Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΤΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΑΚΙΑ




Διήγημα Fractal: «Τα πλαστικά στρατιωτάκια »


Γράφει ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος // *


Τα τελευταίες μέρες παρατηρούσα μια συνεχώς αυξανόμενη τάση εσώτερης υποτονικότητας και άμβλυνσης συναισθημάτων που έφτανε μέχρι του σημείου της παραίτησης από κάθε τι θα μπορούσε κανείς να το πει ζωτικό κατά τη συνήθη συνθήκη της ζωής. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος απέφυγα να βάλω στο μυαλό μου τον άλλον πόλεμο, εκείνον στον οποίο χάθηκε ο πατέρας, ακριβώς για να μην οδηγηθώ σε συνειρμικές ταυτίσεις πραγμάτων και γεγονότων που σημάδεψαν την ηλικία της μνήμης και θέσω σε κίνδυνο την αθωότητα της δικής μου οικογένειας. Όλοι είμαστε υπόλογοι απέναντι στην αθωότητα, η παραμικρή δε αμυχή της θα πρέπει να μας γεμίζει ενοχές, κι εγώ δεν ήθελα να οδηγηθώ σε τέτοιες καταστάσεις αυτομαστιγώματος, τη στιγμή μάλιστα που ήμασταν πολύ καλά, όπως έλεγε η γυναίκα μου. Είχαμε αυτοκίνητο, διαμέρισμα καινούριο, καλή δουλειά και προπάντων χρήματα αρκετά ώστε να μην επιτρέπουν στο μυαλό παρεκτροπές σε ασυνήθεις σκέψεις που ξεβολεύουν το βόλεμα.
Ένα μήνα μετά την επίσημη καταχώρηση του πατέρα στον οριστικό κατάλογο των αγνοούμενων του πολέμου, πιθανώς απολεσθέντων, πέθανε η μητέρα από την θλίψη της και η γιαγιά αναγκάστηκε να μας πάρει μαζί με την αδελφή μου στο χωριό. Ήμουν δέκα χρονώ τότε και η αδελφή μου πέντε. Η γιαγιά είχε αναλάβει να καθαρίζει το κοινοτικό γραφείο του χωριού για να συμπληρώσει την πενιχρή της σύνταξη και να μας μεγαλώσει. Η ανέχεια ήταν διάχυτη σε όλους τους χώρους του σπιτιού, από το αποχωρητήριο, όπου καρφώναμε στο καρφί κομμάτια εφημερίδας ελλείψει κανονικού χαρτιού προσωπικής υγιεινής, μέχρι την κατσαρόλα της κουζίνας που συνήθως είχε όσπρια και τις μεγάλες γιορτές κάποια κομμάτια πλεούμενο κρέας ανάμεσα σε πλούσια χορταρικά. Ο πόλεμος, παρότι κράτησε λίγο, για πολλά χρόνια στοίχειωνε τα ντουβάρια του σπιτιού και τη συμπεριφορά μας. Έμαθα ότι έτσι γίνεται συνήθως μετά από έναν πόλεμο και ότι πρέπει να κάνουμε υπομονή μέχρι να στρώσουν ξανά τα πράγματα, διότι ο χρόνος πιάνει αμέσως δουλειά, μόλις σβήσει η τρέλα του πολέμου, γιατρεύει τις πληγές του.
