Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΝΙΤΡΟ



Την πιρίουδου που ταν ου Αντρέας στα μέσα κι τα έξου, άρχισε να πασουκοποιείτι η μάνα μ. Ένα προυί μι είπι να πιταχτώ στου πιρίπτιρου να την φέρου ένα κιλό νίτρου. Αντραλιάσκα !!!
«Τι του θες ρε μάνα του νίτρου;»  τη ρώτσα. Του μυαλό μ πήγι αμέσως στη 17 Νουέμβρ.
«Ετς κάνουν οι προυτευουσιάν …» μι απλουήθκι μι σουβαρότητα. Κουβέντα δεν σίκουνε η μάνα.
«Καλά ρε μάνα, έχουν τα πιρίπτιρα νίτρου;» ρώτσα σι στυλ ντε και καλα: Στην έφερα τώρα, πους ξέρς ισύ απού νίτρα χουριατουπούλα, ιμείς φοιτηταί είμαστε κι ξέρουμε πέντε πράματα περισσότιρου. Η μάνα όμως επέμεινι.
«Ακούς τις σι λέου; Πήγινι στουν Γιουργαλί στου πιρίπτιρου κι πάρι μι ένα κιλό νίτρου»
Έτρεξα λοιπόν μι χίλια, είπα στουν Γιουργαλί βάλε ένα κιλό νίτρου, μι ντρουπαλότητα, ικείνους πίρι ένα  πιριοδικό απ΄του ράφ, του ζύγισε κι μου πε
«Αυτήν τη βδομάδα του βγάζ στα 750 γραμμάρια. Του θες; Αλλιώς θα πιριμένς την άλλ τη βδουμάδα που θα βγει σι κιλό.»  
Έπαθα την πλάκα μ, όπως λέγαμι κι στα πανεπιστήμια οπού χαζεύαμι  εκείν την επουχή. Του πήρα παραμάσκαλα, πήγα σπίτ και τς του πέταξα στα μούτρα.
«Πάρε να ξεβλαχέψεις» τς είπα θυμουμένους, «ιγώ δεν χρειάζουμαι τέτοια»
Τιλικά κουρκούτ στου μυαλό είχα τότις. Κάτι ήξερε η καημέν η μάνα μ κι μέλεγι άνοιξε τα μάτια σ κι ξεστραβωσ.
Σήμερα ψάχνου να βρο κανα γραμμάριο νίτρου κι δεν βρίσκου. Καταστράφκα….

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ (CAVE CANEM)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

