Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το καινούριο μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη, Η Πόλη των Αθώων. Ένα ακόμη μυθιστόρημα της πεζογράφου από αυτά που καθιερώθηκε να αποκαλούμε «ιστορικά μυθιστορήματα» κοσμεί την ελληνική πεζογραφία. Ρακοσυλλέκτρια της ιστορικής επιστήμης η Κατερίνα Καριζώνη, ακόμη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς, για πρώτη φορά στο συγγραφικό της έργο, ακουμπά πάνω στο προσωπικό βίωμα τρίτων προσώπων, τα οποία δεν θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «ιστορικά» με την έννοια που τα βαφτίζει η Ιστορία ως αποτύπωμα μνήμης για τις επόμενες γενιές, και πάνω σε αυτό πλέκει τη μυθοπλασία, χωρίς να παρεκκλίνει από την «ιστορική ατμόσφαιρα».
Οι χαρακτήρες του έργου είναι άνθρωποι που δεν ευτύχησαν να δουν το όνομά τους γραμμένο στις σελίδες της Ιστορίας, διότι επέλεξαν τον μοναχικό δρόμο της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα, για ένα ιδανικό ή για μια ιδέα. Η αθωότητα, το βασικό στοιχείο γύρω από το οποίο πλέκεται η ιστόρηση των γεγονότων με άξονα τους πυλώνες Πατρίδα και Ελευθερία. Άνθρωποι λοιπόν αθώα ανυποψίαστοι για τις ορέξεις της Ιστορίας, η οποία διαγράφει τις μοίρες τους κατά πως βούλονται άλλοι.
Χαρακτήρες τραγικοί, πραγματικοί ήρωες, χωρίς το πανηγυρικό περιτύλιγμα της φανφάρας, των παρασήμων της μάχης και των μνημοσύνων. Άνθρωποι που δρούσαν με ψευδώνυμα χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή ταυτότητα του συναγωνιστή, του συντρόφου δίπλα τους. Όλα αυτά μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον πολέμου, στη Θεσσαλονίκη της κατοχής και την πείνας, όπου ο έρωτας και η ζωή βρίσκουν χαραμάδες να ξεφυτρώσουν, να βλαστήσουν και στο τέλος να ζήσουν για να διηγηθούν τη μνήμη.
Ο Άρης, νεαρός φοιτητής της Νομικής, γνωρίζει πως το χρέος του είναι να πολεμήσει τον φασισμό, χωρίς να προσδοκά τίποτα άλλο πέρα από την ελευθερία. Χαρακτήρας πραγματικός, ο οποίος στα χέρια της συγγραφέως ξεδιπλώνει το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του: την αθωότητα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι απλοί άνθρωποι της ιστορίας της. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα της Καριζώνη ως έναν ύμνο προς τους αγνούς ανθρώπους που έσταξαν λίγο από το αίμα τους στο μίγμα της μελάνης της Ιστορίας, για να γραφτούν ολάκερα βιβλία με φανταχτερά ονόματα. Η Ιστορία δεν τους ξέχασε, απλά σεβάστηκε τη σεμνότητα και την αθωότητα αυτών των ανθρώπων, των πολλών, που δεν θέλησαν ούτε τιμές, ούτε αναγνωρίσεις. Δεν υποψιάζονταν άλλωστε τι θα επακολουθούσε, ούτε ότι θα ζούσαν να δουν να τσακίζονται τα οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν.
Σε αντιδιαστολή με κείνη την Πόλη των Αθώων, σήμερα όσο και να ψάξουμε, θα δυσκολευτούμε να βρούμε μια τέτοια πόλη, ικανή  συνθήκη και σπίθα, να συνθέσει ξανά εκείνο το σκηνικό, διότι η αθωότητα δεν είναι μια απλή έλλειψη ενοχής για οποιοδήποτε έγκλημα ή αδικία, ή μια άγνοια, αλλά μεγαλείο ψυχής  και δώσιμο χωρίς αντάλλαγμα, όπως πολύ σοφά ο Μπλέηκ γράφει στα Τραγούδια της Αθωότητας και Τα Τραγούδια της Πείρας
«Μπορώ να δω τον διπλανό μου
Να κλαίει και να μη λυπηθώ;
Μπορώ να δω άλλον θλιμμένο
Και να μην συμπαρασταθώ;
……
Κάθε φορά που κλαίς για κάποιον
Σε βάζει ο καλός Θεός
Και όταν δακρύζεις δάκρυ άλλου
Σε οδηγεί ο Δημιουργός…»
Η οικονομική κρίση που μας ταλανίζει, ίσως γεννήσει ξανά αθώους ανθρώπους που θα δακρύσουν για το δάκρυ του άλλου. Το έχουμε ανάγκη.
Μέσα στην ιστορία της η Καριζώνη τοποθετεί μια ακόμη παράλληλη ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Άγιον Όρος και στον αγώνα κάποιον άλλων ανθρώπων να σώσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά που κινδυνεύει από τη Γερμανική λαίλαπα. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό που κουβαλούν το τεκμήριο της αθωότητας και της αγιότητας, αλλά και το βάρος της παρακαταθήκης των κειμηλίων ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ως πραγματική ερευνήτρια της Ιστορίας η Καριζώνη δεν ξεφεύγει από το Ιστορικό γίγνεσθαι και ακολουθεί πιστά τις πηγές. Στο Βερολίνο πραγματικά είχε καταστρωθεί ένα σχέδιο αρπαγής των θησαυρών του Αγίου Όρους από τη Γερμανική Υπηρεσία Einsatzstab Reinchsleiter Rosenberg die besetzten Gebiete, όπως αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μέρτενς, προϊστάμενος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, στις φυλακές Αβέρωφ όπου κρατείτο ως εγκληματίας πολέμου.
Ο αγώνας εδώ πήρε τη μορφή ευέλικτης διπλωματίας των μοναχών, η οποία μάλιστα παρεξηγήθηκε από κάποιους επιδερμικούς ερευνητές της Ιστορίας στις μέρες μας. Η Καριζώνη όμως τοποθετεί τα γεγονότα στην πραγματική τους ιστορική διάσταση, χωρίς να κουράζει με περιττές ιστορικές αναφορές και χωρίς να κρίνει τη μέθοδο που ακολούθησαν οι μοναχοί, η οποία τελικά μάλλον απέδωσε, όπως και τα όπλα. Η αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου από τον Γερμανό καθηγητή Φράντς Ντέγκλερ έχει τη δική της ξεχωριστή συμβολική διάσταση στο έργο που καθηλώνει τον αναγνώστη και συμπορεύεται με την Ιστορική αλήθεια. Η συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο παντρεύει το γήινο με το μεταφυσικό για να μη ξεφύγει από την ιστορική αλήθεια. Το αποτέλεσμα υπέροχο στις σελίδες του έργου.
Ο λόγος της Κατερίνας Καριζώνη για μια ακόμη φορά λιτός, λακωνικός, κινείται υπέροχα στις παρυφές του ποιητικού λόγου και μετουσιώνεται αρκετές φορές στις σελίδες σε πραγματική ποίηση χωρίς να μπορεί να κρύψει τις ποιητικές της καταβολές. Ένα βιβλίο που δεν κουράζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον παρακινεί να συνεχίσει για να μάθει. Να μάθει τα ψιλά γραμματάκια που η Ιστορία αφήνει ψίχουλα στην άκρη του τραπεζομάντιλου. Η Κατερίνα Καριζώνη τα μάζεψε ένα ένα και μας τα πρόσφερε στο καινούριο της μυθιστόρημα. Αξίζει να το διαβάσετε.
Καλή ανάγνωση

