Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ



 Πίνακας Vincent Willem van Gogh: "Έναστρος ουρανός" 


Ας μιλήσουμε για σχιζοφρένεια.

Μην τρομάζετε. Το πριόνι μου, το έβαλα για φόρτιση.
Άλλωστε, πέρασε καιρός από τότε.

Ο χρόνος προσπερνά και παράλληλα καταπατά κάθε αλήθεια που κρύβεται μέσα σε όποιο διαγνωσμένο, παρανοϊκό μυαλό. 

Τί θεωρείται σχιζοφρένεια;

  Σχιζοφρένεια, θεωρούν οι κλειστόμυαλοι πολυγνώστες ή οι ημιμαθείς, οτιδήποτε δεν ανήκει στο δικό τους αισθητηριακό πεδίο, στη δική τους τυποποιημένη διαγράμμιση. Οτιδήποτε σερβίρεται σε γκουρμέ άρθρα, και σε πολυδάπανες Χολιγουντιανές ταινίες. Κατά κύρια και προσωπική εμπειρία, η πάθηση της σχιζοφρένειας, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με ό,τι διδάσκουν ή θα ήθελαν να υποστηρίζουν όσοι βαριούνται να ενημερωθούν, να πειραματιστούν ή και να αλλάξουν τις πεποιθήσεις, τους φόβους και την άγνοια τους. Πολλούς από αυτούς άλλωστε, τούς δεσμεύει και ο Δεοντολογικός κώδικας τού επαγγέλματός τους.
  
  Η φωτοευαισθησία, η υπερευαισθησία, η εντιμότητα, η υπέρ αντίληψη, η αλήθεια και η ενσυναίσθηση σε έναν απάνθρωπο κόσμο, είναι λίγα από τα πολλά υπαρκτά χαρακτηριστικά της. Η ακρότητα στα αντανακλαστικά, η υπερσκεψία (υπερανάλυση), το «χάσιμο», η μόνιμη υπερδιέγερση, αλλά και η ευφυΐα. Οι καλλιτεχνικές τάσεις, η 24ωρη ετοιμότητα δράσης, νεύρα κρόσσια, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Λέξεις, φράσεις, όνειρα που –μερικές φορές- προβλέπουν το μέλλον, μελωδίες από το πουθενά, ή από ένα άγνωστο κάπου.

  Πόσοι από εσάς πιστέψατε μια φωτογραφία από τον πλανήτη Άρη; 

 Πόσοι από σας πιστεύετε στον Θεό, τους Αγίους, τους Αγγέλους ή τις γραφές και τα γραφόμενα των υπέροχων φιλοσόφων μας; 
Τελικά τον πλανήτη Άρη, τον έχετε δει με τα μάτια σας; Τον Θεό, τους Αγίους, τους Αγγέλους, τούς έχετε δει; Τους φιλοσόφους μας, τούς έχετε γνωρίσει;

  Η απάντηση μάλλον είναι "Όχι", σε όλες τις ερωτήσεις. Ο καθένας μας όμως, πιστεύει σε κάτι από τα παραπάνω ή και σε όλα.

 
Μέσω των πλανητών, κάποιοι προβλέπουν τα φυσικά φαινόμενα και άλλοι το μέλλον. Οι θέσεις και οι περιστροφές των πλανητών, δημιουργούν διαφορετικά μαγνητικά πεδία. Όπως και να έχει, εσείς τούς πιστεύετε δίχως άλλο, επειδή δεν διαθέτουν τρελόχαρτο. 

  Δεν έπεσε στην αντίληψή μου άνθρωπος ο οποίος να χλευάζει έναν θαυμαστή ή διδάκτορα της φιλοσοφίας. Άλλωστε, η φιλοσοφία χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα για το marketing προώθησης ιδεών, αγαθών και υπηρεσιών. Στη Νομική, την ψυχολογία, την όποια θρησκεία, αλλά και τον αποκρυφισμό. Θα ήταν σχεδόν αυτοκαταστροφικό, να μην υποκλινόμαστε στην δύναμη των φιλοσοφικών συμπερασμάτων. Στη σύντομη αγαλλίαση, καθοδήγηση ή δικαίωση που μάς προσφέρουν τα φιλοσοφικά αποφθέγματα. Έχω βάσιμες υποψίες, ότι πολλοί από εμάς προσευχόμαστε για ένα θαύμα. Όμως, όπως είπε και ο Lily Tomlin:  

«Όταν ο  άνθρωπος μιλά στο Θεό, το λένε 'προσευχή'. Όταν ο Θεός μιλά στον άνθρωπο, το λένε 'Σχιζοφρένεια'.»

Εκτός βέβαια και αν ο παθόν, διαθέτει χρίσμα Ιερέα, ή Μάστερ Πνευματιστή, Δαιμονολόγου, Αστρολόγου, ή Μέντιουμ.

  Σας προβλημάτισα; Γελάτε; Μην μου πείτε ότι ποτέ σας δεν έχετε διαβάσει ζώδια. Μην μου αρνηθείτε ότι ούτε μία φορά, δεν έχετε δεχθεί -έστω για πλάκα- να σας ερμηνεύσουν το κατακάθι του καφέ, ή δεν επιθυμήσατε κάποτε να σας ρίξουν πασιέντζα.

 
Μην μου αρνείστε τα γεγονότα, περί απίστευτων συμπτώσεων. Περί χαρισματικών παιδιών, με εξαίρετα ταλέντα από μικρή ηλικία, που δεν μπορεί να εξηγήσει ανθρώπινος νους. Για αυτόν λοιπόν τον λόγο, η όποια τους διαφορετικότητα λαμβάνει μια ιατρική διάγνωση, όπως και μια φαρμακευτική αγωγή, που ως εκ τούτου, τούς στιγματίζει, συνοδεύοντάς τους για όλη τους την ζωή. Άραγε, αν όλοι μας περνούσαμε από ψυχιατρικό έλεγχο σε κάποια φάση της ζωής μας, πόσοι από εμάς θα φεύγαμε από το ιατρείο του ειδικού ψυχικής υγείας, δίχως συνταγογράφηση; Πόσοι από εμάς θα φεύγαμε δίχως διάγνωση Ψυχικής πάθησης; Τροφή για σκέψη.

  Ένας ολόκληρος πλανήτης, ένα ολόκληρο σύστημα, στηρίζεται επάνω στην αδυναμία σου να διαχειριστείς τους ρομποτικά γρήγορους ρυθμούς της ζωής. Στην αδυναμία σου να αποκτηνωθείς και να αδιαφορείς για ό,τι θλιβερό συμβαίνει γύρω σου. Στην αδυναμία σου να καταπατήσεις μέχρις εσχάτων τον συνάνθρωπό σου, για να ανέβεις σε μία εφήμερη κορυφή. Στην αντίδρασή σου, που ταράζει τα νερά όσων εξαπατούν το κοινωνικό τους σύνολο. Στην αγανάκτηση της επιβαλλόμενης απάνθρωπης κοινής λογικής, και της καταπάτησης χαμένων ψυχών, προς τιμήν της κάλυψης μέρους της ματαιοδοξίας των καταπατητών.

-Μην αντιδράς! Σώπαινε και συμβιβάσου. Αλλιώς, μέσα! 'Η αλλιώς, στην καταστολή. Να πάψεις να σκέφτεσαι και να ανησυχείς για τον κόσμο. Άλλωστε, δεν φτιάχτηκε για εσένα. Για τα ανήσυχα πνεύματα, η  ομοιομορφία είναι βαρετή, αλλά σε ένα πλήθος με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά, είναι ευκολότερη η χειραγώγηση προς την κατεύθυνση που επιθυμούν, οι πραγματικοί ψυχοπαθείς.

-Δεν είσαι ικανός για εργασία! Γιατί αν κάποιος παράξενος πελάτης στην εργασία  σου, -που θεωρείται γνωστικός- σε βρίσει στα καλά καθούμενα ή χειροδικήσει σε συνάδελφό σου, επειδή ο ίδιος είναι στριμμένος ή δεν ξύπνησε καλά, εσύ θα το σκέφτεσαι για ένα δίμηνο το λιγότερο και πνιγμένος από το άδικο, θα βγάζεις αφρούς από το στόμα και θα κοπανάς το κεφάλι σου στο ντουβάρι, για να μην κοπανήσεις το δικό του.



Η δική σου ανεξαρτησία θα είναι για αυτούς, μια συνεχόμενη απειλή. Πρέπει να σε ακυρώσουν πάση θυσία. Τί θα γινόταν αν μια μέρα, δημιουργούσαμε μια τεράστια ομάδα με παιδιά asperger και διαγνωσμένους συνειδητοποιημένους σχιζοφρενείς;
Θα αλλάζαμε τον κόσμο. 
  Τον εαυτό μας άλλωστε, τον αλλάξαμε χρόνια πριν την διάγνωση και χρόνια μετά. Όπως καταλαβαίνετε όμως, κατά αυτόν τον τρόπο το σύστημα τους, θα κατέρρεε.

