Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΝΕΡΟ



Φωτο: Απόβλητα στις Σκουριές Χαλκιδικής.

Η πλάτη του στηριγμένη πάνω στον σταφιδιασμένο κορμό απ’ το αλμυρίκι συγκλονιζόταν απ’ τις κράμπες. Παραλυμένος, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ ατενίζει το έρεβος στην επιφάνεια του ποταμού, καθώς τα όρνια συνωστίζονταν γύρω του. Ν’ ατενίζει παίζοντας με τα χρυσά νομίσματα του, που ξεχείλιζαν από εκείνη την γαβάθα πλάι του.
Θυμόταν στην απέναντι όχθη, όταν ήταν μικροί, που κρύβονταν πίσω απ’ τους ολοζώντανους θάμνους καρτερώντας τις βίδρες. Τους άρεσε να τις αντικρίζουν έτσι κεφάτες να στροβιλίζονται  αμέριμνα μέσα στα κρυστάλλινα νερά, πότε πότε τσιμπώντας από κανέναν νεογέννητο κυπρίνο. Αν ήταν τυχεροί μάλιστα πετύχαιναν και τους κάστορες να ξεμυτίζουν ντροπαλά απ’ τα ξύλινα οχυρά τους.
Εκεί τώρα, ένας φωτογράφος  χάριζε αθανασία στην σκηνή που σιγοψιθύριζε τον θάνατο. Κάποτε οι κυνηγοί στιγμών ξετρελαίνονταν που στο μέσο της άγονης ερημιάς ξεπρόβαλε το χωριουδάκι τους με την όαση που έσφυζε από ζωή. Σήμερα οι ίδιοι άνθρωποι κατέφθαναν για ν’ απαθανατίσουν τις ύστατες στιγμές αυτού εδώ του τόπου.
 Ποιο εξώφυλλο άραγε θα έφερε αύριο τα μελανά νερά, τις καμινάδες που υψώνονταν σαν βλοσυροί καλόγεροι και τον τοξικό καπνό που ξέρναγαν; Τουλάχιστον τώρα κανείς δεν θα βρισκόταν να του το εκτοξεύσει οργισμένα στην μούρη.
Ίσως αυτές τις αναμνήσεις να εννοούσαν όταν λέγαν πως λίγο πριν το θάνατο περνά η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια σου. Δεν τις έλεγχε… Εκλιπαρούσε απεγνωσμένα να φύγουν, να σκορπιστούν σαν  σκιαγμένα κοράκια, προσευχόταν γοερά να λυτρωθεί, μα τίποτα δεν άλλαζε.
Ο νους του τώρα έτρεξε στα εγκαίνια του μεγάλου εργοστασίου του. «Θα παίρνεις και το κάτι τις για να κρύβεις και τα λύματα που θα πετάμε στο ποτάμι. Έγνοια σου…». Τι γλοιώδης που του φαινόταν ο εαυτός του τώρα, σαν έφερνε στο νου όσα έλεγε στον συνεργάτη του… Τα πάντα για την τσέπη μας. Τα πάντα για το συμφέρον. Μα ποιο είναι αλήθεια το συμφέρον μας;
Έσφιξε  ένα νόμισμα μ’ αποστροφή. Τίναξε το χέρι του απότομα να καταφέρει ένα τελευταίο «ψαράκι». Μα πλέον τα ψάρια δεν ταίριαζαν σ’ αυτό το περιβάλλον, σε καμία τους μορφή.
Το σώμα του αποκρίθηκε με άγριους σπασμούς. Κάποτε πίστευε πως τα λεφτά αγόραζαν τα πάντα. Κανείς δεν καταδέχθηκε όμως δυο στάλες νερό να του πουλήσει εδώ και μέρες περιπλάνησης, κι ας προσέφερε την ξέχειλη από χρυσά νομίσματα γαβάθα του. Το νερό ήταν πολύτιμο. Μόνο οι ανόητοι το μοίραζαν.
Ένοιωθε να του σφίγγουν τα μηνίγγια με μια άκαρδη τανάλια. Πάνω στον ίλιγγο, λες και το νερό τον εκδικούνταν, μες στην γαβάθα νερό χρυσάφι αντίκρισε, θαρρούσε απ’ τις αχτίδες του ανελέητου ήλιου.
Λαίμαργα άνοιξε διάπλατα το στόμα και έγειρε την γαβάθα να το γευτεί, στάλα να μην αφήσει. «Συγγνώμη νεράκι μου καλό που δεν σε σεβόμουν. Σώσε με κι αλλάζω.»
Ίσως πάλι να μην ήταν παραισθήσεις. Ίσως ν’ αποφάσισε ότι αυτό του άρμοζε. Ή ίσως  στην πάλη των ενδόμυχων να νίκησε η ανάγκη διαφυγής από τον πόνο των τελευταίων ετούτων οδυνηρών συλλογισμών.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ. Μονάχα το σώμα του βρήκαν πνιγμένο απ’ τα χρυσά νομίσματα ή μάλλον ότι είχε απομείνει από τα όρνια που τώρα είχαν πετάξει μακριά, να ξεδιψάσουν μετά το λουκούλλειο γεύμα τους./







Ο Χρήστος Καρούλης είναι δεκαεννέα ετών και σπουδάζει Βιολογία στο ΑΠΘ. Γράφει συστηματικά εδώ και δυο χρόνια τόσο ποίηση όσο και διηγήματα. Ιδανικό αποτέλεσμα αυτού θεωρεί πως θα ήταν να δώσει νέες προοπτικές στην κοσμοθεωρία των αναγνωστών του.




Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΗΣ ΘΕΑΣ


Φωτο: Michael Cox

Έσυρα πάλι στ’ ακρογιαλιού
τον μακρύ περίπατο
ν’ αναζητήσω την πολυπόθητη θεά.
Αύριο ίσως φύγει πάλι
για κάποια απάτητη κορφή,
για κάποιο δάσος έρημο…
Κάποτε κρύβεται μες στο συρτάρι
εκείνο το παλιό, το ξεχασμένο
που σε γυρίζει πίσω στο αθώο.
Άλλοτε φωλιάζει σ’ ένα πρόσωπο
τυχαίο, φευγαλέο, άγνωστο,
κακάσχημο, πλασμένο από λάσπη λες,
αγγελικό, βγαλμένο απ’ τον παράδεισο.

Θεά φιλήδονη, γλυκιά,
κάθεται εκνευριστικά και αναμένει
την γεύση την πρωτόγνωρη,
το βίωμα το νέο
κι αλλάζει ονόματα.
Πότε την λένε Αφροδίτη,
πότε την λένε Άρτεμις
και πότε Αθηνά.
Κι άλλοτε ανώνυμη
να βασανίζει κάθε Αλκαίο.


Ο Χρήστος Καρούλης είναι δέκα εννέα χρονών και σπουδάζει Βιολογία στο Α.Π.Θ.Γράφει συστηματικά εδώ και δυο χρόνια τόσο ποίηση όσο και διηγήματα. Ιδανικό αποτέλεσμα αυτού θεωρεί πως θα ήταν να δώσει νέες προοπτικές στην κοσμοθεωρία των αναγνωστών του. 