Χριστόδουλος Λιτζερίνος  

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

TO KOKKINO

Με τον δείκτη στρίμωξε τα ρινίσματα του καπνού που περίσσεψαν από το τσιγάρο και με προσεκτικές κινήσεις τα ριξε στο σταχτοδοχείο. Στο τέλος δεν υπήρχε ίχνος καπνού στο τραπεζάκι του ξενοδοχείου, παρόλα αυτά επέμενε στην τελετουργία, σα να ξέχασε ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο. Πήρε εκείνη βιαστικά τη φούστα της από την καρέκλα και τον κοίταξε με απορία. Συνέχιζε να πιέζει με τον δείκτη στο ξύλο τα αόρατα ρινίσματα, χωρίς να μιλά και χωρίς να την κοιτά. Τράβηξε τότε εκείνη τις βαριές κουρτίνες και ένα σκληρό φως όρμησε, καταλαμβάνοντας αδιάκριτα κάθε σπιθαμή του χώρου. Το φως χαράκωσε την κυτταρίτιδα στους γοφούς της, καθώς στρίμωχνε τη στενή φούστα για να τη κουμπώσει, ύστερα κόλλησε πάνω στα αυλάκια του προσώπου και στους κιρσούς των ποδιών της. Ξάπλωσε με αναίδεια στα τσαλακωμένα σεντόνια και έφτασε μέχρι τη χαλασμένη βρύση του νιπτήρα  με το εκνευριστικό της τικ τακ. Χιλιάδες μικροσκοπικά χρώματα έβαψαν τη σκόνη που αιωρούνταν και τις λερωμένες ταπετσαρίες. Πριν μπουκάρει το φως, δεν είχε δει ούτε ακούσει τίποτα απ΄όλα αυτά. Η γυναίκα ταχτοποίησε το πουκάμισο και έσκυψε μπροστά στον καθρέφτη να σιάξει το είδωλο, αδιαφορώντας για το φως. Κάποιοι ήχοι από τον φωταγωγό βρήκαν ευκαιρία να τρυπώσουν και να στριμωχτούν ανάμεσα στις φωτεινές ριπές, αναστατώνοντας την ησυχία.
«Αυτός είναι καβαλάρης…» είπε εκείνη με νόημα κι αμέσως σταμάτησε το παιχνίδι με τον δείκτη του. Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, μόνο πρόσθεσε κόκκινο στα χείλη και με μια βούρτσα έβαλε σε τάξη τις τρίχες που στασίασαν πριν λίγο στο κρεβάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το παράθυρο. Ύστερα κοίταξε τη γυναίκα που δάγκωνε τα χείλη της μπροστά στον καθρέφτη, να γίνει πιο κόκκινο το κόκκινο. Με δυο βήματα πλησίασε τις κουρτίνες και τις τράβηξε με δύναμη. Το φως πήδηξε στον φωταγωγό τρομαγμένο και ο καλός καβαλάρης μετάνιωσε για την αυθάδειά του. Η κυτταρίτιδα, οι ρυτίδες και οι κιρσοί, λαβωμένοι ξεψύχησαν. Την πλησίασε αθόρυβα.
«Δεν βλέπω…» πρόλαβε και είπε η γυναίκα, προτού την ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι. Η κουρτίνα μαχαίρωσε τα ονόματα των χρωμάτων. Μόνο το κόκκινο επέζησε.  

* * * *

ΜΝΗΜΗ





Τις ρότες των μεγάλων καραβιών
ακολούθησες, καβάλα  στο κύμα
Πρυμναία  λευκά νερά
χαρακώνουν  τη μνήμη
τώρα που ανήμπορος
παρακολουθείς τους γλάρους
να τσιμπολογούν το ταξίδι
κρώζοντας
Ελευθερία.




Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Αγόρασε από τον γύφτο ένα καρπούζι και ένα πεπόνι και μου τα δωσε να τα πάω στη μάνα. Το πεπόνι μικρό όπως ήταν, βολεύτηκε στην αριστερή μου μασχάλη. Το καρπούζι με ζόριζε να το βολέψω. Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά και η δεκαετία του εβδομήντα έσβηνε την οργή της μέσα στη φασαρία των τζιτζικιών. Δεν είχα ιδέα από δεκαετίες, παρά μόνο από τζιτζίκια. Στη σκιά του πλάτανου οι άνδρες δροσίζονταν και παρακολουθούσαν την αγωνία μου να μεταφέρω τα φρούτα σώα και αβλαβή στο σπίτι. Ένας γέρος πετάχτηκε και φώναξε
«Γιατί δεν κάνς μπάλα το καρπούζ  να το πας κλωτσώντας σπίτ;»
Η πρόταση καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό ως  φανταστική ιδέα που θα μαλάκωνε σίγουρα το μαρτύριο. Το ποδόσφαιρο το είχα στα πόδια. Λίγο βαρύτερη ήταν η καινούρια μπάλα, αλλά δε βαριέσαι. Έσκυψα προσεκτικά και έστησα τη «μπάλα» στη μέση του δρόμου, μπροστά στα γυμνά δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Στερέωσα ύστερα καλά το πεπόνι στην αριστερή μασχάλη και ετοιμάστηκα, σαν μπαλαδόρος, να δώσω το εναρκτήριο λάκτισμα, ενώ το κοινό στις καρέκλες παρακολουθούσε με αγωνία. Όταν παίζαμε μπάλα στο χοροστάσι, κανένας μεγάλος δεν ενδιαφερόταν να μας δει και σήμερα δεν έβγαζαν τσιμουδιά, μέχρι που ακούστηκε πρώτα ένα «κράκ» και μετά ένα «ωχ», τη στιγμή ακριβώς που τα γυμνά δάχτυλα ακουμπούσαν τη «μπάλα». Δεν κουνήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνη, ενώ εγώ άρχισα το κουτσό. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μασχάλη το πεπόνι. Μια άγρια χαρά ξεχύθηκε από τις «κερκίδες» του καφενείου, φτιασιδωμένη με χειροκροτήματα και κοροϊδευτικά χάχανα. Έτσι μάλλον γίνεται στα μεγάλα γήπεδα, σκέφτηκα και αμέσως σταμάτησα το κουτσό. Άλλαξα τακτική και πήρα βαθιές ανάσες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τους «φιλάθλους». Είχαν ησυχάσει πάλι, περιμένοντας τη νέα προσπάθειά μου να πετύχω το αναθεματισμένο γκολ. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αφουγκράστηκα ότι και τα τζιτζίκια είχαν κάνει ομαδική παύση του τραγουδιού τους στο πλατάνι. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω την προσπάθεια. Ήταν σίγουρο πια ότι πέρα από τους μεγάλους στις καρέκλες και τα τζιτζίκια στο δέντρο παρακολουθούσαν τον αγώνα μου με ενδιαφέρον. Το λάκτισμα θα γινόταν αυτή τη φορά με την πατούσα, για περισσότερη σιγουριά, αλλά και γιατί το μεγάλο δάχτυλο πονούσε.
«Έξυπνη τρίπλα, θα βουλώσω στόματα» σκέφτηκα και έδωσα μια με το δεξί. Η τσουρουφλισμένη πατούσα ένοιωσε το δροσιά του καρπουζιού, τα μάτια μου καρφώθηκαν στην κίνησή του και η καρδιά μου ανακουφισμένη αφέθηκε στη χαρά της αθωότητας. Το καρπούζι στη μέση του ασφάλτινου δρόμου τσουλούσε υπέροχα ελλειπτικά. Οι ρίγες του ζωγράφιζαν καλειδοσκοπικά σχήματα που έπαιζαν με τις κόρες των ματιών παιχνίδια φαντασίας. Καμμιά φωνή, κανένα επιφώνημα πίσω μου, καμμιά τζιτζικίσια χασμωδία. Ένα χαλικάκι μόνο στη μέση του δρόμου περίμενε υπομονετικά, εκεί που το άφησε η ρόδα κάποιου αυτοκινήτου. Το σκηνικό τριγύρω μου σήμερα ήταν στημένο κατά πως όρισε ένας αόρατος σκηνοθέτης και καθένας, στον χρόνο του, θα έπαιζε κι έναν ρόλο. Οι άνδρες θα χειροκροτούσαν το γκόλ, τα τζιτζίκια θα τραγουδούσαν τη νίκη, εγώ θα σήκωνα το χέρι και θα πανηγύριζα, ενώ το ύπουλο χαλίκι περίμενε μονάχο.
Ένα κούφιο κράου ακούστηκε και το καλειδοσκόπιο σταμάτησε τους στροβιλισμούς, ακριβώς στο σημείο που περίμενε το ύπουλο χαλίκι. Το καρπούζι άνοιξε στα δυό και αφού τα ημισφαίρια ταλαντεύτηκαν για λίγο, ισορρόπησαν στη μέση του δρόμου. Ο χρόνος πήρε θέση και καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Οι άνδρες άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα ενώ τα τζιτζίκια ξεκίνησαν, όλα μαζί, το γλέντι. Έσκυψα δειλά πάνω από τις δυο φέτες και κοίταξα καλύτερα τα μέσα του. Μικροί μικροί ξεθωριασμένοι σπόροι, σε γεωμετρική διάταξη,  αυλάκωναν την κάτασπρη σάρκα. Σήκωσα το δεξί χέρι ψηλά και γύρισα το κεφάλι στην παρέα των γερόντων, οι οποίοι ακόμη χαχάνιζαν. Φώναξα  δυνατά για να με ακούσουν.
«Μάπα το καρπούζ !!!!!»

* * * * *

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Το Ζήτα και το Θήτα

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να ρουφήξω
τα νερά
Βάζω το Άλφα και το Βήτα
μετά το Ζήτα και το Θήτα
μακριά

Η αγάπη όμως παντομίμα
μοιάζει λεπτή κλωστή και νήμα
που χαρακώνει την καρδιά
Μόλις το φως της δυναμώνει
τότε το Θήτα το θολώνει
παιδιά χορεύουν με το Ζήτα
αγκαλιά.

Είναι η αγάπη οργή και γέλιο
παράθυρο στη μοναξιά
παπάς που λέει το βαγγέλιο
κι ο ουρανός χαμογελά

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να τσακώσω
τη χαρά
Βάζω μετά ό,τι έχω ζήσει
απ΄της ζωής μου το μεθύσι 
στη σειρά
και βγαίνουν όλα ένα ένα
μικρά, μεγάλα, τιποτένια
στρατιωτάκια αντικριστά. 

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Η ΡΩΓΜΗ

Έριξα μια ματιά στη ρωγμή της ταπετσαρίας
Όλα ήταν στη θέση τους
το χαρτί, ο σοβάς, η χλόη
στο απέναντι πάρκο
Τα παιδιά που έλειπαν
καβάλησαν χτες τα βαγόνια
είπαν στις ειδήσεις
Ηρέμησα
Τα άτιμα, έριχναν κλεφτές ματιές
Στη ρωγμή μου…


Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Δεν είναι γη αυτή που πατώ
Ουρανός πήλινος βασανίζει
Τις μαργαρίτες της Άνοιξης
Εκεί που ακούμπησα τις φτέρνες 
Μια τρύπα άνοιξε
Και χύθηκε το αίμα γαλάζιο
Ύστερα ήρθαν οι ζητιάνοι και οι πρόσφυγες
Με τα τενεκεδάκια τους
Οι πόρνες
Έβαψαν τα μάγουλά τους
Τίποτα δεν περίσσεψε για μένα
Μόνο κάτι ψιχία
Δακρύων
Για τα παιδιά.


Μάρτης 2016  

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: "1900" Οι περιπέτειες του Παύλου Κουντουριώτη στον πρώτο υπερατλαντικό πλου με το Εύδρομο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο "1900", μια καλαίσθητη δερματόδετη έκδοση του Πλωτού Ναυτικού Μουσείου ΘΩΡΗΚΤΟ ΑΒΕΡΩΦ και ομολογώ ξαφνιάστηκα τόσο από αυτό το άγνωστο για μένα κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας μας, όσο και από την άρτια έρευνα, συγγραφή και επιμέλεια αυτού του βιβλίου από τους συγγραφείς του, τον Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτη Τριπόντικα και τον  κ. Στέφανο Μίλεση.