  Για να μην επέλθει λοιπόν κατάρρευση τού συστήματος των αδαών και συμφεροντολόγων, η κοινωνία φροντίζει συνεχώς να παραποιεί, να εκμεταλλεύεται, να παραγκωνίζει, να χρησιμοποιεί, να περιφρονεί ή ακόμη και να προκαλεί, αυτές τις μειονότητες.

  Σκεφτείτε ότι η απεξάρτηση από το αλκοόλ, είναι ευκολότερη από την απεξάρτηση της προκληθείσας εξάρτησης, από μία ή δύο ελάχιστες, αλλά αναγκαίες κρατικές παροχές.

Σύντομη αναδρομή: 

  Ήταν ο Γιώργος. Ντρεπόταν να μας εκμυστηρευτεί, ότι διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Βγαίναμε που και που για καφέ στην Καμάρα της Θεσσαλονίκης. Ήταν πάντα κομμάτια από τα κατασταλτικά. Περπατούσε σαν υπνωτισμένος. Κράταγε μετά βίας την ισορροπία του. Κάποιες φορές κατουριόταν επάνω του.
Ακράτεια. 

  Δύο άτομα τον κρατούσαμε να μην ορμήσει σε έναν πατέρα, ο οποίος μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας, κακοποιούσε τον περίπου τριών ετών γιο του. Δύο άτομα, κρατούσαμε μετά βίας ένα -μέχρι εκείνη την στιγμή- ναρκωμένο ζόμπι, για να μην ορμήσει σε ένα κτήνος που είχε μελανιάσει το παιδί του στο ξύλο, μπροστά σε τόσους περαστικούς. Δίχως ενδοιασμούς, δίχως ντροπή, δίχως οίκτο. Άλλωστε, κανείς δεν θα παραβίαζε την ακεραιότητα του, για να τον σταματήσει. Μονάχα ένας τρελός. Ο Γιώργος. Μα ακόμη και αυτόν, τον συγκρατήσαμε εμείς, οι γνωστικότεροι. Δεν θέλαμε να  δώσουμε τροφή στις εφημερίδες να γράψουν, πως ένας τρελός δήθεν αχαπάκωτος, επιτέθηκε σε έναν αθώο πολίτη, οικογενειάρχη, με γυναίκα και παιδί. Με δεκάδες περαστικούς, οι οποίοι παρέλειψαν να αγοράσουν ποπ-κορν από το περίπτερο και χάζευαν το συμβάν ως αποχαυνωμένοι θεατές, της ανεξέλεγκτης εξέλιξης του υποτιθέμενα, ηθικού μας πολιτισμού. Εδώ δεν πίστευαν και δεν αντέδρασαν σε αυτό που φανερά αντιλαμβανόντουσαν. Θα πιστέψουν ή θα αντιδράσουν σε κάτι, για το οποίο είναι ανίκανοι ή αρνητικοί στο να αντιληφθούν; Θα πιστέψουν σε οτιδήποτε δεν μπορούν να ακούσουν ή να δουν ή ακόμη και να νιώσουν;

  Και για να προλάβω κάποιον νεοσύλλεκτο ειδικό ψυχικής υγείας που πιθανόν να σκεφτεί, ότι ο κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός και ότι η σχιζοφρένεια πυροδοτείται στον κάθε ασθενή, σε διαφορετικές καταστάσεις, υπό συγκεκριμένες συνθήκες με διαφορετικά ερεθίσματα... Θα ήθελα λοιπόν να τον ενημερώσω, πως το ψέμα, η αδικία, η κακοποίηση, η κοροϊδία, ο εξευτελισμός, η εξαπάτηση, η χειριστικότητα και η βία, εξοργίζουν όλους τους σχιζοφρενείς ανεξαίρετου. Οι κοινωνικοί κανόνες πιάνονται χέρι-χέρι με τους νόμους και αφού οι ειδικοί, έμπειροι, και πλέον σύγχρονοι φιλόσοφοι τής εποχής μας τούς επεξεργαστούν, ο καθένας τους βγάζει τα συμπεράσματα του, υπέρ των συμφερόντων του. Υπέρ πίστεως και τσέπης.

  Αν ο Γιώργος εν τέλει ορμούσε στον ανίκανο πατέρα, ο πατέρας θα ήταν ένα θύμα κακοποίησης από έναν σχιζοφρενή. Αν ο πατέρας εν τέλει σκότωνε στο ξύλο μέχρι θανάτου το παιδί του, ο νόμος υπεράσπισης θα χρησιμοποιούσε μία ψυχική διάγνωση, έτσι ώστε ο γονέας να χρεωθεί τις ελάχιστες ποινές.

"Σχιζοφρενής ιμιτασιόν σκότωσε το παιδί του χτυπώντας το επανειλημμένα στη μέση του δρόμου." ή

"Σχιζοφρενής αφηνιασμένος επιτέθηκε βίαια, σε έναν αθώο πολίτη."

-Διαλέγεις και παίρνεις.

  Για αυτό σας λέω. Ζω σε λάθος κόσμο και δεν ξέρω πότε φεύγει το επόμενο αστρικό Βαγόνι για τον Σχιζοφρενοκόσμο!

  Ο Αϊνστάιν εξέφρασε μια εύλογη απορία. 

"Εγώ είμαι ο τρελός ή όλοι οι άλλοι." 

  Την ίδια απορία έχω εκφράσει πολλές φορές στην ζωή μου.

Σχιζοφρένεια: Μια διάγνωση που οι ειδικοί κλείνουν τα μάτια τους, και δεν παραδέχονται την πολυδιάστατη υπόστασή της. Εφαρμόζουν μονάχα, ό,τι είναι νομίμως δυνατόν, για να την καταστείλουν. Δεν ψάχνουν να την αναδιοργανώσουν, να την προσαρμόσουν κοινωνικά, αλλά ούτε και να την «εκμεταλλευτούν» δημιουργικά, έτσι ώστε οι πάσχοντες να προσφέρουν σε ένα -έστω- μικρό κοινωνικό σύνολο.

  Μάθετε λοιπόν πως οι φωνές μας, δεν είναι πάντα μια ψευδαίσθηση και κάποιες φορές, προκαλούνται από κάποιο συγκεκριμένο εξωτερικό και μη εμφανή για εσάς ερέθισμα. Αυτό το γεγονός, είναι αποτέλεσμα της υπερευαισθησίας και της υπέρ αντίληψής μας.

  Με την υπερκινητικότητα των μορίων του αέρα, παράγονται κύματα. Παλμοί. Συχνότητες. Οι συχνότητες, δημιουργούν ήχους. Οι ήχοι, γίνονται λέξεις και φράσεις που, η κοινή ικανότητα ακοής και αντίληψης, αδυνατεί να συγκροτήσει, να αποκωδικοποιήσει και εν τέλει, να κατανοήσει.
-Πώς νομίζετε ότι κάποιοι ιερείς, προέβλεψαν μερικές μελλοντικές εξελίξεις της ανθρωπότητας οι οποίες μάλιστα, επιβεβαιώνονται μετά από χρόνια;
-Πώς νομίζετε ότι οι φιλόσοφοι, συνέταξαν τα φιλοσοφικά τους συμπεράσματα για τον κόσμο, τα οποία μας καθοδηγούν μέχρι και σήμερα;
-Πώς νομίζετε ότι οι πνευματιστές, βλέπουν μία επερχόμενη κατάσταση ενός πελάτη τους; ( δεν αναφέρομαι σε τσαρλατάνους.)
-Πώς νομίζετε ότι λειτουργούν τα κινητά μας τηλέφωνα, ή η τηλεπάθεια. (Σημ: Ο εγκέφαλος μας για να λειτουργήσει, δημιουργεί χημικές ενώσεις, και καταναλώνει ενέργεια για να τις φέρει εις πέρας.)

  Οι παραπάνω, κατάφεραν ή  καταφέρνουν τα επιτεύγματά τους, μέσω πνευματικών και ψυχικών ασκήσεων τού συνειδητού νου, με το υποσυνείδητο. Μέσω σκληρής  μελέτης, πειραματισμών, και παρατήρησης ετών ή μέσω κάποιων ασκήσεων, μυήσεων ή και τελετών. Κάποιες από αυτές τις τελετές, έχουν καταγραφεί και αναλυθεί, μέσα από τις γνώσεις που μάς πρόσφερε ο γνωστός σε όλους μας Tesla. Για όσους δεν τον έχουν ακουστά, ο Tesla είναι -εκτός των άλλων- ο εφευρέτης των ραδιοσυχνοτήτων, τής ενέργειας και τού ραδιοφώνου. Δυστυχώς όμως, οι άνθρωποι φρόντισαν να τον βγάλουν εξίσου τρελό. Κι ας παρέδωσε τις αποδείξεις από τα πειράματα του στους επιστήμονες. Κι ας χρησιμοποιούν τις εφευρέσεις του μέχρι και σήμερα.