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ







  Όταν ήμουν παιδί απομνημόνευα κατ΄εντολή των μεγάλων. Ιστορία, Γεωγραφία, Μαθηματικά, Θρησκευτικά. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τη χρησιμότητα ύπαρξης των μεγάλων, ούτε να απομνημονεύσω τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους όταν έδειχναν αυτό που ήταν, δηλαδή μεγάλοι. Έτσι δεν θυμάμαι την έκφραση της μαμάς μου όταν μου έλεγε «να το φας όλο το φαγητό που σου έβαλα», ή του μπαμπά όταν με κοίταζε σα να με λυπόταν. Όλοι τους συμφωνούσαν ότι είμαι ένα παράξενο παιδί που δεν αντιλαμβάνεται βασικά πράγματα, όπως υπακοή, πίστη, ταπεινοφροσύνη,  παρά μόνο παπαγαλίζει βαρετά μαθήματα, τα οποία όμως αρνιόταν να παρουσιάσει δημόσια, σε μια αίθουσα σχολείου παραδείγματος χάριν, ή σε μια σχετική ερώτηση μεγαλυτέρου, κατά της διάρκεια ενός δείπνου με οικογενειακούς φίλους.
   Θεώρησα ειρωνική την κίνηση του μπαμπά να μου χαρίσει έναν μεγάλο πράσινο παπαγάλο στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε ότι αντιπαθούσα τα πουλιά σε κλουβί. Έβγαλα λοιπόν τον παπαγάλο από το κλουβί και του έμαθα να πετά μέσα στο σπίτι και να μιλά. Η μοναδική λέξη που του έμαθα εύκολα και την ξεστόμιζε με το παραμικρό ήταν «μαλάκα».
   Ο παπαγάλος εμφανιζόταν τις πιο ακατάλληλες στιγμές μέσα στο σπίτι, όταν δεν κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα του δωματίου μου. Στο κεφάλι της μαμάς την ώρα που έτρεχε αλαφιασμένη στην κουζίνα να βγάλει την γαλοπούλα κάρβουνο από τον φούρνο. «Μαλάκα» της φώναζε και, με ένα φρρρρ, πετούσε στο μπράτσο της πολυθρόνας του μπαμπά, όταν εκείνος έβλεπε ειδήσεις στην τηλεόραση και μονολογούσε για την πολιτική. «Μαλάκα» του φώναζε, τον κοίταζε για μια στιγμούλα στα μάτια και, πριν προλάβει να φάει την εφημερίδα στο κεφάλι, βρισκόταν στο περβάζι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού. Διασκέδαζα είναι αλήθεια με τον παπαγάλο μου. Του απαγόρευσα να μάθει Ιστορία, Μαθηματικά, Γεωγραφία, Θρησκευτικά. Η λέξη που του έμαθα ήταν αρκετή, μας προσδιόριζε ικανοποιητικά ως οικογένεια, οπότε οποιαδήποτε άλλη γνώση θα του ήταν άχρηστη.
   Ενώ θα έπρεπε να ντρέπομαι που ήμουν μέλος μια τέτοιας οικογένειας, εγώ, αντιθέτως, θεωρούσα διασκεδαστικό το γεγονός της συνύπαρξής μου με μαλάκες γονείς. Ο συγχρωτισμός όμως με μια μαλακισμένη οικογένεια μπορεί ασυναίσθητα να οδηγήσει όλα τα μέλη της σε  συμπεριφορές μακάριας μαλακίας, οπότε ένα μικρό παιδί εύκολα μπορεί να οδηγηθεί στα ηδυπαθή μονοπάτια της. Οι γονείς μου φρόντισαν και γι΄αυτό.
   Μετά από κάθε σχολική αριστεία (με περισπωμένη στο ιώτα), ο μπαμπάς άρχισε να μου  χαρίζει διάφορα ηλεκτρονικά γκάτζετ, όπως υπολογιστές, κινητά, παιχνίδια και η μαμά, ακριβά ρούχα και παπούτσια τελευταίας μόδας. Δεν χρειαζόταν πια μεγάλη προσπάθεια να πέσω με τα μούτρα στη μαλακία. Για την αληθινή μαλακία δε, τιμωρήθηκα με αυστηρή μητρική επίπληξη και πατρικό συννεφιασμένο βλέμμα, όταν ο παπαγάλος φτερούγισε αλαφιασμένος πάνω από τα ανοιχτά μου σκέλη, φωνάζοντας ο αθεόφοβος σαν ξελιγωμένος πορνόγερος. Δεν ξέρω από ποιόν έμαθε τη συγκεκριμένη λέξη που ξεστόμισε, πάντως όχι από μένα. Αρκούσε η φασαρία του παπαγάλου να κινήσει την περιέργεια του μικρού μου αδελφού και φυσικά να φτάσουν τα μαντάτα για τη μαλακία μου στους γονείς, όταν τους φανέρωσε με περισσή γλυκύτητα το μπάσταρδο: «μαμά η αδελφή μου χαϊδεύει το κουτί της». Τότε ήταν που έπνιξα τον παπαγάλο μαζί με τον πρώτο μου οργασμό. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. 
   Δυο χρόνια μετά τον θάνατο του παπαγάλου, με τον φρικτό τρόπο που σας περιέγραψα, και αφού είχα γνωρίσει την γλυκύτητα της αληθινής μαλακίας, συνέβη και ένα άλλο γεγονός, το οποίο μόλις τώρα μου ήρθε στο μυαλό. Θα προσπαθήσω να το ανασυνθέσω και να σας το παρουσιάσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα, παρότι δεν φρόντισα να το παπαγαλίσω.
   Ήταν ένα απόγευμα όταν γύρισε η μαμά από τον εβδομαδιαίο καλλωπισμό της στο ινστιτούτο ομορφιάς, δηλαδή μαλλιά, πρόσωπο, νύχια, αποτρίχωση μπικίνι. Ο μπαμπάς είχε επιστρέψει νωρίτερα στο σπίτι, είχε ανοίξει έναν χαρτοφύλακα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το γέμισε κόλλες χαρτιών και ντοσιέ που κουβάλησε από τη δουλειά του. Εγώ εκείνη τη στιγμή παπαγάλιζα την Ιστορία και ο μικρός μου αδελφός έπαιζε στο κινητό του ένα παιχνίδι με τέρατα και σκοτωμούς. Κάθε τόσο έβγαζε άναρθρες κραυγές ανθρώπου των σπηλαίων. Το μόμολο !!!  
   Αν θυμάμαι καλά ο μπαμπάς είπε στη μαμά: «Τούλα τέρμα τα σούρτα φέρτα στο ινστιτούτα» και η μαμά αν θυμάμαι καλά του απάντησε: «Γιατί καλέ;».
   Αμέσως σταμάτησα την ανάγνωση και έστησα αυτί. Οι μεγάλοι έπαιρναν ένα παράξενο ύφος όταν ζορίζονταν. Δεν με βοηθά αυτή τη στιγμή η μνήμη μου να σας το περιγράψω, πάντως πρέπει να ήταν σαν το ύφος της Μαρίας Αντουανέτας τη στιγμή που έβαζε το κεφάλι της στη λαιμητόμο του Ροβεσπιέρου. Πάντα η Ιστορία βοηθά να περιγράψεις στριμόκωλες καταστάσεις κι εγώ την είχα μάθει απέξω, ανακατωτά και σε βάθος. Η μαμά εκείνη τη στιγμή πρέπει να άκουγε τρομαγμένη τη φασαρία του πεινασμένου όχλου στην πλατεία, ενώ ο μπαμπάς ακόνιζε τη λεπίδα της γκιλοτίνας για το μοιραίο.
   Αν θυμάμαι καλά συνέχισε ατάραχος και της είπε κάτι σαν: «Τούλα δεν υπάρχει σάλιο».
   Εγώ ήδη γνώριζα ότι με το σάλιο η μαλακία ήταν πάντα πετυχημένη, οπότε αυτομάτως συνέδεσα το γεγονός με την πτώση της περιόδου της μαλακίας στο σπίτι μας. Κατέταξα το γεγονός στα ιστορικά, μαζί με τη δολοφονία του παπαγάλου μας, την πτώση της γαλλικής μοναρχίας και περίμενα αντιδράσεις από τη μαναρχία.
   Παραδόξως η μαμά δεν έσκυψε το κεφάλι, αντιθέτως στήθηκε απέναντι στον Ροβεσπιέρο της και του αντιμίλησε, αν θυμάμαι καλά του είπε κάτι σαν: «Μωρέ τι μας λες, να κόψεις το κεφάλι σου να βρεις, εγώ το παντεσπάνι μου δεν το αποχωρίζομαι». Για τη λέξη «παντεσπάνι» δεν κόβω και τον λαιμό μου ότι την είπε, την ταίριαξα όμως στην περίσταση. Αυτομάτως αντεστράφησαν οι όροι, τώρα έβλεπα τον Ροβεσπιέρο να σκύβει το κεφάλι, η μαμά ήταν ξεκάθαρη, δεν υπήρχε περίπτωση να θυσιάσει το δικό της κεφάλι για λίγο σάλιο, άλλωστε κουβαλούσε και το δικό μας βάρος, το οποίο κάποια στιγμή το έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επιτακτικά: «Τα παιδιά τι θα γίνουν; Θα χάσουν τα παιχνίδια, τα ρούχα, τα καλά σχολεία, τις διακοπές τους; Είσαι με τα καλά σου; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα…»
   Τότε κατάλαβα ότι δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο η πτώση της μαλακίας. Έχει ισχυρές ρίζες. Βασίζεται στη γλυκερή και λάγνα αποπλάνηση των αισθήσεων, στον οργασμό της φαντασιωμένης πραγματικότητας, κάτι σαν virtual reality που λέγαμε εμείς τα παιδιά στα σχολειά, ή σαν σκέτο ριάλιτι που λέγανε οι μεγάλοι στις τηλεοράσεις.
   Δεν έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου, διότι μπορεί να ήμουν ένα παιδί που δεν μιλούσε συχνά, σκεφτόταν όμως για το κάθε τι που έβλεπε γύρω του. Στην οικογενειακή μας υπόθεση, ήταν ξεκάθαρο πια ότι βαδίζαμε σε μια νέα περίοδο μαλακίας, αυτό που δεν γνώριζα μόνο ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου. Αν τα γνώριζα όμως, θα ήμουν μάγισσα και όχι ένα κορίτσι δεκάξι χρονών.
   Ο μπαμπάς πράγματι έκοψε το κεφάλι του να στηρίξει τη συνέχιση του θεσμού της μαλακίας στο σπίτι μας και μάλλον βρήκε έναν τρόπο, διότι όταν μας τον ανάγγειλε ήταν περιχαρής. Γελούσαν και οι φαβορίτες του, μουστάκι δεν είχε. Η μαμά έδειξε ικανοποιημένη με το πρότζεκτ του μπαμπά, λίγο πιο συγκρατημένη, αλλά ικανοποιημένη. Αυτό το κατάλαβα από το μισό γελάκι που αμόλησε και το ταυτόχρονο σιάξιμο της λακαρισμένης φράντζας της. Ήταν μερικά σημάδια στις κινήσεις της μαμάς και του μπαμπά που τα είχα ταυτίσει με συγκεκριμένη κάθε φορά ψυχοσύνθεσή τους. Τότε κατάλαβα ότι η μαλακία δεν έχει όρια. Τείνει στο άπειρο, δεν μπορείς να απαλλαγείς εύκολα από αυτή αν σου έχει κυριεύσει το μεδούλι, κάνει τη ζωή να φαίνεται παιχνίδι, μέχρι να φτάσεις στο επόμενο νεκρό δευτερόλεπτο του οργασμού. Στη σημείο μηδέν. Μετά αναλαμβάνει το μυαλό να γεμίσει το κενό με τη σκέψη: «δεν έγινε και τίποτα, τράβα ακόμη μια» και ούτω καθ εξής.
   «Κανόνισα…» είπε θριαμβευτικά ο μπαμπάς «…να μας δανείσει τα χρήματα που θες για τον καλλωπισμό το ινστιτούτο σου, με την προϋπόθεση να τα ξοδέψεις όλα εκεί και θα τα αποπληρώσουμε σε δόσεις με … κάποιο επιτόκιο»
   Το πρότζεκτ ανάκαμψης του μπαμπά περιελάμβανε όλα τα χρειαζούμενα: καινούριο αυτοκίνητο, καινούρια γκατζετάκια, παρακολούθηση της μόδας, μπαλέτο, θέατρο, ταξίδια, κινητό για το μόμολο κλπ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο χρηματοδότησης και αποπληρωμής.
   Εκείνη τη στιγμή πεθύμησα τον καημένο τον παπαγάλο μου. Ο θάνατος όμως δεν έχει γυρισμό και λούφαξα σε μια γωνία, κάνοντας τους δικούς μου ιδιοτελείς υπολογισμούς.
   Σκέφτηκα τον κούκλο στο δισκάδικο της γειτονιάς, άφησα κάτω τα βιβλία και τα τετράδια και έτρεξα στη γωνία. Αν θυμάμαι καλά του έκλεισα το μάτι και του είπα κάτι σαν: «Θα ήθελα τον καινούριο δίσκο της Ριάνας, αλλά δεν έχω λεφτά να τον πληρώσω»
   Τότε αποχαιρέτησα την παρθενιά μου και έκοψα μαχαίρι τη μαλακία για πάντα./

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ




   Τις καθημερινές έβγαζε τον σκύλο βόλτα ο Τάκης όσο ζούσε, μετά που πέθανε έπρεπε να τον βγάζω εγώ κι ας μη τον συμπαθούσα ιδιαίτερα γιατί μου γέμιζε τα χαλιά τρίχες. Τον έβγαζα φυσικά και τα σαββατοκύριακα. Όσο νάναι οι ανάγκες ενός σκύλου δεν ξεχωρίζουν καθημερινές και αργίες.
   