Ο σημερινός πόλεμος, κατά έναν παράξενο λόγο, κράτησε αρκετά χρόνια και ο χρόνος είχε ξεχάσει να πιάσει δουλειά. Σε αυτό ήμουν σίγουρος, δεν ήμουν πια παιδί να κάνω λάθος, μπορούσα να διακρίνω και να υπολογίσω με μαθηματική ακρίβεια το τεμπέλιασμα του χρόνου, ή ακόμη και την αδιαφορία του μπροστά στη βάσανο του καινούριου πολέμου. Δεν είχε τα συνήθη χαρακτηριστικά ενός πολέμου, δηλαδή φωτιά, αίμα, λάφυρα, βιασμούς ηττημένων γυναικών, εγώ όμως τον είχα κατατάξει στην κατηγορία «σύγκρουση ανθρώπων», όπου ο δυνατός θα νικούσε στο τέλος, θα διαμόρφωνε μια κοινωνία στα μέτρα του, ο ηττημένος θα έσκυβε το κεφάλι από ντροπή, ακόμη κι αν δεν είχε κάνει στη ζωή του κάτι ντροπιαστικό που να δικαιολογούσε μια τέτοια κλίση του σώματος, η ντροπή γέρνει πάντα τη ζυγαριά στη μεριά του ηττημένου, η ήττα είναι από μόνη της ντροπή, το έβλεπα στα παιδιά μου, ντρέπονταν κάθε φορά που έχαναν στους σχολικούς αγώνες και φούσκωναν από περηφάνια κάθε φορά που κέρδιζαν την πρώτη θέση. Ο παρηγορητικός λόγος «πρέπει να μάθετε να χάνετε, αξία έχει ο αγώνας» δεν έχει καμμία θέση στην καρδιά των παιδιών, κουνάνε μόνο καταφατικά το κεφάλι τους για να μη στενοχωρήσουν τους μεγάλους και την χωρίς όρια βλακεία τους. Τα παιδιά θέλουν πάντα να κερδίζουν, αυτή η εσωτερική παρόρμηση δεν χάνεται με τα χρόνια, λαγοκοιμάται μέσα τους, μεταμορφώνεται, γίνεται δίψα για ζωή, για νίκη, ο αγώνας είναι το μέσον και όχι ο σκοπός που έμαθαν όσο ήταν παιδιά.
Η μέρα σήμερα δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο με την προηγούμενη συννεφιασμένη, ήταν το ίδιο φτωχή σε παραγωγή συναισθημάτων, πλάκωνε και πάλι την ψυχή μου. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο, η γυναίκα μου στο σπίτι πολεμούσε το καθημερινό της άγχος για την ετοιμασία του μεσημεριανού γεύματος, εγώ ήμουν στη δουλειά, γνώριζα ότι η δουλειά μου αυτά τα χρόνια του πολέμου είχε χάσει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της, αυτά που την κατέτασσαν στη κατηγορία της εργασίας η οποία αποφέρει κέρδος στο υποκείμενό της, όπως κινητικότητα, πελατεία, εγρήγορση, ανοιχτά μάτια. Τον τελευταίο καιρό αρκετές φορές στη δουλειά άφησα τα βλέφαρά μου ανεξέλεγκτα, εκείνα χαμήλωσαν και με οδήγησαν στα μονοπάτια του ύπνου, κάθε φορά που χαμήλωναν έβλεπα το ίδιο όνειρο.
Κάθε καλοκαίρι στο απέναντι σπίτι ερχόταν ένα χοντρό αγόρι από την πόλη με τους γονείς του για διακοπές. Την πρώτη μέρα που έρχονταν, έβγαινε εκείνο στην αυλή, άπλωνε στο έδαφος ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι και άδειαζε πάνω του εκατοντάδες πλαστικά στρατιωτάκια. Ύστερα με τις ώρες τα έβαζε σε σειρές, σε θέσεις μάχης. Τα πράσινα απέναντι στα κόκκινα, μπροστά τα τανκς, δίπλα πολεμιστές με ντουφέκια, πιο πίσω πυροβολαρχίες και όλμοι και στο τέλος αξιωματικοί πάνω σε άλογα και τζιπ. Σε μια γωνιά, μακριά από το πεδίο της μάχης, έφτιαχνε ένα αεροδρόμιο και τοποθετούσε με προσοχή ωραία πολεμικά αεροπλάνα σαν αυτά που έβλεπα στα πολεμικά