Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας




Καντούνι οδού Παλαιολόγου στην Κέρκυρα
Κέρκυρα Απρίλης 1891, 
o χαλασμός.

ΠΕΙΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΕ ΤΟ ΓΕΤΟ. Ο Μαλαχί δεν μου δινε σημασία. Συνέχεια ήταν στα σούρτα φέρτα, κουβανούσε τσι ψυχές των Οβριών που πεθαίνανε. Κανένας δεν τσου έγραφε σε ένα χαρτί, μόνο πάνω στα αγκωνάρια γράφανε τα ονόματα, κλαίγανε στα γρήγορα και ύστερις κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τσου.
       Φυλακίσανε τα δάκρυα.
   Απ το κορφάρι τσι Μιντράς τήραγα μέχρι τη θάλασσα. Δεν κατέβαινα πια στα καντούνια. Δεν αντέχονταν από τη μπόχα και τα σκουπίδια παντού στις πλάκες. Αποπανουθιό ο ήλιος είχε σκαλωθεί και τώρα που το γέτο χρειαζόταν μια βροχούλα, εκείνος μουλάρωσε, δεν έλεγε να κάμει για λίγο στην άκρη, να αφήκει τη βροχούλα να μας το καθαρίσει.
   Ήλιος σκληρός με τσου ανθρώπους
   Μεγάλα καράβια με κανόνια ζώσανε το νησί μας και τα γύρισαν κατά τσου ανθρώπους. Οι ξένοι ήρθανε να βοηθήσουνε τσου Οβριούς, οι ίδιοι που τους διώξανε από τσι πατρίδες τους. Δεν βλέπανε τι γίνεται μέσα στο γέτο, μόνο σημαδεύανε κεφάλια και απειλούσανε την πατρίδα. Άμα ρίχνανε τσι μπομπέτες τους, στα κεφάλια ούλονε θα πέφτανε, τόσο κοντά που ήμασταν χρόνους τώρα χριστιανοί και οβριοί.
   Στα κεφάλια των μπεδιόνε οι μπομπέτες των μεγάλων.
- Μαλαχί, Μαλαχί αντί να κουβανείς ψυχές φτωχών ανθρώπων, γιατί δεν τσου βοηθάς να ζήσουν; Μαλάχ των χριστιανών, Μαλάχ των Εβραίων, που τον ίδιο Πατέρα έχετε, γιατί δεν απλώνετε τσι φτερούγες σας να σκεπάσετε την πόλη; Δεν είναι δα και καμμιά μεγάλη πολιτεία.
   Ο Άγιος, μοναχούλης πίσω από το γυαλί του, κλαίει με την κατάντια ανθρώπων και Αγγέλων.
   Φρουτ έκαμε και στάθηκε από πάνω μου φοβερός και θυμωμένος, εγώ όμως δεν αγγελοκρούστηκα αυτή τη φορά. Όσα έβλεπα με έκαμαν δυνατή.
   Τα μάτια των μπεδιόνε στάζουν αφοβιά όταν αδικούνται.
   «Όσα σκέφτεσαι και λες Ρουμπίνα είναι βλάσφημα για τον Θεό και Κύριό Σου» με μάλωσε, εγώ όμως δεν κουνήθηκα ρούπι από το κορφάρι, του αντιμίλησα, όπως ποτέ δε νόγησα να κάμω σε κανέναν.
   «Τα βάνω με τσου Αγγέλους Χριστιανών και Εβραίων που ξέχασαν να αγιουτάρουν τσου ανθρώπους και γίνανε κουβαλητές κακόμοιρων ψυχών»
   «Έτσι τα κανόνισε ο Γιαχβέ» μου πε κείνος, σαστισμένος με την απαθειά μου
   Ο Γιαχβέ είναι σκληρός με τα μπεδιά. Θέλει να τα φτιάξει αγγέλους υπηρέτες του.
   «Είναι εγωϊστής ο Γιαχβέ» του φώναξα μέσα στη χαλασιά τσι πόλης, εκείνος κοίταξε κάτου στα καντούνια, μη τυχόν και ακουστεί η φωνούλα μου.
   «Θα σε πάρω από την πόλη…» μου κούνησε το δάχτυλο κατάμουτρα
   «Δεν πάτησα το άνζο μας Μαλαχί!!» του έμπηξα κι εγώ μια φωνή κατάμουτρα, έκαμε εκείνος ένα βήμα πίσω, σα να τρόμαξε με τον κρότο τσι καρδιάς μου.
   Μπομπέτες δυνατές οι καρδιές των μπεδιόνε.
   Φτερούγισε μακριά φωνάζοντας ότι με τηράει παντού και θα ξανάρθει, εγώ του αποκρίθηκα ότι θα τον περιμένω στην γωνιά μου ήσυχη.
   Γύρισα το βλέμμα στη λόντζα των Ευγενών, είδα πίσω από το σκαλιστό γραφείο, στο Δημαρχείο, τον σιορ Μίκιο να ξύνει το τσερβέλο και να τραβά τσι τρίχες τσι γενειάδας του. Ήθελε ούλα να τα χει δικά του. Έγραφε σε ένα τετράδι τσου ψήφους, το φύλαε σα τα μάτια του, μη και το μαγαρίσει το αίμα μου και λεριάσουν οι ψήφοι. Απόξω ο σιορ Ιάκωβος, έγραφε, μιλούσε, φούντωνε και καταλάγιαζε την οργή των χριστιανών
   Λύκοι οι ανθρώποι σα χαλάσει η ψυχή τσου από κακούς λόγους.
   Οι κυράδες στα σαλόνια, όπου σφογγίζαμε τσου πάτους τους, σταυροκοπιόταν, παρακαλούσανε να φύγει το κακό μακριά, να ησυχάσει ο τόπος.
   Οι χωριάτες στην εξοχή παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, να βγάζουν πιότερες δραχμές.
   Οι Θεοτόκηδες παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, μη και χάσουνε τσι εκλογές.
   Οι Δηλιγιάννιδες παρακαλάγανε να ησυχάσει το κακό, μη και χάσουνε το γοβέρνο.
   Ο σιορ Μίκιος έξυνε το κεφάλι του και παρακαλούσε να φύγει το κακό, μη χάσει τσι κορδέλες του δημάρχου και τα κορδώματα.
   Ο σιορ Ιάκωβος παρακάλαγε να φύγει το κακό μακριά, γιατί δεν άντεχε να βλέπει Οβριούς στα πόδια του.
   Οι παπάδες έκαμαν προσευχές να φύγει το κακό που σταύρωσε τον Χριστό
   Κανένας τους δεν ρώτησε τον Άγιο γιατί δακρύζει ολημερίς.
- Μαλαχί που πετάς λεύτερος στον αγέρα και υπακούγεις μοναχά στον Κύριο και Θεό σου, δεν βλέπεις τα ίδια που βλέπω κι εγώ το μπεδί; Γιατί να γίνω σαν κι εσένα, να βλέπω τον πόνο, αλλά να μη βγάζω άχνα στον Αφέντη μου για το άδικο;
   Ο αλιτσερίνος, με τη μαύρη του φορεσιά, γελούσε με κακία καθώς έκαμνε τη δουλειά του στα καντούνια, μπροστά στα μάτια των αγγέλων. Χόρτασε αίμα. Δεν πρόκαμα να μεγαλώσω για να τον φοβηθεί η ψυχή μου. Τώρα που πέθανα γιατί να τον φοβηθώ; Εκείνος τώρα με φοβόταν, όσο με τήραε να κάθομαι στο κορφάρι τσι Μιντράς καμαρωτή, να τον βλέπω και να τον περιγελώ. Τον νίκησα κι εκείνος για να με κδικηθεί έπνιξε τσου Κορφούς στο αίμα. Ο κακότροπος !!