Η διήγηση αναπλάθει την ατμόσφαιρα στην απαρχή του 20ου αιώνα, όταν αποφασίσθηκε από την Κυβέρνηση να σταλεί σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Αμερική το Εύδρομον πλοίο του Πολεμικού μας Ναυτικού ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ με Πλοίαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη και πλήρωμα επιφανείς Αξιωματικούς και άξιους Ναύτες του Ναυτικού μας. Ενα πλοίο που είχε σχεδιασθεί και κτισθεί για  να ναυμαχεί στα νερά της Μεσογείου και όχι να ποντοπορεί στον Ατλαντικό Ωκεανό. 
Είναι η εποχή που η Ελλάδα ακόμη λαβωμένη από την ατιμωτική ήττα του 1897, καταχρεωμένη και ισχνή, υπό οικονομικό έλεγχο (!!!) αγωνίζεται να επιβιώσει. Το διακύβευμα του ταξιδιού η ηθική ανάταση ενός ολόκληρου Έθνους που παρότι ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο πίστεψε στην επίτευξη αυτού του άθλου. Επρόκειτο πραγματικά περί άθλου, ένα μικρό πολεμικό πλοίο  που δεν είχε σχεδιασθεί να εκτελεί πλόες στα φουρτουνιασμένα νερά του Ατλαντικού, θα ακολουθούσε την πορεία του Χριστόφορου Κολόμβου για να φέρει για πρώτη φορά την Ελληνική Σημαία στην ομογένεια της Αμερικής που διψούσε από Πατρίδα. 

Περιπέτειες όμορφα γραμμένες σε εξωτικά νησιά, με κυκλώνες, καταιγίδες και απαράμιλλη Ελληνική ναυτοσύνη, με έναν και μόνο στόχο: Να κάνουν ακόμη μια φορά γνωστή την Ελλάδα σε όλον τον κόσμο, να τεθούν οι στέρεες βάσεις του Πολεμικού μας Ναυτικού που θα διαπρέψει στους επόμενους πολέμους και να αναστηθεί το σμπαραλιασμένο ηθικό των Ελλήνων.  

Όπως δε  πολύ εύστοχα σημειώνει στον χαιρετισμό του ο συγγραφέας Πλωτάρχης Παναγιώτης Τριπόντικας " Η ελληνική ναυτοσύνη, η επιμονή, η εγκαρτέρηση, η προσήλωση στον σκοπό και η ικανότητα νέων Αξιωματικών, κατέδειξε παγκοσμίως πως όταν οι Ελληνες ενωμένοι βάζουν στόχους, τους κατακτούν. Ακόμη άναψαν ένα μικρό φως, σε μια σκοτεινή εποχή για τον γονατισμένο ελληνισμό, από τον πρόσφατο πόλεμο και την πικρή ήττα, δείχνοντας πως αρκούν μερικοί ιδιοφυείς, ικανοί και καταρτισμένοι άνδρες, να σηκώσουν όρθια μια χώρα, πετυχαίνοντας πράξεις μοναδικές όχι μόνο σε περιόδους πολέμου αλλά και σε περιόδους ειρήνης"

Σήμερα οι Ελληνες θα πρέπει να διδαχθούμε από αυτόν τον ωραίο άθλο, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα διδάσκονταν από τα δημοτικά και θα γινόταν ταινία, για να καταπολεμήσουμε τη μιζέρια και όλα τα κακά της κρίσης που μας ταλαιπωρούν, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και μόνο. 
Η Ελλάδα δεν χάνεται όσο υπάρχουν Ελληνες. 

Εστιάζοντας στη λογοτεχνική χροιά και αξία του έργου, θα έλεγα ότι οι συγγραφείς κατάφεραν να συγγράψουν μια όμορφη ναυτική ιστορία με ωραίο, λιτό, λακωνικό λόγο, χωρίς ο αναγνώστης να κουράζεται από τα ιστορικά στοιχεία και τις πηγές τους, αντίθετα να νοιώθει ότι είναι μέλος του πληρώματος του ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ και να ταξιδεύει στο κατάστρωμα υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη σε μια ιστορική διαδρομή που είχε απ΄όλα: όμορφα κορίτσια, άγνωστους λαούς και έθιμα, ειδυλλιακά τοπία, κυκλώνες, φυσικές καταστροφές, αποθέωση και μικρές ασήμαντες ανθρώπινες ιστορίες. Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου νοιώθει ότι όχι μόνο ταξιδεύει, αλλά και ότι ανακαλύπτει την Αμερική όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Αξίζει κανείς να το αποκτήσει και να το διαβάσει. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από το Πολεμικό Μουσείο ΘΩΡΗΚΤΌ ΑΒΕΡΩΦ.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.1900thebook.com/


Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

ΕΣΕΡΝΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ κατάφερνε να ρίξει ένα βήμα. Ο χρόνος βάρυνε στην καμπούρα της πλάτης, ενώ το μπαστουνάκι έκανε υπομονή. Έριχνε ένα βήμα κι έλεγε κάθε φορά την ίδια πρόταση: «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω….». Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μας τριγύρω της. Μάλλον δεν άκουγε, μπορεί να μην έβλεπε και καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω πως ανέχονταν τόσα παιδιά να την πειράζουν, γριά γυναίκα, χωρίς να σηκώσει έστω μια φορά το μπαστούνι προς εκφοβισμό.
Φορούσε ρούχα περιποιημένα και καθαρά. Το πρόσωπό της ανάμεσα στις αυλακιές μαρτυρούσε περασμένες λιτές, καθαρές γραμμές και λευκότητα. Δεν φορούσε μαντήλι στα μαλλιά όπως οι άλλες γυναίκες στο χωριό. Λευκό για τις παντρεμένες, μαύρο για τις χήρες ήταν τότε ο ενδυματολογικός κώδικας. Τα κρατούσε καλοχτενισμένα με έναν περίτεχνο κότσο. Εμείς ήμασταν σίγουροι ότι ήταν τρελή. Ξέραμε πάντως ότι ήταν χήρα από τα μαύρα. Το όνομά της, Ελένη. Είχε έναν γιό μεθύστακα, γυρολόγο και καταφερτζή που κατάφερνε να τα φέρνει βόλτα εις βάρος των άλλων. Καθόταν σε μια καρέκλα και μαζευόμασταν τριγύρω του να μας δείξει τον «Φαταούλα». Ένα μικρό κουτί που από μέσα έβγαινε ένα μηχανικό χεράκι. Μας έλεγε «Βάλτε ένα τάληρο ανάμεσα στα δάχτυλά του να δείτε τι κάνει». Εμείς βάζαμε και με μιας το χέρι του Φαταούλα τραβιόταν κι εξαφάνιζε το τάληρο στο κουτί. Ανάμικτος ο θαυμασμός, η έκπληξη και η παιδική περιέργεια έκαναν παιχνίδι με τον Φαταούλα του κι έτσι εξαφανίζονταν ως δια μαγείας τα χαρτζιλίκια μας. Αργότερα ανέβασε την ταρίφα σε δεκάρικο για να κλείσει την επιχείρηση όταν  τον πήραν είδηση οι πατεράδες μας.
«Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» την πέτυχα μια μέρα μπροστά μου χωρίς ακολουθία. Έκανε ένα βήμα και κοντοστάθηκε. Μου φάνηκε ότι είχε στυλώσει τα θολά μάτια πάνω μου. Πάγωσα. Σήκωσε το μπαστούνι και το ακούμπησε στα πόδια μου, κάνοντάς με ταυτόχρονα νόημα να παραμερίσω από το διάβα της. Δεν με μάλωσε, ούτε με χτύπησε. Κόλλησα την πλάτη στον τοίχο και η γριά Ελένη πέρασε σιμά μου. Είπε ένα ξαφνικό «Ευχαριστώ παιδί μου»  και συνέχισε το τροπάρι της  «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» 
Τότε την πρόσεξα καλύτερα. Ήμουν σίγουρος τώρα ότι ήταν όμορφη και χαμογελούσε. Το παιδικό μυαλό την βάφτισε Ωραία Ελένη. Η Ωραία Ελένη του Πάρι κάπως έτσι θα έγινε όταν γέρασε. Όμορφη και τρελή. Στα φιλαράκια δεν είπα τίποτα γιατί θα με κορόιδευαν  που έβλεπα όμορφη την τρελόγρια.
Παπαδάκι στην κηδεία της με το εξαπτέρυγο στο χέρι, κρυφάκουγα τις θρηνούσες κουτσομπόλες του χωριού να λένε πάνω από τη γούρνα με θαυμασμό, πόσο σπουδαία δημοδιδασκάλισσα υπήρξε και πως μιλούσε τα Γαλλικά, ελεεινολογώντας ταυτόχρονα τον φαταούλα τον γιό της που δεν ήρθε στην κηδεία, ταβλιασμένος από τη σκνίπα του.