  Η σχιζοφρένεια λοιπόν, δεν είναι ακριβώς ψυχική πάθηση. Θα την χαρακτήριζα περισσότερο ως ένα είδος πνευματικής ανισορροπίας, ή πιο συγκεκριμένα, ως ένα ταλέντο διαυγούς συναίσθησης, που δυστυχώς αποδίδει μία διαφορετική οπτική του κόσμου, σε όλα τα αισθητήρια όργανα αυτού που την κατέχει. Έτσι, ο κάτοχος θα πρέπει να είναι ικανός να ισορροπήσει πάνω σε ένα τεντωμένο σκοινί, δύο διαφορετικών κόσμων. Ανάμεσα σε δυο διαφορετικές, πραγματικότητες.

"Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλαζονεία, από το να καταδικάζουμε ως ψεύτικο, κάθε τι που δεν μπορούμε, να αντιληφθούμε."
Michel de Montaigne.

  Δεν ξέρω αν θα άντεχα να επιβιώνω μέχρι σήμερα, αν δεν υπήρχε η ιδιότητα της σχιζοφρένειας.

  Είναι αδιανόητο το πόσο απάνθρωπος, αναίσθητος, εγωιστής και μισαλλόδοξος άνθρωπος θα ήμουν, αν δεν είχα σχιζοφρένεια.

  Αντικαταστήστε την λέξη σχιζοφρένεια με τις φράσεις, αυξημένο ένστικτο, αδυναμία διαχείρισης της απανθρωπιάς, της αδικίας, του ψέματος και τότε θα λύσετε πολλές από τις απορίες σας.
Ποιος αναίσθητος ασθενεί ψυχικά;
Μάλλον κανείς ή ελάχιστοι.
Γιατί άραγε;

 Το πριόνι μου φόρτισε.
Θα το βάλω στην θέση του.

  Αφήνω την αλήθεια να πριονίζεται από τους μη διαγνωσμένους.

  Αφήνω την χειριστικότητα, την επιβλητικότητα, το ψέμα, την βία, τα αίματα και τις εικόνες θρίλερ επιστημονικής φαντασίας να γίνονται πράξη, από τους αδιάγνωστους γνωστικούς.
  
  Εγώ, είμαι σχιζοφρενής.

  Και μέσα στην τόση τροφή για σκέψη, παραδίδω ένα απόσπασμα από το βραβευμένο μου βιβλίο με στοχαστικά δοκίμια, το οποίο δεν έχει επίσημα εκδοθεί.

-Αντίλογος  Εκ του Ασφαλούς.-

«Η συνείδηση, είναι στοιχείο για λίγους. Δεν τούς συναντάς συχνά. Είναι κλεισμένοι σε κλινικές.
Π-ε-ρ-ι-ο-ρ-ι-σ-μ-έ-ν-ο-ι...
Για να μην διαβάλουν την ου-τοπική ονειρεμένη αισθητική των ασυνείδητων.
Αυτή που δημιούργησαν για να θεραπεύσουν, την πάσχουσα άρνηση τους για αυτογνωσία.
Την αδυναμία τους για μάχη.[…]
Τούς το απέδειξες.
Δεν είναι η ιδέα σου.»

Με εκτίμηση
Λίτσα Γιούτη

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Η Λίτσα Γιούτη, γεννήθηκε τον Απρίλη του 1984 στα Χανιά της Κρήτης, και έχει υιοθετηθεί από μια όμορφη οικογένεια στην Θεσσαλονίκη. Έχει ασχοληθεί εθελοντικά και για περίπου επτά χρόνια με ανθρωπιστικούς συλλόγους υγείας και επανένταξης, ενώ για λίγο διάστημα λειτουργούσε ως ραδιοφωνική παραγωγός στο ra2fono.gr Έχει εκδώσει σε αυτό-έκδοση το πόνημα «Φωνές&Ψίθυροι» σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, ενώ το δεύτερό της ακυκλοφόρητο δημιούργημα στοχαστικών δοκιμίων«Εκ του Ασφαλούς» (Αντίλογος), πήρε το πρώτο βραβείο συλλογικού έργου το 2018. Εκτός από την φωνή της πένας, η μουσική δεν θα μπορούσε να λείπει από την ζωή της, εξού και τα βιβλία της, πάντα συνοδεύονται από προσωπικές της δημιουργίες, μουσικά και στιχουργικά.

“Όταν μού στερηθεί και η ύστατη σταγόνα οξυγόνου,
ελπίζω να βαστώ στα χέρα μου ένα φύλλο χαρτί και ένα μολύβι.
Ώς τελευταία μου επιθυμία,
η καταγραφή τής ωδής μου, προς το όνειρο.”

Είναι πτυχιούχος ως τεχνικός Δικτύων και συστημάτων, υλικού και λογισμικού. Δίπλωμα επαγγελματικής ηχοληψίας με πρακτική προϋπηρεσία στο Studio Κινητίρ.
BSc Counceling Psychology
Πιστοποιητικό επιμόρφωσης στον τομέα: Ψυχολογία, Φιλοσοφία και Προπονητική ζωής.
Pr.Diploma on NLP (Νευρογλωσσικός προγραμματισμός.)
Certificate on Hypnotherapy (Θεραπευτική ύπνωση.)
Ο.Α Dip Angel Counceling & Therapy (Αγγελική θεραπεία και συμβουλευτική.)
Μέλος της Διεθνούς ένωσης θεραπευτών.

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΝΕΡΟ



Φωτο: Απόβλητα στις Σκουριές Χαλκιδικής.

Η πλάτη του στηριγμένη πάνω στον σταφιδιασμένο κορμό απ’ το αλμυρίκι συγκλονιζόταν απ’ τις κράμπες. Παραλυμένος, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν’ ατενίζει το έρεβος στην επιφάνεια του ποταμού, καθώς τα όρνια συνωστίζονταν γύρω του. Ν’ ατενίζει παίζοντας με τα χρυσά νομίσματα του, που ξεχείλιζαν από εκείνη την γαβάθα πλάι του.
Θυμόταν στην απέναντι όχθη, όταν ήταν μικροί, που κρύβονταν πίσω απ’ τους ολοζώντανους θάμνους καρτερώντας τις βίδρες. Τους άρεσε να τις αντικρίζουν έτσι κεφάτες να στροβιλίζονται  αμέριμνα μέσα στα κρυστάλλινα νερά, πότε πότε τσιμπώντας από κανέναν νεογέννητο κυπρίνο. Αν ήταν τυχεροί μάλιστα πετύχαιναν και τους κάστορες να ξεμυτίζουν ντροπαλά απ’ τα ξύλινα οχυρά τους.
Εκεί τώρα, ένας φωτογράφος  χάριζε αθανασία στην σκηνή που σιγοψιθύριζε τον θάνατο. Κάποτε οι κυνηγοί στιγμών ξετρελαίνονταν που στο μέσο της άγονης ερημιάς ξεπρόβαλε το χωριουδάκι τους με την όαση που έσφυζε από ζωή. Σήμερα οι ίδιοι άνθρωποι κατέφθαναν για ν’ απαθανατίσουν τις ύστατες στιγμές αυτού εδώ του τόπου.
 Ποιο εξώφυλλο άραγε θα έφερε αύριο τα μελανά νερά, τις καμινάδες που υψώνονταν σαν βλοσυροί καλόγεροι και τον τοξικό καπνό που ξέρναγαν; Τουλάχιστον τώρα κανείς δεν θα βρισκόταν να του το εκτοξεύσει οργισμένα στην μούρη.
Ίσως αυτές τις αναμνήσεις να εννοούσαν όταν λέγαν πως λίγο πριν το θάνατο περνά η ζωή μπροστά απ’ τα μάτια σου. Δεν τις έλεγχε… Εκλιπαρούσε απεγνωσμένα να φύγουν, να σκορπιστούν σαν  σκιαγμένα κοράκια, προσευχόταν γοερά να λυτρωθεί, μα τίποτα δεν άλλαζε.
Ο νους του τώρα έτρεξε στα εγκαίνια του μεγάλου εργοστασίου του. «Θα παίρνεις και το κάτι τις για να κρύβεις και τα λύματα που θα πετάμε στο ποτάμι. Έγνοια σου…». Τι γλοιώδης που του φαινόταν ο εαυτός του τώρα, σαν έφερνε στο νου όσα έλεγε στον συνεργάτη του… Τα πάντα για την τσέπη μας. Τα πάντα για το συμφέρον. Μα ποιο είναι αλήθεια το συμφέρον μας;
Έσφιξε  ένα νόμισμα μ’ αποστροφή. Τίναξε το χέρι του απότομα να καταφέρει ένα τελευταίο «ψαράκι». Μα πλέον τα ψάρια δεν ταίριαζαν σ’ αυτό το περιβάλλον, σε καμία τους μορφή.
Το σώμα του αποκρίθηκε με άγριους σπασμούς. Κάποτε πίστευε πως τα λεφτά αγόραζαν τα πάντα. Κανείς δεν καταδέχθηκε όμως δυο στάλες νερό να του πουλήσει εδώ και μέρες περιπλάνησης, κι ας προσέφερε την ξέχειλη από χρυσά νομίσματα γαβάθα του. Το νερό ήταν πολύτιμο. Μόνο οι ανόητοι το μοίραζαν.
Ένοιωθε να του σφίγγουν τα μηνίγγια με μια άκαρδη τανάλια. Πάνω στον ίλιγγο, λες και το νερό τον εκδικούνταν, μες στην γαβάθα νερό χρυσάφι αντίκρισε, θαρρούσε απ’ τις αχτίδες του ανελέητου ήλιου.
Λαίμαργα άνοιξε διάπλατα το στόμα και έγειρε την γαβάθα να το γευτεί, στάλα να μην αφήσει. «Συγγνώμη νεράκι μου καλό που δεν σε σεβόμουν. Σώσε με κι αλλάζω.»
Ίσως πάλι να μην ήταν παραισθήσεις. Ίσως ν’ αποφάσισε ότι αυτό του άρμοζε. Ή ίσως  στην πάλη των ενδόμυχων να νίκησε η ανάγκη διαφυγής από τον πόνο των τελευταίων ετούτων οδυνηρών συλλογισμών.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ. Μονάχα το σώμα του βρήκαν πνιγμένο απ’ τα χρυσά νομίσματα ή μάλλον ότι είχε απομείνει από τα όρνια που τώρα είχαν πετάξει μακριά, να ξεδιψάσουν μετά το λουκούλλειο γεύμα τους./