   Μαλάχ και αλιτσερίνος, μαζί κάμουν τσι δουλειές τους. Ο ένας βοηθάει τον άλλονε.
   Τα μπεδιά όξω από το γέτο πάγαιναν στα σχολειά και παίζανε, ενώ τα μπεδιά στο γέτο φτιάχνανε μπόγους τα παιχνίδια τσου, για να τα παίξουν σε μιαν άλλη πατρίδα.
   Άκουσα τότες βουητό μεγάλο, ο ουρανός σκοτείνιασε. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά, είδα μεγάλα σιδερένια πουλιά με μαύρους σταυρούς στα φτερά τσου, πετούσανε και κρύβανε τον ήλιο. Πρώτη φορά έβλεπα σιδερένια πουλιά. Δεν πρόκαμα να σκεφτώ, ο Άγγελος με άρπαξε με τσι φτερούγες του και με σήκωσε ψηλά, πάνω από τα σιδερένια πουλιά. Τότες είδα να ρίχνουν εκείνα φωτιά στο γέτο, πάνω στη Μιντράς. Σωριάστηκε η σκεπή τσι, τσακίστηκαν τα κεραμίδια με το αίμα μου. Οι Οβριοί συναχτήκανε ούλοι μαζί σε μιαν άκρη, έτρεμαν μπροστά στα ντουφέκια των στρατιωτώνε.
   Φορούσαν τώρα οι Οβριοί ένα κίτρινο άστρο στο πέτο.
   Τσου βάλανε σε πλοία, απεκεί σε τρένα για να τσου πάνε μακριά, στη χώρα με τα χιόνια, σε άλλη πατρίδα. Ερήμωσε το γέτο ξαφνικά. 
   «Μαλαχί, Μαλαχί τι είναι αυτά που βλέπω;» φώναξα τρομαγμένη κι εκείνος άχνα δεν έβγαλε. Μου σκέπασε μόνο τα μάτια με τσι φτερούγες του. Όταν μου τα ξεσκέπασε, η Μιντράς ήταν στη θέση τσι με τα αιμάτινα κεραμίδια και τσου Οβριούς να τρέχουν σα τσου ποντικούς να κρυφτούν στις τρύπες τους.
   «Τα έκαμα σαν και πριν…» μου πε και με απίθωσε στο κορφάρι ξανά. 
   Ακριβές οι δραχμές που πληρώνω στον Μαλάχ, να με αφήνει να βλέπω την  πατρίδα μου.
   Στο απαρταμέντο μας ο αφέντης μου, χωρίς να στάξει δάκρυ, έφτιαξε τσου δικούς του μπόγους, φίλησε τη μάμα και την έστειλε στο λιμάνι μαζί με τη Νίνα μας. Εκείνος έμεινε πίσω να φυλάει το αγκωνάρι μου στο Οβρέϊκο νεκροταφείο από τη μάνητα των χριστιανών.
   Πόσο να αντέξει ο πατέρας πάνω από το αγκωνάρι του μπεδιού του, όταν η μνήμη είναι βουτηγμένη στο αίμα;
   Των τρομαγμένων μπεδιόνε την ψυχούλα κανένας δικαστής και κανένα γοβέρνο δεν μπορεί να παρηγορήσει και να μερέψει.
   Τα νεκρά μπεδιά, κανένας δεν μπορεί να τα γυρίσει πίσω.
   Αγρίεψαν τα μάτια των μπεδιόνε, κοκκίνησαν από το κλάμα και το άδικο αίμα. Η ψυχή τσου, σε μιαν άκρια, θα κουβανεί πάντα τον θάνατο, μέχρι να τα πάρει κι αυτά ο Κύριος.
   «Οϊ βα βόι Μαλαχί, δεν θέλω άλλο να βλέπω τον πόνο. Δεν είναι αυτή η πατρίδα που αγάπησα. Γιατί με βάνεις να ντρέπομαι για την πατρίδα μου; Τι μεγάλο αμαρτεμό έκαμα;»
   Οι Άγγελοι δίνουν λογαριασμό μόνο στον Αφέντη τσου.
   Μέσα στη χάβρα των ανθρώπων έβλεπα αυτόν που με χάλασε να πίνει τον καφέ του στα αργαστήρια τσι πόλης. Το βράδυ να κοιμάται σπίτι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Το χέρι του μου κλεισε το στόμα. Τώρα ο Όρκος στον Μαλάχ. 
   Κανένας δεν ακομπούσε αυτόν που λέριασε τα χέρια του με το αίμα μου, μη τυχόν και λερωθούν τα δικά του. Για κάθε σταγόνα αίμα που χύθηκε στη γη φταίνε οι Οβριοί.
   Οργή, οργή στα κεφάλια των Οβριών, όποιο χώμα κι αν πατήσουν, όποια πατρίδα και αν αγαπήσουν.
   «Αμαρτάνανε…», λέγανε οι κυράδες. «Σκοτώσανε τον Χριστό!!»
   «Ποιόν φαραώ και ποιον βασιλιά σκοτώσαμε;»
    Φώναξα με όση δύναμη είχα στα στήθια μου, μην και με ακούσουνε οι πλάκες και τρομάξει το άδικο.
   «Σσσσς…» μου καμε ο Μαλάχ, την ώρα που κουβανούσε την ψυχή τσι σιόρας Ροζίνας Μουζά
   «Τσώπα Ρουμπίνα μου, θα σε ξανασκοτώσουνε…» μου φώναξε χαμογελαστή η ψυχούλα τσι.
   Το μάτι μου έπεσε τώρα στο αργαστήρι Η Ωραία Ελλάς. Ο σιορ Ιάκωβος έπινε τον καφέ του ήσυχος μέσα στη χαλασιά, διάβαζε ένα βιβλίο. Ένας σκριπτόρος μιας φυλλάδας τσι Αθήνας τον πλησίασε και τον ρώτησε
   «Γιατί κύριε Πολυλά γίνονται όλα αυτά;» εκείνος σήκωσε το ξινισμένο βλέμμα του από το φλιτζάνι και του αποκρίθηκε
   «Διότι ετούτοι εσήκωσαν κεφάλι και μας παραμπήκανε στη μύτη…» κατέβασε μια γουλιά καφέ και συνέχισε
   «Δεν είναι Έλληνες ετούτοι…» χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπέζι, χύθηκε ο καφές «…ούτε θέλουν να λέγονται Έλληνες» μαζεύτηκε λίγο ο σκριπτόρος, ύστερα ατζάρδεψε και τον ξαναρώτησε
   «Εσείς πιστεύετε στην πρόληψιν της ανθρωποθυσίας;» τον κοίταξε άγρια κάτω από τα χοντρά μαύρα φρύδια και του απάντησε κοφτά
   «Όλαι αι δεισιδαιμονίαι είναι δυναταί…» σάστισε ο σκριπτόρος και έφυγε. Συνέχισε ο σιορ Ιάκωβος να διαβάζει το βιβλίο του με απαθειά.
   Το αίμα μου έμεινε ορφανό στα κεραμίδια τσι Μιντράς. Κανείς δεν μπορούσε να το αγγίξει. Οι μπομπέτες των σιδερένιων πουλιών και η φωτιά τσου θα το καίγανε σε άλλους χρόνους, κατοπινούς*.
   Αίμα που καίει, καίγεται, δίχως να αφήκει λεκέ.
   Με αίμα γιόμισε η κάμερα τσι σιόρας, με αίμα και τα μάρμαρα τσι εκκλησιάς.
   Η γκεζερά μόνο σταμπάρει με τον λεκέ τσι τους χρόνους των ανθρώπων.