νέες κυκλοφορίες

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Άνοιξη 2018



ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ
Το μυθιστόρημα «Φυλάξου από τον σκύλο» του θεσσαλονικιού συγγραφέα Χριστόδουλου Δ-Α Λιτζερίνου βραβεύτηκε στον δεύτερο πανελλήνιο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Παράξενες Μέρες.
Φυλάξου από τον σκύλοΤο μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια παράξενη χώρα που μοιάζει πολύ με τη δική μας χωρίς ποτέ να υπάρχει το στοιχείο της ταύτισης. Είναι άραγε πιο αστεία αυτή η εικόνα εκείνης της χώρας και των ανθρώπων που μας μοιάζουν. Είναι μήπως πιο δραματική; Θα έλεγα ότι είναι απλώς πιο λογοτεχνική και –μέσα στην ιλαροτραγωδία που υφαίνει συνθέτοντας είδη λογοτεχνικά και διαπλέκοντας πολύ οικείες και εντελώς φανταστικές εικόνες, όνειρα, ελάχιστα θαύματα και πολλά τραύματα καταφέρνει να μας παρουσιάσει ταυτόχρονα την πραγματκότητα όπως είναι, όπως δεν θα ‘πρεπε να είναι κι όπως ανησυχούμε ότι θα γίνει. Γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε καλού βιβλίου κάθε σημαντικού λογοτεχνικού έργου. Να μετατρέπει την επιστημονική ή όποια άλλη φαντασία σε πραγματικότητα. Άλλοτε θαυμαστή και άλλοτε οδυνηρή. Αλλά πάντα, όπως εδώ σε αυτό το βιβλίο πιο αληθινή από τις περισσότερες αλήθειες που ξέρουμε. Από τις αλήθειες που μας …ενημερώνουν απο τις αλήθειες που μας εξαγριώνουν, από τις αλήθειες που μας υπόσχονται τάχα τις καλύτερες μέρες. Πάει όμως λίγο παραπέρα, εκεί που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να πάει. Πάει πιο πέρα ακόμη κι από την αλήθεια –αν υπάρχει τέτοιο πράγμα- γιατί ο πραγματικός συγγραφέας πρέπει και έχει υποχρέωση να επινοήσει τη δική του αλήθεια, το δικό του δρόμο. Όταν είναι επιδέξιος μπορεί να δημιουργήσει και τον δικό του μικρό-κοσμο. Αυτό γίνεται στο βιβλίο του Χριστόδουλου Λιτζερίνου που ξεχώρισε μέσα από εκατοντάδες συμμετοχές στον δεύτερο διαγωνισμό μυθιστορήματος και πήρε το πρώτο και μοναδικό βραβείο.
Ο Χριστόδουλος Δ-Α Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Διηγηματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά. Συμμετείχε με ένα διήγημά του στο συλλογικό έργο «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» το 2016 αλλά και στις συλλογές «Παράξενοι Έρωτες» και «Μικρές επαναστάσεις» το 2017. Αυτό είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
ΣΕΙΡΑ: ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – 21 / ΣΕΛΙΔΕΣ: 160 / ΣΧΗΜΑ: 14 ΕΠΙ 21 / ΤΙΜΗ: 12 ΕΥΡΩ / ΕΞΩΦΥΛΛΟ : ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΤΡΑΚΗ / ISBN: 978-618-5278-5278-12-0