Ο Χρήστος Καρούλης είναι δεκαεννέα ετών και σπουδάζει Βιολογία στο ΑΠΘ. Γράφει συστηματικά εδώ και δυο χρόνια τόσο ποίηση όσο και διηγήματα. Ιδανικό αποτέλεσμα αυτού θεωρεί πως θα ήταν να δώσει νέες προοπτικές στην κοσμοθεωρία των αναγνωστών του.




Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΗΣ ΘΕΑΣ


Φωτο: Michael Cox

Έσυρα πάλι στ’ ακρογιαλιού
τον μακρύ περίπατο
ν’ αναζητήσω την πολυπόθητη θεά.
Αύριο ίσως φύγει πάλι
για κάποια απάτητη κορφή,
για κάποιο δάσος έρημο…
Κάποτε κρύβεται μες στο συρτάρι
εκείνο το παλιό, το ξεχασμένο
που σε γυρίζει πίσω στο αθώο.
Άλλοτε φωλιάζει σ’ ένα πρόσωπο
τυχαίο, φευγαλέο, άγνωστο,
κακάσχημο, πλασμένο από λάσπη λες,
αγγελικό, βγαλμένο απ’ τον παράδεισο.

Θεά φιλήδονη, γλυκιά,
κάθεται εκνευριστικά και αναμένει
την γεύση την πρωτόγνωρη,
το βίωμα το νέο
κι αλλάζει ονόματα.
Πότε την λένε Αφροδίτη,
πότε την λένε Άρτεμις
και πότε Αθηνά.
Κι άλλοτε ανώνυμη
να βασανίζει κάθε Αλκαίο.


Ο Χρήστος Καρούλης είναι δέκα εννέα χρονών και σπουδάζει Βιολογία στο Α.Π.Θ.Γράφει συστηματικά εδώ και δυο χρόνια τόσο ποίηση όσο και διηγήματα. Ιδανικό αποτέλεσμα αυτού θεωρεί πως θα ήταν να δώσει νέες προοπτικές στην κοσμοθεωρία των αναγνωστών του. 