* * * * * *

Απόσπασμα από το ανέκδοτο ιστορικό μυθιστόρημά μου  "ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας" 

_____________________________________________
Χρόνους κατοπινούς: Ο βομβαρδισμός και η καταστροφή της Κέρκυρας και της εβραϊκής συνοικίας από τους Γερμανούς το 1943.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

ΤΑ ΠΕΥΚΑ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ ΔΕΝ ΚΑΗΚΑΝ


   
   
Θα πρέπει να πήγαινα στην πρώτη δημοτικού όταν ο πατέρας μου διάλεξε τους ρητινοφόρους αγωγούς των πεύκων από τους πετρελαιοφόρους αγωγούς του διυλιστηρίου της Εσσο Πάπας, για να μας θρέψει. Το δάσος στα μάτια του μικρού παιδιού απόκτησε υπερφυσική διάσταση, θα έλεγα εχθρική, αφού η επιλογή του πατέρα είχε ως αποτέλεσμα να χάσω τα δώρα που μας έφερνε ένας παράξενος κύριος από τη Θεσσαλονίκη κάθε φορά που μας επισκεπτόταν (τετράδια και μολύβια πολύχρωμα, γόμες, παιχνίδια), προκειμένου να τον πείσει να προτιμήσει τους πετρελαιοφόρους αγωγούς του εργοστασίου. Δεμένος με τη γη και το μεροκάματο προτίμησε τα πεύκα.
   Την πρώτη φορά που τον είδα να έρχεται από το δάσος τρόμαξα. Ήταν βρώμικος, τα ρούχα γεμάτα τρύπες και το δέρμα του καμένο. Η μάνα μου του έβαζε αλοιφές στις πληγές κι εκείνος πονούσε. Το θειϊκό οξύ της πάστας του πελεκήματος, τρυπούσε τα μάλλινα ρούχα που φορούσε κατακαλόκαιρο, και άφηνε πληγές ανοιχτές στο σώμα του. Το δάσος φαινόταν ότι τον τυραννούσε. Η προοπτική του διυλιστηρίου έμοιαζε να είναι η καλύτερη επιλογή. Ο ίδιος όμως δεν βαρυγκομούσε για την απόφασή του.
   Όσο περνούσε ο καιρός μισούσα το δάσος. Ήθελα να μην υπήρχε ποτέ, να είχαμε ένα ωραίο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, να δούλευε τη βάρδια του, να μας πήγαινε μετά τη δουλειά στο λούνα πάρκ, τις Κυριακές βόλτα στον Λευκό Πύργο, να τρώγαμε λευκό ψωμί από τον φούρναρη και όχι καρβέλια εβδομάδας από την πινακωτή μας, που μούχλιαζαν στο μπαούλο και τα ξύναμε να φύγει η μούχλα. Η παιδική περιέργεια όμως με έτρωγε. Ήθελα να γνωρίσω το θεριό που μου στέρησε τη Θεσσαλονίκη, να δω τους κρυμμένους δράκους που τρυπάνε τα παντελόνια του μπαμπά και καίνε τα γόνατά του. Να δω γιατί κολλούσαν τα χέρια του όταν με αγκάλιαζε.
   Ένα πρωί με πήρε μαζί του. Στη ζώνη του είχε κρεμασμένο, στη μια μεριά, ένα παράξενο  τσεκούρι με γυριστή λεπίδα, στην άλλη, ένα παγούρι που απαγορευόταν να αγγίξω, γιατί δεν είχε νερό αλλά οξύ. Δεν ήξερα τι ήταν. Το παγούρι με το νερό κρεμόταν στο σαμάρι του γαϊδάρου. Στην πλάτη του κρεμασμένη μια στενή ξύλινη σκάλα. Μπήκε αυτός μπροστά κι εγώ έπρεπε να τον ακολουθώ πατώντας στα σημεία που πάτησε εκείνος, χωρίς καμία παρέκκλιση. Στα χείλη του κρέμασε ένα αναμμένο τσιγάρο.
Μπήκαμε μέσα στα σωθικά του θεριού. Μια απέραντη γαλήνη κυριαρχούσε απ΄άκρη σ΄άκρη που με τρόμαξε. Ήμουν σίγουρος πως κάπου εκεί κρυβόταν ο μοχθηρός δράκος που έκαιγε τα γονατά του. Ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να εμφανιζόταν μπροστά μας. Ο πατέρας μου όμως είχε το παράξενο τσεκούρι και το παράξενο παγούρι και θα τον πολεμούσε μ΄αυτά τα όπλα. Μπροστά μου θωρούσα τώρα τις πλάτες ενός πολεμιστή που δεν φοβόταν τίποτα. Μετά από μερικά βήματα σταμάτησε απότομα. Έβγαλε από το στόμα του το τσιγάρο, έφτυσε την παλάμη του και έσβησε στο κέντρο της παλάμης την κάφτρα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο πολεμιστής έγινε στα μάτια μου τώρα Ινδός φακίρης που σβήνει φωτιές πάνω στο σώμα του. Γύρισε, με κοίταξε και μου είπε χαμογελαστός.
-Ποτέ να μη πετάξεις τσιγάρο αναμμένο στο δάσος, πρώτα να το σβήνεις όπως εγώ.
   Τότε είδα το δάσος αλλιώς. Για τον πατέρα μου δεν ήταν θεριό αλλά άγια μορφή. Το σεβόταν όπως σεβόταν τους Αγίους στην εκκλησία. Το αγαπούσε και το πρόσεχε, όπως αγαπούσε και πρόσεχε τα παιδιά του. Το τιμούσε όπως τιμούσε το φτωχό καρβέλι της πινακωτής μας.
   Μαζί του μέσα στο δάσος έμαθα, όλα τα επόμενα χρόνια μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε, πως δακρύζει το πεύκο με το παράξενο τσεκούρι του, πως κάνουμε υπομονή μέχρι να γεμίσει το τενεκεδάκι με τα δάκρυά του, ότι απαγορεύεται να το τραυματίζουμε με μεγάλες πληγές και να το φορτώνουμε με περίσσια τενεκεδάκια, ότι δεν πειράζουμε τα ανήλικα πεύκα για να έχουμε πάντα σοδειά, ότι ανοίγουμε μονοπάτια να πατάνε οι άνθρωποι και τα ζώα, ότι καθαρίζουμε το πεύκο από τη χαμηλή βλάστηση για να πατάει η στενή ξύλινη σκάλα και να μη παίρνει φωτιά το δάσος, ότι πάντα σβήνουμε το τσιγάρο μας πρώτα μέσα στην παλάμη και μετά το πετάμε.
   Ίσως σήμερα κάποιοι υγιεινολόγοι να θεωρήσουν ότι δεν είναι σωστή εκπαίδευση να μιλά ένας πατέρας στο γιό του για τεχνικές σβησίματος τσιγάρου, εγώ θα ρωτούσα είναι καλύτερη τεχνική να αποφεύγει ο πατέρας να μιλά για το τσιγάρο, να αφήνει όμως τον γιό του να τον βλέπει καθώς το πετά από το αυτοκίνητο στον δρόμο;
   Έμαθα λοιπόν τα μέρη που κουλουριάζονταν οι οχιές, όχι για να επιτεθούν αλλά για να δροσιστούν, έμαθα να φοράω μπότες μέσα στα χόρτα, τι να κάνω για να μην μου επιτεθεί οχιά και χρειαστεί να τη σκοτώσω, πώς να σβήσω μια φωτιά με τα ίδια τα υλικά του δάσους. Έμαθα ότι ποτέ δεν βάζουμε νερό στο οξύ, αλλά πάντα οξύ στο νερό κι εκεί έμεινα όσον αφορά το μάθημα της Χημείας. Τότε κι εγώ λάττρεψα το δάσος.
   Μια μέρα ξερίζωσα ένα μικρό πευκάκι μια σταλιά και το φύτεψα στον κήπο μας για να έχω κι εγώ το δικό μου πεύκο. Το πότιζα κάθε μέρα να μεγαλώσει, ώσπου μια μέρα ο παππούς μου που το είδε αγρίεψε, το ξερίζωσε και το πέταξε φωνάζοντάς με:
-Ποτέ δεν φυτεύουμε πεύκα στις αυλές. Τα πεύκα ζουν στο δάσος τους.
   Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Ήρθαν σαρωτικές αλλαγές στη ζωή μας. Είδα τους ανθρώπους να φυτεύουν σπίτια στο δάσος, δίπλα στα πεύκα, να φυτεύουν πεύκα στις αυλές, υπηρεσίες να δίνουν άδειες ξύλευσης για έναν αριθμό πεύκων και τα δάση να γίνονται Γολγοθάς, πεύκα να μην έχουν πια συντροφιά ανθρώπων, ούτε μονοπάτια στους ίσκιους τους, περιβαλλοντικές οργανώσεις να μάχονται για το δάσος, κανείς τους όμως να μη γνωρίζει ότι το τσιγάρο το σβήνουμε στην παλάμη μας και όχι στο χώμα και ότι τα πεύκα έχουν ψυχή και θέληση για ζωή, αρκεί να τα πληγώσουμε για να δακρύσουν. Τα δάκρυα των πεύκων δεν είναι δάκρυα πόνου, αλλά δάκρυα χαράς, επειδή κάποιος τα φροντίζει και τα αγαπά.
   Αυτά τα πεύκα που πληγώναμε με τον πατέρα μου ποτέ δεν κάηκαν.
* * * * * *
  

