Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ






Μέρες σκυφτές με κυβερνούν
δεν έχει χρώμα τούτο το δωμάτιο
τα χρόνια δίπλα μου περνούν
και με πιέζουν να ξοφλήσω το γραμμάτιο

Μάνα μου το γραμμάτιο που υπέγραψα
μου είπες είναι για καλό σου
μαύρισε το μελάνι στο  χαρτί
κι έσβησε  στο μολύβι το όνειρό σου

Μουτζουρωμένα όνειρα το γάλα που δεν ήπια,
η αγκαλιά που ξέχασα να δώσω,
τα ρούχα μου έραψα φανταχτερά, μα τρύπια
και τους χειμώνες μου παλεύω τώρα να μισθώσω

Μέρες σκυφτές με προσπερνούν
και μου χτυπάν  το τζάμι στο δωμάτιο
μάνα μου αν θέλεις δώσε μια ευχή
για να το σκίσω τούτο το γραμμάτιο.

* * * 
2017




Παρασκευή 4 Αυγούστου 2017

ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ






Από παντού με κυνηγούν πευκοβελόνες
χύνεται η θάλασσα στο αριστερό μου αυτί
οι βάρκες αναποδογυρίζουνε φύκια
γίνονται βαριές, δυσκίνητες χελώνες
τρων τους κολυμβητές
με τις πολύχρωμες ομπρέλες
τρων τις καρέκλες των παράκτιων καφενείων
κανείς δεν φεύγει, όλοι μαγεμένοι
ακούν μια ορχήστρα που φλέγεται στον ουρανό
κάποιος περνάει με μια τάβλα λουκουμάδες
στον ουρανίσκο ανοίγει μια αρχαία πληγή

Ξάφνου διακρίνω τον Ελύτη σε μια ψάθα
να γράφει το όνομά του σ΄ένα όστρακο
και τον ζωγράφο Παραλή
να βγαίνει από τη θάλασσα
μαζί με κάτι γερασμένα πεύκα
κι έναν ένστολο άγιο στον ορίζοντα
να σημαδεύει έναν άσπρο καρχαρία
κι αναρωτιέμαι πάλι... αν τάχα τότε...
ίσως να μην ... και αν όμως ... τι ...
και γιατί ... 

Κατερίνα Καριζώνη

(Συλλογή Σκοτεινός Χρόνος, Εκδ. Καστανιώτη) 

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΑ




Όταν δυο ηλεκτρόνια συναντηθούν
πάνω από το Αιγαίο
-καθώς ένα τραβάει για την Αμερική
και τ΄άλλο για Ασία -
ερωτεύονται και χωρίζουν

Ο χωρισμός θα τα τυραννάει
στους αιώνες

για το λίγο του έρωτα.

Αύγουστος 2017 

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΕΜΩΝ






Μετρώντας το μαύρο και το λευκό
εκείνων
που φίμωσαν τις ώρες στης σπασμένης
γέννας
με φονικό και λησμονιά.

Αφήσαμε τη νίκη ενέχυρο στα σπίτια των προγόνων.

Άδεια πλέον
τα σπίτια αυτά
αφημένα στη δόξα
του πρώτου ωμέγα
κι έπειτα
στα όψιμα χρόνια
του άλφα. 

Ακούγονται επίμονοι οι ήχοι
του σαρακοφαγωμένου χρόνου
επάνω στα κεραμίδια.

Από τότε, οι άνεμοι γεννούν
ρήματα μοιχείας
στο τίποτα της στέγης
και η στέγη
στο κουράγιο του ανέμου
φυσάει
γυμνό αιώνα.

Λαθρεμπόριο ανέμων, λοιπόν, 

στις αρχές του έτους, 
σε όσους καρτερούν το πρωινό φως
με ρημαγμένη τη βροχή, την πρώτη
του κατακλυσμού
κι ας είναι 
στη αγορά
η θάλασσα, 
το μπλε και η ομίχλη
πληθωριστικά ποιήματα
σε παλιωμένες κάμαρες
με παιδικά παιχνίδια.

Σάπιος βοριάς της Κυριακής
στην τολμηρή σιωπή 
της ποίησης. 

Με αυτούς και με αυτούς τους ανοίκειους
τρόπους
η γλώσσα ξεβράστηκε
σε χεριοποίητα χαρτιά
να μην τη βρει 

η λήθη
της ανθολογίας 
των συγγενών
που ήξεραν αδέρφια θείους
και ξαδέρφια του
πρόστυχου ανθολόγου.