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2019

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ







  Όταν ήμουν παιδί απομνημόνευα κατ΄εντολή των μεγάλων. Ιστορία, Γεωγραφία, Μαθηματικά, Θρησκευτικά. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τη χρησιμότητα ύπαρξης των μεγάλων, ούτε να απομνημονεύσω τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους όταν έδειχναν αυτό που ήταν, δηλαδή μεγάλοι. Έτσι δεν θυμάμαι την έκφραση της μαμάς μου όταν μου έλεγε «να το φας όλο το φαγητό που σου έβαλα», ή του μπαμπά όταν με κοίταζε σα να με λυπόταν. Όλοι τους συμφωνούσαν ότι είμαι ένα παράξενο παιδί που δεν αντιλαμβάνεται βασικά πράγματα, όπως υπακοή, πίστη, ταπεινοφροσύνη,  παρά μόνο παπαγαλίζει βαρετά μαθήματα, τα οποία όμως αρνιόταν να παρουσιάσει δημόσια, σε μια αίθουσα σχολείου παραδείγματος χάριν, ή σε μια σχετική ερώτηση μεγαλυτέρου, κατά της διάρκεια ενός δείπνου με οικογενειακούς φίλους.
   Θεώρησα ειρωνική την κίνηση του μπαμπά να μου χαρίσει έναν μεγάλο πράσινο παπαγάλο στην ηλικία των δώδεκα χρόνων, τη στιγμή μάλιστα που γνώριζε ότι αντιπαθούσα τα πουλιά σε κλουβί. Έβγαλα λοιπόν τον παπαγάλο από το κλουβί και του έμαθα να πετά μέσα στο σπίτι και να μιλά. Η μοναδική λέξη που του έμαθα εύκολα και την ξεστόμιζε με το παραμικρό ήταν «μαλάκα».
   Ο παπαγάλος εμφανιζόταν τις πιο ακατάλληλες στιγμές μέσα στο σπίτι, όταν δεν κρυβόταν πίσω από την κουρτίνα του δωματίου μου. Στο κεφάλι της μαμάς την ώρα που έτρεχε αλαφιασμένη στην κουζίνα να βγάλει την γαλοπούλα κάρβουνο από τον φούρνο. «Μαλάκα» της φώναζε και, με ένα φρρρρ, πετούσε στο μπράτσο της πολυθρόνας του μπαμπά, όταν εκείνος έβλεπε ειδήσεις στην τηλεόραση και μονολογούσε για την πολιτική. «Μαλάκα» του φώναζε, τον κοίταζε για μια στιγμούλα στα μάτια και, πριν προλάβει να φάει την εφημερίδα στο κεφάλι, βρισκόταν στο περβάζι της μπαλκονόπορτας του σαλονιού. Διασκέδαζα είναι αλήθεια με τον παπαγάλο μου. Του απαγόρευσα να μάθει Ιστορία, Μαθηματικά, Γεωγραφία, Θρησκευτικά. Η λέξη που του έμαθα ήταν αρκετή, μας προσδιόριζε ικανοποιητικά ως οικογένεια, οπότε οποιαδήποτε άλλη γνώση θα του ήταν άχρηστη.
   Ενώ θα έπρεπε να ντρέπομαι που ήμουν μέλος μια τέτοιας οικογένειας, εγώ, αντιθέτως, θεωρούσα διασκεδαστικό το γεγονός της συνύπαρξής μου με μαλάκες γονείς. Ο συγχρωτισμός όμως με μια μαλακισμένη οικογένεια μπορεί ασυναίσθητα να οδηγήσει όλα τα μέλη της σε  συμπεριφορές μακάριας μαλακίας, οπότε ένα μικρό παιδί εύκολα μπορεί να οδηγηθεί στα ηδυπαθή μονοπάτια της. Οι γονείς μου φρόντισαν και γι΄αυτό.
   Μετά από κάθε σχολική αριστεία (με περισπωμένη στο ιώτα), ο μπαμπάς άρχισε να μου  χαρίζει διάφορα ηλεκτρονικά γκάτζετ, όπως υπολογιστές, κινητά, παιχνίδια και η μαμά, ακριβά ρούχα και παπούτσια τελευταίας μόδας. Δεν χρειαζόταν πια μεγάλη προσπάθεια να πέσω με τα μούτρα στη μαλακία. Για την αληθινή μαλακία δε, τιμωρήθηκα με αυστηρή μητρική επίπληξη και πατρικό συννεφιασμένο βλέμμα, όταν ο παπαγάλος φτερούγισε αλαφιασμένος πάνω από τα ανοιχτά μου σκέλη, φωνάζοντας ο αθεόφοβος σαν ξελιγωμένος πορνόγερος. Δεν ξέρω από ποιόν έμαθε τη συγκεκριμένη λέξη που ξεστόμισε, πάντως όχι από μένα. Αρκούσε η φασαρία του παπαγάλου να κινήσει την περιέργεια του μικρού μου αδελφού και φυσικά να φτάσουν τα μαντάτα για τη μαλακία μου στους γονείς, όταν τους φανέρωσε με περισσή γλυκύτητα το μπάσταρδο: «μαμά η αδελφή μου χαϊδεύει το κουτί της». Τότε ήταν που έπνιξα τον παπαγάλο μαζί με τον πρώτο μου οργασμό. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. 
   Δυο χρόνια μετά τον θάνατο του παπαγάλου, με τον φρικτό τρόπο που σας περιέγραψα, και αφού είχα γνωρίσει την γλυκύτητα της αληθινής μαλακίας, συνέβη και ένα άλλο γεγονός, το οποίο μόλις τώρα μου ήρθε στο μυαλό. Θα προσπαθήσω να το ανασυνθέσω και να σας το παρουσιάσω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθαρότητα, παρότι δεν φρόντισα να το παπαγαλίσω.
   Ήταν ένα απόγευμα όταν γύρισε η μαμά από τον εβδομαδιαίο καλλωπισμό της στο ινστιτούτο ομορφιάς, δηλαδή μαλλιά, πρόσωπο, νύχια, αποτρίχωση μπικίνι. Ο μπαμπάς είχε επιστρέψει νωρίτερα στο σπίτι, είχε ανοίξει έναν χαρτοφύλακα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και το γέμισε κόλλες χαρτιών και ντοσιέ που κουβάλησε από τη δουλειά του. Εγώ εκείνη τη στιγμή παπαγάλιζα την Ιστορία και ο μικρός μου αδελφός έπαιζε στο κινητό του ένα παιχνίδι με τέρατα και σκοτωμούς. Κάθε τόσο έβγαζε άναρθρες κραυγές ανθρώπου των σπηλαίων. Το μόμολο !!!  
   Αν θυμάμαι καλά ο μπαμπάς είπε στη μαμά: «Τούλα τέρμα τα σούρτα φέρτα στο ινστιτούτα» και η μαμά αν θυμάμαι καλά του απάντησε: «Γιατί καλέ;».
   Αμέσως σταμάτησα την ανάγνωση και έστησα αυτί. Οι μεγάλοι έπαιρναν ένα παράξενο ύφος όταν ζορίζονταν. Δεν με βοηθά αυτή τη στιγμή η μνήμη μου να σας το περιγράψω, πάντως πρέπει να ήταν σαν το ύφος της Μαρίας Αντουανέτας τη στιγμή που έβαζε το κεφάλι της στη λαιμητόμο του Ροβεσπιέρου. Πάντα η Ιστορία βοηθά να περιγράψεις στριμόκωλες καταστάσεις κι εγώ την είχα μάθει απέξω, ανακατωτά και σε βάθος. Η μαμά εκείνη τη στιγμή πρέπει να άκουγε τρομαγμένη τη φασαρία του πεινασμένου όχλου στην πλατεία, ενώ ο μπαμπάς ακόνιζε τη λεπίδα της γκιλοτίνας για το μοιραίο.
   Αν θυμάμαι καλά συνέχισε ατάραχος και της είπε κάτι σαν: «Τούλα δεν υπάρχει σάλιο».
   Εγώ ήδη γνώριζα ότι με το σάλιο η μαλακία ήταν πάντα πετυχημένη, οπότε αυτομάτως συνέδεσα το γεγονός με την πτώση της περιόδου της μαλακίας στο σπίτι μας. Κατέταξα το γεγονός στα ιστορικά, μαζί με τη δολοφονία του παπαγάλου μας, την πτώση της γαλλικής μοναρχίας και περίμενα αντιδράσεις από τη μαναρχία.
   Παραδόξως η μαμά δεν έσκυψε το κεφάλι, αντιθέτως στήθηκε απέναντι στον Ροβεσπιέρο της και του αντιμίλησε, αν θυμάμαι καλά του είπε κάτι σαν: «Μωρέ τι μας λες, να κόψεις το κεφάλι σου να βρεις, εγώ το παντεσπάνι μου δεν το αποχωρίζομαι». Για τη λέξη «παντεσπάνι» δεν κόβω και τον λαιμό μου ότι την είπε, την ταίριαξα όμως στην περίσταση. Αυτομάτως αντεστράφησαν οι όροι, τώρα έβλεπα τον Ροβεσπιέρο να σκύβει το κεφάλι, η μαμά ήταν ξεκάθαρη, δεν υπήρχε περίπτωση να θυσιάσει το δικό της κεφάλι για λίγο σάλιο, άλλωστε κουβαλούσε και το δικό μας βάρος, το οποίο κάποια στιγμή το έθεσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων επιτακτικά: «Τα παιδιά τι θα γίνουν; Θα χάσουν τα παιχνίδια, τα ρούχα, τα καλά σχολεία, τις διακοπές τους; Είσαι με τα καλά σου; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα…»
   Τότε κατάλαβα ότι δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο η πτώση της μαλακίας. Έχει ισχυρές ρίζες. Βασίζεται στη γλυκερή και λάγνα αποπλάνηση των αισθήσεων, στον οργασμό της φαντασιωμένης πραγματικότητας, κάτι σαν virtual reality που λέγαμε εμείς τα παιδιά στα σχολειά, ή σαν σκέτο ριάλιτι που λέγανε οι μεγάλοι στις τηλεοράσεις.
   Δεν έπεσα έξω στις εκτιμήσεις μου, διότι μπορεί να ήμουν ένα παιδί που δεν μιλούσε συχνά, σκεφτόταν όμως για το κάθε τι που έβλεπε γύρω του. Στην οικογενειακή μας υπόθεση, ήταν ξεκάθαρο πια ότι βαδίζαμε σε μια νέα περίοδο μαλακίας, αυτό που δεν γνώριζα μόνο ήταν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου. Αν τα γνώριζα όμως, θα ήμουν μάγισσα και όχι ένα κορίτσι δεκάξι χρονών.
   Ο μπαμπάς πράγματι έκοψε το κεφάλι του να στηρίξει τη συνέχιση του θεσμού της μαλακίας στο σπίτι μας και μάλλον βρήκε έναν τρόπο, διότι όταν μας τον ανάγγειλε ήταν περιχαρής. Γελούσαν και οι φαβορίτες του, μουστάκι δεν είχε. Η μαμά έδειξε ικανοποιημένη με το πρότζεκτ του μπαμπά, λίγο πιο συγκρατημένη, αλλά ικανοποιημένη. Αυτό το κατάλαβα από το μισό γελάκι που αμόλησε και το ταυτόχρονο σιάξιμο της λακαρισμένης φράντζας της. Ήταν μερικά σημάδια στις κινήσεις της μαμάς και του μπαμπά που τα είχα ταυτίσει με συγκεκριμένη κάθε φορά ψυχοσύνθεσή τους. Τότε κατάλαβα ότι η μαλακία δεν έχει όρια. Τείνει στο άπειρο, δεν μπορείς να απαλλαγείς εύκολα από αυτή αν σου έχει κυριεύσει το μεδούλι, κάνει τη ζωή να φαίνεται παιχνίδι, μέχρι να φτάσεις στο επόμενο νεκρό δευτερόλεπτο του οργασμού. Στη σημείο μηδέν. Μετά αναλαμβάνει το μυαλό να γεμίσει το κενό με τη σκέψη: «δεν έγινε και τίποτα, τράβα ακόμη μια» και ούτω καθ εξής.
   «Κανόνισα…» είπε θριαμβευτικά ο μπαμπάς «…να μας δανείσει τα χρήματα που θες για τον καλλωπισμό το ινστιτούτο σου, με την προϋπόθεση να τα ξοδέψεις όλα εκεί και θα τα αποπληρώσουμε σε δόσεις με … κάποιο επιτόκιο»
   Το πρότζεκτ ανάκαμψης του μπαμπά περιελάμβανε όλα τα χρειαζούμενα: καινούριο αυτοκίνητο, καινούρια γκατζετάκια, παρακολούθηση της μόδας, μπαλέτο, θέατρο, ταξίδια, κινητό για το μόμολο κλπ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο χρηματοδότησης και αποπληρωμής.
   Εκείνη τη στιγμή πεθύμησα τον καημένο τον παπαγάλο μου. Ο θάνατος όμως δεν έχει γυρισμό και λούφαξα σε μια γωνία, κάνοντας τους δικούς μου ιδιοτελείς υπολογισμούς.
   Σκέφτηκα τον κούκλο στο δισκάδικο της γειτονιάς, άφησα κάτω τα βιβλία και τα τετράδια και έτρεξα στη γωνία. Αν θυμάμαι καλά του έκλεισα το μάτι και του είπα κάτι σαν: «Θα ήθελα τον καινούριο δίσκο της Ριάνας, αλλά δεν έχω λεφτά να τον πληρώσω»
   Τότε αποχαιρέτησα την παρθενιά μου και έκοψα μαχαίρι τη μαλακία για πάντα./

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ




   Τις καθημερινές έβγαζε τον σκύλο βόλτα ο Τάκης όσο ζούσε, μετά που πέθανε έπρεπε να τον βγάζω εγώ κι ας μη τον συμπαθούσα ιδιαίτερα γιατί μου γέμιζε τα χαλιά τρίχες. Τον έβγαζα φυσικά και τα σαββατοκύριακα. Όσο νάναι οι ανάγκες ενός σκύλου δεν ξεχωρίζουν καθημερινές και αργίες.
   