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Ο ΡΟΦΟΣ






Ο ροφός με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια πίσω από τον βράχο, λες και έβλεπε πρώτη φορά άνθρωπο με μοτοσικλέτα. Ένα ζευγάρι σαργών ταράχτηκε από τον ήχο της εξάτμισης της παλιάς Harley και χώρισε στα δυο. Παρατήρησα αυτή τη φορά ότι ο αρσενικός κουνούσε λίγο παράξενα την ουρά του, πιο χαριτωμένα, κι αμέσως το πονηρό μου μυαλό πήγε στην εναλλαγή των φύλων στην οποία επιδίδονται τα ψάρια. Αν μπορούσαμε κι εμείς οι άνθρωποι να αλλάζουμε φύλο κατά πως μας βόλευε, θα μπορούσαμε να λύσουμε πλείστα των προβλημάτων μας. Ας πούμε εκεί που τρως καθημερινά τα μούτρα και τα παπούτσια σου σε αναζήτηση μιας δουλειάς της προκοπής ως αρσενικό, γίνεσαι θηλυκός σαργός και τσούπ σου κάθεται μια ωραία θέση σερβιτόρας σε καφετέρια με μισθό εξακόσια ευρώ συν τα τυχερά. Δεν σου κάθεται μια τέτοια θέση, σου κάθεται ένας γαμπρός με λεφτά. Και το ανάποδο από θηλυκός σαργός σε αρσενικό σαργό, στην περίπτωσή μου όμως ενδιέφερε η πρώτη μεταλλαγή. Με αυτές τι σκέψεις δεν πρόσεξα τον μικρούλη μαύρο ήλιο που είχε τρυπώσει ο μισός στην άμμο και ο άλλος μισός κατάφερε να χωθεί στο λάστιχο της μπροστινής ρόδας της Harley. Ένα λάστιχο μεσοπέλαγα, ήταν ό,τι χειρότερο για τη συνέχεια του ταξιδιού μου και σχεδόν πάντα είχε την ίδια κατάληξη. Η αναζήτηση βουλκανιζατέρ με ανάγκαζε να ξυπνήσω ακόμη μια φορά για να διαπιστώσω ότι η ώρα ήταν μια το πρωί. Ενώ δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά της ώρας απ όταν κουκουλώθηκα με το πάπλωμα, το μυαλό ακόμη μια φορά δεν υπάκουσε στο όνειρο που είχα σκαρφιστεί ξύπνιος και έφτιαξε του κεφαλιού του ένα άλλο.
Κάθε βράδυ αφού παρέδιδα τις εισπράξεις και τα κλειδιά του παπιού στο αφεντικό, μετά το τελευταίο ντιλίβερυ, έφτανα με τα πόδια στο διαμέρισμα μου για τη βραδινή ξεκούραση. Η βραδινή βάρδια με κούραζε και δεν άφηνε την ψυχή μου να ησυχάσει. Είχα βρει έναν έξυπνο τρόπο να αναγκάσω το σώμα να κοιμηθεί. Έφτιαχνα λοιπόν ξύπνιος μια ιστορία και ζόριζα το μυαλό να συνεργαστεί ώστε αφενός μεν να κοιμηθεί, αφετέρου δε να συνεχίσει η ιστορία του ξύπνιου να προβάλλεται και στον ύπνο. Τζίφος. Ενώ πετύχαινα αμέσως το πρώτο σκέλος, το δεύτερο σκέλος δεν υπάκουε στο σενάριο και κάθε βράδυ πετάγονταν μπροστά μου ροφοί, σαργοί, καλαμάρια και σμέρνες. Εγώ πάντα καβάλα στη Harley !! Εκείνο δε το μπροστινό λάστιχο είχε γίνει σουρωτήρι από τους αχινούς και πουθενά, μα πουθενά ένα βουλκανιζατέρ για να δω τη συνέχεια βρε αδελφέ να μου φύγει και η απορία. Επιστράτευσα όλους τους ονειροκρίτες του διαδικτύου μήπως και καταφέρω και βρω μια λογική εξήγηση στην ακατανόητη επανάληψη του ίδιου σκηνικού. Τηλεφώνησα και στη γιαγιά μου που τα παίζει τα όνειρα στα δάχτυλα.
Ta μεγάλα ψάρια σημαίνουν μια καινούρια σχέση, ακόμη και γάμο
Κανένας ονειροκρίτης και καμμιά γιαγιά δεν έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με έναν νέο πτυχιούχο της Φιλοσοφικής που δούλευε πιτσαδόρος ντελιβεράς για τριακόσια πενήντα ευρώ τον μήνα, συν ένα κουτσουρεμένο ΙΚΑ, του οποίου το μόνο όνειρο ήταν να βρει μια θέση καθηγητή σε δημόσιο Λύκειο στην επαρχία και να πηγαίνει στο σχολείο καβάλα σε μια παλιά Harley. Σχέσεις και γάμοι ήταν ανεπιθύμητοι. Λίγο πριν κλείσω λοιπόν τα βλέφαρα έβαζα μπρος την Harley για να πάω στο σχολείο, αμέσως αυτά σφάλιζαν και πετάγονταν πάντα ο ίδιος γουρλομάτης ροφός πίσω από τον βράχο.
