Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Η ΦΛΟΓΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ





   Η γλώσσα των ανθρώπων δεν ησυχάζει ακόμη και όταν η ξυραφιά αφήνει πίσω της ουλή κι ο πόνος στάλα δάκρυ. Μελανιά γίνεται και ακολουθεί στο διάβα την ψυχή, στις μέρες και τις νύχτες της, μέχρι το χώμα να τη λευτερώσει από το μαρτύριο. Η Τασούλα δεν πρόλαβε να χαρεί τον Πέτρο στο κρεβάτι και στα σκέλια της και τον βρήκε κρεμασμένο στο μονόζυγο του διαμερίσματός τους στην Αθήνα. Άψυχο κορμί να στριφογυρίζει γύρω απ΄τη θηλιά. Πλάκωσαν αστυνομίες, ιατροδικαστές, έγραψαν στον φάκελο «ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ» με μεγάλα γράμματα και έκλεισαν το βιβλίο. Ο Πέτρος ήταν ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη μέρα που τη γνώρισε. Κανείς δεν κατάλαβε γιατί το έκανε. Ούτε ένα σημείωμα δεν άφησε πίσω να φωτίσει τις σκοτεινές γωνιές. Οι σελίδες του βιβλίου του Πέτρου πλάκωσαν όμως κι εκείνη. Κάτι τράπουλες ταρώ, κάτι περιοδικά αστρολογίας, μαντζούνια και πολλά καντήλια σε όλο το διαμέρισμα, τα οποία κατέγραψαν οι αστυνομικοί στις αναφορές τους, μόλις μαθεύτηκαν, έγιναν στη γλώσσα του κόσμου σύνεργα μαγικά και απόκοσμα που πήραν τον Πέτρο στον άλλο κόσμο να κάνει παρέα με τις ψυχές και τα φαντάσματα. Δεν έφταναν όμως αυτά τα μεταφυσικά, ήρθε και η μετακόμισή της στο σπίτι του στο χωριό, το οποίο κληρονόμησε σαν μοναδική κληρονόμος. Δεν μπορούσε να ζήσει άλλο στο διαμέρισμα όπου τον αντίκρισε νεκρό και θέλησε να ζήσει στο εξοχικό τους με τις λίγες, αλλά ωραίες αναμνήσεις τους. Ένα όμορφο δίπατο σπίτι δίπλα στη θάλασσα στην άκρη του βράχου, λίγο έξω από το χωριό έγινε το καταφύγιό της. Τα βραδάκια καθόταν μόνη της στο μπαλκόνι, αγνάντευε το αντικρινό νησάκι με το μικρό μοναστήρι και άκουγε το σήμαντρο του παπά.  
   Οι παρέες της λίγες και μετρημένες τα τελευταία πέντε χρόνια στο χωριό. Δούλευε το καλοκαίρι σε ένα ξενοδοχείο καμαριέρα και τον χειμώνα ζούσε με το ταμείο ανεργίας. Είχε πατήσει τα τριάντα αλλά η ομορφιά δεν έλεγε να σβήσει στο πρόσωπο και το σώμα της, παρόλη τη χαρακιά. Ο θάνατος πάντα είναι καλός με όσους μένουν πίσω. Δεν φθονεί τίποτα άλλο πάνω στους ανθρώπους, παρά μόνο την αγάπη. Στην αγάπη βγάζει δόντια, δαγκώνει και εκδικείται. Είναι μικρός μπροστά στο μέγεθός της κι αυτό δεν μπορεί να το καταπιεί και να το χωνέψει.
   Αυτή η ομορφιά που της χάρισε ο Θεός από μικρό παιδί την ακολουθούσε κατά πόδι. Γινόταν πολλές φορές μπελάς που αναστάτωνε τη ζωή της και έδινε αφορμή σε πικρόχολα σχόλια και λοξές ματιές, όταν πήγαινε την Κυριακή στην εκκλησία ή στο μπακάλικο να ψωνίσει. Τον έρωτα δεν τον άφησε ξανά να αγγίξει την καρδιά, μόνο να της χαϊδέψει το σώμα. Τα αγκαλιάσματά της με έναν μικρότερό της στο χωριό κόντεψαν να γίνουν αιτία μαλλιοτραβήγματος από τη μάνα του νεαρού, καταμεσής στην πλατεία του χωριού
   -Πουτάνα μάγισσα, μακριά από το παιδί μου…  ούρλιαζε εκείνη τη μέρα η Μαριάνθη καθώς ορμούσε να την πιάσει από τα μαλλιά. Αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι δεν θα γλίτωνε από τα νύχια της μάνας.