Αντώνης Σκιαθάς

(Συλλογή ΕΥΓΕΝΙΑ Εκδ. Πικραμένος)




Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

ΑΦΥΤΟΣ




ανάμεσα σε δυο κόκκινες στέγες
το σιωπηλό πράσινο της συκιάς
διαλέγεται με τους κυματισμούς του γαλάζιου
ως τη θαμπή υπόνοια της μακρινής ακτής

ως το βάθος τ' ουρανού που ψηλαφούν οι υδρατμοί
ως τις αστραφτερές ζωντανές ανταύγειες
που βασιλεύουν κάτω απ' την επιφάνεια

λευκά πλεούμενα διασχίζουν το αόρατο φως
μαύρες σαϊτες διαγράφουν απροσδιόριστα σχήματα
πάνω από την επίκληση των δέντρων
πάνω από την πελεκημένη πέτρα
τρυφερή όπως το δέρμα και το άγγιγμα

στους λόφους αιωρούνται νότες
από τ' αρχαία έγχορδα της παραλίας
όπως φόρεμα πολύχρωμο που θροΐζει στο χόρτο

ένας ξένος μαθαίνει να συλλαβίζει τη γαλήνη
ένα παιδί απλώνει τα παιχνίδια του στο χώμα
οι απαντήσεις βρίσκονται όπως πάντα εδώ
και χαμογελούν με καλοσύνη
σε χιλιάδες μάταια ερωτήματα

Τόλης Νικηφόρου



(από τη συλλογή Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997)

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ



Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο και απρόσμενο
είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζιν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια, 
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
το δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν τα κλαδιά των δέντρων
τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι η βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.


IV



Όλοι οι ποιητές κουβαλούν
πάνω τους κάτι αιχμηρό.
Είτε μια παλιά καρφίτσα στη γραβάτα,
είτε μανικετόκουμπα ασημένια
που μπήγονται στη σάρκα,
ή κοχύλια μυτερά, ξυράφια,
σπασμένα μπουκάλια από αψέντι,
αλεξανδρινούς κονδυλοφόρους
ή σουγιάδες ναυτικούς
ή μία μόνο λέξη
όπως «λείπεις» ή «μάνα» ή «ποτέ».



ΙΧ



Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;






ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

Από τη Συλλογή «Η αποχώρησης της Λαίδης Κάπα» Εκδόσεις Ν.Πορεία 2004



ΑΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ





Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός


ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ 

Συλλογὴ «Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», 1999
Ἐπιμέλεια καὶ Ἀνθολόγηση Μαρία Ἰατροῦ.
Ἐκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Ἀθήνα 1999.


Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ







Κλείστηκαν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.
ήταν περαστικός στην πόλη της για επαγγελματικές υποχρεώσεις.
Άλλωστε από τη δουλειά γνωρίστηκαν.


Έσκυψε να τη φιλήσει και για λίγο σταμάτησε,
ασχολήθηκε με το πρόσωπό της.
Βρήκε έξοχα, καλοσχηματισμένα καθένα
από τα χαρακτηριστικά της, μάτια, μύτη, στόμα, τα πάντα-
κι ότι σαν σύνολο έδενα τέλεια μεταξύ τους.
Στον έρωτα έκλυτοι έγιναν,
πρόστυχα λόγια και κινήσεις.



Δεν ξεγελιόταν ότι ο άνδρας την ήθελε
για μια μόνο φορά,
τα ίχνη του θα χάνονταν.
Δεν μετάνοιωσε για τον έρωτα μαζί του,
υπήρχε τραχύτητα αλλά και ομορφιά,
η ζεστασιά του όταν έκρινε κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της
για να της δείξει πόσο ποθητή ήταν.



( ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ. "Ηδονή και εξουσία", εκδ. Μεταίχμιο)



Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017

ΠΤΕΡΟΕΝΤΑ





Ο μακελάρης ποιητής
βάλθηκε να σφάξει
ένα αηδόνι
για τους πεινασμένους

Μα, ως γνωστόν, οι ουρανοί
οικονομούν,
με μάννα
τα αδειανά στομάχια
τα γεμίζουν 

προς αποκατάστασιν
της τάξεως, της ηρεμίας
και της κοινωνικής ειρήνης

Ως εκ τούτου, αποκλείονται
αηδόνια, ποιητές και έτερα
πτερόεντα,
που διαφημίζουν
το άλικο
προς βρώσιν.  


Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

ΑΚΙΝΗΣΙΑ



Βυθίζομαι
σε μια θάλασσα
που την ξέχασαν
οι αγέρηδες

Ο,τι χειρότερο
να πνιγείς
σε μια θάλασσα
ξεχασμένη. 

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

ROBA VECCHIA




Κέρκυρα, γκέτο στα τέλη του 19ου αιώνα

Ο Εβραίος Γκαόν, σκυμμένος πάνω στα ραφτικά του, μαντάριζε το παντελόνι που αγόρασε από τον Έλληνα Σπυρέττο στη Σπηλιά. Τα γόνατα είχαν φθαρεί και το ύφασμα είχε χάσει τη συνοχή του. Μια κυρά, από τα καλά καντούνια, το είχε δωρίσει μαζί με μερικά πουκάμισα του άνδρα της στον φτωχό Σπυρέττο, κι εκείνος, με τη σειρά του, τα πούλησε στον Γκαόν. Με τα λεφτά που πήρε από ένα παντελόνι και τρια πουκάμισα, ξαναγόρασε το ίδιο παντελόνι από τον Γκαόν, του έμειναν δραχμές για να φάει λίγο φαγητό της προκοπής, έβαλε και στην άκρη. Έκανε δουλειές του ποδαριού στην πόλη, όταν δεν ζητιάνευε. Μερικές φορές πήγαινε και στο λιομάζεμα στα χωριά. Όταν θα έλιωνε κι αυτό το παντελόνι θα το πουλούσε πάλι στον Γκαόν, θα έτρωγε για μερικές μέρες κι εκείνος θα το μαντάριζε, θα του το ξαναπουλούσε και θα του έμεναν πάλι δραχμές για φαγητό και για κομπόδεμα.
Στη Ρόμπα Βέκκια* χτυπούσε η καρδιά μιας οικονομίας, όπου όλα τα μυαλά ήταν πολύτιμα και τίποτα δεν περίσσευε. Κανείς τους δεν γνώριζε γράμματα και όλοι ήταν επιστήμονες στην τέχνη της ζωής. Ο Γκαόν ίδρυσε μερικές μεγάλες τράπεζες και ο Σπυρέττος αλυσίδα καλών εστιατορίων.
Κάθε φυλή άλλωστε έχει τις δικές της εμμονές με ορισμένα επαγγέλματα.