κόμικς της εποχής. Μετά ξεκινούσε τον πόλεμο. Παρότι ο πόλεμος χρειάζεται τουλάχιστον δυο μέρη, το αγόρι έκανε τον πόλεμο μόνο του, κινούσε και τις δυο αντίπαλες στρατιωτικές μονάδες και ανάλογα με τα κέφια του, άλλοτε έβγαζε νικητές τους κόκκινους, άλλοτε τους πράσινους. Εγώ πίσω από το σύρμα της περίφραξης παρατηρούσα με αγωνία την καθημερινή έκβαση του πολέμου του. Που και που σήκωνε το κεφάλι του από τη μάχη και με κοίταζε με ένα βλέμμα ανάμικτο με περιφρόνηση και σαδιστική ευχαρίστηση, άφηνε να του ξεφύγει ένα χαμογελάκι και ύστερα ριχνόταν πάλι στα μάχη του. Πρόσεξα ότι μόλις τέλειωνε το παιχνίδι, τοποθετούσε με προσοχή τα στρατιωτάκια μέσα σε δυο μεγάλα χάρτινα κιβώτια και ύστερα στρίμωχνε τα κιβώτια κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού, δίπλα στο σπιτάκι ενός μεγαλόσωμου μαλλιαρού σκύλου. Κάθε μεσημέρι οι γονείς του φόρτωναν τη βόλβο τους με ξαπλώστρες, ομπρέλες, σαμπρέλες, φαγητά, φόρτωναν και το χοντρό αγόρι στο πίσω κάθισμα και πήγαιναν στη θάλασσα για μπάνιο. Επέστρεφαν πάντα το σούρουπο. Εγώ με την αδελφή μου δεν πηγαίναμε για μπάνιο, γιατί η γιαγιά δεν είχε αυτοκίνητο. Ένα μεσημέρι το αποφάσισα. Πήδηξα τον φράχτη και κατευθύνθηκα προς το μπαλκόνι με τα στριμωγμένα χαρτοκιβώτια. Στα χέρια μου κρατούσα ένα κομμάτι ψωμί. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των σκύλων. Μετά το πρώτο γάβγισμα, πήδηξε ψηλά και έπιασε στον αέρα το ψωμί κουνώντας την ουρά του. Πλησίασα και φίλησα το μαλλιαρό του κεφάλι, όσο έτρωγε. Ύστερα πήγα στα κιβώτια, τα άνοιξα, έβγαλα από μέσα πολλά κόκκινα και πράσινα στρατιωτάκια, όσα χωρούσε το μπλουζάκι που ανασήκωσα σαν μάρσιπο στην κοιλιά μου, έτρεξα στην αποθήκη μας και τα έβαλα σε θέση μάχης. Είχα τον δικό μου πόλεμο και ήμουν νικητής.
Το κουδούνισμα του τηλεφώνου με ξύπνησε, κρυφτήκανε τα στρατιωτάκια στην κρυψώνα της αποθήκης μας. Άνοιξα μηχανικά το πακέτο των τσιγάρων να καπνίσω, αλλά τα είχα καπνίσει όλα. Έβγαλα γρήγορα το πορτοφόλι. Έχασκε αδειανό από χρήματα, γεμάτο όμως άχρηστες πιστωτικές κάρτες. Έπρεπε να καπνίσω, πάντα μετά από έναν υπνάκο κάπνιζα. Τον τελευταίο καιρό συχνά το πορτοφόλι ήταν άδειο, όπως και το πακέτο των τσιγάρων. Εγώ όμως έπρεπε να καπνίσω ένα τσιγάρο και ύστερα να στήσω τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης για να κερδίσω ξανά τον πόλεμό μου.
Φόρεσα βιαστικά το πανωφόρι και βγήκα έξω. Ο ουρανός εκείνη τη στιγμή μουρμούριζε ένα εκνευριστικό ψιλόβροχο. Δεν έδωσα σημασία και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία της ενορίας μου. Στο μισοσκόταδό της δεν διέκρινα ψυχή. Στάθηκα μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Γνώριζα καλά την ψυχολογία των Αγίων. Άναψα ένα κερί μπροστά του, που πήρα από το παγκάρι χωρίς να πληρώσω, φίλησα την εικόνα και ύστερα έβαλα το χέρι στο καλαθάκι. Πήρα μερικά κέρματα και έτρεξα στο περίπτερο. Με αναμμένο το τσιγάρο στα χείλη, έστησα τα κλεμμένα στρατιωτάκια μου σε θέσεις μάχης και ηττήθηκα.