   -Φαρμακομούνα… άκουσε πίσω της μια αντρική φωνή και φαρμακώθηκε η ψυχή της καθώς έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.
   Πέρασαν μέρες για να ξανακατέβει βόλτα στο χωριό. Άρχισε εν τω μεταξύ και η θερινή περίοδος. Η δουλειά την ανακούφιζε λιγάκι από το βάσανο της γλωσσοφαγιάς των συγχωριανών. Τα στρίμωχνε όλα μέσα της και έκανε υπομονή. Όταν η καρδιά όμως κάνει τέτοια υπομονή να τη φοβάσαι στο τέλος, είναι απρόβλεπτη και κανείς δεν ξέρει κατά που θα πάει. Στο σπίτι πέταξε όλα τα καντήλια και κράτησε μόνο ένα μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Έκαψε τα περιοδικά και τις τράπουλες  για να σβήσει τα ίχνη του παρελθόντος. Η θάλασσα ήταν η μόνη της ξεκούραση και παρηγοριά όταν επέστρεφε από τη δουλειά. Κατέβαινε τα σκαλοπατάκια στον βράχο και βουτούσε στην αγκαλιά της. Άφηνε το νερό να ψηλαφίζει το κορμί και να αρμυρίζει κάθε γωνιά του. Τα πρωινά άνοιγε μια ομπρέλα για τον ήλιο και τα απογεύματα ξάπλωνε στην πετσέτα μόνο με το αντηλιακό της. Δεν κουνιόταν από τη θέση της ούτε όταν άκουγε τις στριγκλιές των γυναικών καθώς κυνηγούσαν τους κανακάρηδές τους πίσω από τα βράχια που έπαιρναν μάτι. Χαμογελούσε. Το φχαριστιόταν. Έπαιρνε την εκδίκησή της, έστω και με αυτόν τον τρόπο.
   Μέσεψε ο Αύγουστος κι έσκαγε ο τζίτζικας. Έτυχε να πάρει μαζεμένα τα ρεπό της ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου που γινόταν το μεγάλο πανηγύρι στο χωριό. Χτένισε τα μαλλιά της ίσια μέχρι τους ώμους, έβαλε κοκκινάδι στα χείλια και σκιές στα μάτια, στολίστηκε και πήγε ν’ ανάψει κερί. Κανείς μέσα στην κοσμοπλημμύρα της εκκλησιάς δεν της έδωσε σημασία. Δεν έψαξε για στασίδι και διάλεξε μια ήσυχη γωνιά στην άκρη. Όρθια παρακολουθούσε τη Λειτουργία, ώσπου τον είδε. Ψηλός, με λαμνάτη κορμοστασιά, στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη σα λαμπάδα. Χρυσάφια τα μαλλιά έπεφταν στους ώμους πιασμένα σε κοτσίδα. Το πρόσωπό του, λευκό, άσπιλο, στόλιζε μια χρυσή γενειάδα. Ίδιος ο Χριστός !!! Κολάστηκε η Τασούλα με την τελευταία της σκέψη και προσπάθησε να τη σβήσει. Τα μάτια όμως δεν της έκαναν το χατήρι. Τον ακολουθούσαν σε κάθε γωνιά της εκκλησιάς που κινιόταν. Σα να μην υπήρχε κανένας άλλος άνθρωπος τριγύρω. Πέρασε μια φορά από μπροστά της και μια ουράνια ευωδιά άφησε πίσω του. Τα ρουθούνια της την άρπαξαν με μιας και την κράτησαν στα σωθικά της. Έριξε μια κλεφτή ματιά τριγύρω και είδε μόνο κατάνυξη. Η ίδια ένοιωθε κολασμένη και ανήμπορη να το αποφύγει. Στη σχόλη μπήκε στη σειρά για αντίδωρο και βρέθηκε μπροστά του. Σήκωσε το βλέμμα της και αντίκρισε τα γαλάζια μάτια. Έσκυψε αμέσως το κεφάλι και τα χείλη της ακούμπησαν το χέρι του. Ήταν λευκό, λευκότερο από το δικό της. Γραμμές γαλάζιες οι φλεβίτσες, σαν μικρά ρυάκια, έρεαν πάνω στο χέρι και έσβηναν στα μακριά δάχτυλα. Τον φαντάστηκε γυμνό και διάφανο. Χαμήλωσε τα βλέφαρα να μη σκέφτεται, συνέχισε όμως να τον βλέπει και με κλειστά μάτια. Πήρε βιαστικά το αντίδωρο και βγήκε γρήγορα έξω χωρίς να κάνει τον σταυρό της. Στάθηκε για λίγο στην αυλή να πάρει μια ανάσα. Είχε μουσκέψει.