   Αγαπούσα τρελά τον Τάκη. Σιγά σιγά η βόλτα του σκύλου ήρθε να μαλακώσει τον πόνο της απώλειας, όσο μπορεί να μαλακώσει μια απώλεια ένας περίπατος με σκύλο. Ο Νικολάκης, ο μοναχογιός μας, με ακολουθούσε σκαλωμένος στη φούστα ή το μπουφάν μου και πάντα σιωπηλός. Αισθανόταν τον πόνο και την οργή που ένοιωθα για την απώλεια του άνδρα μου, αλλά δεν μιλούσε. Ούτε ο Μάγκας, έτσι φωνάζαμε τον σκύλο, είχε ποτέ όρεξη για παιχνίδια  από τότε που πέθανε το αφεντικό του. Μια βόλτα μέχρι το πάρκο για κατούρημα και ξανά πίσω στο σπίτι. Την ίδια μέρα και ώρα η ίδια σιωπηλή παρέα διέσχιζε τον δρόμο μέχρι το πάρκο της πόλης και ξανά πίσω.
   
   Όσο περνούσαν οι μέρες ξεχνούσα να μιλάω. Ο Νικολάκης με κοίταζε στο στόμα μήπως και βγάλω κάποια κουβέντα, το ίδιο και ο Μάγκας μήπως βγάλω ένα παράγγελμα ή ένα σφύριγμα. Τίποτα. Το γέλιο ήταν μια μακρινή ανάμνηση, από τότε που ο Τάκης μάς αράδιαζε με τον δικό του τρόπο ωραία ανέκδοτα και γελούσαμε όλοι μαζί. Το γέλιο μας ακολουθούσε και ο Μάγκας, με ένα συνεχές κούνημα της ουράς και τρεχάλα στο σαλόνι  σαν σίφουνας.

- Βλέπεις και ο Μάγκας γελάει με τα ανέκδοτά μου, συνήθιζε να λέει.
Εγώ τότε έβλεπα τις τρίχες στο χαλί και σηκωνόταν η τρίχα μου κάγκελο.
   
   Έσβηνε ο πίνακας του μυαλού μου  και ενώ θα έπρεπε να ανησυχώ, δεν έδινα σημασία. Το κάθε τι το έκανα μηχανικά και είχα αποφασίσει ότι δεν έχουν καμία αξία πλέον το γέλιο ή η κουβέντα. Μόνο ο γιος μου.
   
   Η σημερινή απογευματινή βόλτα ήταν μια από τα ίδια. Εγώ μπροστά κρατώντας το λουρί του Μάγκα και στη φούστα μου πάνω ο Νικολάκης. Διασχίσαμε τον δρόμο και μπήκαμε στο πάρκο. Ο κόσμος σήμερα ήταν λιγοστός και ο ουρανός είχε τις μαύρες του. Τέλειο τοπίο για τη ψυχοσύνθεσή μου, αλλά και για το κατούρημα του Μάγκα. Λίγο πριν τον θάμνο που είχε μαρκάρει, ο Νικολάκης μου τράβηξε τη φούστα.

- Τι είναι αυτά μαμά;
   
   Είχε σταματήσει μπροστά σε ένα άγνωστο σε μένα φυτό που στην κορυφή του μίσχου του είχε δυο στρογγυλά άσπρα ανθάκια, εντελώς αδιάφορα και βαρετά. Τον κοίταξα καλά. Με ξεβόλεψε είναι αλήθεια από τη μακαριότητα της σιωπής μου. Έπρεπε να απαντήσω στο παιδί. Ξεστόμισα ό,τι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή:

- Αρχίδια !!!
   
   Δεν πρόλαβα να μετανιώσω για την ανοησία μου και ο Νικολάκης με κοίταξε με κείνα τα έκπληκτα μαύρα μάτια του και με ξαναρώτησε:

-Φυτρώνουν κι αυτά;
   
   Τότε γέλασα. Γέλασα πολύ. Ο Μάγκας λύθηκε από το λουρί του και έγινε αέρας στον ουρανό.