* * * * * *
 c. C.Litzerinos 2016

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΙΚΗΣ ΕΛΞΗΣ

Τα σώματα κολλητά όλη νύχτα είχαν δημιουργήσει πρόσφορες συνθήκες αναπτέρωσης περασμένου κάλλους, το οποίο με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε επίπεδο αράπικου φιστικιού και μαραγκιασμένου σύκου. Η απρόσμενη αυτή ενδυνάμωση της λίμπιντο μη φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να παρομοιασθεί και εξισωθεί με γνωστό εξωτικό φρούτο σε μια χώρα όπου καλλιεργείται η συκιά και το μαρούλι. Η ζέστη των σωμάτων ενίοτε μπορεί να προκαλέσει και ζέση, εξαρτάται όμως πάντα από την ικανότητα του χρόνου να αντισταθεί στη βαρυτική έλξη της γης κάτω από τα πόδια ή ανάμεσα σ’ αυτά. Ας μη πούμε κουβέντα για βαρυτικά κύματα και ζαλιστούμε με ταλαντώσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκείνο το πρωί το φυτικό βασίλειο φαινόταν να συνωμοτεί για χάρη του Μπάμπη, έστω και αν κάπου είχαν μπερδευτεί τα φρούτα με τα ζαρζαβατικά, η ζέστη με τη ζέση και ο χρόνος με την βαρύτητα. Ο Μπάμπης δεν είχε καμμία όρεξη πρωινιάτικα να ασχοληθεί με τέτοιες αναλύσεις. Επικεντρώθηκε μόνο στο γεγονός αυτό καθαυτό της απρόσμενης αναπτέρωσης. Στο μυαλό της Τασίας ούτε καν πέρασε ότι πίσω από την πλάτη της εξυφαίνονταν ολόκληρη συνωμοσία. Οι γυναίκες όμως πάντα, είτε περάσει κάτι από το μυαλό τους, είτε δεν περάσει τίποτα, έχουν έτοιμο το αμυντικό σύστημα που θα τις βγάλει από τη δύσκολη θέση. Κάθεται αυτό σε μια άκρη του μυαλού και δεν κάνει τίποτα. Πληρώνεται θα έλεγε κανείς για να κάθεται, αλλά να είναι και έτοιμο για να επέμβει "ανά πάσα ώρα και στιγμή". Κάτι σαν τους πυροσβέστες, που ξεκουράζονται κάθε μέρα για να κουραστούν μια και καλή όταν πιάσει φωτιά το σπίτι της Λόλας. Η «ανά πάσα ώρα και στιγμή» είχε φτάσει.
«Μάζεψε τα χέρια σου και σήκω να φτιάξεις καφέ και να στηρίξεις το πολύφωτο που κουνιέται… Θα μας πέσει καμιά ώρα στο κεφάλι» Τώρα το πώς συνδύασε η Τασία, με την τσίμπλα στο μάτι ακόμη, τον καφέ με το πολύφωτο, που κρεμόταν από μια κλωστή εδώ και δυο μήνες, με τα χέρια του που υπάκουσαν στη συνωμοσία του φυτικού βασιλείου, μόνο η επιστήμη μπορεί να δώσει απαντήσεις κι αυτή όχι ξεκάθαρες. Την επισήμανσή της δε, ότι το πολύφωτο μπορεί να πέσει στο κεφάλι και όχι στα κεφάλια μας, δεν την ακούμπησε καν το μυαλό του Μπάμπη.
«Και τ’ αρχίδια μου κουνιούνται τόσα χρόνια, αλλά δεν πέφτουν …..» το σκέφτηκε αλλά δεν το πε, απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε περήφανος σαν γύφτικο σκεπάρνι ανάμεσα στα σκέλια. Δεν είχε χάσει τίποτα από την ικμάδα του το γύφτικο τσαντίρι.  Περπάτησε όλο το χωλ, πέρασε κάτω από το πολύφωτο που κουνιόταν, του δωσε μια με το χέρι κι αυτό άρχισε την κούνια μπέλα χωρίς να πέφτει, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Τον πάγκο της κουζίνας. Ο προορισμός του άνδρα είναι σαφής και από καταβολής κόσμου γονιδιακά καταγεγραμμένος στους όρχεις του. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά του γονιδιώματος με το θηλυκό που στερείται όρχεων και αναγκάζεται να αποθηκεύει πληροφορίες μόνο σε ένα αποθηκευτικό μέσο. Το μυαλό. Στο αρσενικό η πληροφορία μπορεί να καταγραφεί και σε εξωτερικό σκληρό ώστε να τύχει επεξεργασίας αργότερα, ασχέτως αν αυτή η επεξεργασία πολλές φορές αμελείται λόγω φόρτου εργασίας και απλά παραμένει εκεί.
Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε από το πάνω ντουλάπι το μπρίκι. Από το κάτω ντουλάπι έβγαλε τον ελληνικό. Κάτω από την κουζίνα έβγαλε το καμινέτο. Πήρε ένα κουταλάκι από το συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει τον αναπτήρα που πριν από μερικά μόνο δευτερόλεπτα είχε χρησιμοποιήσει για να ανάψει το τσιγάρο.
«Γαμώ το κέρατό μου, πού τον έβαλα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, τόσο φωναχτά που η αγριοφωνάρα του έφτασε μέχρι τ’ αφτιά της Τασίας. Μετά από αρκετά πήγαινε έλα στο στενό κουζινάκι και μετά από ανοιγοκλεισίματα ντουλαπιών και συρταριών πρόσεξε ότι ο μπικ αναπαύονταν ξάπλα κοντά στο καμινέτο.