   Έσιαξε τη φούστα και κίνησε για την πλατεία. Τη διέσχισε χωρίς να νοιάζεται για τα μάτια που την ακολουθούσαν και έκατσε σε μια καφετέρια. Σταύρωσε τις όμορφες γάμπες, παράγγειλε καφέ και άναψε τσιγάρο. Χαλάρωσε και άφησε τις εικόνες ελεύθερες να κάνουν παιχνίδι στο μυαλό της. Άδειασε η εκκλησία και γέμισαν οι καφετέριες κόσμο.
   -Κούκλος ο Αρτέμιος, ήμαρτον Κύριε… άκουσε μια γυναικεία φωνή στο διπλανό τραπέζι να σχολιάζει στην ομήγυρη, με πονηρή διάθεση.
   -Ποιος είναι; ρώτησε μια άλλη
   -Ο καινούριος μοναχός στο μοναστήρι του νησιού καλέ, απάντησε μια άλλη και άρχισαν να κρυφογελούν.
   Τσαλάκωσε το τσιγάρο στο τασάκι, άφησε μερικά ψηλά και σηκώθηκε βιαστικά. Τρείς ιερείς εκείνη την ώρα βόλταραν στην πλατεία και δίπλα τους ο Αρτέμιος τσάκιζε με το φως και τα νιάτα του τη μαυρίλα. Πέρασε δίπλα και τα μάτια τους συναντήθηκαν για μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου που αρκεί όμως να ενεργοποιήσει τον αιώνιο φυσικό νόμο της έλξης. Του κλεψε κρυφά φως και μυρουδιές και έτρεξε σπίτι της. Πέταξε τα ρούχα στον καναπέ, φόρεσε πάνω της ένα παρεό και κατέβηκε βιαστικά τα σκαλοπατάκια για να δροσίσει το σώμα που έκαιγε.
   Την άλλη μέρα το πρωί στριμώχτηκε στο καΐκι με τους τουρίστες που πήγαιναν να επισκεφτούν το μοναστήρι. Στη ξενάγηση δεν έβγαλε τα μαύρα γυαλιά για να μη φαίνονται τα μάτια της. Δεν πειθαρχούσαν με τίποτα. Σε μια στιγμή που σκόρπισε το γκρουπ στα σοκάκια της μονής, τον πλησίασε και ζήτησε την ευλογία του. Ακούμπησε εκείνος τα διάφανα χέρια στο κεφάλι της και ψιθύρισε μια ευχή. Η καρδιά πήγαινε να σπάσει. Έβαλε το χέρι της στο μέρος της καρδιάς να μην ακούγονται τα σφυροκοπήματα και προδοθεί. Εκείνος χαμογέλασε μετά την ευχή και την οδήγησε μέχρι το αρχονταρίκι να κεράσει καφέ. Το φως !!! Δεν μπορούσε να αντισταθεί σε αυτό το ανίκητο φως. Τον ακολούθησε υπνωτισμένη. Τον άκουσε να της μιλά με ξενική προφορά. Έμαθε ότι κατάγονταν από την Αμερική. Ότι ήταν πρωταθλητής κολύμβησης στην κοσμική του ζωή, ώσπου αφιερώθηκε στον Χριστό και τη μοναστική ζωή, εγκαταλείποντας τα πάντα. Του εξομολογήθηκε τη δική της ζωή και το καθημερινό μαρτύριο στο χωριό. Όσο μιλούσαν, τόσο έφευγε το βάρος που την τσάκιζε.
