Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ




Όταν πήρα στα χέρια μου το καινούριο μυθιστόρημα της Λένας Καλαϊτζή και του Σίμου Οφλίδη, στάθηκα στον τίτλο του  και την υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του εξωφύλλου.  Το μυαλό μου πήγε σε αυτό που όλοι λίγο πολύ ξέρουμε: δηλαδή το πείραγμα της φωτογραφίας, να κρυφτεί με ένα ψεματάκι μια αλήθεια στο φωτογραφικό χαρτί. Αυτά τα δυο στοιχεία από μόνα τους ήταν ενδιαφέροντα, χωρίς ακόμη να διαβάσω γραμμή από τις σελίδες του.

Το άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του ήταν ότι για πρώτη φορά θα διάβαζα ένα μυθιστόρημα που έγραψαν δυο συγγραφείς μαζί. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια. Πάντα είχα την απορία πώς γίνεται σε μια τόσο εγωιστική διαδικασία, όπως είναι η συγγραφή, να μετέχουν δυο, έστω και αν αυτοί οι δυο είναι ζευγάρι. Πώς γίνεται ο λόγος να είναι ενιαίος, να μην υπάρχουν διαφορετικές ραφές στα στριφώματα, πως γίνεται το κοστούμι να βγαίνει τελικά όμορφο. Δεν ισχύει εδώ αυτό που λέει ο λαός: πολλές μαμές και το παιδί θα βγει στραβό;

Το ίδιο το βιβλίο από τα πρώτα κεφάλαια μου έδωσε την απάντηση, όταν διαπίστωσα ότι οι δυο κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι, ηθελημένα ή συμπτωματικά, δυο δίδυμα αδέλφια. Ο Αλέκος και ο Παναγής, γεννιούνται μαζί με λίγα λεπτά διαφορά, ζούν μαζί και δημιουργούν μαζί, μέχρι το τέλος. Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το ζευγάρι των συγγραφέων μας που γράφουν όλα τα βιβλία τους  μαζί.

Τι περιέχει λοιπόν στις σελίδες του αυτό το βιβλίο; Εκπλήξεις !!! 

Ναι πολλές εκπλήξεις. Τις σελίδες του διατρέχουν γεγονότα της σύγχρονης Ελλάδας από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την ανασυγκρότηση, την μεταπολίτευση μέχρι τη σημερινή κρίση και θα περίμενε ο συνεπής αναγνώστης να βρει τα γνωστά και χιλιοειπωμένα από μια συγκεκριμένη οπτική γωνία, πολιτική, ίσως ταξική, αλλά συναντά την πρώτη έκπληξη: Όλα δίνονται μέσα από την φωτογραφική ματιά των δυο αδελφών και κυρίως του αφηγητή Αλέκου, του Μικρού που ήρθε στη ζωή δεύτερος. Δεν έχει περιθώρια η φωτογραφική μηχανή να αποτυπώσει κάτι διαφορετικό από αυτό που βλέπει το μάτι, την ωμή αλήθεια, το χαμογελαστό ή θλιμμένο πρόσωπο, το φτωχικό σπίτι, την αδικία του πολέμου πάνω στις ψυχές νικητών αλλά και ηττημένων, το ποζάρισμα των ανθρώπων. Το κάθε κάδρο κουβαλά τη δική του ιστορία, η αντικειμενική του αλήθεια όμως τελικά είναι η υποκειμενική αλήθεια του ίδιου του ήρωα της σκηνής που φυλακίσθηκε μέσα σ΄αυτό με ένα κλικ και δεν υπάρχουν περιθώρια αναλύσεων. Μόνο ρετουσάρισμα επιτρέπει η φωτογραφία κι αυτό είναι πετυχημένο όταν δεν «πειράζει» την ψυχή της. Ο αναγνώστης καλείται να βρει ο ίδιος την δική του αλήθεια μέσα στην ιστορία.