* * *



Αθήνα, Χίλτον αρχές 21ου αιώνα
Ένας στυλιζαρισμένος κύριος, με φίνο κοστούμι, γραβάτα, εκλεπτυσμένους τρόπους και περισσή ευγένεια, μπήκε στο λόμπυ του ξενοδοχείου κρατώντας στο χέρι του έναν καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα. Τον ακολουθούσαν δημοσιογράφοι και συνεργεία τηλεόρασης. Τον υποδέχθηκε με εγκάρδια χειραψία ένας άλλος γραβατοφορεμένος και τον αποκάλεσε με οικειότητα: Πόλ. Ύστερα τον πήρε αγκαζέ και χάθηκαν στο βάθος του διαδρόμου, την ίδια ώρα που στην είσοδο του ξενοδοχείου πάρκαρε μια μαύρη μερσεντές. Από το πίσω κάθισμα βγήκε μια νεαρή κυρία, ντυμένη με σεμνό, συντηρητικό ταγιέρ και βλέμμα συνεσταλμένο, θάλεγε κανείς έως και φοβισμένο. Έριξε μερικές κλεφτές ματιές τριγύρω, απέφυγε τα συνεργεία της τηλεόρασης και χώθηκε βιαστικά στο λόμπυ, όπου την υποδέχθηκε μια άλλη κυρία που έφερε σχεδόν ίδια αμφίεση και την αποκάλεσε με οικειότητα: Ντέλια.
Ο Πολ και η Ντέλια συναντήθηκαν μετά από λίγο στο ρουφ γκάρντεν του ξενοδοχείου, για τον φόβο των παρείσακτων και των «κοριών», ήπιαν μια γουλιά από τις σαμπάνιες τους και ξεκίνησαν τη κουβέντα.
ΠΟΛ: Θα πρέπει να προχωρήσουν με ταχύτερους ρυθμούς οι ιδιωτικοποιήσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.
ΠΟΛ: Η μακροοικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι συνάρτηση του ρυθμού απεξάρτησης του κράτους από κάθε περιουσία που δεν του αποφέρει κέρδος και πλήρους συμμόρφωσής του  με τις μεταρρυθμίσεις
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ. Με τον κόσμο όμως τι θα κάνουμε;
ΠΟΛ: Οι Έλληνες είναι ιδιαίτερα απείθαρχος λαός και αγνοούν τους βασικούς κανόνες της σύγχρονης οικονομίας. Αν τους αφήσουμε ελεύθερους θα μας καβαλήσουν. Πρέπει να τους αλλάξουμε τον τρόπο σκέψης και ζωής.
ΝΤΕΛΙΑ: Συμφωνώ.  Οι εφημερίδες όμως λένε ότι τρώνε από τα σκουπίδια
ΠΟΛ: Είναι δυνατόν οι άνθρωποι να τρώνε από τα σκουπίδια;
ΝΤΕΛΙΑ: Όχι !!!
Τσούγκρισαν τα ποτήρια και έδωσαν ραντεβού για την καινούρια αξιολόγηση στο Χίλτον των Βρυξελλών.
Ο Πόλ και η Ντέλια δεν έχουν καμιά φιλοδοξία να ιδρύσουν τράπεζα, ούτε καν να ανοίξουν εστιατόριο. Σπούδασαν άλλωστε την οικονομική επιστήμη στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου.
Αρέσκονται να είναι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι στις εβραϊκές τράπεζες του Γκαόν, να τρώνε φουα γκρά στα καλά ελληνικά εστιατόρια του Σπυρέττου και να συζητάνε για οικονομία. 

* * * * * *

Σημείωση: Τα πρόσωπα και οι διάλογοι στις δυο ιστορίες, είναι προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι διαβολική σύμπτωση.

* Roba Vecchia: σκουπίδια, παλιά πράγματα. Περιοχή στο γκέτο των Εβραίων στην Κέρκυρα, όπου ήταν η αγορά των μεταχειρισμένων ρούχων κλπ. 

ΡΟΥΜΠΙΝΑ - Η γκεζερά της Αθωότητας

  Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από το e-shop των Εκδόσεων Ελκυστής, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  You can get the book from ...