«Πούστη…» είπε μόνο και με ένα τσαφ άναψε τη φλόγα στο καμινέτο. Έριξε δυο κουταλιές  σκούρο Λουμίδη και βάλθηκε να βρεί τη ζάχαρη. Τα μάτια γυρόφεραν όλον τον πάγκο, αλλά το βαζάκι της ζάχαρης δεν έδινε σημεία ζωής.
«Που γαμώ την τύχη μου έβαλε τη ζάχαρη;» μουρμούρισε αυτή τη φορά και άρχισε να ανοίγει τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας με τη σειρά. Η πιθανότητα να κερδίσει το τζόκερ είχε εκμηδενιστεί, αφού κατάφερε να ανοίξει πέντε ντουλάπια και η ζάχαρη κρυβόταν στο πέμπτο. Ένα γυάλινο βάζο στέκονταν στη μέση του ραφιού, πάνω από το καμινέτο με το μπρίκι που άρχιζε να ζεσταίνει το χαρμάνι. Η ζάχαρη, άσπρη άσπρη χαμογελούσε κοροϊδευτικά στη θέση της και περίμενε το χέρι του. Το καμινέτο δούλευε στο φούλ και η πλαστική λαβή από το μπρίκι τεντώνονταν μακριά από τη φωτιά να μην καεί. Το είχε φροντίσει αυτό ο κατασκευαστής της. Η Τασία χουζούρευε, αν και το σώμα της είχε χάσει λίγη από την προηγούμενη ζεστασιά. Δεν το επεξεργάσθηκε καν ο σκληρός της, απλά τυλίχτηκε περισσότερο με το πάπλωμα. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και τα χέρια ελεύθερα, η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών διεργασιών ήταν παιχνιδάκι για τον Μπάμπη. Το δεξί ανακάτευε το χαρμάνι  να μη φουσκώσει και το αριστερό υψώθηκε μέχρι το πρώτο ράφι. Η κάφτρα απειλούσε πως σε λίγο δεν θα έλεγε όχι σε μια βουτιά στο μυρωδάτο χαρμάνι από κάτω της. Η πληροφορία αποθηκεύτηκε αυτόματα προς επεξεργασία στον εξωτερικό σκληρό.
Το αριστερό χέρι ακούμπησε το γυαλί της ζάχαρης την ίδια ώρα που δίπλα στο  σαλόνι ξεκινούσε η κατηφορική πορεία του πολύφωτου που κουνιόταν προς τα πλακάκια. Ένας γυάλινος ήχος, αφού πρώτα τσακίστηκε, πολλαπλασιάσθηκε σε μικρότερους γυάλινους ήχους για να διαιρεθεί στο τέλος σε ακόμη μικρότερα ηχητικά κομμάτια διασκορπιζόμενα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δαπέδου του σαλονιού και να καταλήξει σε εκνευριστικές κυλιόμενες νότες τσιγκ τσινγκ. Το αριστερό χέρι που είχε προλάβει να αγγίξει τη γυάλινη επιφάνεια του βάζου της ζάχαρης, αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να την πιάσει σφιχτά ή να την αφήσει στη θέση της. Στην επιφάνεια εργασίας τα εικονίδια αναβόσβηναν τρελά, μπερδεμένα από τα απανωτά κλίκ του μυαλού του. Το βάζο της ζάχαρης βρέθηκε σ΄αυτή την πρωινή μάχη ανυπεράσπιστο, ανάμεσα σε γυάλινους τσακισμένους ήχους και δάχτυλα αναποφάσιστα. Το απειροελάχιστο άγγιγμα όμως περιείχε τόση ενέργεια όση χρειάζονταν ώστε να λάβει την εντολή η ζάχαρη να μετακινηθεί προς τον προορισμό της, άλλο που δεν ήθελε, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το αχνιστό χαρμάνι κάτω, την ίδια ώρα που αυτό φούσκωνε από εθνική περηφάνια. Τη βουτιά ακολούθησαν δυο εναέριες κυβιστήσεις της που την έβγαλαν από την τροχιά της απειροελάχιστα, τόσο όμως όσο η μια άκρη του πάτου να χτυπήσει τη λαβή, η οποία είχε γλιτώσει το έγκαυμα, αναγκάζοντας το μπρίκι με το αχνιστό χαρμάνι να κάνει κι αυτό ανάποδη κυβίστηση στον αέρα και να προσγειωθεί στην κορυφή του γύφτικου τσαντιριού αδειάζοντας το περιεχόμενό του, το οποίο τελικά επεκτάθηκε από τα σκέλια, στα πόδια και μέχρι το χαλί της κουζίνας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που λέγαμε. Το ίδιο το μπρίκι γλίτωσε περαιτέρω πτώση, προσωρινά, διότι γαντζώθηκε στην κορυφή του τσαντιριού αδειανό κι ανάποδα.
«Αχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ……..» η φωνή ήταν τέτοια που εύλογα κάποιος τρίτος καλόπιστος ωτακουστής θα λεγε πως η σφαίρα διαπέρασε τα μαλακά μόρια του θύματος και το μοιραίο είχε επέλθει. Κάπως έτσι ίσως σκέφτηκε η Τασία όταν πετάχτηκε από το πάπλωμα με τον πρώτο γυάλινο τσακισμένο ήχο, χωρίς όμως να είμαι και απόλυτα σίγουρος για τις θηλυκές σκέψεις, για να βρεθεί σε χρόνο ντε τε αναμαλλιασμένη μπροστά του.
«Κοίτα τι έκανες βρε στο χαλιιιιιιιιιιιιι…….» τσίριξε τραβώντας όσο πήγαινε την κορώνα, σαν πριμαντόνα στη σκηνή.
Ο Μπάμπης έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε λίγο το σώβρακο που φορούσε. Το περιεχόμενο είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Οι όρχεις συνέχιζαν να κουνιούνται χωρίς να πέφτουν.
«Σταθερή αξία» σκέφτηκε μέσα στον πόνο του.

