της αθωότητας. Το καρπούζι στη μέση του ασφάλτινου δρόμου τσουλούσε υπέροχα ελλειπτικά. Οι ρίγες του ζωγράφιζαν καλειδοσκοπικά σχήματα που έπαιζαν με τις κόρες των ματιών παιχνίδια φαντασίας. Καμμιά φωνή, κανένα επιφώνημα πίσω μου, καμμιά τζιτζικίσια χασμωδία. Ένα χαλικάκι μόνο στη μέση του δρόμου περίμενε υπομονετικά, εκεί που το άφησε η ρόδα κάποιου αυτοκινήτου. Το σκηνικό τριγύρω μου σήμερα ήταν στημένο κατά πως όρισε ένας αόρατος σκηνοθέτης και καθένας, στον χρόνο του, θα έπαιζε κι έναν ρόλο. Οι άνδρες θα χειροκροτούσαν το γκόλ, τα τζιτζίκια θα τραγουδούσαν τη νίκη, εγώ θα σήκωνα το χέρι και θα πανηγύριζα, ενώ το ύπουλο χαλίκι περίμενε μονάχο.
Ένα κούφιο κράου ακούστηκε και το καλειδοσκόπιο σταμάτησε τους στροβιλισμούς, ακριβώς στο σημείο που περίμενε το ύπουλο χαλίκι. Το καρπούζι άνοιξε στα δυό και αφού τα ημισφαίρια ταλαντεύτηκαν για λίγο, ισορρόπησαν στη μέση του δρόμου. Ο χρόνος πήρε θέση και καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Οι άνδρες άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα ενώ τα τζιτζίκια ξεκίνησαν, όλα μαζί, το γλέντι. Έσκυψα δειλά πάνω από τις δυο φέτες και κοίταξα καλύτερα τα μέσα του. Μικροί μικροί ξεθωριασμένοι σπόροι, σε γεωμετρική διάταξη,  αυλάκωναν την κάτασπρη σάρκα. Σήκωσα το δεξί χέρι ψηλά και γύρισα το κεφάλι στην παρέα των γερόντων, οι οποίοι ακόμη χαχάνιζαν. Φώναξα  δυνατά για να με ακούσουν.
«Μάπα το καρπούζ !!!!!»

* * * * *

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Το Ζήτα και το Θήτα

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να ρουφήξω
τα νερά
Βάζω το Άλφα και το Βήτα
μετά το Ζήτα και το Θήτα
μακριά

Η αγάπη όμως παντομίμα
μοιάζει λεπτή κλωστή και νήμα
που χαρακώνει την καρδιά
Μόλις το φως της δυναμώνει
τότε το Θήτα το θολώνει
παιδιά χορεύουν με το Ζήτα
αγκαλιά.

Είναι η αγάπη οργή και γέλιο
παράθυρο στη μοναξιά
παπάς που λέει το βαγγέλιο
κι ο ουρανός χαμογελά

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να τσακώσω
τη χαρά
Βάζω μετά ό,τι έχω ζήσει
απ΄της ζωής μου το μεθύσι 
στη σειρά
και βγαίνουν όλα ένα ένα
μικρά, μεγάλα, τιποτένια
στρατιωτάκια αντικριστά.