Ο φωτογράφος Αλέκος στο μυθιστόρημα, λειτουργεί ως αφηγητής, ανοίκειος όμως συναισθημάτων, στην  αφήγηση μάλιστα της ίδιας του της ζωής. Οι συγγραφείς της ιστορίας πετυχαίνουν σε αυτό το βιβλίο κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Ο ομοδιηγηματικός τους αφηγητής στέκει αποστασιοποιημένος στην παράθεση των γεγονότων, ορθά καθοδηγούμενος πρώτα από την επαγγελματική του ιδιαιτερότητα και έπειτα από τη σοφία των χρόνων που κουβαλά στην πλάτη του. Είναι γέρος με εγγόνια όταν αναπολεί τα γεγονότα και τα αφηγείται σε μας, αλλά το μάτι του δεν έχασε την ψυχρή δεινότητα του φωτογράφου καθώς εστιάζει στην καρδιά της πληροφορίας που πάντα περιέχει μια φωτογραφία. Το μάτι βέβαια του φωτογράφου φτιάχνει το κάδρο, αποτυπώνει το συναίσθημα της στιγμής, το μεταφέρει στα δικά μας μάτια, δεν το διαλαλεί όμως από σεμνότητα, αφήνει στον θεατή της φωτογραφίας και εν προκειμένω στον αναγνώστη να το ανακαλύψει. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν το μυαλό του γέρο αφηγητή επεμβαίνει στη μνήμη με κάτι που γνωρίζει πολύ καλά. Τη ρετουσιέρα. Αν κάνει ρετούς των φωτογραφικών του αναμνήσεων. Ακόμη όμως και αν η μνήμη οδηγείται ακούσια σε τέτοιες επεμβάσεις, αυτές δεν έχουν μέσα τους καμμία επιτήδευση που να αγγίζει την ψυχή των ηρώων και την καθαρή τους ματιά και αυτό φαίνεται στο έργο. 

Καμία επιτήδευση δεν είναι εύκολο να κρυφτεί από τον αναγνώστη.

Η αφήγηση έχει τη σπιρτάδα μιας μηχανής ριφλέξ, τίποτα περιττό δεν υπάρχει στο κλικ, λιτή και στιβαρή, σεμνή, τα κεφάλαια και οι μεταπηδήσεις στον χρόνο σύντομες, δεν περιέχουν υπερβολικό θόρυβο, σαν απλές φωτογραφίες, υψηλής ανάλυσης όμως.

Στο μέσον της αφήγησης περίπου οι αναγνώστες –της ηλικίας μου και μεγαλύτεροι -  θα ανακαλύψουν ακόμη μια έκπληξη: Θα θυμηθούν τις δικές τους ασπρόμαυρες φωτογραφίες όταν ήταν μικροί, ή των παππούδων τους, όταν ήταν φαντάροι ή όταν έκαναν βόλτα στον Λευκό Πύργο ή όταν παντρεύτηκαν. Μαζί με αυτούς όμως και οι μικρότεροι σε ηλικία, όσοι τουλάχιστον είχαν την περιέργεια όταν έπιασαν μια τέτοια φωτογραφία ασπρόμαυρη των δικών τους ανθρώπων να γυρίσουν το κιτρινισμένο χαρτί από την ανάποδη για να διαβάσουν την αφιέρωση και μαζί τη φίρμα του φωτογράφου: Φωτο Μιστράλ, αλλά και Φωτο Ζενίθ!!! Τότε είναι η μαγική στιγμή που οι μνήμη παίρνει φωτιά και δεν σταματά να διαβάζει την ιστορία μέχρι το τέλος της. Όλοι έχουμε στα κουτιά φωτογραφίες από αυτά τα φωτογραφεία της Θεσσαλονίκης.