* * * * *

c.  C.Litzerinos

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Sauvignon Blanc

 Έδωσε στον ξερακιανό υπάλληλο του ξενοδοχείου, με τη ξινισμένη φάτσα, πέντε ευρώ για  να ξεκολλήσει από την είσοδο του δωματίου και να τον αφήσει μόνο του. Τακτοποίησε τη βαλίτσα στο ερμάριο που έστεκε δίπλα στο κομοδίνο του διπλού κρεβατιού. Έκλεινε πάντα διπλό κρεβάτι στα ξενοδοχεία, όταν κατηφόριζε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για δουλειές του μαγαζιού. Μια φορά ένας ξενοδόχος του χρέωσε το μονό για διπλό επειδή έτυχε και φιλοξένησε γυναίκα για μια ώρα. Χώρια που ο ρεσεψιονίστας, την επομένη, του εξηγούσε τη διπλή χρέωση μπροστά σε άλλους πελάτες που περίμεναν στο γκισέ και οι οποίοι έκαναν ντε και καλά πως δεν άκουγαν. «Η φιλοξενία κοστίζει» του έκλεισε τότε το μάτι ο υπάλληλος με το σινιέ σακάκι και το μαντηλάκι στο πέτο που φάνταζε σαν κανένας λιμοκοντόρος σε εσπερίδα φιλανθρωπικού σωματείου της καλής κοινωνίας. «Δε βαριέσε» σκέφτηκε, «κανένας δεν με γνωρίζει σ’ αυτή την πόλη. Την άλλη φορά θα παίρνω διπλό κρεβάτι. Είναι και πιο άνετο για φιλοξενία»
Έβγαλε από τη βαλίτσα τα καθαρά πουκάμισα με τους γιακάδες κολαρισμένους από το χέρι της γυναίκας του και τα κρέμασε στη ντουλάπα. Ύστερα τακτοποίησε το σακάκι και τα παντελόνια προσεκτικά για να μη τσαλακωθούν. Την άλλη μέρα θα πήγαινε στην Εκθεση κι έπρεπε όσο νάναι να είναι σένιος. Μπήκε στο μπάνιο για να βγάλει από πάνω του την κούραση του ταξιδιού. Καθώς το χλιαρό νερό χάιδευε το κορμί του δεν έδωσε σημασία σε ένα διστακτικό ήχο από την εξώπορτα, για να του ρθει αμέσως όμως φλασιά ότι μόλις πάτησε το πόδι του στη ρεσεψιόν ζήτησε ένα καφεδάκι στο δωμάτιο. Πετάχτηκε έξω από τη μπανιέρα έβαλε μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση και βγήκε από το μπάνιο.
«Ρουμ σερβις» ακούστηκε να λέει αυτή τη φορά από τον διάδρομο μια γυναικεία φωνή.
«Γαμώ την τρέλα μου το ξέχασα……» πρόλαβε να σκεφτεί καθώς έστριβε το πόμολο της πόρτας. Μια κοπέλα γύρω στα είκοσι πέντε στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας φορώντας ένα βυσινί ταγέρ  του ξενοδοχείου και από κάτω ένα λευκό πουκάμισο. Δυο πράσινα γατίσια μάτια φεγγοβολούσαν. Πάνω στην τσέπη του ταγέρ, στο μέρος της καρδιάς ένα χρυσό ταμπελάκι καρφιτσωμένο επιτελούσε χρέη ληξιάρχου: «Καλή»,  έγραφε με πεζά καλλιγραφικά γράμματα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί και πολλά εκείνη τη στιγμή γιατί το μυαλό του το χε στην πετσέτα, μη τυχόν και λασκάρει στο σημείο που την έδεσε, αλλά ούτε και να ρουφήξει την κοιλιά διανοούνταν γιατί τότε ήταν που δεν θα άντεχε άλλο η πετσέτα και θα ξεμπρόστιαζε τη γεροντική του ματαιοδοξία. «Μόνο Καλή; Κάλλιστη !!!» του πέρασε μια ριπή. Έκανε ένα βήμα πίσω, έπιασε σφιχτά την πετσέτα στον κόμπο και άφησε χώρο στην κοπέλα να μπεί.
«Πού να αφήσω τον καφέ σας;»
«Στο κομοδίνο»
«Θα πληρώσετε ή θα υπογράψετε;»
«Άμα πληρώσω..» σκέφτηκε «μπορεί ψάχνοντας το πορτοφόλι, να μου φύγει η πετσέτα. Άμα υπογράψω πάλι μπορεί να μου γλιστρήσει. Γαμώ τον σκεμπέ που έκανα ο μαλάκας με τις μπύρες, τα κοψίδια και τα ουίσκια»
«Θα υπογράψω» το αποφάσισε !!
Η κοπέλα έσκυψε κι ακούμπησε την κούπα στο κομοδίνο μαζί με ένα ποτήρι νερό και ζάχαρες. Καθώς έσκυψε παρατήρησε ότι ένας πόντος είχε φύγει από το μπεζ καλσόν που κάλυπτε τις γάμπες της. Δεν αφαιρούσε όμως ικμάδα του φρέσκου αέρα που μπήκε στο δωμάτιο. Έσφιξε κι άλλο την πετσέτα και τακτοποίησε τα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Πήρε το σοβαρό του ύφος όταν εκείνη γυρίζοντας του δωσε το μπλοκάκι κι ένα στυλό.
«Καλή; μμμμ υπέροχο όνομα…». Έπρεπε σώνει και καλά να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη. Να μείνει εκείνη όσο τον δυνατόν περισσότερο στο δωμάτιο. Το μυαλό του άνδρα, όσο καλός κυνηγός κι αν είναι, δεν ανεβάζει εύκολα στροφές. Το κοντέρ της Καλής είχε χτυπήσει ήδη δυόμισι χιλιάδες στροφές. Του χαμογέλασε, γιατί έτσι έμαθε να κάνει και συνέχισε να κρατάει το μπλοκάκι μπροστά του και να τον κοιτάζει στα μάτια χωρίς να μιλάει. Όσο τον κοίταζε άλλο τόσο δεν έδειχνε τίποτα το ρημάδι το στροφόμετρο. Θα μπορούσε να της πει «Τι κάνεις όταν σχολάς;» αλλά του φάνηκε μεγάλη μαλακία η συγκεκριμένη ερώτηση. Του ρθε στο μυαλό το πρώτο ραντεβού, όταν έπαθε μπλακ άουτ και η γκόμενα νόμισε αρχικά ότι ήταν μουγκός, ενώ ύστερα που το καλοσκέφτηκε με τις φίλες της κατέληξε με σιγουριά ότι ήταν πούστης και φρόντισε μάλιστα να το διαδώσει.