   Αγαπούσα τρελά τον Τάκη. Σιγά σιγά η βόλτα του σκύλου ήρθε να μαλακώσει τον πόνο της απώλειας, όσο μπορεί να μαλακώσει μια απώλεια ένας περίπατος με σκύλο. Ο Νικολάκης, ο μοναχογιός μας, με ακολουθούσε σκαλωμένος στη φούστα ή το μπουφάν μου και πάντα σιωπηλός. Αισθανόταν τον πόνο και την οργή που ένοιωθα για την απώλεια του άνδρα μου, αλλά δεν μιλούσε. Ούτε ο Μάγκας, έτσι φωνάζαμε τον σκύλο, είχε ποτέ όρεξη για παιχνίδια  από τότε που πέθανε το αφεντικό του. Μια βόλτα μέχρι το πάρκο για κατούρημα και ξανά πίσω στο σπίτι. Την ίδια μέρα και ώρα η ίδια σιωπηλή παρέα διέσχιζε τον δρόμο μέχρι το πάρκο της πόλης και ξανά πίσω.
   
   Όσο περνούσαν οι μέρες ξεχνούσα να μιλάω. Ο Νικολάκης με κοίταζε στο στόμα μήπως και βγάλω κάποια κουβέντα, το ίδιο και ο Μάγκας μήπως βγάλω ένα παράγγελμα ή ένα σφύριγμα. Τίποτα. Το γέλιο ήταν μια μακρινή ανάμνηση, από τότε που ο Τάκης μάς αράδιαζε με τον δικό του τρόπο ωραία ανέκδοτα και γελούσαμε όλοι μαζί. Το γέλιο μας ακολουθούσε και ο Μάγκας, με ένα συνεχές κούνημα της ουράς και τρεχάλα στο σαλόνι  σαν σίφουνας.

- Βλέπεις και ο Μάγκας γελάει με τα ανέκδοτά μου, συνήθιζε να λέει.
Εγώ τότε έβλεπα τις τρίχες στο χαλί και σηκωνόταν η τρίχα μου κάγκελο.
   
   Έσβηνε ο πίνακας του μυαλού μου  και ενώ θα έπρεπε να ανησυχώ, δεν έδινα σημασία. Το κάθε τι το έκανα μηχανικά και είχα αποφασίσει ότι δεν έχουν καμία αξία πλέον το γέλιο ή η κουβέντα. Μόνο ο γιος μου.
   
   Η σημερινή απογευματινή βόλτα ήταν μια από τα ίδια. Εγώ μπροστά κρατώντας το λουρί του Μάγκα και στη φούστα μου πάνω ο Νικολάκης. Διασχίσαμε τον δρόμο και μπήκαμε στο πάρκο. Ο κόσμος σήμερα ήταν λιγοστός και ο ουρανός είχε τις μαύρες του. Τέλειο τοπίο για τη ψυχοσύνθεσή μου, αλλά και για το κατούρημα του Μάγκα. Λίγο πριν τον θάμνο που είχε μαρκάρει, ο Νικολάκης μου τράβηξε τη φούστα.

- Τι είναι αυτά μαμά;
   
   Είχε σταματήσει μπροστά σε ένα άγνωστο σε μένα φυτό που στην κορυφή του μίσχου του είχε δυο στρογγυλά άσπρα ανθάκια, εντελώς αδιάφορα και βαρετά. Τον κοίταξα καλά. Με ξεβόλεψε είναι αλήθεια από τη μακαριότητα της σιωπής μου. Έπρεπε να απαντήσω στο παιδί. Ξεστόμισα ό,τι μου ήρθε εκείνη τη στιγμή:

- Αρχίδια !!!
   
   Δεν πρόλαβα να μετανιώσω για την ανοησία μου και ο Νικολάκης με κοίταξε με κείνα τα έκπληκτα μαύρα μάτια του και με ξαναρώτησε:

-Φυτρώνουν κι αυτά;
   
   Τότε γέλασα. Γέλασα πολύ. Ο Μάγκας λύθηκε από το λουρί του και έγινε αέρας στον ουρανό.

* * * *

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Η ΦΛΟΓΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ





   Η γλώσσα των ανθρώπων δεν ησυχάζει ακόμη και όταν η ξυραφιά αφήνει πίσω της ουλή κι ο πόνος στάλα δάκρυ. Μελανιά γίνεται και ακολουθεί στο διάβα την ψυχή, στις μέρες και τις νύχτες της, μέχρι το χώμα να τη λευτερώσει από το μαρτύριο. Η Τασούλα δεν πρόλαβε να χαρεί τον Πέτρο στο κρεβάτι και στα σκέλια της και τον βρήκε κρεμασμένο στο μονόζυγο του διαμερίσματός τους στην Αθήνα. Άψυχο κορμί να στριφογυρίζει γύρω απ΄τη θηλιά. Πλάκωσαν αστυνομίες, ιατροδικαστές, έγραψαν στον φάκελο «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ» με μεγάλα γράμματα και έκλεισαν το βιβλίο. Ο Πέτρος ήταν ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί το έκανε. Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε πίσω να φωτίσει τις σκοτεινές γωνιές. Οι σελίδες του βιβλίου του Πέτρου πλάκωσαν όμως κι εκείνη. Κάτι τράπουλες ταρώ, κάτι περιοδικά αστρολογίας, μαντζούνια και πολλά καντήλια σε όλο το διαμέρισμα, τα οποία κατέγραψαν οι αστυνομικοί στις αναφορές τους, μόλις μαθεύτηκαν, έγιναν στη γλώσσα του κόσμου σύνεργα μαγικά και απόκοσμα που πήραν τον Πέτρο στον άλλο κόσμο να κάνει παρέα με τις ψυχές και τα φαντάσματα. Δεν έφταναν όμως αυτά τα μεταφυσικά, ήρθε και η μετακόμισή της στο σπίτι του στο χωριό, το οποίο κληρονόμησε σαν μοναδική κληρονόμος. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο στο διαμέρισμα όπου τον αντίκρισε νεκρό και θέλησε να ζήσει στο εξοχικό τους με τις λίγες, αλλά ωραίες αναμνήσεις τους. Ένα όμορφο δίπατο σπίτι δίπλα στη θάλασσα στην άκρη του βράχου, λίγο έξω από το χωριό έγινε το καταφύγιό της. Τα βραδάκια καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι, αγνάντευε το αντικρινό νησάκι με το μικρό μοναστήρι και άκουγε το σήμαντρο του παπά.  
   Οι παρέες της λίγες και μετρημένες τα τελευταία πέντε χρόνια στο χωριό. Δούλευε το καλοκαίρι σε ένα ξενοδοχείο καμαριέρα και τον χειμώνα ζούσε με το ταμείο ανεργίας. Είχε πατήσει τα τριάντα αλλά η ομορφιά δεν έλεγε να σβήσει στο πρόσωπο και το σώμα της, παρόλη τη χαρακιά. Ο θάνατος πάντα είναι καλός με όσους μένουν πίσω. Δεν φθονεί τίποτα άλλο πάνω στους ανθρώπους, παρά μόνο την αγάπη. Στην αγάπη βγάζει δόντια, δαγκώνει και εκδικείται. Είναι μικρός μπροστά στο μέγεθός της κι αυτό δεν μπορεί να το καταπιεί και να το χωνέψει.
   Αυτή η ομορφιά που της χάρισε ο Θεός από μικρό παιδί την ακολουθούσε κατά πόδι. Γινόταν πολλές φορές μπελάς που αναστάτωνε τη ζωή της και έδινε αφορμή σε πικρόχολα σχόλια και λοξές ματιές, όταν πήγαινε την Κυριακή στην εκκλησία ή στο μπακάλικο να ψωνίσει. Τον έρωτα δεν τον άφησε ξανά να αγγίξει την καρδιά, μόνο να της χαϊδέψει το σώμα. Τα αγκαλιάσματά της με έναν μικρότερό της στο χωριό κόντεψαν να γίνουν αιτία μαλλιοτραβήγματος από τη μάνα του νεαρού, καταμεσής στην πλατεία του χωριού
   -Πουτάνα μάγισσα, μακριά από το παιδί μου…  ούρλιαζε εκείνη τη μέρα η Μαριάνθη καθώς ορμούσε να την πιάσει από τα μαλλιά. Αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι δεν θα γλίτωνε από τα νύχια της μάνας.
   -Φαρμακομούνα… άκουσε πίσω της μια αντρική φωνή και φαρμακώθηκε η ψυχή της καθώς έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
   Πέρασαν μέρες για να ξανακατέβει βόλτα στο χωριό. Άρχισε εν τω μεταξύ και η θερινή περίοδος. Η δουλειά την ανακούφιζε λιγάκι από το βάσανο της γλωσσοφαγιάς των συγχωριανών. Τα στρίμωχνε όλα μέσα της και έκανε υπομονή. Όταν η καρδιά όμως κάνει τέτοια υπομονή να τη φοβάσαι στο τέλος, είναι απρόβλεπτη και κανείς δεν ξέρει κατά που θα πάει. Στο σπίτι πέταξε όλα τα καντήλια και κράτησε μόνο ένα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Έκαψε τα περιοδικά και τις τράπουλες  για να σβήσει τα ίχνη του παρελθόντος. Η θάλασσα ήταν η μόνη της ξεκούραση και παρηγοριά όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Κατέβαινε τα σκαλοπατάκια στον βράχο και βουτούσε στην αγκαλιά της. Άφηνε το νερό να ψηλαφίζει το κορμί και να αρμυρίζει κάθε γωνιά του. Τα πρωινά άνοιγε μια ομπρέλα για τον ήλιο και τα απογεύματα ξάπλωνε στην πετσέτα μόνο με το αντηλιακό της. Δεν κουνιόταν από τη θέση της ούτε όταν άκουγε τις στριγκλιές των γυναικών καθώς κυνηγούσαν τους κανακάρηδές τους πίσω από τα βράχια που έπαιρναν μάτι. Χαμογελούσε. Το φχαριστιόταν. Έπαιρνε την εκδίκησή της, έστω και με αυτόν τον τρόπο.
   Μέσεψε ο Αύγουστος κι έσκαγε ο τζίτζικας. Έτυχε να πάρει μαζεμένα τα ρεπό της ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου που γινόταν το μεγάλο πανηγύρι στο χωριό. Χτένισε τα μαλλιά της ίσια μέχρι τους ώμους, έβαλε κοκκινάδι στα χείλια και σκιές στα μάτια, στολίστηκε και πήγε ν’ ανάψει κερί. Κανείς μέσα στην κοσμοπλημμύρα της εκκλησιάς δεν της έδωσε σημασία. Δεν έψαξε για στασίδι και διάλεξε μια ήσυχη γωνιά στην άκρη. Όρθια παρακολουθούσε τη Λειτουργία, ώσπου τον είδε. Ψηλός, με λαμνάτη κορμοστασιά, στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη σα λαμπάδα. Χρυσάφια τα μαλλιά έπεφταν στους ώμους πιασμένα σε κοτσίδα. Το πρόσωπό του, λευκό, άσπιλο, στόλιζε μια χρυσή γενειάδα. Ίδιος ο Χριστός !!! Κολάστηκε η Τασούλα με την τελευταία της σκέψη και προσπάθησε να τη σβήσει. Τα μάτια όμως δεν της έκαναν το χατήρι. Τον ακολουθούσαν σε κάθε γωνιά της εκκλησιάς που κινιόταν. Σα να μην υπήρχε κανένας άλλος άνθρωπος τριγύρω. Πέρασε μια φορά από μπροστά της και μια ουράνια ευωδιά άφησε πίσω του. Τα ρουθούνια της την άρπαξαν με μιας και την κράτησαν στα σωθικά της. Έριξε μια κλεφτή ματιά τριγύρω και είδε μόνο κατάνυξη. Η ίδια ένοιωθε κολασμένη και ανήμπορη να το αποφύγει. Στη σχόλη μπήκε στη σειρά για αντίδωρο και βρέθηκε μπροστά του. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε τα γαλάζια μάτια. Έσκυψε αμέσως το κεφάλι και τα χείλη της ακούμπησαν το χέρι του. Ήταν λευκό, λευκότερο από το δικό της. Γραμμές γαλάζιες οι φλεβίτσες, σαν μικρά ρυάκια, έρεαν πάνω στο χέρι και έσβηναν στα μακριά δάχτυλα. Τον φαντάστηκε γυμνό και διάφανο. Χαμήλωσε τα βλέφαρα να μη σκέφτεται, συνέχισε όμως να τον βλέπει και με κλειστά μάτια. Πήρε βιαστικά το αντίδωρο και βγήκε γρήγορα έξω χωρίς να κάνει τον σταυρό της. Στάθηκε για λίγο στην αυλή να πάρει μια ανάσα. Είχε μουσκέψει.
   Έσιαξε τη φούστα και κίνησε για την πλατεία. Τη διέσχισε χωρίς να νοιάζεται για τα μάτια που την ακολουθούσαν και έκατσε σε μια καφετέρια. Σταύρωσε τις όμορφες γάμπες, παράγγειλε καφέ και άναψε τσιγάρο. Χαλάρωσε και άφησε τις εικόνες ελεύθερες να κάνουν παιχνίδι στο μυαλό της. Άδειασε η εκκλησία και γέμισαν οι καφετέριες κόσμο.
   -Κούκλος ο Αρτέμιος, ήμαρτον Κύριε… άκουσε μια γυναικεία φωνή στο διπλανό τραπέζι να σχολιάζει στην ομήγυρη, με πονηρή διάθεση.
   -Ποιος είναι; ρώτησε μια άλλη
   -Ο καινούριος μοναχός στο μοναστήρι του νησιού καλέ, απάντησε μια άλλη και άρχισαν να κρυφογελούν.
   Τσαλάκωσε το τσιγάρο στο τασάκι, άφησε μερικά ψηλά και σηκώθηκε βιαστικά. Τρείς ιερείς εκείνη την ώρα βόλταραν στην πλατεία και δίπλα τους ο Αρτέμιος τσάκιζε με το φως και τα νιάτα του τη μαυρίλα. Πέρασε δίπλα και τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου που αρκεί όμως να ενεργοποιήσει τον αιώνιο φυσικό νόμο της έλξης. Του κλεψε κρυφά φως και μυρουδιές και έτρεξε σπίτι της. Πέταξε τα ρούχα στον καναπέ, φόρεσε πάνω της ένα παρεό και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπατάκια για να δροσίσει το σώμα που έκαιγε.
   Την άλλη μέρα το πρωί στριμώχτηκε στο καΐκι με τους τουρίστες που πήγαιναν να επισκεφτούν το μοναστήρι. Στη ξενάγηση δεν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά για να μη φαίνονται τα μάτια της. Δεν πειθαρχούσαν με τίποτα. Σε μια στιγμή που σκόρπισε το γκρουπ στα σοκάκια της μονής, τον πλησίασε και ζήτησε την ευλογία του. Ακούμπησε εκείνος τα διάφανα χέρια στο κεφάλι της και ψιθύρισε μια ευχή. Η καρδιά πήγαινε να σπάσει. Έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς να μην ακούγονται τα σφυροκοπήματα και προδοθεί. Εκείνος χαμογέλασε μετά την ευχή και την οδήγησε μέχρι το αρχονταρίκι να κεράσει καφέ. Το φως !!! Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό το ανίκητο φως. Τον ακολούθησε υπνωτισμένη. Τον άκουσε να της μιλά με ξενική προφορά. Έμαθε ότι κατάγονταν από την Αμερική. Ότι ήταν πρωταθλητής κολύμβησης στην κοσμική του ζωή, ώσπου αφιερώθηκε στον Χριστό και τη μοναστική ζωή, εγκαταλείποντας τα πάντα. Του εξομολογήθηκε τη δική της ζωή και το καθημερινό μαρτύριο στο χωριό. Όσο μιλούσαν, τόσο έφευγε το βάρος που την τσάκιζε.