* * * *

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2018

Η ΦΛΟΓΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ





   Η γλώσσα των ανθρώπων δεν ησυχάζει ακόμη και όταν η ξυραφιά αφήνει πίσω της ουλή κι ο πόνος στάλα δάκρυ. Μελανιά γίνεται και ακολουθεί στο διάβα την ψυχή, στις μέρες και τις νύχτες της, μέχρι το χώμα να τη λευτερώσει από το μαρτύριο. Η Τασούλα δεν πρόλαβε να χαρεί τον Πέτρο στο κρεβάτι και στα σκέλια της και τον βρήκε κρεμασμένο στο μονόζυγο του διαμερίσματός τους στην Αθήνα. Άψυχο κορμί να στριφογυρίζει γύρω απ΄τη θηλιά. Πλάκωσαν αστυνομίες, ιατροδικαστές, έγραψαν στον φάκελο «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ» με μεγάλα γράμματα και έκλεισαν το βιβλίο. Ο Πέτρος ήταν ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί το έκανε. Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε πίσω να φωτίσει τις σκοτεινές γωνιές. Οι σελίδες του βιβλίου του Πέτρου πλάκωσαν όμως κι εκείνη. Κάτι τράπουλες ταρώ, κάτι περιοδικά αστρολογίας, μαντζούνια και πολλά καντήλια σε όλο το διαμέρισμα, τα οποία κατέγραψαν οι αστυνομικοί στις αναφορές τους, μόλις μαθεύτηκαν, έγιναν στη γλώσσα του κόσμου σύνεργα μαγικά και απόκοσμα που πήραν τον Πέτρο στον άλλο κόσμο να κάνει παρέα με τις ψυχές και τα φαντάσματα. Δεν έφταναν όμως αυτά τα μεταφυσικά, ήρθε και η μετακόμισή της στο σπίτι του στο χωριό, το οποίο κληρονόμησε σαν μοναδική κληρονόμος. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο στο διαμέρισμα όπου τον αντίκρισε νεκρό και θέλησε να ζήσει στο εξοχικό τους με τις λίγες, αλλά ωραίες αναμνήσεις τους. Ένα όμορφο δίπατο σπίτι δίπλα στη θάλασσα στην άκρη του βράχου, λίγο έξω από το χωριό έγινε το καταφύγιό της. Τα βραδάκια καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι, αγνάντευε το αντικρινό νησάκι με το μικρό μοναστήρι και άκουγε το σήμαντρο του παπά.  
   Οι παρέες της λίγες και μετρημένες τα τελευταία πέντε χρόνια στο χωριό. Δούλευε το καλοκαίρι σε ένα ξενοδοχείο καμαριέρα και τον χειμώνα ζούσε με το ταμείο ανεργίας. Είχε πατήσει τα τριάντα αλλά η ομορφιά δεν έλεγε να σβήσει στο πρόσωπο και το σώμα της, παρόλη τη χαρακιά. Ο θάνατος πάντα είναι καλός με όσους μένουν πίσω. Δεν φθονεί τίποτα άλλο πάνω στους ανθρώπους, παρά μόνο την αγάπη. Στην αγάπη βγάζει δόντια, δαγκώνει και εκδικείται. Είναι μικρός μπροστά στο μέγεθός της κι αυτό δεν μπορεί να το καταπιεί και να το χωνέψει.
   Αυτή η ομορφιά που της χάρισε ο Θεός από μικρό παιδί την ακολουθούσε κατά πόδι. Γινόταν πολλές φορές μπελάς που αναστάτωνε τη ζωή της και έδινε αφορμή σε πικρόχολα σχόλια και λοξές ματιές, όταν πήγαινε την Κυριακή στην εκκλησία ή στο μπακάλικο να ψωνίσει. Τον έρωτα δεν τον άφησε ξανά να αγγίξει την καρδιά, μόνο να της χαϊδέψει το σώμα. Τα αγκαλιάσματά της με έναν μικρότερό της στο χωριό κόντεψαν να γίνουν αιτία μαλλιοτραβήγματος από τη μάνα του νεαρού, καταμεσής στην πλατεία του χωριού
   -Πουτάνα μάγισσα, μακριά από το παιδί μου…  ούρλιαζε εκείνη τη μέρα η Μαριάνθη καθώς ορμούσε να την πιάσει από τα μαλλιά. Αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι δεν θα γλίτωνε από τα νύχια της μάνας.
   -Φαρμακομούνα… άκουσε πίσω της μια αντρική φωνή και φαρμακώθηκε η ψυχή της καθώς έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
   Πέρασαν μέρες για να ξανακατέβει βόλτα στο χωριό. Άρχισε εν τω μεταξύ και η θερινή περίοδος. Η δουλειά την ανακούφιζε λιγάκι από το βάσανο της γλωσσοφαγιάς των συγχωριανών. Τα στρίμωχνε όλα μέσα της και έκανε υπομονή. Όταν η καρδιά όμως κάνει τέτοια υπομονή να τη φοβάσαι στο τέλος, είναι απρόβλεπτη και κανείς δεν ξέρει κατά που θα πάει. Στο σπίτι πέταξε όλα τα καντήλια και κράτησε μόνο ένα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Έκαψε τα περιοδικά και τις τράπουλες  για να σβήσει τα ίχνη του παρελθόντος. Η θάλασσα ήταν η μόνη της ξεκούραση και παρηγοριά όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Κατέβαινε τα σκαλοπατάκια στον βράχο και βουτούσε στην αγκαλιά της. Άφηνε το νερό να ψηλαφίζει το κορμί και να αρμυρίζει κάθε γωνιά του. Τα πρωινά άνοιγε μια ομπρέλα για τον ήλιο και τα απογεύματα ξάπλωνε στην πετσέτα μόνο με το αντηλιακό της. Δεν κουνιόταν από τη θέση της ούτε όταν άκουγε τις στριγκλιές των γυναικών καθώς κυνηγούσαν τους κανακάρηδές τους πίσω από τα βράχια που έπαιρναν μάτι. Χαμογελούσε. Το φχαριστιόταν. Έπαιρνε την εκδίκησή της, έστω και με αυτόν τον τρόπο.
   Μέσεψε ο Αύγουστος κι έσκαγε ο τζίτζικας. Έτυχε να πάρει μαζεμένα τα ρεπό της ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου που γινόταν το μεγάλο πανηγύρι στο χωριό. Χτένισε τα μαλλιά της ίσια μέχρι τους ώμους, έβαλε κοκκινάδι στα χείλια και σκιές στα μάτια, στολίστηκε και πήγε ν’ ανάψει κερί. Κανείς μέσα στην κοσμοπλημμύρα της εκκλησιάς δεν της έδωσε σημασία. Δεν έψαξε για στασίδι και διάλεξε μια ήσυχη γωνιά στην άκρη. Όρθια παρακολουθούσε τη Λειτουργία, ώσπου τον είδε. Ψηλός, με λαμνάτη κορμοστασιά, στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη σα λαμπάδα. Χρυσάφια τα μαλλιά έπεφταν στους ώμους πιασμένα σε κοτσίδα. Το πρόσωπό του, λευκό, άσπιλο, στόλιζε μια χρυσή γενειάδα. Ίδιος ο Χριστός !!! Κολάστηκε η Τασούλα με την τελευταία της σκέψη και προσπάθησε να τη σβήσει. Τα μάτια όμως δεν της έκαναν το χατήρι. Τον ακολουθούσαν σε κάθε γωνιά της εκκλησιάς που κινιόταν. Σα να μην υπήρχε κανένας άλλος άνθρωπος τριγύρω. Πέρασε μια φορά από μπροστά της και μια ουράνια ευωδιά άφησε πίσω του. Τα ρουθούνια της την άρπαξαν με μιας και την κράτησαν στα σωθικά της. Έριξε μια κλεφτή ματιά τριγύρω και είδε μόνο κατάνυξη. Η ίδια ένοιωθε κολασμένη και ανήμπορη να το αποφύγει. Στη σχόλη μπήκε στη σειρά για αντίδωρο και βρέθηκε μπροστά του. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε τα γαλάζια μάτια. Έσκυψε αμέσως το κεφάλι και τα χείλη της ακούμπησαν το χέρι του. Ήταν λευκό, λευκότερο από το δικό της. Γραμμές γαλάζιες οι φλεβίτσες, σαν μικρά ρυάκια, έρεαν πάνω στο χέρι και έσβηναν στα μακριά δάχτυλα. Τον φαντάστηκε γυμνό και διάφανο. Χαμήλωσε τα βλέφαρα να μη σκέφτεται, συνέχισε όμως να τον βλέπει και με κλειστά μάτια. Πήρε βιαστικά το αντίδωρο και βγήκε γρήγορα έξω χωρίς να κάνει τον σταυρό της. Στάθηκε για λίγο στην αυλή να πάρει μια ανάσα. Είχε μουσκέψει.
   Έσιαξε τη φούστα και κίνησε για την πλατεία. Τη διέσχισε χωρίς να νοιάζεται για τα μάτια που την ακολουθούσαν και έκατσε σε μια καφετέρια. Σταύρωσε τις όμορφες γάμπες, παράγγειλε καφέ και άναψε τσιγάρο. Χαλάρωσε και άφησε τις εικόνες ελεύθερες να κάνουν παιχνίδι στο μυαλό της. Άδειασε η εκκλησία και γέμισαν οι καφετέριες κόσμο.
   -Κούκλος ο Αρτέμιος, ήμαρτον Κύριε… άκουσε μια γυναικεία φωνή στο διπλανό τραπέζι να σχολιάζει στην ομήγυρη, με πονηρή διάθεση.
   -Ποιος είναι; ρώτησε μια άλλη
   -Ο καινούριος μοναχός στο μοναστήρι του νησιού καλέ, απάντησε μια άλλη και άρχισαν να κρυφογελούν.
   Τσαλάκωσε το τσιγάρο στο τασάκι, άφησε μερικά ψηλά και σηκώθηκε βιαστικά. Τρείς ιερείς εκείνη την ώρα βόλταραν στην πλατεία και δίπλα τους ο Αρτέμιος τσάκιζε με το φως και τα νιάτα του τη μαυρίλα. Πέρασε δίπλα και τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου που αρκεί όμως να ενεργοποιήσει τον αιώνιο φυσικό νόμο της έλξης. Του κλεψε κρυφά φως και μυρουδιές και έτρεξε σπίτι της. Πέταξε τα ρούχα στον καναπέ, φόρεσε πάνω της ένα παρεό και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπατάκια για να δροσίσει το σώμα που έκαιγε.
   Την άλλη μέρα το πρωί στριμώχτηκε στο καΐκι με τους τουρίστες που πήγαιναν να επισκεφτούν το μοναστήρι. Στη ξενάγηση δεν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά για να μη φαίνονται τα μάτια της. Δεν πειθαρχούσαν με τίποτα. Σε μια στιγμή που σκόρπισε το γκρουπ στα σοκάκια της μονής, τον πλησίασε και ζήτησε την ευλογία του. Ακούμπησε εκείνος τα διάφανα χέρια στο κεφάλι της και ψιθύρισε μια ευχή. Η καρδιά πήγαινε να σπάσει. Έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς να μην ακούγονται τα σφυροκοπήματα και προδοθεί. Εκείνος χαμογέλασε μετά την ευχή και την οδήγησε μέχρι το αρχονταρίκι να κεράσει καφέ. Το φως !!! Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό το ανίκητο φως. Τον ακολούθησε υπνωτισμένη. Τον άκουσε να της μιλά με ξενική προφορά. Έμαθε ότι κατάγονταν από την Αμερική. Ότι ήταν πρωταθλητής κολύμβησης στην κοσμική του ζωή, ώσπου αφιερώθηκε στον Χριστό και τη μοναστική ζωή, εγκαταλείποντας τα πάντα. Του εξομολογήθηκε τη δική της ζωή και το καθημερινό μαρτύριο στο χωριό. Όσο μιλούσαν, τόσο έφευγε το βάρος που την τσάκιζε.
   -Μη λιγοψυχάς, ο Θεός μόνο μπορεί να διακρίνει το δίκαιο και το άδικο, της είπε
   -Η δικαιοσύνη Του δεν με ακούμπησε ακόμη όμως πάτερ, παραπονέθηκε και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στην υγρασία τους. Όσο την κοίταζε, με κείνα τα μπλέ μάτια, τόσο φούντωνε μέσα της ένας πόθος αμαρτωλός, αλλά όμορφος. Ήταν εκείνος ο πόθος που ξεχνά νόμους και κανόνες και αψηφά ακόμη και τον θάνατο. Του βγάζει τη γλώσσα κι εκείνος σκάζει απ΄το κακό του, τροχίζει τα μαχαίρια και τα ζώνεται.
   Οι τουρίστες που γέμισαν την καμαρούλα, ανάγκασαν τον Αρτέμιο να την αφήσει ευγενικά για να πάει να ετοιμάσει καφέδες στους επισκέπτες.
   -Να ξανάρθεις, να μαλακώσει η ψυχή σου, να δεις το Φως το Αληθινό, εγώ θα προσεύχομαι για σένα,  της είπε καθώς την ξεπροβόδιζε, αλλά εκείνη το χε γνωρίσει ήδη το Φώς, το χε ρουφήξει λαίμαργα και το πήγε προσφορά στο εικονοστάσι του σπιτιού της. Άναψε το καντήλι και σταυροκοπήθηκε. Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Το σώμα τη βασάνιζε. Το μυαλό τη δρόσιζε. Η καρδιά ήταν μπερδεμένη. Τα μεσάνυχτα κατέβηκε γυμνή τα σκαλοπατάκια και βούτηξε. Ένα φωτάκι απέναντι στο νησί, σα μια μικρή φλογίτσα, τρεμόσβηνε. Ήταν σίγουρη ότι ο Αρτέμιος στο κελί του την έβλεπε και προσευχόταν για κείνη. Μετά από τόσα χρόνια μια άλλη ψυχή προσευχόταν για τη δική της ψυχή. Αντί να παίρνει όμως ευλογία, έπαιρνε κόλαση και πονούσε. Τον επισκέφτηκε στο μοναστήρι αρκετές φορές. Κάθε φορά όμως που πήγαινε να αγκαλιάσει τη γαλήνη, εκείνη γινόταν αέρας και χανόταν. Στη θέση της μια αναταραχή, μια αναμπουμπούλα, την τάραζαν και την άφηναν κάθε βράδυ άυπνη.
   Μια μέρα δεν άντεξε. Αφού της διάβασε ευχές κάτω από το πετραχήλι, σηκώθηκε όρθια και στάθηκε σιμά του. Ο Αρτέμιος φεγγοβολούσε μέσα στην έρημη εκκλησία μπροστά στην εικόνα της Παναγίας  με τον Χριστό. Του έκλεψε ξεδιάντροπα το Φως και τον αγκάλιασε. Σάστισε προς στιγμήν εκείνος κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Τα χείλη της όμως ήδη είχαν κολλήσει πάνω στα δικά του. Χαλάρωσαν τα μέλη και φιλήθηκαν τα στόματα μπροστά στην εικόνα. Το Φως πλημμύρισε την εκκλησία σα να άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι μαζί. Η γαλήνη έρεε τώρα στις φλέβες τους και τα γαλάζια ήσυχα ρυάκια του Αρτέμιου, φούσκωσαν. Η καρδιά της ξεμπέρδευε με χαρά το κουβάρι.
   -Σ αγαπώ, του ψιθύρισε
   -Δεν πρέπει, είπε εκείνος
   -Αγάπη που δεν δίνεται δεν είναι αγάπη 
   -Σ αγαπώ, της ψιθύρισε τότε κι εκείνος
   -Έλα σπίτι μου …
   -Θα μας δουν
  -Αν μ’ αγαπάς πρέπει να έρθεις, επέμεινε
   Εκείνος σκέφτηκε για λίγο και ύστερα, σα να βρήκε αυτό που έψαχνε, άστραψε, και με ένα χαμόγελο της είπε
   -Το βράδυ !! Θα κολυμπήσω ως απέναντι και θα ρθω τα μεσάνυχτα. Μόνο βάλε ένα φως να μη χαθώ μέσα στη μαυρίλα της θάλασσας
   -Θα ανάψω το καντήλι δίπλα στο παράθυρο να βλέπεις τη φλογίτσα του. Όλα τα άλλα φώτα θα τα έχω σβηστά...
   Κολύμπησε ο Αρτέμιος τη νύχτα γυμνός. Όσο έβλεπε τον φάρο του στο παραθύρι της να ζυγώνει, τόσο πιο δυνατές απλωτές έκανε. Στάθηκε γυμνός το πρώτο βράδυ απέναντί της. Με τα μαλλιά λυτά στους ώμους, έμοιαζε με τον Χριστό πριν τον πάνε στον Σταυρό. Μπορούσε εκείνη κι έβλεπε, μέσα από το σώμα του, την ψυχή της αέρινη και ελαφριά. Τα σώματα μπλέχτηκαν, έγιναν ένα κουβάρι, αγαπήθηκαν όλη τη νύχτα και πριν χαράξει, ο Αρτέμιος σηκώθηκε να γυρίσει πίσω, να βάλει πάλι τα ράσα του, να χτυπήσει το σήμαντρο και να προσευχηθεί για την Τασούλα. ‘Ύστερα τα μεσάνυχτα να πέσει πάλι γυμνός στη θάλασσα ακολουθώντας τη φλόγα στο παράθυρο. Κάθε βράδυ, με μπουνάτσα και φουρτούνα,  ο Αρτέμιος κίναγε για τον φάρο του. Οι ψαράδες έβλεπαν τα μεσάνυχτα ένα παράξενο πλάσμα που φεγγοβολούσε, να διασχίζει τη θάλασσα από το νησί ως την απέναντι ακτή και σταυροκοπιόταν.
   -Η μάγισσα καλεί τα πνεύματα στο σπίτι της, έλεγαν οι γυναίκες στο χωριό και άλλαζαν σοκάκι όταν τη συναντούσαν.
   Πέρασαν μέρες και νύχτες, έφυγε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κόντευε να τελέψει κι αυτό.
   -Έλα αύριο στο μοναστήρι, της είπε
   Ο καιρός ήταν γλυκός, οι τουρίστες είχαν φύγει και τα ξενοδοχεία έκλειναν ένα, ένα. Άνοιξε τη βαριά πόρτα της εκκλησίας και τον είδε στην Ωραία Πύλη να την περιμένει. Η γαλήνη της εκκλησίας βάδιζε τώρα πάνω στις πλάκες αντάμα με τη γαλήνη της ψυχής της. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ο Αρτέμιος φορούσε τα πολύχρωμα γιορτινά άμφια των ιερέων και την περίμενε με ένα βιβλίο στο χέρι. Της έκανε νόημα να σταθεί δίπλα του με το πρόσωπο προς το τέμπλο. Με το ένα χέρι έπιασε το δικό της και με το άλλο έφερε το βιβλίο κοντά στα μάτια του .
   -Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτο… έψαλλε για λίγο, ύστερα έκλεισε το βιβλίο, γύρισε και τη φίλησε.
   -Δεν πρέπει να μάθει κανείς για μας έως θανάτου… της είπε και αμέσως γονάτισαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Αφέθηκαν στα χέρια της για ώρα. Η εικόνα φωτίστηκε με ένα φως που έβγαινε από τα σωθικά τους και έκανε τις φλόγες στα καντήλια να χάσουν τη λάμψη τους. Ένα δροσερό αεράκι τρύπωσε και έσβησε τις φλόγες. Ύστερα εκείνη έφυγε κρυφά όπως ήρθε. Ο ψαράς την άφησε μπροστά στο σπίτι της. Ανέβηκε τα σκαλοπατάκια του βράχου σα κοριτσάκι. Καθάρισε όλο το σπίτι, έβαλε τα καλά της, μαγείρεψε, έφτιαξε νόστιμα γλυκά που μοσχοβόλησαν και ετοιμάστηκε για το βράδυ. Μόλις χάθηκε το φως του ήλιου, έσβησε όλα τα φώτα, άναψε το καντηλάκι και το έβγαλε στο παράθυρο. Απέναντι ο Αρτέμιος πέταξε τα ράσα και βούτηξε στην κρύα θάλασσα.
   Η Τασούλα τότε κατέβηκε στο ισόγειο, άναψε ένα κερί και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα φαγητά και τα γλυκίσματα στο τραπέζι της κουζίνας. Η χαρά δεν άφηνε καμία άλλη σκέψη να ξεθαρρέψει, παρά μόνο αυτή της συνάντησης. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Ο Αρτέμιος έπρεπε να στέκεται γυμνός μπροστά της, αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Ανησύχησε και ανέβηκε στο πάνω πάτωμα. Σκοτάδι. Το καντήλι ήταν σβηστό. Έκλεισε το παράθυρο, έτρεξε στο μπαλκόνι και αγνάντεψε τη θάλασσα. Ο καιρός είχε χαλάσει απότομα και η θάλασσα τώρα μούγκριζε. Μαύρο θεριό ανήμερο. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα να τον περιμένει. Το πρωί κατέβηκε στην παραλία. Τα κύματα χτυπούσαν τα βράχια. Πουθενά αμμουδιά, την είχαν καταπιεί. Ψυχανεμίστηκε άσκημα. Κρέμασε στους ώμους της μια ζακέτα  και έτρεξε στην πλατεία. Κόσμος πολύς μαζεμένος συζητούσαν
   -Τι συμβαίνει; ρώτησε στο τσούρμο
   -Η θάλασσα έβγαλε έναν πνιγμένο, είπε ένας μέσα στο πλήθος.
   Σάστισε. Το αίμα σταμάτησε να κυλά στις φλέβες. Της κόπηκαν τα πόδια. Σα να κόλλησαν στο χώμα και να μη μπορούσαν να κινηθούν. Τα ξεκόλλησε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πήγε στην άκρη του βράχου και στύλωσε τα μάτια της στο νησί απέναντι. Η μαυρίλα της θαλασσοταραχής έκρυβε το μοναστήρι από τα μάτια της. Έλυσε τα μαλλιά και έσκισε όλα της τα ρούχα. Ύστερα γυμνή, βούτηξε στη θάλασσα.
   Είπαν πως γλίστρησε και έπεσε η τρελομάγισσα. Στην κηδεία της ήταν μόνο ο παπάς, ο ψαράς και ο Αρτέμιος. Από το στόμα του Αρτέμιου δεν έβγαινε ψαλμός. Στεκόταν αμίλητος δίπλα στον ιερέα, μαγεμένος ακόμη από την ομορφιά της. Όταν έχασε το καντήλι τη νύχτα του γάμου τους, γύρισε πίσω στο μοναστήρι. Αργότερα εγκατέλειψε το μοναστήρι και χάθηκε. Είπαν πως τρελάθηκε.