«Υπέροχο και σπάνιο όνομα..» κατάφερε τουλάχιστον και πρόσθεσε το επίθετο «σπάνιο». Κάτι ήταν κι αυτό.
«Σας ευχαριστώ» είπε εκείνη με χαμόγελο και του υπενθύμισε με τα μάτια της το ρημάδι το μπλοκάκι. Αν υπέγραφε, θα υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη, πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό, αλλά ο χρόνος πλέον ήταν περιορισμένος. Η πετσέτα είχε γίνει μούσκεμα και ήταν θέμα δευτερολέπτων να υποκύψει στους νόμους της βαρύτητας, όπως από χρόνια είχαν υποκύψει στα θέλγητρά της αλλά ζωτικά σημεία του σώματός του. Έπιασε με το δεξί χέρι ξανά την πετσέτα και με το αριστερό έβαλε την υπογραφή του, αφού δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Εκείνη με μια προσεκτική κίνηση πήρε τον στυλό και το μπλοκάκι, τον ευχαρίστησε, του ευχήθηκε καλή διαμονή και βγήκε από το δωμάτιο με την όπισθεν. Η πετσέτα τελικά γλίστρησε στο πάτωμα όταν είχε κλείσει η πόρτα, ενώ το άρωμα της κοπέλας του γαργαλούσε ακόμη τα ρουθούνια.
«Ωραία… μόνο την υπογραφή μου έβαλα…» σκέφτηκε καθώς γύρισε στον καθρέφτη κι έβλεπε απέναντι το σώμα του γυμνό να τον κοροϊδεύει.
«Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα παραγγείλω δείπνο, οπότε θα χω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου» καθησύχασε τον εαυτό του. Μπήκε στο μπάνιο και συνέχισε τον καλλωπισμό.
Την επομένη το μυαλό του στην Έκθεση στριφογύριζε στην κοπέλα του ρουμ σέρβις. Κατέστρωσε με προσοχή σχέδιο. Στις ασκήσεις επί χάρτου οι άνδρες δεν πιάνονται. Έκοψε τη βραδινή έξοδο με λιμασμένους επαρχιώτες συναδέλφους του που ήρθαν στην Αθήνα να το γλεντήσουν λίγο, με εκείνο το ένοχο ύφος «δεν έχω όρεξη» και καλά, «έχω ένα σφίξιμο στο στομάχι», που κανείς σοβαρός συνάδελφος όμως δεν σε πιστεύει, αντίθετα σου πετά «καλά εσύ θα χάσεις…» με σαφές υπονοούμενο. Δεν πολυνοιάζονταν όμως γιατί αυτός είχε σχέδιο και τι σχέδιο: «θα ρίξω την όμορφη γατούλα του ρουμ σέρβις στο κρεβάτι μου και όταν θα τους το πω δεν θα με πιστεύουν». Το ξανασκέφτηκε. Σιγά μη τους το λεγε κιόλας. Οι άνδρες είναι πιο κατίνες και κουτσομπόληδες από τις γυναίκες. Φασαρίες δεν ήθελε. Θα κανε τη δουλειά ήσυχα κι όμορφα. Θα γεύονταν το άρωμά της.
Φόρεσε καθαρό παντελόνι, καθαρό σώβρακο και ένα σιδερωμένο πουκάμισο που το άφησε ριχτό έξω από το παντελόνι. Σκόρπισε απλόχερα την αφτερ σειβ στο πρόσωπο, το στήθος και τις μασχάλες. Παράγγειλε από το μενού φιλέτο κοτόπουλο γεμιστό με λαχανικά και πράσινη σαλάτα με σως από γιαούρτι και λεμόνι.
«….κι ένα μπουκάλι δροσερό Σοβινιον Μπλαν, με δύο ποτήρια» επισήμανε στον μετρ του ξενοδοχείου. Άναψε τσιγάρο μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και περίμενε.
Το χτύπημα στην πόρτα αυτή τη φορά ήταν ευδιάκριτο. Είχε σε εγρήγορση όλες τις αισθήσεις τώρα. Άρπαξε το πόμολο της πόρτας και το στριφογύρισε. Το μάτι αμέσως έπεσε στο στήθος, στο καρτελάκι της καρδιάς που λαμπύριζε «Πελοπίδας». Έκανε σαστισμένος ένα βήμα πίσω και άφησε χώρο στο ρουμ σερβις με το καροτσάκι του. Ο «Πελοπίδας» γέρνοντας το ξερακιανό του σώμα πάνω από το καροτσάκι, το έσυρε μέχρι το τραπεζάκι του σαλονιού. Χωρίς να μιλάει απίθωσε τα πιάτα. Έριξε μια λευκή πετσέτα στον βραχίονα, πήρε με το άλλο χέρι το κρασί και άρχισε να γυροφέρνει τα μάτια του στο δωμάτιο λες και το βλεπε πρώτη του φορά. Κάποια στιγμή σταμάτησε το πήγαινε έλα των ματιών και στύλωσε τη φάτσα πάνω του. Ακόμη κρατούσε το πόμολο της πόρτας και την πόρτα ανοιχτή. Εκείνος κρυφογέλασε, του γύρισε την πλάτη, άνοιξε το κρασί και σέρβιρε στα δυο ποτήρια. Ύστερα ήρθε κοντά του με ένα χαμόγελο που έκανε όμως τη φάτσα του να φαίνεται περισσότερο ξινή
«Θα υπογράψετε κύριε;» του δωσε στυλό και μπλοκάκι. Υπέγραψε.
«Καλή σας όρεξη και καλά να περάσετε» τον χαιρέτισε καθώς το ένα του μάτι φάνηκε σα να πετάριζε πονηρά προς το μέρος της τουαλέτας. Έκλεισε πίσω του η πόρτα. Προχώρησε αργά μέχρι το στρωμένο τραπέζι του δείπνου του. Έπιασε το κολονάτο, το στριφογύρισε, έχωσε μέσα τη γαμψή μύτη και ύστερα έριξε μια γουλιά στο λαρύγγι .
«Μμμμμ υψηλή οξύτητα, δροσιά, μακρά επίγευση και υπέροχο άρωμα pipi de chat*. Κλασσικό Sauvignon Blanc !!!»
* * * * * * *


* pipi de chat: το χαρακτηριστικό για την ποικιλία Sauvignon Blanc, κάθε άλλο παρά δυσάρεστο, άρωμα των «ούρων της γάτας», που είναι διεθνώς γνωστό με αυτή την ονομασία. 

ΡΟΥΜΠΙΝΑ - Η γκεζερά της Αθωότητας

  Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από το e-shop των Εκδόσεων Ελκυστής, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  You can get the book from ...