* * * * * *



  • Ο Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ, δικηγορεί, γράφει και οινοποιεί . Από τις εκδόσεις Ανάτυπο κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» και συμμετέχει με βραβευμένα διηγήματα και ποιήματά του στα συλλογικά έργα «Παράξενες Μέρες στη Θεσσαλονίκη» , «Μικρές Επαναστάσεις» και «Παράξενοι Έρωτες» των εκδόσεων Παράξενες Μέρες. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Παράξενες Μέρες το βραβευμένο μυθιστόρημά του «Φυλάξου από τον σκύλο» (Cave Canem). Διατηρεί τη λογοτεχνική σελίδα http://toalfatoukentaurou.bolgspot.com όπου δημοσιεύει διηγήματα, ποιήματά του και κριτική βιβλίου. Διηγήματά του έχουν διακριθεί και δημοσιευτεί κατά καιρούς σε λογοτεχνικά, νομικά και ψυχολογικής θεματολογίας περιοδικά

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας




Καντούνι οδού Παλαιολόγου στην Κέρκυρα
Κέρκυρα Απρίλης 1891, 
o χαλασμός.

ΠΕΙΝΟΥΣΕ ΚΑΙ ΠΕΘΑΙΝΕ ΤΟ ΓΕΤΟ. Ο Μαλαχί δεν μου δινε σημασία. Συνέχεια ήταν στα σούρτα φέρτα, κουβανούσε τσι ψυχές των Οβριών που πεθαίνανε. Κανένας δεν τσου έγραφε σε ένα χαρτί, μόνο πάνω στα αγκωνάρια γράφανε τα ονόματα, κλαίγανε στα γρήγορα και ύστερις κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τσου.
       Φυλακίσανε τα δάκρυα.
   Απ το κορφάρι τσι Μιντράς τήραγα μέχρι τη θάλασσα. Δεν κατέβαινα πια στα καντούνια. Δεν αντέχονταν από τη μπόχα και τα σκουπίδια παντού στις πλάκες. Αποπανουθιό ο ήλιος είχε σκαλωθεί και τώρα που το γέτο χρειαζόταν μια βροχούλα, εκείνος μουλάρωσε, δεν έλεγε να κάμει για λίγο στην άκρη, να αφήκει τη βροχούλα να μας το καθαρίσει.
   Ήλιος σκληρός με τσου ανθρώπους
   Μεγάλα καράβια με κανόνια ζώσανε το νησί μας και τα γύρισαν κατά τσου ανθρώπους. Οι ξένοι ήρθανε να βοηθήσουνε τσου Οβριούς, οι ίδιοι που τους διώξανε από τσι πατρίδες τους. Δεν βλέπανε τι γίνεται μέσα στο γέτο, μόνο σημαδεύανε κεφάλια και απειλούσανε την πατρίδα. Άμα ρίχνανε τσι μπομπέτες τους, στα κεφάλια ούλονε θα πέφτανε, τόσο κοντά που ήμασταν χρόνους τώρα χριστιανοί και οβριοί.
   Στα κεφάλια των μπεδιόνε οι μπομπέτες των μεγάλων.
- Μαλαχί, Μαλαχί αντί να κουβανείς ψυχές φτωχών ανθρώπων, γιατί δεν τσου βοηθάς να ζήσουν; Μαλάχ των χριστιανών, Μαλάχ των Εβραίων, που τον ίδιο Πατέρα έχετε, γιατί δεν απλώνετε τσι φτερούγες σας να σκεπάσετε την πόλη; Δεν είναι δα και καμμιά μεγάλη πολιτεία.
   Ο Άγιος, μοναχούλης πίσω από το γυαλί του, κλαίει με την κατάντια ανθρώπων και Αγγέλων.
   Φρουτ έκαμε και στάθηκε από πάνω μου φοβερός και θυμωμένος, εγώ όμως δεν αγγελοκρούστηκα αυτή τη φορά. Όσα έβλεπα με έκαμαν δυνατή.
   Τα μάτια των μπεδιόνε στάζουν αφοβιά όταν αδικούνται.
   «Όσα σκέφτεσαι και λες Ρουμπίνα είναι βλάσφημα για τον Θεό και Κύριό Σου» με μάλωσε, εγώ όμως δεν κουνήθηκα ρούπι από το κορφάρι, του αντιμίλησα, όπως ποτέ δε νόγησα να κάμω σε κανέναν.