Η ιστορία μας ξεκινά με δυο γεννήσεις ή μάλλον τρείς στις 9-6-1934. Η μια αφορά τους δίδυμους αδελφούς Παναγή και Αλέκο που γεννιούνται στο Ζαράκοβο, άσημοι και φτωχοί από «ντόπια» οικογένεια, σλαβόφωνη ελληνικής συνείδησης και η άλλη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Αμερική στα σχεδιαστήρια της Ντίσνευ: του Ντόναλντ Ντακ. Το μόνο κοινό τους η ίδια ημερομηνία γέννησης. Ο Ντόναλτν Ντάκ γεννήθηκε διάσημος και συνέχισε να ζει διάσημος, τα δυο αδέλφια όμως έπρεπε να κοπιάσουν για να κατακτήσουν τη ζωή, χωρίς ποτέ να γίνουν διάσημοι με την χολυγουντιανή έννοια.

Ο αφηγητής, ο Αλέκος, βγάζει από το κουτί τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες της ζωής του και σχεδόν αμέσως μας εισάγει στον κόσμο που του επιφύλασσε η ζωή, με ένα υπέροχο τρικ. Μια καταιγίδα φωτίζει τον ουρανό με κεραυνούς όταν γεννιούνται τα δίδυμα στο χωριό. Γράφουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς: «Ο ουρανός φωτογράφισε τα γεννητούρια μας και άναψε όλα του τα φλας»

Τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου που κινούνται γύρω από τα δίδυμα αδέλφια είναι οικεία στους επαρχιώτες αναγνώστες. Ο τόπος, το χωριό, επίσης οικείος. Η φύση το ίδιο. Το ανοίκειο  φανερώνεται όταν οι φωτογραφίες του Αλέκου μας δείχνουν τους συγχωριανούς, τους «ντόπιους», και τους πρόσφυγες, τους Πόντιους, την έχθρα και τη δυσπιστία που τους χώριζε, αλλά και τον κοινό εχθρό που τους ένωσε: Τον Γερμανό κατακτητή.

Ο Γερμανός στο έργο αυτό, δεν παρουσιάζεται ως ο γνωστός δυνάστης, διότι σίγουρα δεν ήταν παντού κακοί οι Γερμανοί στρατιώτες. Σε κάποια μέρη δεν πείραξαν κανέναν. Στη μνήμη μου ήρθαν τότε αφηγήσεις του παππού μου που έλεγε ότι στο χωριό μου δεν πείραξαν κανέναν οι Γερμανοί, ένας εξ αυτών δε, έμεινε για πολλά χρόνια στο χωριό μετά τον πόλεμο.
 Στο Ζαράκοβο φωτογραφήθηκε η οικογένεια του αφηγητή με έναν Γερμανό αξιωματικό, κατά διαταγή του. Εκείνη όμως τη στιγμή της πρώτης τους επαφής με την φωτογραφική μηχανή, ένιωσαν τον φόβο, τον τρόμο που προκαλεί η δύναμη της φωτογραφίας: Ποια αλήθεια περιέχει μια φωτογραφία που δείχνει έναν αξιωματικό Ναζί αγκαλιά με τον πατέρα του και τη μάνα του στις σκάλες του σπιτιού τους. Είναι ικανή από μόνη της η φωτογραφία να πει την αλήθεια; Να πει ότι διατάχθηκαν να το κάνουν; Ότι το έκαναν χωρίς να το θέλουν; Ποιες άλλες αλήθειες θα αναγνώσουν όσοι δεν ήταν παρόντες τη στιγμή που φυλακίσθηκε εκείνη η απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου; 

Αναρωτιέται ο αφηγητής: «Πώς γίνεται η φωτογραφία να λέει αλήθεια και ψέματα μαζί;»

Αυτό το ερώτημα θα εμφανιστεί πολλές φορές μπροστά στα δυο αδέλφια, απόταν ο φωτογράφος του Φωτο Ζενιθ, ο «μπάρμπας» όπως τον αποκαλούσαν τα δυο αδέλφια, τους περιμάζεψε από τον δρόμο και τους έμαθε την τέχνη της, μέχρι τα βαθειά τους γεράματα, χωρίς να μπορούν να βρουν μια πειστική απάντηση. Η αλήθεια μερικές φορές είναι τόσο κοντά στο ψέμα.