Περιλαμβάνεται στο συλλογικό έργο «Παράξενοι Ερωτες» Εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ




Όταν πήρα στα χέρια μου το καινούριο μυθιστόρημα της Λένας Καλαϊτζή και του Σίμου Οφλίδη, στάθηκα στον τίτλο του  και την υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του εξωφύλλου.  Το μυαλό μου πήγε σε αυτό που όλοι λίγο πολύ ξέρουμε: δηλαδή το πείραγμα της φωτογραφίας, να κρυφτεί με ένα ψεματάκι μια αλήθεια στο φωτογραφικό χαρτί. Αυτά τα δυο στοιχεία από μόνα τους ήταν ενδιαφέροντα, χωρίς ακόμη να διαβάσω γραμμή από τις σελίδες του.

Το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του ήταν ότι για πρώτη φορά θα διάβαζα ένα μυθιστόρημα που έγραψαν δυο συγγραφείς μαζί. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια. Πάντα είχα την απορία πώς γίνεται σε μια τόσο εγωιστική διαδικασία, όπως είναι η συγγραφή, να μετέχουν δυο, έστω και αν αυτοί οι δυο είναι ζευγάρι. Πώς γίνεται ο λόγος να είναι ενιαίος, να μην υπάρχουν διαφορετικές ραφές στα στριφώματα, πως γίνεται το κοστούμι να βγαίνει τελικά όμορφο. Δεν ισχύει εδώ αυτό που λέει ο λαός: πολλές μαμές και το παιδί θα βγει στραβό;

Το ίδιο το βιβλίο από τα πρώτα κεφάλαια μου έδωσε την απάντηση, όταν διαπίστωσα ότι οι δυο κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι, ηθελημένα ή συμπτωματικά, δυο δίδυμα αδέλφια. Ο Αλέκος και ο Παναγής, γεννιούνται μαζί με λίγα λεπτά διαφορά, ζούν μαζί και δημιουργούν μαζί, μέχρι το τέλος. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το ζευγάρι των συγγραφέων μας που γράφουν όλα τα βιβλία τους  μαζί.

Τι περιέχει λοιπόν στις σελίδες του αυτό το βιβλίο; Εκπλήξεις !!! 

Ναι πολλές εκπλήξεις. Τις σελίδες του διατρέχουν γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδας από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την ανασυγκρότηση, την μεταπολίτευση μέχρι τη σημερινή κρίση και θα περίμενε ο συνεπής αναγνώστης να βρει τα γνωστά και χιλιοειπωμένα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, πολιτική, ίσως ταξική, αλλά συναντά την πρώτη έκπληξη: Όλα δίνονται μέσα από την φωτογραφική ματιά των δυο αδελφών και κυρίως του αφηγητή Αλέκου, του Μικρού που ήρθε στη ζωή δεύτερος. Δεν έχει περιθώρια η φωτογραφική μηχανή να αποτυπώσει κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπει το μάτι, την ωμή αλήθεια, το χαμογελαστό ή θλιμμένο πρόσωπο, το φτωχικό σπίτι, την αδικία του πολέμου πάνω στις ψυχές νικητών αλλά και ηττημένων, το ποζάρισμα των ανθρώπων. Το κάθε κάδρο κουβαλά τη δική του ιστορία, η αντικειμενική του αλήθεια όμως τελικά είναι η υποκειμενική αλήθεια του ίδιου του ήρωα της σκηνής που φυλακίσθηκε μέσα σ΄αυτό με ένα κλικ και δεν υπάρχουν περιθώρια αναλύσεων. Μόνο ρετουσάρισμα επιτρέπει η φωτογραφία κι αυτό είναι πετυχημένο όταν δεν «πειράζει» την ψυχή της. Ο αναγνώστης καλείται να βρει ο ίδιος την δική του αλήθεια μέσα στην ιστορία.