   «Τα βάνω με τσου Αγγέλους Χριστιανών και Εβραίων που ξέχασαν να αγιουτάρουν τσου ανθρώπους και γίνανε κουβαλητές κακόμοιρων ψυχών»
   «Έτσι τα κανόνισε ο Γιαχβέ» μου πε κείνος, σαστισμένος με την απαθειά μου
   Ο Γιαχβέ είναι σκληρός με τα μπεδιά. Θέλει να τα φτιάξει αγγέλους υπηρέτες του.
   «Είναι εγωϊστής ο Γιαχβέ» του φώναξα μέσα στη χαλασιά τσι πόλης, εκείνος κοίταξε κάτου στα καντούνια, μη τυχόν και ακουστεί η φωνούλα μου.
   «Θα σε πάρω από την πόλη…» μου κούνησε το δάχτυλο κατάμουτρα
   «Δεν πάτησα το άνζο μας Μαλαχί!!» του έμπηξα κι εγώ μια φωνή κατάμουτρα, έκαμε εκείνος ένα βήμα πίσω, σα να τρόμαξε με τον κρότο τσι καρδιάς μου.
   Μπομπέτες δυνατές οι καρδιές των μπεδιόνε.
   Φτερούγισε μακριά φωνάζοντας ότι με τηράει παντού και θα ξανάρθει, εγώ του αποκρίθηκα ότι θα τον περιμένω στην γωνιά μου ήσυχη.
   Γύρισα το βλέμμα στη λόντζα των Ευγενών, είδα πίσω από το σκαλιστό γραφείο, στο Δημαρχείο, τον σιορ Μίκιο να ξύνει το τσερβέλο και να τραβά τσι τρίχες τσι γενειάδας του. Ήθελε ούλα να τα χει δικά του. Έγραφε σε ένα τετράδι τσου ψήφους, το φύλαε σα τα μάτια του, μη και το μαγαρίσει το αίμα μου και λεριάσουν οι ψήφοι. Απόξω ο σιορ Ιάκωβος, έγραφε, μιλούσε, φούντωνε και καταλάγιαζε την οργή των χριστιανών
   Λύκοι οι ανθρώποι σα χαλάσει η ψυχή τσου από κακούς λόγους.
   Οι κυράδες στα σαλόνια, όπου σφογγίζαμε τσου πάτους τους, σταυροκοπιόταν, παρακαλούσανε να φύγει το κακό μακριά, να ησυχάσει ο τόπος.
   Οι χωριάτες στην εξοχή παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, να βγάζουν πιότερες δραχμές.
   Οι Θεοτόκηδες παρακαλάγανε να φύγει το κακό μακριά, μη και χάσουνε τσι εκλογές.
   Οι Δηλιγιάννιδες παρακαλάγανε να ησυχάσει το κακό, μη και χάσουνε το γοβέρνο.
   Ο σιορ Μίκιος έξυνε το κεφάλι του και παρακαλούσε να φύγει το κακό, μη χάσει τσι κορδέλες του δημάρχου και τα κορδώματα.
   Ο σιορ Ιάκωβος παρακάλαγε να φύγει το κακό μακριά, γιατί δεν άντεχε να βλέπει Οβριούς στα πόδια του.
   Οι παπάδες έκαμαν προσευχές να φύγει το κακό που σταύρωσε τον Χριστό
   Κανένας τους δεν ρώτησε τον Άγιο γιατί δακρύζει ολημερίς.
- Μαλαχί που πετάς λεύτερος στον αγέρα και υπακούγεις μοναχά στον Κύριο και Θεό σου, δεν βλέπεις τα ίδια που βλέπω κι εγώ το μπεδί; Γιατί να γίνω σαν κι εσένα, να βλέπω τον πόνο, αλλά να μη βγάζω άχνα στον Αφέντη μου για το άδικο;
   Ο αλιτσερίνος, με τη μαύρη του φορεσιά, γελούσε με κακία καθώς έκαμνε τη δουλειά του στα καντούνια, μπροστά στα μάτια των αγγέλων. Χόρτασε αίμα. Δεν πρόκαμα να μεγαλώσω για να τον φοβηθεί η ψυχή μου. Τώρα που πέθανα γιατί να τον φοβηθώ; Εκείνος τώρα με φοβόταν, όσο με τήραε να κάθομαι στο κορφάρι τσι Μιντράς καμαρωτή, να τον βλέπω και να τον περιγελώ. Τον νίκησα κι εκείνος για να με κδικηθεί έπνιξε τσου Κορφούς στο αίμα. Ο κακότροπος !!