 Όλα τριγύρω τους ρετουσάρονται, το ρετούς όμως με την πάροδο του χρόνου γίνεται περισσότερο επιτηδευμένο και κακόγουστο. Η αισθητική που είχαν μέσα τους, αλλά και διδάχθηκαν δολοφονείται.  Ο φασισμός της κακογουστιάς θα κυριαρχήσει σιγά σιγά στη σύγχρονη Ελλάδα χωρίς να το καταλάβουν, ίσως και οι ίδιοι ακούσια παρασυρθούν.

Το μυθιστόρημα αυτό έχει μια ακόμη ιδιοτυπία: είναι λίγο αντισυμβατικό. Δεν ακολουθεί τη γνωστή συνταγή του μυθιστορήματος που είναι η δομημένη κλασσική πλοκή με μια ιστορία και η εξέλιξή της στον αφηγηματικό χρόνο. Οι συγγραφείς φανερώνουν αυτό που στη λογοτεχνία λέμε πλοκή, με δόσεις και χρονικές αναδρομές. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η πλοκή του έργου αφορά τον Ιανουάριο του 2013, αλλά κάθε φορά που πλησιάζει να μυρίσει τα γεγονότα, βρίσκει μπροστά του αποσιωπητικά και ένα καινούριο κλικ στον χρόνο. Τα δίδυμα αδέλφια δεν είχαν έφεση στα γράμματα, είχαν όμως μια ιδιαίτερη αγάπη για τα σημεία στίξης και τα αποσιωπητικά. Όλο το έργο κυλά με αποσιωπητικά, με αυτά που δεν ειπώθηκαν, όλοι όμως τα καταλαβαίνουμε. Τα αποσιωπητικά τσακίζουν το περιττό και στο έργο αυτό τίποτα περιττό δεν υπάρχει. Οι συγγραφείς γράφουν πολλές ωραίες ιστορίες χωρίς να μιλάνε και να φλυαρούν.

Μέσα από τη γρήγορη αφήγηση παρουσιάζεται αρχικά μια άλλη Μακεδονική ύπαιθρο. Η ματιά του αφηγητή είναι βαθειά ανθρώπινη, επικεντρώνεται στη ματαιότητα ενός εμφυλίου πολέμου, κάνοντας ζουμ και στις δυο εμπόλεμες ζώνες, ματιά πολεμικού φωτορεπόρτερ. Η ιδεολογική θεώρηση δεν έχει καμία αξία, μπροστά στον πόνο των ανθρώπων. Ο πόνος είναι ίδιος και στις δυο πλευρές. Η ματιά του φωτογράφου είναι ματιά ερωτευμένου μπροστά στο αντικείμενό του και … «ο έρωτας δεν κοιτά ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Ίσα μπροστά και κουτουρού» γράφουν οι συγγραφείς όταν μας παρουσιάζουν το πορτρέτο της κυρίας Δημοκρατίας, παιδί αριστερών, όταν ζητάει από τον φωτογράφο να της κορνιζάρει τα αριστεία του πεθερού της που ανακάλυψε τυχαία και μιλάνε για τα ανδραγαθήματά του ως έφεδρου υπολοχαγού του εθνικού στρατού κατά τη διάρκεια του «συμμοριτοπόλεμου».  