Ο φωτογράφος Αλέκος στο μυθιστόρημα, λειτουργεί ως αφηγητής, ανοίκειος όμως συναισθημάτων, στην  αφήγηση μάλιστα της ίδιας του της ζωής. Οι συγγραφείς της ιστορίας πετυχαίνουν σε αυτό το βιβλίο κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Ο ομοδιηγηματικός τους αφηγητής στέκει αποστασιοποιημένος στην παράθεση των γεγονότων, ορθά καθοδηγούμενος πρώτα από την επαγγελματική του ιδιαιτερότητα και έπειτα από τη σοφία των χρόνων που κουβαλά στην πλάτη του. Είναι γέρος με εγγόνια όταν αναπολεί τα γεγονότα και τα αφηγείται σε μας, αλλά το μάτι του δεν έχασε την ψυχρή δεινότητα του φωτογράφου καθώς εστιάζει στην καρδιά της πληροφορίας που πάντα περιέχει μια φωτογραφία. Το μάτι βέβαια του φωτογράφου φτιάχνει το κάδρο, αποτυπώνει το συναίσθημα της στιγμής, το μεταφέρει στα δικά μας μάτια, δεν το διαλαλεί όμως από σεμνότητα, αφήνει στον θεατή της φωτογραφίας και εν προκειμένω στον αναγνώστη να το ανακαλύψει. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν το μυαλό του γέρο αφηγητή επεμβαίνει στη μνήμη με κάτι που γνωρίζει πολύ καλά. Τη ρετουσιέρα. Αν κάνει ρετούς των φωτογραφικών του αναμνήσεων. Ακόμη όμως και αν η μνήμη οδηγείται ακούσια σε τέτοιες επεμβάσεις, αυτές δεν έχουν μέσα τους καμμία επιτήδευση που να αγγίζει την ψυχή των ηρώων και την καθαρή τους ματιά και αυτό φαίνεται στο έργο. 

Καμία επιτήδευση δεν είναι εύκολο να κρυφτεί από τον αναγνώστη.

Η αφήγηση έχει τη σπιρτάδα μιας μηχανής ριφλέξ, τίποτα περιττό δεν υπάρχει στο κλικ, λιτή και στιβαρή, σεμνή, τα κεφάλαια και οι μεταπηδήσεις στον χρόνο σύντομες, δεν περιέχουν υπερβολικό θόρυβο, σαν απλές φωτογραφίες, υψηλής ανάλυσης όμως.

Στο μέσον της αφήγησης περίπου οι αναγνώστες –της ηλικίας μου και μεγαλύτεροι -  θα ανακαλύψουν ακόμη μια έκπληξη: Θα θυμηθούν τις δικές τους ασπρόμαυρες φωτογραφίες όταν ήταν μικροί, ή των παππούδων τους, όταν ήταν φαντάροι ή όταν έκαναν βόλτα στον Λευκό Πύργο ή όταν παντρεύτηκαν. Μαζί με αυτούς όμως και οι μικρότεροι σε ηλικία, όσοι τουλάχιστον είχαν την περιέργεια όταν έπιασαν μια τέτοια φωτογραφία ασπρόμαυρη των δικών τους ανθρώπων να γυρίσουν το κιτρινισμένο χαρτί από την ανάποδη για να διαβάσουν την αφιέρωση και μαζί τη φίρμα του φωτογράφου: Φωτο Μιστράλ, αλλά και Φωτο Ζενίθ!!! Τότε είναι η μαγική στιγμή που οι μνήμη παίρνει φωτιά και δεν σταματά να διαβάζει την ιστορία μέχρι το τέλος της. Όλοι έχουμε στα κουτιά φωτογραφίες από αυτά τα φωτογραφεία της Θεσσαλονίκης.

Η ιστορία μας ξεκινά με δυο γεννήσεις ή μάλλον τρείς στις 9-6-1934. Η μια αφορά τους δίδυμους αδελφούς Παναγή και Αλέκο που γεννιούνται στο Ζαράκοβο, άσημοι και φτωχοί από «ντόπια» οικογένεια, σλαβόφωνη ελληνικής συνείδησης και η άλλη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αμερική στα σχεδιαστήρια της Ντίσνευ: του Ντόναλντ Ντακ. Το μόνο κοινό τους η ίδια ημερομηνία γέννησης. Ο Ντόναλτν Ντάκ γεννήθηκε διάσημος και συνέχισε να ζει διάσημος, τα δυο αδέλφια όμως έπρεπε να κοπιάσουν για να κατακτήσουν τη ζωή, χωρίς ποτέ να γίνουν διάσημοι με την χολυγουντιανή έννοια.

Ο αφηγητής, ο Αλέκος, βγάζει από το κουτί τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της ζωής του και σχεδόν αμέσως μας εισάγει στον κόσμο που του επιφύλασσε η ζωή, με ένα υπέροχο τρικ. Μια καταιγίδα φωτίζει τον ουρανό με κεραυνούς όταν γεννιούνται τα δίδυμα στο χωριό. Γράφουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς: «Ο ουρανός φωτογράφισε τα γεννητούρια μας και άναψε όλα του τα φλας»

Τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου που κινούνται γύρω από τα δίδυμα αδέλφια είναι οικεία στους επαρχιώτες αναγνώστες. Ο τόπος, το χωριό, επίσης οικείος. Η φύση το ίδιο. Το ανοίκειο  φανερώνεται όταν οι φωτογραφίες του Αλέκου μας δείχνουν τους συγχωριανούς, τους «ντόπιους», και τους πρόσφυγες, τους Πόντιους, την έχθρα και τη δυσπιστία που τους χώριζε, αλλά και τον κοινό εχθρό που τους ένωσε: Τον Γερμανό κατακτητή.

Ο Γερμανός στο έργο αυτό, δεν παρουσιάζεται ως ο γνωστός δυνάστης, διότι σίγουρα δεν ήταν παντού κακοί οι Γερμανοί στρατιώτες. Σε κάποια μέρη δεν πείραξαν κανέναν. Στη μνήμη μου ήρθαν τότε αφηγήσεις του παππού μου που έλεγε ότι στο χωριό μου δεν πείραξαν κανέναν οι Γερμανοί, ένας εξ αυτών δε, έμεινε για πολλά χρόνια στο χωριό μετά τον πόλεμο.
 Στο Ζαράκοβο φωτογραφήθηκε η οικογένεια του αφηγητή με έναν Γερμανό αξιωματικό, κατά διαταγή του. Εκείνη όμως τη στιγμή της πρώτης τους επαφής με την φωτογραφική μηχανή, ένιωσαν τον φόβο, τον τρόμο που προκαλεί η δύναμη της φωτογραφίας: Ποια αλήθεια περιέχει μια φωτογραφία που δείχνει έναν αξιωματικό Ναζί αγκαλιά με τον πατέρα του και τη μάνα του στις σκάλες του σπιτιού τους. Είναι ικανή από μόνη της η φωτογραφία να πει την αλήθεια; Να πει ότι διατάχθηκαν να το κάνουν; Ότι το έκαναν χωρίς να το θέλουν; Ποιες άλλες αλήθειες θα αναγνώσουν όσοι δεν ήταν παρόντες τη στιγμή που φυλακίσθηκε εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου; 

Αναρωτιέται ο αφηγητής: «Πώς γίνεται η φωτογραφία να λέει αλήθεια και ψέματα μαζί;»

Αυτό το ερώτημα θα εμφανιστεί πολλές φορές μπροστά στα δυο αδέλφια, απόταν ο φωτογράφος του Φωτο Ζενιθ, ο «μπάρμπας» όπως τον αποκαλούσαν τα δυο αδέλφια, τους περιμάζεψε από τον δρόμο και τους έμαθε την τέχνη της, μέχρι τα βαθειά τους γεράματα, χωρίς να μπορούν να βρουν μια πειστική απάντηση. Η αλήθεια μερικές φορές είναι τόσο κοντά στο ψέμα.

 Όλα τριγύρω τους ρετουσάρονται, το ρετούς όμως με την πάροδο του χρόνου γίνεται περισσότερο επιτηδευμένο και κακόγουστο. Η αισθητική που είχαν μέσα τους, αλλά και διδάχθηκαν δολοφονείται.  Ο φασισμός της κακογουστιάς θα κυριαρχήσει σιγά σιγά στη σύγχρονη Ελλάδα χωρίς να το καταλάβουν, ίσως και οι ίδιοι ακούσια παρασυρθούν.

Το μυθιστόρημα αυτό έχει μια ακόμη ιδιοτυπία: είναι λίγο αντισυμβατικό. Δεν ακολουθεί τη γνωστή συνταγή του μυθιστορήματος που είναι η δομημένη κλασσική πλοκή με μια ιστορία και η εξέλιξή της στον αφηγηματικό χρόνο. Οι συγγραφείς φανερώνουν αυτό που στη λογοτεχνία λέμε πλοκή, με δόσεις και χρονικές αναδρομές. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η πλοκή του έργου αφορά τον Ιανουάριο του 2013, αλλά κάθε φορά που πλησιάζει να μυρίσει τα γεγονότα, βρίσκει μπροστά του αποσιωπητικά και ένα καινούριο κλικ στον χρόνο. Τα δίδυμα αδέλφια δεν είχαν έφεση στα γράμματα, είχαν όμως μια ιδιαίτερη αγάπη για τα σημεία στίξης και τα αποσιωπητικά. Όλο το έργο κυλά με αποσιωπητικά, με αυτά που δεν ειπώθηκαν, όλοι όμως τα καταλαβαίνουμε. Τα αποσιωπητικά τσακίζουν το περιττό και στο έργο αυτό τίποτα περιττό δεν υπάρχει. Οι συγγραφείς γράφουν πολλές ωραίες ιστορίες χωρίς να μιλάνε και να φλυαρούν.

Μέσα από τη γρήγορη αφήγηση παρουσιάζεται αρχικά μια άλλη Μακεδονική ύπαιθρο. Η ματιά του αφηγητή είναι βαθειά ανθρώπινη, επικεντρώνεται στη ματαιότητα ενός εμφυλίου πολέμου, κάνοντας ζουμ και στις δυο εμπόλεμες ζώνες, ματιά πολεμικού φωτορεπόρτερ. Η ιδεολογική θεώρηση δεν έχει καμία αξία, μπροστά στον πόνο των ανθρώπων. Ο πόνος είναι ίδιος και στις δυο πλευρές. Η ματιά του φωτογράφου είναι ματιά ερωτευμένου μπροστά στο αντικείμενό του και … «ο έρωτας δεν κοιτά ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ίσα μπροστά και κουτουρού» γράφουν οι συγγραφείς όταν μας παρουσιάζουν το πορτρέτο της κυρίας Δημοκρατίας, παιδί αριστερών, όταν ζητάει από τον φωτογράφο να της κορνιζάρει τα αριστεία του πεθερού της που ανακάλυψε τυχαία και μιλάνε για τα ανδραγαθήματά του ως έφεδρου υπολοχαγού του εθνικού στρατού κατά τη διάρκεια του «συμμοριτοπόλεμου».  