   Μαλάχ και αλιτσερίνος, μαζί κάμουν τσι δουλειές τους. Ο ένας βοηθάει τον άλλονε.
   Τα μπεδιά όξω από το γέτο πάγαιναν στα σχολειά και παίζανε, ενώ τα μπεδιά στο γέτο φτιάχνανε μπόγους τα παιχνίδια τσου, για να τα παίξουν σε μιαν άλλη πατρίδα.
   Άκουσα τότες βουητό μεγάλο, ο ουρανός σκοτείνιασε. Σήκωσα το κεφάλι ψηλά, είδα μεγάλα σιδερένια πουλιά με μαύρους σταυρούς στα φτερά τσου, πετούσανε και κρύβανε τον ήλιο. Πρώτη φορά έβλεπα σιδερένια πουλιά. Δεν πρόκαμα να σκεφτώ, ο Άγγελος με άρπαξε με τσι φτερούγες του και με σήκωσε ψηλά, πάνω από τα σιδερένια πουλιά. Τότες είδα να ρίχνουν εκείνα φωτιά στο γέτο, πάνω στη Μιντράς. Σωριάστηκε η σκεπή τσι, τσακίστηκαν τα κεραμίδια με το αίμα μου. Οι Οβριοί συναχτήκανε ούλοι μαζί σε μιαν άκρη, έτρεμαν μπροστά στα ντουφέκια των στρατιωτώνε.
   Φορούσαν τώρα οι Οβριοί ένα κίτρινο άστρο στο πέτο.
   Τσου βάλανε σε πλοία, απεκεί σε τρένα για να τσου πάνε μακριά, στη χώρα με τα χιόνια, σε άλλη πατρίδα. Ερήμωσε το γέτο ξαφνικά. 
   «Μαλαχί, Μαλαχί τι είναι αυτά που βλέπω;» φώναξα τρομαγμένη κι εκείνος άχνα δεν έβγαλε. Μου σκέπασε μόνο τα μάτια με τσι φτερούγες του. Όταν μου τα ξεσκέπασε, η Μιντράς ήταν στη θέση τσι με τα αιμάτινα κεραμίδια και τσου Οβριούς να τρέχουν σα τσου ποντικούς να κρυφτούν στις τρύπες τους.
   «Τα έκαμα σαν και πριν…» μου πε και με απίθωσε στο κορφάρι ξανά. 
   Ακριβές οι δραχμές που πληρώνω στον Μαλάχ, να με αφήνει να βλέπω την  πατρίδα μου.
   Στο απαρταμέντο μας ο αφέντης μου, χωρίς να στάξει δάκρυ, έφτιαξε τσου δικούς του μπόγους, φίλησε τη μάμα και την έστειλε στο λιμάνι μαζί με τη Νίνα μας. Εκείνος έμεινε πίσω να φυλάει το αγκωνάρι μου στο Οβρέϊκο νεκροταφείο από τη μάνητα των χριστιανών.
   Πόσο να αντέξει ο πατέρας πάνω από το αγκωνάρι του μπεδιού του, όταν η μνήμη είναι βουτηγμένη στο αίμα;
   Των τρομαγμένων μπεδιόνε την ψυχούλα κανένας δικαστής και κανένα γοβέρνο δεν μπορεί να παρηγορήσει και να μερέψει.
   Τα νεκρά μπεδιά, κανένας δεν μπορεί να τα γυρίσει πίσω.
   Αγρίεψαν τα μάτια των μπεδιόνε, κοκκίνησαν από το κλάμα και το άδικο αίμα. Η ψυχή τσου, σε μιαν άκρια, θα κουβανεί πάντα τον θάνατο, μέχρι να τα πάρει κι αυτά ο Κύριος.
   «Οϊ βα βόι Μαλαχί, δεν θέλω άλλο να βλέπω τον πόνο. Δεν είναι αυτή η πατρίδα που αγάπησα. Γιατί με βάνεις να ντρέπομαι για την πατρίδα μου; Τι μεγάλο αμαρτεμό έκαμα;»
   Οι Άγγελοι δίνουν λογαριασμό μόνο στον Αφέντη τσου.