Η ίδια ματιά τους ακολουθεί και στη Θεσσαλονίκη, όπου ήρθαν για να γλιτώσουν από τη μιζέρια του χωριού, αλλά και από το στίγμα: Το στίγμα του Βούλγαρου, αυτό που ήταν έντονο στην ύπαιθρο, λιγότερο στην μεγάλη πόλη όπου μπορούσες εύκολα να κρυφτείς, αρκεί να άλλαζες λίγο την προφορά και να μιλούσες μόνο ελληνικά. Η εθνική ελληνική ταυτότητα και συνείδηση ήταν καταγεγραμμένη στην καρδιά και τον σκοτεινό θάλαμο του μυαλού τους, άλλη όμως ταυτότητα καταμαρτυρούσε η γλώσσα. Εδώ γίνεται ένα παιχνίδι και μια αντίστιξη με την αμφισημία της φωτογραφίας. Η γλώσσα έλεγε ψέματα, η καρδιά και το μυαλό την αλήθεια. Όλοι όμως στέκονταν σε αυτό που άκουγαν τα αφτιά τους: στα σλάβικα που αργότερα μπερδεύτηκαν με τα ποντιακά και όλα έγιναν ένα, στρογγυλεύοντας λίγο τις γωνίες και την καχυποψία. 

Μέσα από τα αλλεπάλληλα γρήγορα φωτογραφικά ενσταντανέ του αφηγητή της ιστορίας, περνάει από τα μάτια μας σχεδόν ολόκληρη η σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας. Τα προσφυγικά, η Ανω Πόλη, το τράμ, οι πλανόδιοι φωτογράφοι του Λευκού Πύργου, ο Πόλακ, ο δράκος του Σειχ Σου, ο Λαμπράκης, ο Κοτζαμάνης με το τρίκυκλό του, ο Γιάννης Κυριακίδης με τη σκάλα του, η ΔΕΘ, η αστική τάξη της Θεσσαλονίκης, η εβραϊκή κοινότητα μετά τον ξεριζωμό της στα γερμανικά στρατόπεδα, οι πλάκες του λεηλατημένου εβραϊκού νεκροταφείου, η μετανάστευση του Μακεδονικού κάμπου στη Γερμανία, η χούντα, η μεταπολίτευση και η ψεύτικη ευμάρειά της, η φτωχή Χαλκιδική και η σημερινή Κασσάνδρα των πολυτελών διακοπών και της παρακμής μας. Ονόματα, πολλά ονόματα, όλα δεμένα με μια ιστορία και μια φωτογραφία. Χιλιόμετρα ασπρόμαυρου φιλμ πρώτα, και ύστερα έγχρωμου, αποθανατίζουν τα μικρά και ανείπωτα, να στέκουν πλάι στα μεγάλα και χιλιοειπωμένα, σε ένα κολάζ ισχυρών αντιθέσεων που  αναγκάζει τον αναγνώστη να σκεφτεί τη δική του ζωή.

Η προκοπή με την εργασία δίνει τη θέση της στον εύκολο και γρήγορο πλουτισμό. Τα πίξελς και η ψηφιακή εποχή σκοτώνουν το φίλμ, η τεχνολογία τα κάνει εύκολα και προσιτά σε όλους. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τις κρεμασμένες ψυχές στα ασπρόμαυρα κάδρα των παλιών φωτογραφείων. Από τα σπίτια έχουν ήδη καθηλωθεί οι μνήμες μας και οι καινούριες δεν μυρίζουν χαρτί, είναι άυλες και ζουν όσο ζει μια ανάρτηση στο instagram.

Όλα αυτά – ασπρόμαυρα και έγχρωμα – είναι καρφιτσωμένα γύρω από μια έγχρωμη ημερομηνία: Ιανουάριος 2013 στην Πλατεία Ταχυδρομείου, εκεί που η εγγονή του Αλέκου, η Νάιρα, πάει να εισπράξει τον πρώτο της μισθό, ενώ τριγύρω βράζει μια διαδήλωση με επεισόδια και εντάσεις ιδεολογικές.