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

ΟΙ ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


   

Οι μόνες σταθερές στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η τέχνη και ο πολιτισμός. Ο άνθρωπος από την εποχή των σπηλαίων ένοιωσε αυτά τα δυο ως συστατικά της ίδιας της ύπαρξής του, αλλά και της συνύπαρξής τους με τους άλλους ανθρώπους. Όταν ζωγράφιζε σκηνές κυνηγιού στους βράχους, άφηνε στις επόμενες γενιές την τέχνη της επιβίωσης, ανεξαρτήτως φυλής. Όταν έχανε ένα παιδί, ζωγράφιζε ή τραγουδούσε λυπημένος. Ποτέ η τέχνη δεν οδήγησε σε ακρότητες, πάνω στην τέχνη πάτησε το άλλο δεκανίκι της ύπαρξής μας, ο πολιτισμός. Κανένας πόλεμος δεν είχε ως σημαία του την αντιπαλότητα με άλλον πολιτισμό, παρά μόνο άλλα πράγματα όπως το έδαφος, το νερό, τον πλούτο, τη θρησκεία.

   Τα σύγχρονα εθνικά κράτη θεμελίωσαν την κυριαρχία τους σε ψευδεπίγραφες φαντασιακές έννοιες για να μπορούν να εξουσιάζουν καλύτερα τους υπηκόους τους. Δεν μπόρεσαν βέβαια να υποτιμήσουν την ζωοποιό δύναμη των πολιτισμών. Μόνο που έκαναν επιλογή πολιτισμών, ανάλογα τις επιρροές που δέχθηκαν  από τον καθένα. Έτσι βλέπουμε τη Δύση να αποθεώνει τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό και την Ανατολή τον αραβικό, κινέζικο ή ινδικό πολιτισμό. Παρότι θα μπορούσαν αυτοί οι πολιτισμοί να θεωρηθούν θεμέλια πανανθρώπινα, εντούτοις δεν ήταν οι μόνοι που έγραψαν ιστορία στον πλανήτη. Αν τα παιδιά διδάσκονταν ένα κομματάκι του κάθε πολιτισμού της γης, ίσως ο κόσμος να γινόταν περισσότερο κατανοητός και καλύτερος.

   Οι θρησκείες, παρότι συνέβαλαν στη δημιουργία πολιτισμών, μπολιασμένες με την αρχή της αυθεντίας, δεν μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση των άλλων, συνεπικουρούμενες δε από τα εθνικά κράτη, πολλές φορές προκαλούν σύγχυση στο μυαλό των ανθρώπων και εντάσεις. 

   Το ίδιο το εθνικό κράτος δειλιάζει να διδάξει στα παιδιά του την αλήθεια της ιστορίας, ακριβώς λόγω της επιφυλακτικότητάς του απέναντι στους πολιτισμούς των άλλων, επειδή πιστεύει πως  ενδεχομένως στηρίζονται σε ανατρεπτικά και άκρως επικίνδυνα στοιχεία για την ύπαρξή του, τους βλέπει δηλαδή ως απειλή, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο ένας ακόμη πολιτισμός που ζητά κατανόηση και μόνο.

 Η κατανόηση των άλλων πολιτισμών είναι ένα παγκόσμιο στοίχημα. Δυστυχώς όμως, παρότι ο κάθε λαός δημιουργεί τον δικό του πολιτισμό, ο ίδιος ο πολιτισμός δεν μπορεί να κατανοήσει τον ξένο, διότι αφέθηκε η παιδεία στα χέρια των εθνικών κρατών και των δημοσίων ταγών τους.


Η παιδεία βρίσκεται στη συναναστροφή και την ώσμωση, στα ταξίδια και την επαφή, στο άγγιγμα του άλλου και όχι στα σχολεία μας. 
Η παιδεία αυτή είναι η υποχρέωση των γονιών. Αφήστε τα παιδιά σας να μυρίσουν το χνώτο του άλλου, του ξένου, να κατανοήσουν τα χρώματα του πολιτισμού του. Τα εθνικά σχολεία απέτυχαν.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2018

Η ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ





   Το Μηδέν είναι ένας μαγικός αριθμός, θεμέλιος της υλικής και νοητικής συμπαντικής δομής, συμπυκνωμένη ενέργεια και φως. Το πέρασμα στους επόμενους αριθμούς προϋποθέτει την ύπαρξη του μηδενός πριν από κάθε μετάβαση, άρρηκτα δεμένος με τον κύκλο, κάθε περιπλάνηση στους υπολοίπους καταλήγει πάντα σ΄αυτόν. Ένα συνεχές μαγνητικό στροβίλισμα έλκει τα πάντα στη μεριά του, στην αρχή, η οποία ταυτόχρονα είναι και τέλος και ξεκίνημα.
   Κανένας από τους αριθμούς δεν ασκούσε γοητεία πάνω μου, εκτός από το Μηδέν. Μια μη ανιχνεύσιμη, ως προς την αιτία της, γοητεία, καθηλωτική στην ενατένισή της, ισοπεδωτική, συνάμα όμως και ανατρεπτική. Η απροσδιόριστη έλξη του αριθμού στοίχειωνε αδιόρατα τις κινήσεις του παιδιού, του εφήβου και αργότερα του ενήλικα. Σκάρωνα όνειρα από το μηδέν και βήμα, βήμα βάδιζα πάνω στα χνάρια που άφηναν  ξοπίσω τους. Υποπτευόμουν τη νομοτελειακή τους σχέση με το Μηδέν, δεν με ένοιαζε όμως γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνω, με οδηγούσε ο κύκλος.  
  Τα όνειρα ξεκινούν από το μηδέν για να καταλήξουν στο μηδέν, μια τάξη ιεραρχεί την κυκλική τους πορεία.
  Οι στόχοι είναι άναρχοι,  το αριθμητικό τους πρόθεμα είναι σχεδόν πάντα υψηλό, αυτό φοβίζει, δρα ενίοτε αποθαρρυντικά.
    Οι στόχοι ξεκινούν ανάποδα, μπερδεύουν το μυαλό. 
  Το αντίστροφο είναι παρά φύσιν και παρά την συμπαντική νομοτέλεια των πάντων.
   Ο κυνηγός των στόχων κινδυνεύει να τους κατακτήσει και να μη γνωρίσει ποτέ τη σοφία που κρύβει το Μηδέν, ενώ ο κυνηγός των ονείρων κάθε αυγή γίνεται σοφότερος, όταν ο ήλιος μηδενίζει την περιπλάνηση.
   Όταν μηδενίζονται τα όνειρα που σκαρώνει ο άνδρας, γεννιέται η ηδονή της ζωής, η ανατριχίλα της πραγματικής γνώσης, αυτή που τσαλακώνει τον εγωισμό και την απομόνωση των ανθρώπων. Οι στόχοι συνήθως δεν μηδενίζουν, μόνο ξεφεύγουν της πορείας τους, μπορεί να σταματήσουν στο πέντε αντί να κατακτήσουν το δέκα. Αν ποτέ καταλήξουν στο Μηδέν, τότε ο άνδρας δεν μπορεί να διαχειριστεί εύκολα αυτόν τον δύσκολο αριθμό και χάνεται. Δεν πάτησε ποτέ πάνω του, δεν τον έφτιαξε σκαλοπάτι να φτάσει τους μεγάλους αριθμούς στα κλαδιά του δέντρου της ζωής. 
   Κάθε ώριμος Αριθμός προϋποθέτει ένα άγουρο Μηδέν.
  Το Μηδέν μόνο – σε ολοκληρωμένη διαδρομή - δίνει τα κλειδιά στον άνδρα να ανοίξει το μπαούλο της σοφίας. Τότε μπορεί εκείνος να στοχαστεί, να κρίνει τον εαυτό του και τους άλλους με ορθή κρίση.
  Όταν κατακτήσει το Μηδέν δεν θα μπορέσει να φτιάξει ξανά όνειρα. Θα μπορέσει όμως να βάλει πραγματικούς στόχους ζωής, μπολιασμένους με τον Σπόρο της Ανθρωπιάς και τη Γαλήνη της Σοφίας. Ανοίγει η ψυχή του, γίνεται μεγάλη αγκαλιά να χωρέσει τους ανθρώπους.
  Οι μικρόψυχοι και μίζεροι εγωιστές δεν μπορούν να τραυματίσουν μια τέτοια ψυχή, γιατί κουβαλά τη Σοφία του Μηδενός.