Η ίδια ματιά τους ακολουθεί και στη Θεσσαλονίκη, όπου ήρθαν για να γλιτώσουν από τη μιζέρια του χωριού, αλλά και από το στίγμα: Το στίγμα του Βούλγαρου, αυτό που ήταν έντονο στην ύπαιθρο, λιγότερο στην μεγάλη πόλη όπου μπορούσες εύκολα να κρυφτείς, αρκεί να άλλαζες λίγο την προφορά και να μιλούσες μόνο ελληνικά. Η εθνική ελληνική ταυτότητα και συνείδηση ήταν καταγεγραμμένη στην καρδιά και τον σκοτεινό θάλαμο του μυαλού τους, άλλη όμως ταυτότητα καταμαρτυρούσε η γλώσσα. Εδώ γίνεται ένα παιχνίδι και μια αντίστιξη με την αμφισημία της φωτογραφίας. Η γλώσσα έλεγε ψέματα, η καρδιά και το μυαλό την αλήθεια. Όλοι όμως στέκονταν σε αυτό που άκουγαν τα αφτιά τους: στα σλάβικα που αργότερα μπερδεύτηκαν με τα ποντιακά και όλα έγιναν ένα, στρογγυλεύοντας λίγο τις γωνίες και την καχυποψία. 

Μέσα από τα αλλεπάλληλα γρήγορα φωτογραφικά ενσταντανέ του αφηγητή της ιστορίας, περνάει από τα μάτια μας σχεδόν ολόκληρη η σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας. Τα προσφυγικά, η Ανω Πόλη, το τράμ, οι πλανόδιοι φωτογράφοι του Λευκού Πύργου, ο Πόλακ, ο δράκος του Σειχ Σου, ο Λαμπράκης, ο Κοτζαμάνης με το τρίκυκλό του, ο Γιάννης Κυριακίδης με τη σκάλα του, η ΔΕΘ, η αστική τάξη της Θεσσαλονίκης, η εβραϊκή κοινότητα μετά τον ξεριζωμό της στα γερμανικά στρατόπεδα, οι πλάκες του λεηλατημένου εβραϊκού νεκροταφείου, η μετανάστευση του Μακεδονικού κάμπου στη Γερμανία, η χούντα, η μεταπολίτευση και η ψεύτικη ευμάρειά της, η φτωχή Χαλκιδική και η σημερινή Κασσάνδρα των πολυτελών διακοπών και της παρακμής μας. Ονόματα, πολλά ονόματα, όλα δεμένα με μια ιστορία και μια φωτογραφία. Χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φιλμ πρώτα, και ύστερα έγχρωμου, αποθανατίζουν τα μικρά και ανείπωτα, να στέκουν πλάι στα μεγάλα και χιλιοειπωμένα, σε ένα κολάζ ισχυρών αντιθέσεων που  αναγκάζει τον αναγνώστη να σκεφτεί τη δική του ζωή.

Η προκοπή με την εργασία δίνει τη θέση της στον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό. Τα πίξελς και η ψηφιακή εποχή σκοτώνουν το φίλμ, η τεχνολογία τα κάνει εύκολα και προσιτά σε όλους. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τις κρεμασμένες ψυχές στα ασπρόμαυρα κάδρα των παλιών φωτογραφείων. Από τα σπίτια έχουν ήδη καθηλωθεί οι μνήμες μας και οι καινούριες δεν μυρίζουν χαρτί, είναι άυλες και ζουν όσο ζει μια ανάρτηση στο instagram.

Όλα αυτά – ασπρόμαυρα και έγχρωμα – είναι καρφιτσωμένα γύρω από μια έγχρωμη ημερομηνία: Ιανουάριος 2013 στην Πλατεία Ταχυδρομείου, εκεί που η εγγονή του Αλέκου, η Νάιρα, πάει να εισπράξει τον πρώτο της μισθό, ενώ τριγύρω βράζει μια διαδήλωση με επεισόδια και εντάσεις ιδεολογικές.

Η αφήγηση σιγά σιγά παίρνει ένα αγχωτικό τέμπο, στις τελευταίες σελίδες του έργου ξεδιπλώνεται η πλοκή που βράδυνε ο αφηγητής, ίσως γιατί διαισθανόταν, ψυχανεμιζόταν. Ο ρυθμός της είναι καταιγιστικός, η αγωνία κορυφώνεται πολλές φορές ακόμη και μέσα στην ίδια σελίδα, τα καρέ των εικόνων, ζωηρά και ανήσυχα, το διάφραγμα της μοντέρνας μηχανής του Αλέκου παίρνει φωτιά για να μπορέσει να φυλακίσει κάθε στιγμή. Αυτές οι στιγμές είναι οι πολύτιμες στιγμές όλης του της ζωής και ο ήρωας του έργου μεταμορφώνεται. 

Ο άνθρωπος που φυλάκιζε τον χρόνο μέσα σε έναν σκοτεινό θάλαμο και ύστερα τον τύπωνε στο ασπρόμαυρο χαρτί, βλέπει τώρα να τον προσπερνά μπαμπέσικα, όπως λέει χαρακτηριστικά. Τα αποσιωπητικά που τον κυνηγούσαν μια ζωή εμφανίζονται ξανά με όλη τους την μεγαλοπρέπεια, βάζουν φρένο στον συναισθηματικό του χρόνο που δεν επιδέχεται καμία παρέμβαση και κανένα ρετούς. 

Στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του η ρετουσιέρα αχρηστεύεται.

Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για τη συνέχεια της πλοκής και της δράσης του έργου μέχρι το συγκλονιστικό του τέλος, παρά μόνο να πω, συνοψίζοντας, ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν κουράζει τον αναγνώστη, λίγο αντισυμβατικό με την έννοια ότι δεν ακολουθεί πιστά τους λογοτεχνικούς κανόνες, αυτό όμως το ομορφαίνει, η γλώσσα του είναι αυτό που λέμε τίμια, δεν έχει περιττά στολίδια, οι προτάσεις σύντομες, ο λυρισμός που μπορεί να καταστρέψει ένα έργο απουσιάζει, όπως και ο ναρκισσισμός των συγγραφέων, το ωμό και ανθρώπινο στην πιο απέριττη μορφή του βρίσκεται παντού σε κάθε εικόνα σε κάθε περιγραφή, η συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη μετρημένη, δεν θα κλάψετε με τα περασμένα, δεν ξέρω με τα σημερινά, ο ίδιος αφηγητής σοφά δεν αφήνει τον εαυτό του να νοσταλγήσει τα περασμένα, χωρίς να απαγορεύει σε εμάς να το κάνουμε. 

Λέει για τον εαυτό του: «Εγώ δεν νοσταλγώ την δικιά μας φτώχεια. Απλώς την θυμάμαι».

Η αναπόληση έχει όμως πάντα ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: Εδράζεται στο παρόν μέχρι την τελευταία στιγμή. Χωρίς Σήμερα και δίχως Ζωή δεν υπάρχει αναπόληση των περασμένων. Οι συγγραφείς μας εισάγουν στην Επικούρεια θεώρηση της ζωής με πολύ όμορφο τρόπο ξεφυλλίζοντας ουσιαστικά ένα φωτογραφικό άλμπουμ στη σύγχρονη εποχή του άυλου. Δεν έχει σημασία το χρώμα των φωτογραφιών, παρά μόνο οι κρυμμένες για χρόνια αλήθειες τους. Ο χρόνος που φυλακίσθηκε με ένα κλικ στο χαρτί, απελευθερώνεται καθώς ανοίγουμε τα άλμπουμ της ζωής μας.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Νοέμβρης 2018 

Το μυθιστόρημα της Λένας Καλαϊτζή Οφλίδη και του Σίμου Οφλίδη "ΡΕΤΟΥΣ Το τρυφερό χάδι του ψέματος" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ σε όλα τα βιβλιοπωλεία. 
    

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙΑ




Διήγημα Fractal: «Τα πλαστικά στρατιωτάκια »


Γράφει ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος // *


Τα τελευταίες μέρες παρατηρούσα μια συνεχώς αυξανόμενη τάση εσώτερης υποτονικότητας και άμβλυνσης συναισθημάτων που έφτανε μέχρι του σημείου της παραίτησης από κάθε τι θα μπορούσε κανείς να το πει ζωτικό κατά τη συνήθη συνθήκη της ζωής. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος απέφυγα να βάλω στο μυαλό μου τον άλλον πόλεμο, εκείνον στον οποίο χάθηκε ο πατέρας, ακριβώς για να μην οδηγηθώ σε συνειρμικές ταυτίσεις πραγμάτων και γεγονότων που σημάδεψαν την ηλικία της μνήμης και θέσω σε κίνδυνο την αθωότητα της δικής μου οικογένειας. Όλοι είμαστε υπόλογοι απέναντι στην αθωότητα, η παραμικρή δε αμυχή της θα πρέπει να μας γεμίζει ενοχές, κι εγώ δεν ήθελα να οδηγηθώ σε τέτοιες καταστάσεις αυτομαστιγώματος, τη στιγμή μάλιστα που ήμασταν πολύ καλά, όπως έλεγε η γυναίκα μου. Είχαμε αυτοκίνητο, διαμέρισμα καινούριο, καλή δουλειά και προπάντων χρήματα αρκετά ώστε να μην επιτρέπουν στο μυαλό παρεκτροπές σε ασυνήθεις σκέψεις που ξεβολεύουν το βόλεμα.
Ένα μήνα μετά την επίσημη καταχώρηση του πατέρα στον οριστικό κατάλογο των αγνοούμενων του πολέμου, πιθανώς απολεσθέντων, πέθανε η μητέρα από την θλίψη της και η γιαγιά αναγκάστηκε να μας πάρει μαζί με την αδελφή μου στο χωριό. Ήμουν δέκα χρονώ τότε και η αδελφή μου πέντε. Η γιαγιά είχε αναλάβει να καθαρίζει το κοινοτικό γραφείο του χωριού για να συμπληρώσει την πενιχρή της σύνταξη και να μας μεγαλώσει. Η ανέχεια ήταν διάχυτη σε όλους τους χώρους του σπιτιού, από το αποχωρητήριο, όπου καρφώναμε στο καρφί κομμάτια εφημερίδας ελλείψει κανονικού χαρτιού προσωπικής υγιεινής, μέχρι την κατσαρόλα της κουζίνας που συνήθως είχε όσπρια και τις μεγάλες γιορτές κάποια κομμάτια πλεούμενο κρέας ανάμεσα σε πλούσια χορταρικά. Ο πόλεμος, παρότι κράτησε λίγο, για πολλά χρόνια στοίχειωνε τα ντουβάρια του σπιτιού και τη συμπεριφορά μας. Έμαθα ότι έτσι γίνεται συνήθως μετά από έναν πόλεμο και ότι πρέπει να κάνουμε υπομονή μέχρι να στρώσουν ξανά τα πράγματα, διότι ο χρόνος πιάνει αμέσως δουλειά, μόλις σβήσει η τρέλα του πολέμου, γιατρεύει τις πληγές του.
Ο σημερινός πόλεμος, κατά έναν παράξενο λόγο, κράτησε αρκετά χρόνια και ο χρόνος είχε ξεχάσει να πιάσει δουλειά. Σε αυτό ήμουν σίγουρος, δεν ήμουν πια παιδί να κάνω λάθος, μπορούσα να διακρίνω και να υπολογίσω με μαθηματική ακρίβεια το τεμπέλιασμα του χρόνου, ή ακόμη και την αδιαφορία του μπροστά στη βάσανο του καινούριου πολέμου. Δεν είχε τα συνήθη χαρακτηριστικά ενός πολέμου, δηλαδή φωτιά, αίμα, λάφυρα, βιασμούς ηττημένων γυναικών, εγώ όμως τον είχα κατατάξει στην κατηγορία «σύγκρουση ανθρώπων», όπου ο δυνατός θα νικούσε στο τέλος, θα διαμόρφωνε μια κοινωνία στα μέτρα του, ο ηττημένος θα έσκυβε το κεφάλι από ντροπή, ακόμη κι αν δεν είχε κάνει στη ζωή του κάτι ντροπιαστικό που να δικαιολογούσε μια τέτοια κλίση του σώματος, η ντροπή γέρνει πάντα τη ζυγαριά στη μεριά του ηττημένου, η ήττα είναι από μόνη της ντροπή, το έβλεπα στα παιδιά μου, ντρέπονταν κάθε φορά που έχαναν στους σχολικούς αγώνες και φούσκωναν από περηφάνια κάθε φορά που κέρδιζαν την πρώτη θέση. Ο παρηγορητικός λόγος «πρέπει να μάθετε να χάνετε, αξία έχει ο αγώνας» δεν έχει καμμία θέση στην καρδιά των παιδιών, κουνάνε μόνο καταφατικά το κεφάλι τους για να μη στενοχωρήσουν τους μεγάλους και την χωρίς όρια βλακεία τους. Τα παιδιά θέλουν πάντα να κερδίζουν, αυτή η εσωτερική παρόρμηση δεν χάνεται με τα χρόνια, λαγοκοιμάται μέσα τους, μεταμορφώνεται, γίνεται δίψα για ζωή, για νίκη, ο αγώνας είναι το μέσον και όχι ο σκοπός που έμαθαν όσο ήταν παιδιά.
Η μέρα σήμερα δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο με την προηγούμενη συννεφιασμένη, ήταν το ίδιο φτωχή σε παραγωγή συναισθημάτων, πλάκωνε και πάλι την ψυχή μου. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο, η γυναίκα μου στο σπίτι πολεμούσε το καθημερινό της άγχος για την ετοιμασία του μεσημεριανού γεύματος, εγώ ήμουν στη δουλειά, γνώριζα ότι η δουλειά μου αυτά τα χρόνια του πολέμου είχε χάσει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της, αυτά που την κατέτασσαν στη κατηγορία της εργασίας η οποία αποφέρει κέρδος στο υποκείμενό της, όπως κινητικότητα, πελατεία, εγρήγορση, ανοιχτά μάτια. Τον τελευταίο καιρό αρκετές φορές στη δουλειά άφησα τα βλέφαρά μου ανεξέλεγκτα, εκείνα χαμήλωσαν και με οδήγησαν στα μονοπάτια του ύπνου, κάθε φορά που χαμήλωναν έβλεπα το ίδιο όνειρο.
Κάθε καλοκαίρι στο απέναντι σπίτι ερχόταν ένα χοντρό αγόρι από την πόλη με τους γονείς του για διακοπές. Την πρώτη μέρα που έρχονταν, έβγαινε εκείνο στην αυλή, άπλωνε στο έδαφος ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι και άδειαζε πάνω του εκατοντάδες πλαστικά στρατιωτάκια. Ύστερα με τις ώρες τα έβαζε σε σειρές, σε θέσεις μάχης. Τα πράσινα απέναντι στα κόκκινα, μπροστά τα τανκς, δίπλα πολεμιστές με ντουφέκια, πιο πίσω πυροβολαρχίες και όλμοι και στο τέλος αξιωματικοί πάνω σε άλογα και τζιπ. Σε μια γωνιά, μακριά από το πεδίο της μάχης, έφτιαχνε ένα αεροδρόμιο και τοποθετούσε με προσοχή ωραία πολεμικά αεροπλάνα σαν αυτά που έβλεπα στα πολεμικά κόμικς της εποχής. Μετά ξεκινούσε τον πόλεμο. Παρότι ο πόλεμος χρειάζεται τουλάχιστον δυο μέρη, το αγόρι έκανε τον πόλεμο μόνο του, κινούσε και τις δυο αντίπαλες στρατιωτικές μονάδες και ανάλογα με τα κέφια του, άλλοτε έβγαζε νικητές τους κόκκινους, άλλοτε τους πράσινους. Εγώ πίσω από το σύρμα της περίφραξης παρατηρούσα με αγωνία την καθημερινή έκβαση του πολέμου του. Που και που σήκωνε το κεφάλι του από τη μάχη και με κοίταζε με ένα βλέμμα ανάμικτο με περιφρόνηση και σαδιστική ευχαρίστηση, άφηνε να του ξεφύγει ένα χαμογελάκι και ύστερα ριχνόταν πάλι στα μάχη του. Πρόσεξα ότι μόλις τέλειωνε το παιχνίδι, τοποθετούσε με προσοχή τα στρατιωτάκια μέσα σε δυο μεγάλα χάρτινα κιβώτια και ύστερα στρίμωχνε τα κιβώτια κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού, δίπλα στο σπιτάκι ενός μεγαλόσωμου μαλλιαρού σκύλου. Κάθε μεσημέρι οι γονείς του φόρτωναν τη βόλβο τους με ξαπλώστρες, ομπρέλες, σαμπρέλες, φαγητά, φόρτωναν και το χοντρό αγόρι στο πίσω κάθισμα και πήγαιναν στη θάλασσα για μπάνιο. Επέστρεφαν πάντα το σούρουπο. Εγώ με την αδελφή μου δεν πηγαίναμε για μπάνιο, γιατί η γιαγιά δεν είχε αυτοκίνητο. Ένα μεσημέρι το αποφάσισα. Πήδηξα τον φράχτη και κατευθύνθηκα προς το μπαλκόνι με τα στριμωγμένα χαρτοκιβώτια. Στα χέρια μου κρατούσα ένα κομμάτι ψωμί. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των σκύλων. Μετά το πρώτο γάβγισμα, πήδηξε ψηλά και έπιασε στον αέρα το ψωμί κουνώντας την ουρά του. Πλησίασα και φίλησα το μαλλιαρό του κεφάλι, όσο έτρωγε. Ύστερα πήγα στα κιβώτια, τα άνοιξα, έβγαλα από μέσα πολλά κόκκινα και πράσινα στρατιωτάκια, όσα χωρούσε το μπλουζάκι που ανασήκωσα σαν μάρσιπο στην κοιλιά μου, έτρεξα στην αποθήκη μας και τα έβαλα σε θέση μάχης. Είχα τον δικό μου πόλεμο και ήμουν νικητής.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου με ξύπνησε, κρυφτήκανε τα στρατιωτάκια στην κρυψώνα της αποθήκης μας. Άνοιξα μηχανικά το πακέτο των τσιγάρων να καπνίσω, αλλά τα είχα καπνίσει όλα. Έβγαλα γρήγορα το πορτοφόλι. Έχασκε αδειανό από χρήματα, γεμάτο όμως άχρηστες πιστωτικές κάρτες. Έπρεπε να καπνίσω, πάντα μετά από έναν υπνάκο κάπνιζα. Τον τελευταίο καιρό συχνά το πορτοφόλι ήταν άδειο, όπως και το πακέτο των τσιγάρων. Εγώ όμως έπρεπε να καπνίσω ένα τσιγάρο και ύστερα να στήσω τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης για να κερδίσω ξανά τον πόλεμό μου.
Φόρεσα βιαστικά το πανωφόρι και βγήκα έξω. Ο ουρανός εκείνη τη στιγμή μουρμούριζε ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο. Δεν έδωσα σημασία και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία της ενορίας μου. Στο μισοσκόταδό της δεν διέκρινα ψυχή. Στάθηκα μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των Αγίων. Άναψα ένα κερί μπροστά του, που πήρα από το παγκάρι χωρίς να πληρώσω, φίλησα την εικόνα και ύστερα έβαλα το χέρι στο καλαθάκι. Πήρα μερικά κέρματα και έτρεξα στο περίπτερο. Με αναμμένο το τσιγάρο στα χείλη, έστησα τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης και ηττήθηκα.
* * * * * *



  • Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ, δικηγορεί, γράφει και οινοποιεί . Από τις εκδόσεις Ανάτυπο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» και συμμετέχει με βραβευμένα διηγήματα και ποιήματά του στα συλλογικά έργα «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» , «Μικρές Επαναστάσεις» και «Παράξενοι Έρωτες» των εκδόσεων Παράξενες Μέρες. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες το βραβευμένο μυθιστόρημά του «Φυλάξου από τον σκύλο» (Cave Canem). Διατηρεί τη λογοτεχνική σελίδα http://toalfatoukentaurou.bolgspot.com όπου δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματά του και κριτική βιβλίου. Διηγήματά του έχουν διακριθεί και δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά, νομικά και ψυχολογικής θεματολογίας περιοδικά

ΡΟΥΜΠΙΝΑ - Η γκεζερά της Αθωότητας

  Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από το e-shop των Εκδόσεων Ελκυστής, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  You can get the book from ...