Η αφήγηση σιγά σιγά παίρνει ένα αγχωτικό τέμπο, στις τελευταίες σελίδες του έργου ξεδιπλώνεται η πλοκή που βράδυνε ο αφηγητής, ίσως γιατί διαισθανόταν, ψυχανεμιζόταν. Ο ρυθμός της είναι καταιγιστικός, η αγωνία κορυφώνεται πολλές φορές ακόμη και μέσα στην ίδια σελίδα, τα καρέ των εικόνων, ζωηρά και ανήσυχα, το διάφραγμα της μοντέρνας μηχανής του Αλέκου παίρνει φωτιά για να μπορέσει να φυλακίσει κάθε στιγμή. Αυτές οι στιγμές είναι οι πολύτιμες στιγμές όλης του της ζωής και ο ήρωας του έργου μεταμορφώνεται. 

Ο άνθρωπος που φυλάκιζε τον χρόνο μέσα σε έναν σκοτεινό θάλαμο και ύστερα τον τύπωνε στο ασπρόμαυρο χαρτί, βλέπει τώρα να τον προσπερνά μπαμπέσικα, όπως λέει χαρακτηριστικά. Τα αποσιωπητικά που τον κυνηγούσαν μια ζωή εμφανίζονται ξανά με όλη τους την μεγαλοπρέπεια, βάζουν φρένο στον συναισθηματικό του χρόνο που δεν επιδέχεται καμία παρέμβαση και κανένα ρετούς. 

Στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του η ρετουσιέρα αχρηστεύεται.

Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για τη συνέχεια της πλοκής και της δράσης του έργου μέχρι το συγκλονιστικό του τέλος, παρά μόνο να πω, συνοψίζοντας, ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν κουράζει τον αναγνώστη, λίγο αντισυμβατικό με την έννοια ότι δεν ακολουθεί πιστά τους λογοτεχνικούς κανόνες, αυτό όμως το ομορφαίνει, η γλώσσα του είναι αυτό που λέμε τίμια, δεν έχει περιττά στολίδια, οι προτάσεις σύντομες, ο λυρισμός που μπορεί να καταστρέψει ένα έργο απουσιάζει, όπως και ο ναρκισσισμός των συγγραφέων, το ωμό και ανθρώπινο στην πιο απέριττη μορφή του βρίσκεται παντού σε κάθε εικόνα σε κάθε περιγραφή, η συναισθηματική φόρτιση του αναγνώστη μετρημένη, δεν θα κλάψετε με τα περασμένα, δεν ξέρω με τα σημερινά, ο ίδιος αφηγητής σοφά δεν αφήνει τον εαυτό του να νοσταλγήσει τα περασμένα, χωρίς να απαγορεύει σε εμάς να το κάνουμε. 

Λέει για τον εαυτό του: «Εγώ δεν νοσταλγώ την δικιά μας φτώχεια. Απλώς την θυμάμαι».

Η αναπόληση έχει όμως πάντα ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό: Εδράζεται στο παρόν μέχρι την τελευταία στιγμή. Χωρίς Σήμερα και δίχως Ζωή δεν υπάρχει αναπόληση των περασμένων. Οι συγγραφείς μας εισάγουν στην Επικούρεια θεώρηση της ζωής με πολύ όμορφο τρόπο ξεφυλλίζοντας ουσιαστικά ένα φωτογραφικό άλμπουμ στη σύγχρονη εποχή του άυλου. Δεν έχει σημασία το χρώμα των φωτογραφιών, παρά μόνο οι κρυμμένες για χρόνια αλήθειες τους. Ο χρόνος που φυλακίσθηκε με ένα κλικ στο χαρτί, απελευθερώνεται καθώς ανοίγουμε τα άλμπουμ της ζωής μας.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Νοέμβρης 2018 

Το μυθιστόρημα της Λένας Καλαϊτζή Οφλίδη και του Σίμου Οφλίδη "ΡΕΤΟΥΣ Το τρυφερό χάδι του ψέματος" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΝΗΣΙΔΕΣ σε όλα τα βιβλιοπωλεία.