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΝΙΤΡΟ



Την πιρίουδου που ταν ου Αντρέας στα μέσα κι τα έξου, άρχισε να πασουκοποιείτι η μάνα μ. Ένα προυί μι είπι να πιταχτώ στου πιρίπτιρου να την φέρου ένα κιλό νίτρου. Αντραλιάσκα !!!
«Τι του θες ρε μάνα του νίτρου;»  τη ρώτσα. Του μυαλό μ πήγι αμέσως στη 17 Νουέμβρ.
«Ετς κάνουν οι προυτευουσιάν …» μι απλουήθκι μι σουβαρότητα. Κουβέντα δεν σίκουνε η μάνα.
«Καλά ρε μάνα, έχουν τα πιρίπτιρα νίτρου;» ρώτσα σι στυλ ντε και καλα: Στην έφερα τώρα, πους ξέρς ισύ απού νίτρα χουριατουπούλα, ιμείς φοιτηταί είμαστε κι ξέρουμε πέντε πράματα περισσότιρου. Η μάνα όμως επέμεινι.
«Ακούς τις σι λέου; Πήγινι στουν Γιουργαλί στου πιρίπτιρου κι πάρι μι ένα κιλό νίτρου»
Έτρεξα λοιπόν μι χίλια, είπα στουν Γιουργαλί βάλε ένα κιλό νίτρου, μι ντρουπαλότητα, ικείνους πίρι ένα  πιριοδικό απ΄του ράφ, του ζύγισε κι μου πε
«Αυτήν τη βδομάδα του βγάζ στα 750 γραμμάρια. Του θες; Αλλιώς θα πιριμένς την άλλ τη βδουμάδα που θα βγει σι κιλό.»  
Έπαθα την πλάκα μ, όπως λέγαμι κι στα πανεπιστήμια οπού χαζεύαμι  εκείν την επουχή. Του πήρα παραμάσκαλα, πήγα σπίτ και τς του πέταξα στα μούτρα.
«Πάρε να ξεβλαχέψεις» τς είπα θυμουμένους, «ιγώ δεν χρειάζουμαι τέτοια»
Τιλικά κουρκούτ στου μυαλό είχα τότις. Κάτι ήξερε η καημέν η μάνα μ κι μέλεγι άνοιξε τα μάτια σ κι ξεστραβωσ.
Σήμερα ψάχνου να βρο κανα γραμμάριο νίτρου κι δεν βρίσκου. Καταστράφκα….

Τετάρτη, 18 Απριλίου 2018

ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ (CAVE CANEM)

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

νέες κυκλοφορίες

ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Άνοιξη 2018



ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ
Το μυθιστόρημα «Φυλάξου από τον σκύλο» του θεσσαλονικιού συγγραφέα Χριστόδουλου Δ-Α Λιτζερίνου βραβεύτηκε στον δεύτερο πανελλήνιο διαγωνισμό μυθιστορήματος των εκδόσεων Παράξενες Μέρες.
Φυλάξου από τον σκύλοΤο μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια παράξενη χώρα που μοιάζει πολύ με τη δική μας χωρίς ποτέ να υπάρχει το στοιχείο της ταύτισης. Είναι άραγε πιο αστεία αυτή η εικόνα εκείνης της χώρας και των ανθρώπων που μας μοιάζουν. Είναι μήπως πιο δραματική; Θα έλεγα ότι είναι απλώς πιο λογοτεχνική και –μέσα στην ιλαροτραγωδία που υφαίνει συνθέτοντας είδη λογοτεχνικά και διαπλέκοντας πολύ οικείες και εντελώς φανταστικές εικόνες, όνειρα, ελάχιστα θαύματα και πολλά τραύματα καταφέρνει να μας παρουσιάσει ταυτόχρονα την πραγματκότητα όπως είναι, όπως δεν θα ‘πρεπε να είναι κι όπως ανησυχούμε ότι θα γίνει. Γιατί αυτό είναι το χαρακτηριστικό κάθε καλού βιβλίου κάθε σημαντικού λογοτεχνικού έργου. Να μετατρέπει την επιστημονική ή όποια άλλη φαντασία σε πραγματικότητα. Άλλοτε θαυμαστή και άλλοτε οδυνηρή. Αλλά πάντα, όπως εδώ σε αυτό το βιβλίο πιο αληθινή από τις περισσότερες αλήθειες που ξέρουμε. Από τις αλήθειες που μας …ενημερώνουν απο τις αλήθειες που μας εξαγριώνουν, από τις αλήθειες που μας υπόσχονται τάχα τις καλύτερες μέρες. Πάει όμως λίγο παραπέρα, εκεί που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να πάει. Πάει πιο πέρα ακόμη κι από την αλήθεια –αν υπάρχει τέτοιο πράγμα- γιατί ο πραγματικός συγγραφέας πρέπει και έχει υποχρέωση να επινοήσει τη δική του αλήθεια, το δικό του δρόμο. Όταν είναι επιδέξιος μπορεί να δημιουργήσει και τον δικό του μικρό-κοσμο. Αυτό γίνεται στο βιβλίο του Χριστόδουλου Λιτζερίνου που ξεχώρισε μέσα από εκατοντάδες συμμετοχές στον δεύτερο διαγωνισμό μυθιστορήματος και πήρε το πρώτο και μοναδικό βραβείο.
Ο Χριστόδουλος Δ-Α Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Διηγηματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά. Συμμετείχε με ένα διήγημά του στο συλλογικό έργο «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» το 2016 αλλά και στις συλλογές «Παράξενοι Έρωτες» και «Μικρές επαναστάσεις» το 2017. Αυτό είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
ΣΕΙΡΑ: ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – 21 / ΣΕΛΙΔΕΣ: 160 / ΣΧΗΜΑ: 14 ΕΠΙ 21 / ΤΙΜΗ: 12 ΕΥΡΩ / ΕΞΩΦΥΛΛΟ : ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΠΕΤΡΑΚΗ / ISBN: 978-618-5278-5278-12-0