Κάποιος πετυχημένος φίλος μου, που έφτιαξε τη δική του επιχείρηση, μου είπε ότι δεν πρέπει να σκαρώνω όνειρα, αλλά να βάζω στόχους και να τους κυνηγώ, μόνο έτσι θα μπορούσα να καταφέρω κάτι. Εγώ πάλι επέμενα ότι το όνειρο υπερτερεί ποιοτικά του στόχου, αφού αν δεν καταφέρει το όνειρο να μετεξελιχτεί σε πραγματικότητα, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, αν όμως ο στόχος καταρρεύσει, μπορεί να συμπαρασύρει μαζί του ολάκερη ζωή. Τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα και επιπλέον σου ομορφαίνουν τον ύπνο, αρκεί να μην έχουν ροφούς και άλλα θαλασσινά που σε κάνουν άνω κάτω.
Σταθερά συνέχιζα να βρίσκομαι χαμηλά στην επετηρίδα των προσλήψεων και στο μηνιάτικο. Δεν προχώρησα σε αγορά Harley, όχι γιατί δεν είχα χρήματα, αλλά διότι τι να την κάνω την Harley αν δεν είμαι καθηγητής σε ένα χωριό να πηγαίνω καβάλα στο σχολείο; Δεν είχε κανένα νόημα μια τέτοια αγορά. Στην πόλη μια χαρά με βόλευε το παπί. Μπορούσα να το έχω και σε ώρες εκτός δουλειάς αφού το αφεντικό μου το επέτρεπε όταν το χρειαζόμουν για μια μετακίνηση. Τα χρήματα της Harley περίμεναν την πρόσληψή μου σε ένα τσίγκινο κουτί του καφέ. Άνοιγα που και που το κουτί, τα μέτραγα και τα αέριζα να μη μουχλιάσουν. Είχα μαζέψει πέντε χιλιάρικα. Θυμήθηκα τη γιαγιά στο χωριό και έβαλα μέσα ένα κουφετάκι ναφθαλίνη ως συντηρητικό του ονείρου μου. Μετά τη ναφθαλίνη σταμάτησα το μέτρημα, άνοιγα το καπάκι, μύριζα, έβαζα τα μπουρμπουάρ και το ξανάκλεινα. Το βράδυ ο ροφός στην ίδια θέση με κοίταζε. Τώρα πια είχαμε αποκτήσει μια οικειότητα. Αφηνα την αριστερή μανέττα, τον χαιρετούσα, μου κουνούσε την ουρά μέχρι που πατούσα τον αχινό και έψαχνα μεσοπέλαγα για βουλκανιζατέρ, βρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που τον είδα. Είχα καταλήξει με σιγουριά ότι για όλα τα δεινά έφταιγε αυτός ο γουρλομάτης ροφός. Με μάτιαζε κάθε φορά που τον έβλεπα. Αποφάσισα λοιπόν να του κόψω την καλημέρα. Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση όμως. Πάλι έπαθα λάστιχο μεσοπέλαγα.   
Ο Νίκος, ο φίλος που σας έλεγα με τη δική του επιχείρηση, μια μέρα μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι υπάρχει μια ευκαιρία για μένα που θα με βοηθούσε να τελειώσω μια και καλή από τη μιζέρια του πιτσαδόρου. Συναντηθήκαμε στο καφέ της γειτονιάς του και αφού ήπιαμε τα εσπρεσάκια μας μου είπε να τον ακολουθήσω. Στην άλλη άκρη του τετραγώνου σταθήκαμε μπροστά στη ρεκλάμα ενός καταστήματος
«Πώς σου φαίνεται;» με ρώτησε περιχαρής δείχνοντάς μου το κατάστημα.
Κάρφωσα τα μάτια μου στην ταμπέλα: ΙΧΘΥΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΑΝΕΜΟΤΡΑΤΑ
«Τι είναι αυτό;» ψέλισσα, καθώς ένοιωσα μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα.
«Πωλείται η επιχείρηση σε καλή τιμή. Αν δεν έχεις όλα τα λεφτά θα σε βοηθήσω κι εγώ…» μου χτύπησε την πλάτη και με τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Το μάτι μου έπεσε πάνω στον πάγκο με τα ψάρια. Κάτι λίγες σαρδέλες, κανα κιλό γαύροι, μερικές τσιπούρες ιχθυοτροφείου και σε μια άκρη ένας ροφός με κοίταζε. Δίπλα του ένα χαρτάκι έγραφε: 25 ευρώ το κιλό. Ήταν ο ίδιος ο ροφός που τελευταία του έκοψα την καλημέρα. Με κοίταζε περιφρονητικά. Ο μουστακαλής ιχθυοπώλης, όση ώρα κοίταζα τον ροφό, μου εξηγούσε ότι βγαίνει στη σύνταξη, ότι πουλάει την επιχείρηση πέντε χιλιάρικα, ότι η γειτονιά έχει καλή αγορά, ότι θα με βοηθήσει στην αρχή και ότι θα βγάλω καλά λεφτά από το μαγαζί. Ο ροφός έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Γύρισα τότε το κεφάλι στον ιχθυοπώλη και τον ρώτησα πόσο κοστίζει ο ροφός. Μου είπε ότι είναι τέσσερα κιλά και κοστίζει εκατό ευρώ. 
Μου τον τύλιξε και τον έφαγα μόνος μου την άλλη μέρα./

* * * * * * * *