   -Μη λιγοψυχάς, ο Θεός μόνο μπορεί να διακρίνει το δίκαιο και το άδικο, της είπε
   -Η δικαιοσύνη Του δεν με ακούμπησε ακόμη όμως πάτερ, παραπονέθηκε και έβγαλε τα μαύρα γυαλιά. Εκείνος κάρφωσε το βλέμμα του πάνω στην υγρασία τους. Όσο την κοίταζε, με κείνα τα μπλέ μάτια, τόσο φούντωνε μέσα της ένας πόθος αμαρτωλός, αλλά όμορφος. Ήταν εκείνος ο πόθος που ξεχνά νόμους και κανόνες και αψηφά ακόμη και τον θάνατο. Του βγάζει τη γλώσσα κι εκείνος σκάζει απ΄το κακό του, τροχίζει τα μαχαίρια και τα ζώνεται.
   Οι τουρίστες που γέμισαν την καμαρούλα, ανάγκασαν τον Αρτέμιο να την αφήσει ευγενικά για να πάει να ετοιμάσει καφέδες στους επισκέπτες.
   -Να ξανάρθεις, να μαλακώσει η ψυχή σου, να δεις το Φως το Αληθινό, εγώ θα προσεύχομαι για σένα,  της είπε καθώς την ξεπροβόδιζε, αλλά εκείνη το χε γνωρίσει ήδη το Φώς, το χε ρουφήξει λαίμαργα και το πήγε προσφορά στο εικονοστάσι του σπιτιού της. Άναψε το καντήλι και σταυροκοπήθηκε. Δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Το σώμα τη βασάνιζε. Το μυαλό τη δρόσιζε. Η καρδιά ήταν μπερδεμένη. Τα μεσάνυχτα κατέβηκε γυμνή τα σκαλοπατάκια και βούτηξε. Ένα φωτάκι απέναντι στο νησί, σα μια μικρή φλογίτσα, τρεμόσβηνε. Ήταν σίγουρη ότι ο Αρτέμιος στο κελί του την έβλεπε και προσευχόταν για κείνη. Μετά από τόσα χρόνια μια άλλη ψυχή προσευχόταν για τη δική της ψυχή. Αντί να παίρνει όμως ευλογία, έπαιρνε κόλαση και πονούσε. Τον επισκέφτηκε στο μοναστήρι αρκετές φορές. Κάθε φορά όμως που πήγαινε να αγκαλιάσει τη γαλήνη, εκείνη γινόταν αέρας και χανόταν. Στη θέση της μια αναταραχή, μια αναμπουμπούλα, την τάραζαν και την άφηναν κάθε βράδυ άυπνη.
   Μια μέρα δεν άντεξε. Αφού της διάβασε ευχές κάτω από το πετραχήλι, σηκώθηκε όρθια και στάθηκε σιμά του. Ο Αρτέμιος φεγγοβολούσε μέσα στην έρημη εκκλησία μπροστά στην εικόνα της Παναγίας  με τον Χριστό. Του έκλεψε ξεδιάντροπα το Φως και τον αγκάλιασε. Σάστισε προς στιγμήν εκείνος κι έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Τα χείλη της όμως ήδη είχαν κολλήσει πάνω στα δικά του. Χαλάρωσαν τα μέλη και φιλήθηκαν τα στόματα μπροστά στην εικόνα. Το Φως πλημμύρισε την εκκλησία σα να άναψαν όλοι οι πολυέλαιοι μαζί. Η γαλήνη έρεε τώρα στις φλέβες τους και τα γαλάζια ήσυχα ρυάκια του Αρτέμιου, φούσκωσαν. Η καρδιά της ξεμπέρδευε με χαρά το κουβάρι.