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

Ο ΡΟΦΟΣ






Ο ροφός με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια πίσω από τον βράχο, λες και έβλεπε πρώτη φορά άνθρωπο με μοτοσικλέτα. Ένα ζευγάρι σαργών ταράχτηκε από τον ήχο της εξάτμισης της παλιάς Harley και χώρισε στα δυο. Παρατήρησα αυτή τη φορά ότι ο αρσενικός κουνούσε λίγο παράξενα την ουρά του, πιο χαριτωμένα, κι αμέσως το πονηρό μου μυαλό πήγε στην εναλλαγή των φύλων στην οποία επιδίδονται τα ψάρια. Αν μπορούσαμε κι εμείς οι άνθρωποι να αλλάζουμε φύλο κατά πως μας βόλευε, θα μπορούσαμε να λύσουμε πλείστα των προβλημάτων μας. Ας πούμε εκεί που τρως καθημερινά τα μούτρα και τα παπούτσια σου σε αναζήτηση μιας δουλειάς της προκοπής ως αρσενικό, γίνεσαι θηλυκός σαργός και τσούπ σου κάθεται μια ωραία θέση σερβιτόρας σε καφετέρια με μισθό εξακόσια ευρώ συν τα τυχερά. Δεν σου κάθεται μια τέτοια θέση, σου κάθεται ένας γαμπρός με λεφτά. Και το ανάποδο από θηλυκός σαργός σε αρσενικό σαργό, στην περίπτωσή μου όμως ενδιέφερε η πρώτη μεταλλαγή. Με αυτές τι σκέψεις δεν πρόσεξα τον μικρούλη μαύρο ήλιο που είχε τρυπώσει ο μισός στην άμμο και ο άλλος μισός κατάφερε να χωθεί στο λάστιχο της μπροστινής ρόδας της Harley. Ένα λάστιχο μεσοπέλαγα, ήταν ό,τι χειρότερο για τη συνέχεια του ταξιδιού μου και σχεδόν πάντα είχε την ίδια κατάληξη. Η αναζήτηση βουλκανιζατέρ με ανάγκαζε να ξυπνήσω ακόμη μια φορά για να διαπιστώσω ότι η ώρα ήταν μια το πρωί. Ενώ δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά της ώρας απ όταν κουκουλώθηκα με το πάπλωμα, το μυαλό ακόμη μια φορά δεν υπάκουσε στο όνειρο που είχα σκαρφιστεί ξύπνιος και έφτιαξε του κεφαλιού του ένα άλλο.
Κάθε βράδυ αφού παρέδιδα τις εισπράξεις και τα κλειδιά του παπιού στο αφεντικό, μετά το τελευταίο ντιλίβερυ, έφτανα με τα πόδια στο διαμέρισμα μου για τη βραδινή ξεκούραση. Η βραδινή βάρδια με κούραζε και δεν άφηνε την ψυχή μου να ησυχάσει. Είχα βρει έναν έξυπνο τρόπο να αναγκάσω το σώμα να κοιμηθεί. Έφτιαχνα λοιπόν ξύπνιος μια ιστορία και ζόριζα το μυαλό να συνεργαστεί ώστε αφενός μεν να κοιμηθεί, αφετέρου δε να συνεχίσει η ιστορία του ξύπνιου να προβάλλεται και στον ύπνο. Τζίφος. Ενώ πετύχαινα αμέσως το πρώτο σκέλος, το δεύτερο σκέλος δεν υπάκουε στο σενάριο και κάθε βράδυ πετάγονταν μπροστά μου ροφοί, σαργοί, καλαμάρια και σμέρνες. Εγώ πάντα καβάλα στη Harley !! Εκείνο δε το μπροστινό λάστιχο είχε γίνει σουρωτήρι από τους αχινούς και πουθενά, μα πουθενά ένα βουλκανιζατέρ για να δω τη συνέχεια βρε αδελφέ να μου φύγει και η απορία. Επιστράτευσα όλους τους ονειροκρίτες του διαδικτύου μήπως και καταφέρω και βρω μια λογική εξήγηση στην ακατανόητη επανάληψη του ίδιου σκηνικού. Τηλεφώνησα και στη γιαγιά μου που τα παίζει τα όνειρα στα δάχτυλα.
Ta μεγάλα ψάρια σημαίνουν μια καινούρια σχέση, ακόμη και γάμο
Κανένας ονειροκρίτης και καμμιά γιαγιά δεν έμπαιναν στον κόπο να ασχοληθούν με έναν νέο πτυχιούχο της Φιλοσοφικής που δούλευε πιτσαδόρος ντελιβεράς για τριακόσια πενήντα ευρώ τον μήνα, συν ένα κουτσουρεμένο ΙΚΑ, του οποίου το μόνο όνειρο ήταν να βρει μια θέση καθηγητή σε δημόσιο Λύκειο στην επαρχία και να πηγαίνει στο σχολείο καβάλα σε μια παλιά Harley. Σχέσεις και γάμοι ήταν ανεπιθύμητοι. Λίγο πριν κλείσω λοιπόν τα βλέφαρα έβαζα μπρος την Harley για να πάω στο σχολείο, αμέσως αυτά σφάλιζαν και πετάγονταν πάντα ο ίδιος γουρλομάτης ροφός πίσω από τον βράχο.
Κάποιος πετυχημένος φίλος μου, που έφτιαξε τη δική του επιχείρηση, μου είπε ότι δεν πρέπει να σκαρώνω όνειρα, αλλά να βάζω στόχους και να τους κυνηγώ, μόνο έτσι θα μπορούσα να καταφέρω κάτι. Εγώ πάλι επέμενα ότι το όνειρο υπερτερεί ποιοτικά του στόχου, αφού αν δεν καταφέρει το όνειρο να μετεξελιχτεί σε πραγματικότητα, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, αν όμως ο στόχος καταρρεύσει, μπορεί να συμπαρασύρει μαζί του ολάκερη ζωή. Τα όνειρα δεν κοστίζουν τίποτα και επιπλέον σου ομορφαίνουν τον ύπνο, αρκεί να μην έχουν ροφούς και άλλα θαλασσινά που σε κάνουν άνω κάτω.
Σταθερά συνέχιζα να βρίσκομαι χαμηλά στην επετηρίδα των προσλήψεων και στο μηνιάτικο. Δεν προχώρησα σε αγορά Harley, όχι γιατί δεν είχα χρήματα, αλλά διότι τι να την κάνω την Harley αν δεν είμαι καθηγητής σε ένα χωριό να πηγαίνω καβάλα στο σχολείο; Δεν είχε κανένα νόημα μια τέτοια αγορά. Στην πόλη μια χαρά με βόλευε το παπί. Μπορούσα να το έχω και σε ώρες εκτός δουλειάς αφού το αφεντικό μου το επέτρεπε όταν το χρειαζόμουν για μια μετακίνηση. Τα χρήματα της Harley περίμεναν την πρόσληψή μου σε ένα τσίγκινο κουτί του καφέ. Άνοιγα που και που το κουτί, τα μέτραγα και τα αέριζα να μη μουχλιάσουν. Είχα μαζέψει πέντε χιλιάρικα. Θυμήθηκα τη γιαγιά στο χωριό και έβαλα μέσα ένα κουφετάκι ναφθαλίνη ως συντηρητικό του ονείρου μου. Μετά τη ναφθαλίνη σταμάτησα το μέτρημα, άνοιγα το καπάκι, μύριζα, έβαζα τα μπουρμπουάρ και το ξανάκλεινα. Το βράδυ ο ροφός στην ίδια θέση με κοίταζε. Τώρα πια είχαμε αποκτήσει μια οικειότητα. Αφηνα την αριστερή μανέττα, τον χαιρετούσα, μου κουνούσε την ουρά μέχρι που πατούσα τον αχινό και έψαχνα μεσοπέλαγα για βουλκανιζατέρ, βρίζοντας την ώρα και τη στιγμή που τον είδα. Είχα καταλήξει με σιγουριά ότι για όλα τα δεινά έφταιγε αυτός ο γουρλομάτης ροφός. Με μάτιαζε κάθε φορά που τον έβλεπα. Αποφάσισα λοιπόν να του κόψω την καλημέρα. Δεν βελτιώθηκε η κατάσταση όμως. Πάλι έπαθα λάστιχο μεσοπέλαγα.   
Ο Νίκος, ο φίλος που σας έλεγα με τη δική του επιχείρηση, μια μέρα μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι υπάρχει μια ευκαιρία για μένα που θα με βοηθούσε να τελειώσω μια και καλή από τη μιζέρια του πιτσαδόρου. Συναντηθήκαμε στο καφέ της γειτονιάς του και αφού ήπιαμε τα εσπρεσάκια μας μου είπε να τον ακολουθήσω. Στην άλλη άκρη του τετραγώνου σταθήκαμε μπροστά στη ρεκλάμα ενός καταστήματος
«Πώς σου φαίνεται;» με ρώτησε περιχαρής δείχνοντάς μου το κατάστημα.
Κάρφωσα τα μάτια μου στην ταμπέλα: ΙΧΘΥΟΠΩΛΕΙΟΝ Η ΑΝΕΜΟΤΡΑΤΑ
«Τι είναι αυτό;» ψέλισσα, καθώς ένοιωσα μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα.
«Πωλείται η επιχείρηση σε καλή τιμή. Αν δεν έχεις όλα τα λεφτά θα σε βοηθήσω κι εγώ…» μου χτύπησε την πλάτη και με τράβηξε μέσα στο κατάστημα. Το μάτι μου έπεσε πάνω στον πάγκο με τα ψάρια. Κάτι λίγες σαρδέλες, κανα κιλό γαύροι, μερικές τσιπούρες ιχθυοτροφείου και σε μια άκρη ένας ροφός με κοίταζε. Δίπλα του ένα χαρτάκι έγραφε: 25 ευρώ το κιλό. Ήταν ο ίδιος ο ροφός που τελευταία του έκοψα την καλημέρα. Με κοίταζε περιφρονητικά. Ο μουστακαλής ιχθυοπώλης, όση ώρα κοίταζα τον ροφό, μου εξηγούσε ότι βγαίνει στη σύνταξη, ότι πουλάει την επιχείρηση πέντε χιλιάρικα, ότι η γειτονιά έχει καλή αγορά, ότι θα με βοηθήσει στην αρχή και ότι θα βγάλω καλά λεφτά από το μαγαζί. Ο ροφός έστρεψε αλλού το βλέμμα του. Γύρισα τότε το κεφάλι στον ιχθυοπώλη και τον ρώτησα πόσο κοστίζει ο ροφός. Μου είπε ότι είναι τέσσερα κιλά και κοστίζει εκατό ευρώ. 
Μου τον τύλιξε και τον έφαγα μόνος μου την άλλη μέρα./