   Μέσα στη χάβρα των ανθρώπων έβλεπα αυτόν που με χάλασε να πίνει τον καφέ του στα αργαστήρια τσι πόλης. Το βράδυ να κοιμάται σπίτι με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Το χέρι του μου κλεισε το στόμα. Τώρα ο Όρκος στον Μαλάχ. 
   Κανένας δεν ακομπούσε αυτόν που λέριασε τα χέρια του με το αίμα μου, μη τυχόν και λερωθούν τα δικά του. Για κάθε σταγόνα αίμα που χύθηκε στη γη φταίνε οι Οβριοί.
   Οργή, οργή στα κεφάλια των Οβριών, όποιο χώμα κι αν πατήσουν, όποια πατρίδα και αν αγαπήσουν.
   «Αμαρτάνανε…», λέγανε οι κυράδες. «Σκοτώσανε τον Χριστό!!»
   «Ποιόν φαραώ και ποιον βασιλιά σκοτώσαμε;»
    Φώναξα με όση δύναμη είχα στα στήθια μου, μην και με ακούσουνε οι πλάκες και τρομάξει το άδικο.
   «Σσσσς…» μου καμε ο Μαλάχ, την ώρα που κουβανούσε την ψυχή τσι σιόρας Ροζίνας Μουζά
   «Τσώπα Ρουμπίνα μου, θα σε ξανασκοτώσουνε…» μου φώναξε χαμογελαστή η ψυχούλα τσι.
   Το μάτι μου έπεσε τώρα στο αργαστήρι Η Ωραία Ελλάς. Ο σιορ Ιάκωβος έπινε τον καφέ του ήσυχος μέσα στη χαλασιά, διάβαζε ένα βιβλίο. Ένας σκριπτόρος μιας φυλλάδας τσι Αθήνας τον πλησίασε και τον ρώτησε
   «Γιατί κύριε Πολυλά γίνονται όλα αυτά;» εκείνος σήκωσε το ξινισμένο βλέμμα του από το φλιτζάνι και του αποκρίθηκε
   «Διότι ετούτοι εσήκωσαν κεφάλι και μας παραμπήκανε στη μύτη…» κατέβασε μια γουλιά καφέ και συνέχισε
   «Δεν είναι Έλληνες ετούτοι…» χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπέζι, χύθηκε ο καφές «…ούτε θέλουν να λέγονται Έλληνες» μαζεύτηκε λίγο ο σκριπτόρος, ύστερα ατζάρδεψε και τον ξαναρώτησε
   «Εσείς πιστεύετε στην πρόληψιν της ανθρωποθυσίας;» τον κοίταξε άγρια κάτω από τα χοντρά μαύρα φρύδια και του απάντησε κοφτά
   «Όλαι αι δεισιδαιμονίαι είναι δυναταί…» σάστισε ο σκριπτόρος και έφυγε. Συνέχισε ο σιορ Ιάκωβος να διαβάζει το βιβλίο του με απαθειά.
   Το αίμα μου έμεινε ορφανό στα κεραμίδια τσι Μιντράς. Κανείς δεν μπορούσε να το αγγίξει. Οι μπομπέτες των σιδερένιων πουλιών και η φωτιά τσου θα το καίγανε σε άλλους χρόνους, κατοπινούς*.
   Αίμα που καίει, καίγεται, δίχως να αφήκει λεκέ.
   Με αίμα γιόμισε η κάμερα τσι σιόρας, με αίμα και τα μάρμαρα τσι εκκλησιάς.
   Η γκεζερά μόνο σταμπάρει με τον λεκέ τσι τους χρόνους των ανθρώπων.


* * * * * *

Απόσπασμα από το ανέκδοτο ιστορικό μυθιστόρημά μου  "ΡΟΥΜΠΙΝΑ, η γκεζερά της αθωότητας" 

_____________________________________________
Χρόνους κατοπινούς: Ο βομβαρδισμός και η καταστροφή της Κέρκυρας και της εβραϊκής συνοικίας από τους Γερμανούς το 1943.