   -Σ αγαπώ, του ψιθύρισε
   -Δεν πρέπει, είπε εκείνος
   -Αγάπη που δεν δίνεται δεν είναι αγάπη 
   -Σ αγαπώ, της ψιθύρισε τότε κι εκείνος
   -Έλα σπίτι μου …
   -Θα μας δουν
  -Αν μ’ αγαπάς πρέπει να έρθεις, επέμεινε
   Εκείνος σκέφτηκε για λίγο και ύστερα, σα να βρήκε αυτό που έψαχνε, άστραψε, και με ένα χαμόγελο της είπε
   -Το βράδυ !! Θα κολυμπήσω ως απέναντι και θα ρθω τα μεσάνυχτα. Μόνο βάλε ένα φως να μη χαθώ μέσα στη μαυρίλα της θάλασσας
   -Θα ανάψω το καντήλι δίπλα στο παράθυρο να βλέπεις τη φλογίτσα του. Όλα τα άλλα φώτα θα τα έχω σβηστά...
   Κολύμπησε ο Αρτέμιος τη νύχτα γυμνός. Όσο έβλεπε τον φάρο του στο παραθύρι της να ζυγώνει, τόσο πιο δυνατές απλωτές έκανε. Στάθηκε γυμνός το πρώτο βράδυ απέναντί της. Με τα μαλλιά λυτά στους ώμους, έμοιαζε με τον Χριστό πριν τον πάνε στον Σταυρό. Μπορούσε εκείνη κι έβλεπε, μέσα από το σώμα του, την ψυχή της αέρινη και ελαφριά. Τα σώματα μπλέχτηκαν, έγιναν ένα κουβάρι, αγαπήθηκαν όλη τη νύχτα και πριν χαράξει, ο Αρτέμιος σηκώθηκε να γυρίσει πίσω, να βάλει πάλι τα ράσα του, να χτυπήσει το σήμαντρο και να προσευχηθεί για την Τασούλα. ‘Ύστερα τα μεσάνυχτα να πέσει πάλι γυμνός στη θάλασσα ακολουθώντας τη φλόγα στο παράθυρο. Κάθε βράδυ, με μπουνάτσα και φουρτούνα,  ο Αρτέμιος κίναγε για τον φάρο του. Οι ψαράδες έβλεπαν τα μεσάνυχτα ένα παράξενο πλάσμα που φεγγοβολούσε, να διασχίζει τη θάλασσα από το νησί ως την απέναντι ακτή και σταυροκοπιόταν.
   -Η μάγισσα καλεί τα πνεύματα στο σπίτι της, έλεγαν οι γυναίκες στο χωριό και άλλαζαν σοκάκι όταν τη συναντούσαν.
   Πέρασαν μέρες και νύχτες, έφυγε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κόντευε να τελέψει κι αυτό.
   -Έλα αύριο στο μοναστήρι, της είπε
   Ο καιρός ήταν γλυκός, οι τουρίστες είχαν φύγει και τα ξενοδοχεία έκλειναν ένα, ένα. Άνοιξε τη βαριά πόρτα της εκκλησίας και τον είδε στην Ωραία Πύλη να την περιμένει. Η γαλήνη της εκκλησίας βάδιζε τώρα πάνω στις πλάκες αντάμα με τη γαλήνη της ψυχής της. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα τακούνια της στο πλακόστρωτο. Ο Αρτέμιος φορούσε τα πολύχρωμα γιορτινά άμφια των ιερέων και την περίμενε με ένα βιβλίο στο χέρι. Της έκανε νόημα να σταθεί δίπλα του με το πρόσωπο προς το τέμπλο. Με το ένα χέρι έπιασε το δικό της και με το άλλο έφερε το βιβλίο κοντά στα μάτια του .
   -Ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτο… έψαλλε για λίγο, ύστερα έκλεισε το βιβλίο, γύρισε και τη φίλησε.