* * * * * * * *

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

 



Το Σάββατο 31 Μαρτίου παρουσιάζεται το μυθιστόρημά μου ΦΥΛΑΞΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ (CAVE CANEM) στο Καφέ του Βασιλικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης, ώρα 19:00

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ 

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

ΣΙΜΟΥΝ




«Πώς βλέπεις τον καιρό καπετάνιο;» ρώτησε ο Σαρίφ αφορμή για κουβέντα
«Δεν είναι καλά μαντάτα αυτά. Δεν βλέπω βροχή και φοβάμαι μη ξυπνήσει ο Σιμούν που χει καιρό να μας επισκεφτεί» απάντησε εκείνος χωρίς να βγάλει το τσιμπούκι από το στόμα.  Ο νεκροθάφτης ξεκαθάρισε πως υπολόγιζε στη δύναμη του τείχους και δεν φοβόταν το θεριό. Ο γέρο ναυτικός χαμογέλασε μόλις τον άκουσε, ενώ το μυαλό του έκανε άλματα στον χρόνο.
«Σαρίφ δεν ξέρεις τι θα πεί Σιμούν. Όσους γνώρισες στο χωριό μέχρι τώρα ήταν χάδια, ίσα να γεμίσουν η αυλή και τα ρουθούνια σου σκόνη…» τα μάτια του γέρου τώρα έβλεπαν μπροστά τους τον Μεγάλο Σιμούν να ορθώνει πανύψηλο το ανάστημά του, να σηκώνει την έρημο στον ουρανό και να τη στέλνει σε όλες τις γωνιές της γης πεσκέσι. Να βλέπουν οι άνθρωποι στον βορρά τον ήλιο, άσπρο, χλωμό και αρρωστιάρη σε έναν κατάγκριζο ορίζοντα, να γκρινιάζουν για τη θολή ατμόσφαιρα και να δυσανασχετούν, χωρίς καν να πάει το μυαλό τους, πια αντάρα εκεί κάτω σήκωσε την έρημο στον ουρανό ιπτάμενο χαλί, ούτε τι απέγιναν οι άνθρωποι που συνάντησε στο διάβα της.
«Τον συνάντησα να έρχεται κατά πάνω μας στη θάλασσα. Είδα να γεμίζει η κουβέρτα του πλοίου έρημο απ΄άκρη σ΄άκρη. Από το ντεκ έβλεπα το χωριό μου ξαπλωμένο πάνω στο πλοίο. Μόνο οι καμήλες έλειπαν…»  ο γέρος έβαλε τρανταχτά γέλια. Ύστερα τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιμπούκι και βάλθηκε να συνεχίσει. Όταν ξεκινούσε τις ιστορήσεις δεν είχε τελειωμό. Το κακό άλλωστε αν το αποφύγεις μια φορά, μετά από χρόνια μπορείς και να το περιγελάσεις με ασφάλεια.
«Στην Ανατολή τον λένε Χαμσίν, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σαν να σε λένε Μωχαμέτη στην Ανατολή και Μωάμεθ στη Δύση. Το ίδιο πράμα. Όλοι οι άνθρωποι τον τρέμουν. Μόνο οι καμήλες και οι γαλάζιοι δεν τον φοβούνται. Οι γαλάζιοι μερικές φορές φανήκαν πιο δυνατοί και απ’ τις καμήλες τους. Θα ήσουν μικρός Σαρίφ, όταν γύρισε ο μακαρίτης ο Μουσταφά στο χωριό από ταξίδι με το καραβάνι του. Έλειπαν δυο καμήλες αλλά κανένας άντρας. Ο Σιμούν σκότωσε τις καμήλες….» έκανε μια παύση ξέροντας ότι όλο και κάποια ερώτηση θα έπεφτε από το ακροατήριό του. Ο Σαρίφ δεν κρατιόταν και ήθελε να μάθει πότε για τελευταία φορά χτύπησε ο Σιμούν με μανία το χωριό.
 «Όταν πρωτόρθαμε με τις βάρκες. Μικρό παιδί ήμουν θυμάμαι. Αρχίζαμε να φτιάχνουμε τούβλα από λάσπη και να σηκώνουμε τα καλύβια μας. Οι γαλάζιοι πήγαν τότε και έστησαν τις σκηνές τους δίπλα στο ξερό ποτάμι. Η αλήθεια είναι ότι τους πήραμε τη γη. Αλλά αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν έχουν γη σταθερή κάτω από τα πόδια τους. Μόνο άμμο και σκόνη….» ο γέρος έκανε ξανά παύση, φανερώνοντας πως έχει ξεχάσει τι ήθελε να πει. Ο Σαρίφ του υπενθύμισε ότι μιλούσαν για τον Σιμούν, ανυπομονώντας να μάθει.
«…Αααα ναι !!» θυμήθηκε ο γέρος και συνέχισε την ιστόρηση
«Εκείνο το πρωί είδαμε ένα μεγάλο μαύρο πυκνό σύννεφο που μοιαζε με άλογο, να τρέχει γρήγορα στον ουρανό από το νότο προς τον βορρά. Εγώ έπαιζα εκείνη τη μέρα με τα παιδιά των γαλάζιων στον ξεροπόταμο. Το σύννεφο ήταν ο μαύρος άγγελος του Σιμούν… Τότε…. μετά από λίγο τον είδα να έρχεται. Ένα χρυσό τείχος απλώνονταν από τη  μια άκρη της ερήμου μέχρι την άλλη. Ερχόταν με ταχύτητα και μουγκρητό κατά πάνω μας. Όταν πλησίαζε στο χωριό μπορεί να είχε και είκοσι μέτρα ύψος. Χαμηλά ήταν πυκνός και πιο ψηλά σαν όρθιο χρυσό σύννεφο. Ένοιωσα το πετσί μου να καίγεται, σα να μουν μέσα στα καζάνια της κόλασης. Ένα χέρι με άρπαξε και με έχωσε μέσα στη σκηνή. Οι γαλάζιοι με έβαλαν μαζί με τα παιδιά τους αγκαλιαστά και μας τύλιξαν τα κεφάλια με πανιά. Καθίσαμε στο χώμα και μας είπαν να ανασαίνουμε όσο γίνεται πιο λίγο μέχρι να περάσει το κακό. Δηλητήριο τα χνώτα του. Κανείς δεν κουνιόταν. Δεν ανασαίναμε, μόνο ακούγαμε τη μανία του.» σταμάτησε απότομα τη διήγηση κι άρχισε να σκαλίζει το τσιμπούκι που βαρέθηκε να περιμένει. Το άναψε ξανά με την τσακμακόπετρα. Το πρόσωπό του  τώρα πήρε την όψη του ξεραμένου φύλλου που στέκει αναποφάσιστο στη μέση του δρόμου. Από την παρέα κανένας δεν έβγαλε άχνα. Μόνο περίμεναν. Ο γέρο Ταρέκ με την ανάστροφη σκούπισε τα μάτια του. Ξεροκατάπιε. Το μήλο του Αδάμ ανεβοκατέβηκε στον λαιμό του.
«Το σπίτι μας δεν είχε παντζούρια τότε…… η μικρούλα μας η Αφράχ δεν μπόρεσε να χαρεί τη ζωή της. Τη σκότωσε το κτήνος…» ο γέρος δεν μπορούσε να κρατήσει κρυφή τη συγκίνησή του από τους άλλους άντρες. Ο Γιουσούφ απίθωσε μπροστά του ένα φλιτζάνι τσάι και του χτύπησε παρηγορητικά στον ώμο. Κατέβασε μια γουλιά στο λαρύγγι, που το στέγνωσε η ανάμνηση, και συνέχισε.
«Η ζέστη που κουβαλάει το κτήνος είναι σκέτη κόλαση. Μακάρι να μη το ξαναζήσω…. Άγνωστες οι βουλές του Αλλάχ όμως…» κούνησε το κεφάλι και τράβηξε μια τζούρα καπνό μέσα σε έναν καφενέ που θύμιζε νεκροταφείο.


Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Ο Γαλάζιος Πρίγκιπας ή Τενερέ" 

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ CAVE CANEM

Δεύτερος διαγωνισμός μυθιστορήματος – Αποτελέσματα

 στις 
Το μυθιστόρημα Cave Canem του Χριστόδουλου Λιτζερίνου είναι αυτό που βραβεύεται (και επιβραβεύεται με έκδοση) στον δεύτερο διαγωνισμό μυθιστορήματος που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Παράξενες Μέρες και το λογοτεχνικό περιοδικό eyelands. Ο διαγωνισμός ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου και έληξε στις 20 Οκτωβρίου 2017. Το θέμα του ήταν ελεύθερο με μοναδικό περιορισμό να απεικονίζει την εποχή μας. Ο συγγραφέας του έργου θα  κληθεί να υπογράψει συμφωνητικό συνεργασίας μέσα στον Ιανουάριο και το βιβλίο είναι πιθανό να εκδοθεί μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2018.
Εννοείται ότι υπήρξαν και άλλα αξιόλογα μυθιστορήματα ανάμεσα σε αυτά που υποβλήθηκαν στον διαγωνισμό, ήμασταν όμως αναγκασμένοι να επιλέξουμε μόνο ένα αυτή τη χρονιά. Ευχαριστούμε όλες και όλους που συμμετείχαν (οι συμμετοχές ξεπέρασαν τις εκατό) και ευχόμαστε πολλά από τα κείμενα αυτά να γίνουν βιβλία.

Λιτζερίνος.jpg
Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Σήμερα εργάζεται ως δικηγόρος. Από τις εκδόσεις Ανάτυπο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια». Διηγηματά του έχουν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και δημοσιευθεί σε περιοδικά. Συνεργάζεται με το λογοτεχνικό περιοδικό Fractal και διατηρεί λογοτεχνική σελίδα (http:// toalfatoukentaurou.blogspot.com) όπου δημοσιεύει διηγήματα, ποιηματά του και κριτική βιβλίου. Συμμετείχε με ένα διήγημά του στο συλλογικό έργο «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη», ενώ διακρίθηκε και στον πρόσφατο διαγωνισμό διηγήματος με θέμα «Παράξενοι έρωτες» και το διήγημά του Μια φλόγα στο παράθυρο βρίσκεται στην ομώνυμη συλλογή.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ ΣΤΟ POLIS CAFE ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ



POLIS CAFE στην Αθήνα

ΣΑΒΒΑΤΟ 25/11 ώρα 12:00 παρουσιάζεται το συλλογικό έργο "ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ" στο οποίο μετέχω με το διήγημά μου 

"Η Φλόγα στο Παράθυρο"

ΚΥΡΙΑΚΗ 26/11 ώρα 12:00 παρουσιάζεται το συλλογικό έργο "ΜΙΚΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ" στο οποίο μετέχω με το ποίημά μου 

"Στις Πλατείες" 

.................. 

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ




Ένα από τα μυθιστορήματα που έγραψα και παραμένουν ανέκδοτα είναι και το "Ο ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ" . Κατά την προσφιλή μου τακτική το έφτιαξα χειροποίητο βιβλίο και το έδωσα δε κάποιους φίλους, που τους έχω βαφτίσει "ιδανικούς αναγνώστες" μου, για να το κρίνουν αντικειμενικά. Μετά το έστειλα στους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών. Το βιβλίο αναφέρεται στην περιπλάνηση μιας φυλής Τουαρέγκ στην έρημο Σαχάρα και την υποσαχάρια Αφρική η οποία μάχεται τόσο για την φυσική της επιβίωση όσο και για την επιβίωση του πανάρχαιου πολιτισμού της με κάθε μέσο, σε ένα εχθρικό και συνάμα φορτισμένο, θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτικά, περιβάλλον. 
Κατά μια παράξενη συμπαντική συνωμοσία, την περίοδο που το πήρε στα χέρια του ο εκδοτικός οίκος Καστανιώτη εξέδιδε τον σημαντικό Λίβυο συγγραφέα Αλ Κούνι για πρώτη φορά στα ελληνικά, με το μυθιστόρημά του "Το Χρυσάφι και η Κατάρα της Ερήμου" όπου κι αυτός ο συγγραφέας - από φυλή των Τουαρέγκ ο ίδιος - ασχολείται με ένα παραπλήσιο θέμα των γαλάζιων ανθρώπων της ερήμου.

"Διαβάσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το έργο σας, αλλά δεν μπορούμε να το εντάξουμε στο εκδοτικό μας πρόγραμμα" ήταν η απάντηση.

Ζήτησα λοιπόν από τους "ιδανικούς μου αναγνώστες" να διαβάσουν και το βιβλίο του Κούνι, όχι για να κάνουν σύγκριση (το μυθιστόρημα του Κούνι είναι εξαιρετικό και το συστήνω ανεπιφύλακτα. Θα ήταν ιεροσυλία μια τέτοια σύγκριση) αλλά για να εντοπίσουν αν ένας μη Τουαρέγκ συγγραφέας που δεν έχει επισκεφτεί ποτέ αυτούς τους τόπους και δεν έχει γνωρίσει τη φιλοσοφία αυτών των αθρώπων, αποτύπωσε σωστά τη ατμόσφαιρα και εξέλιξε την ιστορία του σα να ήταν ένας Τουαρέγκ συγγραφέας, όπως είναι ο Κούνι. Τις απόψεις τους ότι τους άρεσε περισσότερο το δικό μου μυθιστόρημα τις κρίνω ως  καθαρά υποκειμενικές, στέκομαι μόνο στις επισημάνσεις τους ότι εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός της αμεσότητας και της καθαρότητας των χαρακτήρων του έργου, την απόδοση των τόπων και των περιγραφών, ενώ δεν γνώρισα ποτέ την κουλτούρα αυτών των ανθρώπων, ούτε ποτέ περπάτησα στη Σαχάρα. 

Σήμερα το μυθιστόρημα βρίσκεται φυλακισμένο για έξη μήνες περίπου σε έναν άλλον εκδοτικό οίκο των Αθηνών με άλλον τίτλο (σε έναν άλλο εκδοτικό οίκο δεν άρεσε ο τίτλος) και όταν ζήτησα να αποσύρω την πρότασή μου προς έκδοση, έλαβα την απάντηση ότι δεσμεύτηκα να περιμένω την κρίση τους (για 9 μήνες!!!) και ότι θα μου απαντήσουν σύντομα..... 

Επειδή πιστεύω στις συμπαντικές συνωμοσίες 
- εξού και το ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ - περιμένω την επόμενη ευνοϊκή. 

Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω την ερημοποίηση του εκδοτικού τοπίου, όπου τα πάντα πλέον μετρώνται από το πώς σε λένε και πόσο μεγάλο κύκλο φίλων και γνωστών έχεις.

Αν το έργο δεν βγάζει δάκρυ, δεν συγκινεί, δεν ερωτεύεται σφόδρα, δεν έχει μέσα όμορφες γυναίκες και ελκυστικούς άνδρες, ελληνική πόλη, καφενεία, ούζα και υποκουλτούρα, θα σε φάνε τα φίδια και οι σκορπιοί της ερήμου. 

Αν πάλι έχεις φράγκα σου λένε, υπάρχει και η αυτοέκδοση, στην οποία όμως συνειδητά αντιστέκομαι.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος
Νοέμβρης 2017