   -Μη λιγοψυχάς, ο Θεός μόνο μπορεί να διακρίνει το δίκαιο και το άδικο, της είπε
   -Η δικαιοσύνη Του δεν με ακούμπησε ακόμη όμως πάτερ, παραπονέθηκε και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στην υγρασία τους. Όσο την κοίταζε, με κείνα τα μπλέ μάτια, τόσο φούντωνε μέσα της ένας πόθος αμαρτωλός, αλλά όμορφος. Ήταν εκείνος ο πόθος που ξεχνά νόμους και κανόνες και αψηφά ακόμη και τον θάνατο. Του βγάζει τη γλώσσα κι εκείνος σκάζει απ΄το κακό του, τροχίζει τα μαχαίρια και τα ζώνεται.
   Οι τουρίστες που γέμισαν την καμαρούλα, ανάγκασαν τον Αρτέμιο να την αφήσει ευγενικά για να πάει να ετοιμάσει καφέδες στους επισκέπτες.
   -Να ξανάρθεις, να μαλακώσει η ψυχή σου, να δεις το Φως το Αληθινό, εγώ θα προσεύχομαι για σένα,  της είπε καθώς την ξεπροβόδιζε, αλλά εκείνη το χε γνωρίσει ήδη το Φώς, το χε ρουφήξει λαίμαργα και το πήγε προσφορά στο εικονοστάσι του σπιτιού της. Άναψε το καντήλι και σταυροκοπήθηκε. Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Το σώμα τη βασάνιζε. Το μυαλό τη δρόσιζε. Η καρδιά ήταν μπερδεμένη. Τα μεσάνυχτα κατέβηκε γυμνή τα σκαλοπατάκια και βούτηξε. Ένα φωτάκι απέναντι στο νησί, σα μια μικρή φλογίτσα, τρεμόσβηνε. Ήταν σίγουρη ότι ο Αρτέμιος στο κελί του την έβλεπε και προσευχόταν για κείνη. Μετά από τόσα χρόνια μια άλλη ψυχή προσευχόταν για τη δική της ψυχή. Αντί να παίρνει όμως ευλογία, έπαιρνε κόλαση και πονούσε. Τον επισκέφτηκε στο μοναστήρι αρκετές φορές. Κάθε φορά όμως που πήγαινε να αγκαλιάσει τη γαλήνη, εκείνη γινόταν αέρας και χανόταν. Στη θέση της μια αναταραχή, μια αναμπουμπούλα, την τάραζαν και την άφηναν κάθε βράδυ άυπνη.
   Μια μέρα δεν άντεξε. Αφού της διάβασε ευχές κάτω από το πετραχήλι, σηκώθηκε όρθια και στάθηκε σιμά του. Ο Αρτέμιος φεγγοβολούσε μέσα στην έρημη εκκλησία μπροστά στην εικόνα της Παναγίας  με τον Χριστό. Του έκλεψε ξεδιάντροπα το Φως και τον αγκάλιασε. Σάστισε προς στιγμήν εκείνος κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Τα χείλη της όμως ήδη είχαν κολλήσει πάνω στα δικά του. Χαλάρωσαν τα μέλη και φιλήθηκαν τα στόματα μπροστά στην εικόνα. Το Φως πλημμύρισε την εκκλησία σα να άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι μαζί. Η γαλήνη έρεε τώρα στις φλέβες τους και τα γαλάζια ήσυχα ρυάκια του Αρτέμιου, φούσκωσαν. Η καρδιά της ξεμπέρδευε με χαρά το κουβάρι.
   -Σ αγαπώ, του ψιθύρισε
   -Δεν πρέπει, είπε εκείνος
   -Αγάπη που δεν δίνεται δεν είναι αγάπη 
   -Σ αγαπώ, της ψιθύρισε τότε κι εκείνος
   -Έλα σπίτι μου …
   -Θα μας δουν
  -Αν μ’ αγαπάς πρέπει να έρθεις, επέμεινε
   Εκείνος σκέφτηκε για λίγο και ύστερα, σα να βρήκε αυτό που έψαχνε, άστραψε, και με ένα χαμόγελο της είπε
   -Το βράδυ !! Θα κολυμπήσω ως απέναντι και θα ρθω τα μεσάνυχτα. Μόνο βάλε ένα φως να μη χαθώ μέσα στη μαυρίλα της θάλασσας
   -Θα ανάψω το καντήλι δίπλα στο παράθυρο να βλέπεις τη φλογίτσα του. Όλα τα άλλα φώτα θα τα έχω σβηστά...
   Κολύμπησε ο Αρτέμιος τη νύχτα γυμνός. Όσο έβλεπε τον φάρο του στο παραθύρι της να ζυγώνει, τόσο πιο δυνατές απλωτές έκανε. Στάθηκε γυμνός το πρώτο βράδυ απέναντί της. Με τα μαλλιά λυτά στους ώμους, έμοιαζε με τον Χριστό πριν τον πάνε στον Σταυρό. Μπορούσε εκείνη κι έβλεπε, μέσα από το σώμα του, την ψυχή της αέρινη και ελαφριά. Τα σώματα μπλέχτηκαν, έγιναν ένα κουβάρι, αγαπήθηκαν όλη τη νύχτα και πριν χαράξει, ο Αρτέμιος σηκώθηκε να γυρίσει πίσω, να βάλει πάλι τα ράσα του, να χτυπήσει το σήμαντρο και να προσευχηθεί για την Τασούλα. ‘Ύστερα τα μεσάνυχτα να πέσει πάλι γυμνός στη θάλασσα ακολουθώντας τη φλόγα στο παράθυρο. Κάθε βράδυ, με μπουνάτσα και φουρτούνα,  ο Αρτέμιος κίναγε για τον φάρο του. Οι ψαράδες έβλεπαν τα μεσάνυχτα ένα παράξενο πλάσμα που φεγγοβολούσε, να διασχίζει τη θάλασσα από το νησί ως την απέναντι ακτή και σταυροκοπιόταν.
   -Η μάγισσα καλεί τα πνεύματα στο σπίτι της, έλεγαν οι γυναίκες στο χωριό και άλλαζαν σοκάκι όταν τη συναντούσαν.
   Πέρασαν μέρες και νύχτες, έφυγε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κόντευε να τελέψει κι αυτό.
   -Έλα αύριο στο μοναστήρι, της είπε
   Ο καιρός ήταν γλυκός, οι τουρίστες είχαν φύγει και τα ξενοδοχεία έκλειναν ένα, ένα. Άνοιξε τη βαριά πόρτα της εκκλησίας και τον είδε στην Ωραία Πύλη να την περιμένει. Η γαλήνη της εκκλησίας βάδιζε τώρα πάνω στις πλάκες αντάμα με τη γαλήνη της ψυχής της. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ο Αρτέμιος φορούσε τα πολύχρωμα γιορτινά άμφια των ιερέων και την περίμενε με ένα βιβλίο στο χέρι. Της έκανε νόημα να σταθεί δίπλα του με το πρόσωπο προς το τέμπλο. Με το ένα χέρι έπιασε το δικό της και με το άλλο έφερε το βιβλίο κοντά στα μάτια του .
   -Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτο… έψαλλε για λίγο, ύστερα έκλεισε το βιβλίο, γύρισε και τη φίλησε.
   -Δεν πρέπει να μάθει κανείς για μας έως θανάτου… της είπε και αμέσως γονάτισαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Αφέθηκαν στα χέρια της για ώρα. Η εικόνα φωτίστηκε με ένα φως που έβγαινε από τα σωθικά τους και έκανε τις φλόγες στα καντήλια να χάσουν τη λάμψη τους. Ένα δροσερό αεράκι τρύπωσε και έσβησε τις φλόγες. Ύστερα εκείνη έφυγε κρυφά όπως ήρθε. Ο ψαράς την άφησε μπροστά στο σπίτι της. Ανέβηκε τα σκαλοπατάκια του βράχου σα κοριτσάκι. Καθάρισε όλο το σπίτι, έβαλε τα καλά της, μαγείρεψε, έφτιαξε νόστιμα γλυκά που μοσχοβόλησαν και ετοιμάστηκε για το βράδυ. Μόλις χάθηκε το φως του ήλιου, έσβησε όλα τα φώτα, άναψε το καντηλάκι και το έβγαλε στο παράθυρο. Απέναντι ο Αρτέμιος πέταξε τα ράσα και βούτηξε στην κρύα θάλασσα.
   Η Τασούλα τότε κατέβηκε στο ισόγειο, άναψε ένα κερί και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα φαγητά και τα γλυκίσματα στο τραπέζι της κουζίνας. Η χαρά δεν άφηνε καμία άλλη σκέψη να ξεθαρρέψει, παρά μόνο αυτή της συνάντησης. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Ο Αρτέμιος έπρεπε να στέκεται γυμνός μπροστά της, αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Ανησύχησε και ανέβηκε στο πάνω πάτωμα. Σκοτάδι. Το καντήλι ήταν σβηστό. Έκλεισε το παράθυρο, έτρεξε στο μπαλκόνι και αγνάντεψε τη θάλασσα. Ο καιρός είχε χαλάσει απότομα και η θάλασσα τώρα μούγκριζε. Μαύρο θεριό ανήμερο. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα να τον περιμένει. Το πρωί κατέβηκε στην παραλία. Τα κύματα χτυπούσαν τα βράχια. Πουθενά αμμουδιά, την είχαν καταπιεί. Ψυχανεμίστηκε άσκημα. Κρέμασε στους ώμους της μια ζακέτα  και έτρεξε στην πλατεία. Κόσμος πολύς μαζεμένος συζητούσαν
   -Τι συμβαίνει; ρώτησε στο τσούρμο
   -Η θάλασσα έβγαλε έναν πνιγμένο, είπε ένας μέσα στο πλήθος.
   Σάστισε. Το αίμα σταμάτησε να κυλά στις φλέβες. Της κόπηκαν τα πόδια. Σα να κόλλησαν στο χώμα και να μη μπορούσαν να κινηθούν. Τα ξεκόλλησε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πήγε στην άκρη του βράχου και στύλωσε τα μάτια της στο νησί απέναντι. Η μαυρίλα της θαλασσοταραχής έκρυβε το μοναστήρι από τα μάτια της. Έλυσε τα μαλλιά και έσκισε όλα της τα ρούχα. Ύστερα γυμνή, βούτηξε στη θάλασσα.
   Είπαν πως γλίστρησε και έπεσε η τρελομάγισσα. Στην κηδεία της ήταν μόνο ο παπάς, ο ψαράς και ο Αρτέμιος. Από το στόμα του Αρτέμιου δεν έβγαινε ψαλμός. Στεκόταν αμίλητος δίπλα στον ιερέα, μαγεμένος ακόμη από την ομορφιά της. Όταν έχασε το καντήλι τη νύχτα του γάμου τους, γύρισε πίσω στο μοναστήρι. Αργότερα εγκατέλειψε το μοναστήρι και χάθηκε. Είπαν πως τρελάθηκε.

Περιλαμβάνεται στο συλλογικό έργο «Παράξενοι Ερωτες» Εκδόσεις Παράξενες Μέρες.