   -Δεν πρέπει να μάθει κανείς για μας έως θανάτου… της είπε και αμέσως γονάτισαν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Αφέθηκαν στα χέρια της για ώρα. Η εικόνα φωτίστηκε με ένα φως που έβγαινε από τα σωθικά τους και έκανε τις φλόγες στα καντήλια να χάσουν τη λάμψη τους. Ένα δροσερό αεράκι τρύπωσε και έσβησε τις φλόγες. Ύστερα εκείνη έφυγε κρυφά όπως ήρθε. Ο ψαράς την άφησε μπροστά στο σπίτι της. Ανέβηκε τα σκαλοπατάκια του βράχου σα κοριτσάκι. Καθάρισε όλο το σπίτι, έβαλε τα καλά της, μαγείρεψε, έφτιαξε νόστιμα γλυκά που μοσχοβόλησαν και ετοιμάστηκε για το βράδυ. Μόλις χάθηκε το φως του ήλιου, έσβησε όλα τα φώτα, άναψε το καντηλάκι και το έβγαλε στο παράθυρο. Απέναντι ο Αρτέμιος πέταξε τα ράσα και βούτηξε στην κρύα θάλασσα.
   Η Τασούλα τότε κατέβηκε στο ισόγειο, άναψε ένα κερί και βάλθηκε να τακτοποιήσει τα φαγητά και τα γλυκίσματα στο τραπέζι της κουζίνας. Η χαρά δεν άφηνε καμία άλλη σκέψη να ξεθαρρέψει, παρά μόνο αυτή της συνάντησης. Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Ο Αρτέμιος έπρεπε να στέκεται γυμνός μπροστά της, αλλά δεν φαινόταν πουθενά. Ανησύχησε και ανέβηκε στο πάνω πάτωμα. Σκοτάδι. Το καντήλι ήταν σβηστό. Έκλεισε το παράθυρο, έτρεξε στο μπαλκόνι και αγνάντεψε τη θάλασσα. Ο καιρός είχε χαλάσει απότομα και η θάλασσα τώρα μούγκριζε. Μαύρο θεριό ανήμερο. Δεν έκλεισε μάτι όλη τη νύχτα να τον περιμένει. Το πρωί κατέβηκε στην παραλία. Τα κύματα χτυπούσαν τα βράχια. Πουθενά αμμουδιά, την είχαν καταπιεί. Ψυχανεμίστηκε άσκημα. Κρέμασε στους ώμους της μια ζακέτα  και έτρεξε στην πλατεία. Κόσμος πολύς μαζεμένος συζητούσαν
   -Τι συμβαίνει; ρώτησε στο τσούρμο
   -Η θάλασσα έβγαλε έναν πνιγμένο, είπε ένας μέσα στο πλήθος.
   Σάστισε. Το αίμα σταμάτησε να κυλά στις φλέβες. Της κόπηκαν τα πόδια. Σα να κόλλησαν στο χώμα και να μη μπορούσαν να κινηθούν. Τα ξεκόλλησε και άρχισε να τρέχει σαν τρελή. Πήγε στην άκρη του βράχου και στύλωσε τα μάτια της στο νησί απέναντι. Η μαυρίλα της θαλασσοταραχής έκρυβε το μοναστήρι από τα μάτια της. Έλυσε τα μαλλιά και έσκισε όλα της τα ρούχα. Ύστερα γυμνή, βούτηξε στη θάλασσα.
   Είπαν πως γλίστρησε και έπεσε η τρελομάγισσα. Στην κηδεία της ήταν μόνο ο παπάς, ο ψαράς και ο Αρτέμιος. Από το στόμα του Αρτέμιου δεν έβγαινε ψαλμός. Στεκόταν αμίλητος δίπλα στον ιερέα, μαγεμένος ακόμη από την ομορφιά της. Όταν έχασε το καντήλι τη νύχτα του γάμου τους, γύρισε πίσω στο μοναστήρι. Αργότερα εγκατέλειψε το μοναστήρι και χάθηκε. Είπαν πως τρελάθηκε.

Περιλαμβάνεται στο συλλογικό έργο «Παράξενοι Ερωτες» Εκδόσεις Παράξενες Μέρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου