Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

ΔΙΑΛΟΓΟΙ



- Τι έκανες σήμερα;
- Τίποτα…
- Πρέπει να πληρώσουμε το φροντιστήριο του μικρού.
- Να περιμένουν, όπως περιμένω κι εγώ
- Δεν θέλω να χρωστάω
- Ούτε κι εγώ, αλλά δεν έχω
Με την καθημερινή επανάληψη έσβησαν τα χαρακτηριστικά επικοινωνίας και διασώθηκαν μόνο τα τυπικά γνωρίσματα της έξωθεν καλής μαρτυρίας ακροβατούσης συμβίωσης.
- Χρωστάμε  πολλά;
- Τόσα όσα δικαιολογούν την αναπνοή μου
Στολίστηκε, φόρεσε ένα πουκάμισο που ο γιακάς έδειχνε πλέον τα σημάδια του χρόνου, έκρυψε τα μανίκια βαθιά στο σακάκι, έσιαξε το παρουσιαστικό του μπροστά στον καθρέφτη και ύστερα έγινε αόρατος μέσα στην πόλη.

* * * * *

- Την Κυριακή θα πάω για καφέ με τις φίλες μου
- ….
- Άκουσες;
- Ναι
- Τι είπα;
- Κάτι για τις φίλες σου
- …
Έβαλε τα πιάτα στο πλυντήριο και ύστερα μια κατσαρόλα στο μάτι. Εκείνος έβγαλε το κινητό από την τσέπη.
Sms: Την Κυριακή το πρωί σου ρχομαι … J
Sms: Πάλι πρωί;;; Δεν μπορώ … L
Πέταξε με δύναμη το κινητό στον απέναντι τοίχο. Εκείνη έσκυψε και μάζεψε τα κομμάτια του και τα πέταξε στον κάδο ανακύκλωσης.

* * * * *

- Σου έχω κάνει tag αμέτρητες φορές και ούτε ένα like
- Μωρό μου τι αξία έχει ένα like μπροστά στην αγάπη μας;
- Ε τότε πες μου σ΄αγαπώ
- Πώς ;;; ψέλισσε έντρομος.

* * * * *

- Πώς σου φαίνομαι; Έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό της για να δει το καινούριο της φόρεμα
- Καλή… σήκωσε το κεφάλι του από την εφημερίδα
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;
- Για την ηλικία σου καλή είσαι…  ξαναβούτηξε στην εφημερίδα
Απευθύνθηκε τότε στον καθρέφτη και απογοητευμένη δεν διέκρινε τίποτα στο γυαλί που να επιβεβαιώνει τον επιθετικό του προσδιορισμό.

* * * * *


- Θα χιονίσει;
- Έτσι είπανε στις ειδήσεις
- Πετρέλαιο έχουμε;
- Για κανα δυο μέρες
- Μετά τι θα κάνουμε;
- Σεξ !!!
Άνοιξε τη ντουλάπα και έβγαλε ένα ξεχασμένο ισοθερμικό μπουφάν από τα καλά τα χρόνια, τότε που πηγαίνανε για σκι στα Καλάβρυτα. Πήρε και έναν μάλλινο σκούφο και τα φόρεσε. Ύστερα άνοιξε το παράθυρο, μάζεψε μέσα τη γάτα και τον έστειλε να αγοράσει μια φτηνή σαμπάνια. 

* * * * *

- Τα παιδιά δεν τα βγάζουνε πέρα …
- Το ξέρω
- Η κόρη μας,  ζήτησε πάλι χρήματα …
- Πού καταντήσαμε !!! Να ταΐζουμε και τον γαμπρό …
- Τι να κάνει κι αυτός; Δεν βρίσκει δουλειά …
- Δώστο, το τελευταίο είναι … έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό πενηντάευρο. Στηρίχτηκε στο μπαστούνι και σηκώθηκε από την πολυθρόνα. Έκανε μερικά βήματα και μόλις ξεμούδιασε έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Ήταν γεμάτες καραμέλες και ζαχαρωτά.
* * * * *

- Ήρθε ένα χαρτί από την Εφορία για σένα
- Για μένα; Περίεργο. Τι να με θέλει  η Εφορία;
Άνοιξε τον φάκελο προσεκτικά και έβγαλε από μέσα τη διπλωμένη κόλλα. Διάβασε την επιστολή, την ξανάβαλε μέσα και τον πέταξε στα σκουπίδια.
- Τι λέει;
- Λέει να μην το λάβω υπόψιν αν είμαστε τακτοποιημένοι …
- Είμαστε; … τον πλησίασε ανήσυχη η γυναίκα
- Στη γλάστρα με τον ξεραμένο φίκο έχω κρυμμένα τα χρήματα για την κηδεία μας.
* * * * *
- Φοβάμαι …
- Τι φοβάσαι;
- Το αύριο !!! Τι θα κάνουμε;
Της χάιδεψε τα μαλλιά και την καθησύχασε
- O γείτονας σάλταρε επειδή φοβόταν το αύριο. Λέω να του κόψουμε την καλημέρα,  μην πάθουμε τα ίδια.

* * * * *
Στάθηκε δίπλα στο αυτοκίνητο με το αζαξ και το πανί. Του κανε νόημα να μην πλησιάσει το παρμπρίζ, αλλά εκείνος επέμενε. Τον κοίταζε βαθειά μέσα στα μάτια και το φανάρι δεν έλεγε να αλλάξει χρώμα. Κατέβασε τις ασφάλειες  για σιγουριά.  Τα μάτια του νεαρού συνέχισαν να τον πολιορκούν και να του λένε το ίδιο πράγμα. Το βλέμμα του σχεδόν λύγισε ώσπου … άναψε το πράσινο και έβαλε την πρώτη.

* * * * *

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΟΥ ΣΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL



Με φαντάσματα, σύμβολα κι ονειροδάνεια


Γράφει η Κατερίνα Καριζώνη //

Χριστόδουλος Λιντζερίνος «Τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια», διηγήματα, εκδόσεις ΑΝΑΤΥΠΟ, 2017

O Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, αν και γράφει εδώ και πολλά χρόνια. Μας συστήνεται με μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «τα χαρτόκουτα δεν έχουν φινιστρίνια» που περιλαμβάνει 33 διηγήματα, από τις καλαίσθητες εκδόσεις «ΑΝΑΤΥΠΟ» που εδρεύουν στη Θεσσαλονίκη. Ευρηματικός και παιγνιώδης, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου σε προδιαθέτει με χιούμορ, αλλά και πικρία για τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν. Εμμέσως παραπέμπει σε μια οδυνηρή πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχει ούτε τόπος, αλλά ούτε  ελπίδα για ταξίδια, θέτοντας υπαινικτικά και τα κοινωνικά προβλήματα που ταλανίζουν την σύγχρονη Ελλάδα. Ο συγγραφέας πλάθει τους πολυάριθμους ήρωες του με μαεστρία και έχει την ικανότητα να στήνει ιστορίες απ’ το πουθενά. Συχνά οι αφηγήσεις του ακουμπούν στο όνειρο και πετυχαίνουν μια σύζευξη με την άλλη τέχνη της γραφής, την ποίηση. Άλλοτε πάλι σαρκάζουν ευθέως την κοινωνική πραγματικότητα μέσα από έναν ωμό και ακραίο ρεαλισμό που συχνά εκπλήσσει. Ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος όμως προχωράει κι ένα βήμα πιο πέρα απ’ την απλή αφήγηση, στο χώρο του υπερρεαλισμού και του παραμυθιού. Μπολιάζει τις ιστορίες του με τις τεχνικές του παραδοσιακού παραμυθά, τις εμπλουτίζει με εντυπωσιακές εικόνες και περιγραφές, ενώ συχνά παίζει με αναχρονισμούς, όπως ακριβώς κάνουν τα παραμύθια. Θέματα όπως οι άγγελοι, τα φαντάσματα, τα ονειροδάνεια, η σκιά, ο βρόχος, η πρωτοχρονιά της Εύας κι άλλα κείμενα είναι βγαλμένα από έναν κόσμο μυθικό, γεμάτο συμβολισμούς και αλληγορίες, αλλά εξίσου σκληρό και αιχμηρό με τον πραγματικό, ενδεχομένως και πιο κραυγαλέο. Αυτός ο πολυσύνθετος τρόπος σκέψης και αφήγησης δείχνει τις ιδιαίτερες δεξιότητές του. Δεν είναι εύκολο να χειριστείς τον έντεχνο λόγο με τόσο διαφορετικές και καμιά φορά αντιφατικές τεχνικές. Ωστόσο ο συγγραφέας φαίνεται να τα καταφέρνει κι έτσι κινείται εξίσου καλά στο παραμύθι, στην ποίηση και στην πεζογραφία. Τα διηγήματά του έχουν συναίσθημα, χιούμορ και κλαυσίγελο και διαθέτουν πληθώρα θεμάτων και ηρώων. Η ιδιαίτερη σχέση του με την ύπαιθρο και τη φύση-μένει μόνιμα στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής- τον βοηθάει να εντρυφήσει σε λεπτομέρειες που για μας τους συγγραφείς του άστεως είναι άγνωστες και συναρπαστικές. Οι ιστορίες του προέρχονται απ’ τις μνήμες και τα προσωπικά του βιώματα, από τα παιδικά του χρόνια, ίσως και από τις μυστικές πληγές του. Στο συγκινητικό του διήγημα η κομπίνα, όπου ένα νεογέννητο το καταπίνει η αλωνιστική μηχανή, γράφει χαρακτηριστικά: «Ιούνης του 1970 και ήδη είχαν αρχίσει να εμφανίζονται καινούργια αυτοκίνητα από τη Σαλονίκη που μετέφεραν νέα προϊόντα, μάνικες και μοτεράκια άντλησης νερού για τους μπαξεβάνηδες της Φούρκας, τρακτέρ για τους γεωργούς της Φώκιας και της Βάλτας, σιδερένια βαρέλια για το λάδι των ελαιοπαραγωγών της Καλάνδρας. Εκείνη τη χρονιά έκανε την εμφάνισή του το θηρίο. Μια μηχανή αλλόκοτη με δυο μεγάλες ρόδες μπροστά και δυο αφύσικα μικρές πίσω της που κουβαλούσαν μια ανέμη η οποία έπιανε όλο το πλάτος του δρόμου και ανάγκαζε τους πάντες να παραμερίζουν στο διάβα της. Από πίσω της μια φυσούνα θεόρατη ξερνούσε κομμένο άχυρο. Ένα θηρίο που έτρωγε, κινούνταν και αφόδευε καλαμιές…. Το επιφώνημα του μπαξεβάνου ήταν αρκετό να τρομοκρατήσει τον Νικολή που έριξε μια ζεστή ματιά στο δρεπάνι αφήνοντας πίσω του το θηρίο να τρώει στάχυα. Η Λουλούδα του έδωσε ένα ποτήρι κρύο νερό από τη στάμνα που είχε αποθέσει στη ρίζα της αγκορτζιάς πλάι στο  ντροβά με το ψωμί, τις ελιές, τις ντομάτες, τα αλμυρά ψάρια…»
Αλλού πάλι ο συγγραφέας μας περιγράφει τη περιπέτεια του εξημερώματος ενός αλόγου: «Τώρα ο ξένος, δηλαδή ο γητευτής με τον Παναγή, δηλαδή το άλογο ξεκίνησαν ένα τρελό κυκλικό χορό. Το ποδοβολητό του σήκωνε αντάρα το χώμα κι εκείνος δεν άφηνε στιγμή τη θηλιά. Εκεί που τον άφηνε να ξεμακρύνει, εκεί έσφιγγε τη θηλιά και ζύγωνε στο κέντρο. Όσο περνούσε η ώρα τόσο ξεψυχούσε το ποδοβολητό του και η τρεχάλα, ώσπου ο Παναγής παραδόθηκε. Ο γητευτής τον πλησίασε, έβγαλε ένα λεπίδι από τη ζώνη του και η ψυχή μου πήγε στην Κούλουρη. Με μια κίνηση του έκοψε τη θηλιά. Του έπιασε τα μάγουλα και τον κοίταξε στα μάτια. Ύστερα γονάτισε μπροστά του. Το ζώο τότε λύγισε τα μπροστινά του πόδια και γονάτισε κι εκείνο». 
Τα θέματά του Χριστόδουλου Λιντζερίνου ωστόσο, δεν εξαντλούνται μόνο στα παιδικά χρόνια στην ύπαιθρο, αλλά αναφέρονται στην ενηλικίωσή του στη Θεσσαλονίκη, στη φοιτητική του ζωή του, στην τρέχουσα καθημερινότητα, στη Χαλκιδική και σε πολλά άλλα θέματα.

Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος
Χριστόδουλος Δ. Λιτζερίνος

Το στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει σ’ αυτό το βιβλίο είναι το μεγάλο απόθεμα ιστοριών που ο συγγραφέας φέρει μέσα του, κάτι που λείπει συχνά από τους ομοτέχνους του. Οι περισσότεροι πεζογράφοι σήμερα αγκομαχούν για να επινοήσουν και να αφηγηθούν μια καλή ιστορία και κυρίως να την επενδύσουν με συναίσθημα και να προκαλέσουν συγκίνηση. Στον Χριστόδουλο Λιντζερίνο οι ιστορίες προκύπτουν αβίαστα, φαίνεται να είναι ανεξάντλητες, αποκαλύπτονται με θαυμαστό τρόπο  -αδιάφορο αν είναι αληθινές ή φανταστικές- δεν σε κουράζουν με μακρόσυρτες περιγραφές κι  έχουν  πάντα  κάτι πρωτότυπο να πουν. Ο συγγραφέας γνωρίζει την οικονομία του λόγου και την χρησιμοποιεί με αυστηρότητα. Οι περισσότερες αφηγήσεις  του  είναι ολιγοσέλιδες, οι λέξεις μετρημένες και η γλώσσα άψογη. Έτσι σου κρατούν το ενδιαφέρον αμείωτο, κρύβουν εκπλήξεις και ανατροπές και  είναι δουλεμένες ως την τελευταία λεπτομέρεια.
Σημειώνω  επίσης το ερωτικό στοιχείο που υφέρπει επίμονα κάτω απ΄τα κείμενά του, σε κάποιες περιπτώσεις εκδηλώνεται έντονα και ενίοτε προκλητικά. Ο έρωτας είναι συστατικό στοιχείο της ζωής και της λογοτεχνίας και δεν θα μπορούσε να λείπει απ΄αυτό το βιβλίο. Πολλές φορές μάλιστα παρουσιάζεται ως ανατροπή και εκτροπή- ο έρωτας άλλωστε είναι ανατροπή και εκτροπή απ΄το εγώ- συχνά οδυνηρή, την οποία ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με χιούμορ με περισσή φαντασία.
Θα κατέληγα πως ο Χριστόδουλος Λιντζερίνος είναι  ένας νέος συγγραφέας που επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις για τον αναγνώστη και έχει μια αδιαμφισβήτητη ποιότητα και δυναμική στη λογοτεχνία. Περιμένουμε λοιπόν κι άλλες ιστορίες του κι άλλα ταξίδια στον θαυμαστό και συναρπαστικό κόσμο του και είμαστε σίγουροι για την απόλαυση και την υψηλή αισθητική που θα μας χαρίσει.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΓΚΟ


Μόλις τέλειωσε το εργόχειρο, το άπλωσε στα πόδια της και το καμάρωνε. Πάνω στις τρύπες του καμβά οι μουλινέδες απλώθηκαν και τον χρωμάτισαν με γαλάζια, πράσινα και καφέ μοτίβα. Ένα μαύρο ναυτικό καπέλο οριοθετούσε το ταβάνι του, ενώ μια καφέ πίπα έστελνε μηνύματα καπνού στο δωμάτιο. Στο βάθος του εργόχειρου αχνόφεγγε μια θάλασσα. Έβγαλε τα γυαλιά της και τα τοποθέτησε με προσοχή δίπλα στις βελόνες. Έτριψε ύστερα τα μάτια να σβήσει από πάνω τους τη χρωματική παλέτα του εργόχειρου. Η γάτα στη γωνιά του τζακιού γουργούριζε και τα κούτσουρα έτριζαν.

«Νικόλααα μου…»  φώναξε η γριά. Τίποτα. Η γάτα ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνέχισε το γουργουρητό της. Ξαναφώναξε το όνομά του. Πάλι τίποτα. Η Βγενιώ θυμήθηκε τότε να της λέει πριν λίγο, πως θα πήγαινε προς νερού του. Δεν άκουγε και καλά. Το μηχανοστάσιο του καραβιού τού είχε ανοίξει τρύπες στα τύμπανα και κάθε ήχος που έμπαινε μέσα, αμέσως χανόταν χωρίς γυρισμό για τον Νικόλα.

Ξανακάθισε στον καναπέ και βάλθηκε να κοιτάζει τώρα τις σπίθες στα κούτσουρα. Στριφογύριζαν για λίγο σαν μικρές φωτίτσες και ύστερα έσβηναν με μιας και χάνονταν. Σα να μην υπήρξαν ποτέ. Και ξανά πάλι απ΄την αρχή. Ένας παθιασμένος χορός από σπίθες. Έφερε στο μυαλό τα ταγκό που της χάριζε ο Νικόλας στη Λέσχη των αξιωματικών όταν γύριζε από τα μπάρκα του.

Να !!! Μια σπίθα, αγκαλιάζεται με μιαν άλλη και ξεκινούν τη ραμπόνα τους. Ύστερα μια σεντάδα και μετά η τιχέρα. Να !!! Η σαλίδα σβήνει τις σπίθες που έκαιγαν τόση ώρα τα σώματα και ξεψυχά εκείνη στην αγκαλιά του, κοιτώντας τον επίμονα στα μάτια, για να πάρει αυτό που της έλειψε τόσους μήνες και να χαμογελάσει το χείλι της με ένα  «Σ’ αγαπώ»

«Βγενιώωω μου…» άνοιγε τα χέρια του κι εκείνη έτρεχε στην αγκαλιά του, ενώ ο Κωστής και η Θάλεια δεν κρατιόταν. Ψαχούλευαν τις βαλίτσες και τις σακούλες με τα δώρα. Τη φιλούσε στο στόμα. Αφηνόταν στο φιλί του. Τα μάτια του πρόδιδαν στη Βγενιώ αυτό που κάθε φορά συγχωρνούσε ο ερχομός στο σπίτι. Ο γυρισμός που συγχωρνάει και ενώνει είναι πιο δυνατός από τον μεγαλύτερο έρωτα της γης και της θάλασσας. Μετά από λίγο τα μάτια τους γίνονταν λίμνη ακύμαντη, ύστερα χορός, αγκαλιές, χαρά και ξανά θάλασσα θυμωμένη, στο κατευόδιο και στο κούνημα του χεριού. Πολλές φορές επαναλήφθηκε η ίδια εικόνα στη ζωή της, ώσπου χάθηκαν από το κάδρο ο Κωστής και η Θάλεια σε άλλα σπίτια και έμειναν μόνοι. Τώρα όμως ήταν συνέχεια μαζί.

Ξεκλείδωσε το εργόχειρο από το τελάρο και με τα μάτια έψαξε τους τοίχους να προβάρει το μέρος που θα το κρεμούσε. Κατέληξε ότι πρέπει να βάλει τον γέρο ναυτικό με την πίπα του πάνω από το τζάκι. Μια ωραία ξύλινη κορνίζα σε χρώμα καφέ – ναι καφέ κορνίζα να βάλω μονολόγησε – θα ταίριαζε με το καφέ τζακόξυλο. Η γριά ανασηκώθηκε και στήριξε αυτή τη φορά τα στραβοπόδαρά της. Έκαμε ένα βήμα και πλησίασε στο τζάκι. Η γάτα ξεβολεύτηκε από τη θέση της και πήδηξε στον καναπέ. Στη ζεστή μεριά που καθόταν η Βγενιώ. Κοίταξε προς την τουαλέτα.

«Νικόλααα μου…» αμέσως όμως  το μετάνιωσε

Δεν ακούει ο Νικόλας μου… μονολόγησε και τράβηξε το σκαμνάκι στη μέση του τζακιού. Μέτρησε με τα μάτια το ύψος και σκάλωσε τα χέρια της στο τζακόξυλο. Έριξε το ένα πόδι με δυσκολία στο σκαμνί, ανασηκώθηκε λίγο, ύστερα το άλλο. Στεκόταν τώρα όρθια στο σκαμνί και κεντράριζε τον τοίχο, ενώ στη βάση του, κοντά στα πλακάκια, τα ξύλα ζορίζονταν να κρατήσουν την αξιοπρέπειά τους. Ακουμπούσε τον γέρο ναυτικό στον τοίχο και πρόβαρε τη θέση του, όταν ένα από τα ξύλα αποφάσιζε να ατιμάσει τον μάστορα που το πελέκησε.

«Νικόλααα μου…» φώναξε με όση δύναμη είχε, την ώρα που υποχωρούσε ένα από τα τέσσερα ξύλα του σκαμνιού και το κορμί της έγερνε στο κενό. Το μάρμαρο, ζεστό από τον  χορό της φωτιάς, φύλαξε το αίμα που κύλησε από το μέτωπό της. Ο γέρο ναυτικός, έκανε έναν αέρινο στροβιλισμό και ύστερα την ακολούθησε στο κατόπι Της σφούγγισε απαλά το μέτωπο. Οι μουλινέδες κοκκίνισαν. Τρόμαξε η γάτα και στριμώχτηκε στην μαξιλάρα του καναπέ.

Η Βγενιώ αεράτη, έτρεξε σβέλτα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξε την ντουλάπα και έβγαλε το μαύρο τάγκο ντρες φόρεμά της, εκείνο που φόραγε στις λέσχες με τον Νικόλα και άφηνε όλη της την πλάτη γυμνή στα μάτια των ανδρών. Το φόρεσε. Έβαλε κραγιόν στα χείλη και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Μια κόκκινη στάμπα στο μέτωπο έμοιαζε με λουλούδι που έρρεε φως και χρωμάτιζε με ρουζ τα μάγουλά της. Έσκυψε, φόρεσε τις ψηλοτάκουνες γόβες και μπήκε στην τουαλέτα.

«Νικόλααα μου…» φώναξε χαρούμενη,

«… πάμε να χορέψουμε  ένα ταγκό…» 

Εκείνος ξαπλωμένος, ανάσκελα, στα πλακάκια του μπάνιου την άκουσε.

 

* * * * * *

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ



Έχτισαν τις εκκλησιές με τρούλους
και κεραμίδια ψημένα στον ήλιο

Με κοτρόνια και βότσαλα
έντυσαν τα δάκρυα
κι ύστερα τα ριξαν στη θάλασσα
να δοξάσουν το μπλε

Το ψωμί τους ζύμωσαν
με το αίμα των αηδονιών, των γλάρων, των αητών
και το απίθωσαν στην πέτρα
να αναπνεύσει θυμάρι

Δοξασμένο το όνομά Του
στους αιώνες
και στις ξερολιθιές με τις σαύρες
που αγναντεύουν το μεσημέρι
να βουλιάζει στην κάψα
με την απορία χαραγμένη στα μάτια

Δοξασμένο το όνομά Του
στα λευκά πεζούλια
και στις κουκουναριές της ποίησης
που αγκαλιάζουν τη σπίθα
να την κάνουν φωτιά

Ένα γυαλί  νερό
μια γλάστρα
ένα καΐκι να οργώσει τη στέρφα γη
ένα στημόνι
να υφάνει τους κάμπους με χρώματα
τώρα ζητάω.

Δοξασμένο το όνομά Του.  






Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ



ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ αΝΑΤΥΠΟ
Η ΣΥΛΛΟΔΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ ΜΟΥ

"ΤΑ ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ"

Στα βιβλιοπωλεία

Σάββατο 27 Αυγούστου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ: Η ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΑΘΩΩΝ


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το καινούριο μυθιστόρημα της Κατερίνας Καριζώνη, Η Πόλη των Αθώων. Ένα ακόμη μυθιστόρημα της πεζογράφου από αυτά που καθιερώθηκε να αποκαλούμε «ιστορικά μυθιστορήματα» κοσμεί την ελληνική πεζογραφία. Ρακοσυλλέκτρια της ιστορικής επιστήμης η Κατερίνα Καριζώνη, ακόμη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα, καθώς, για πρώτη φορά στο συγγραφικό της έργο, ακουμπά πάνω στο προσωπικό βίωμα τρίτων προσώπων, τα οποία δεν θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε «ιστορικά» με την έννοια που τα βαφτίζει η Ιστορία ως αποτύπωμα μνήμης για τις επόμενες γενιές, και πάνω σε αυτό πλέκει τη μυθοπλασία, χωρίς να παρεκκλίνει από την «ιστορική ατμόσφαιρα».
Οι χαρακτήρες του έργου είναι άνθρωποι που δεν ευτύχησαν να δουν το όνομά τους γραμμένο στις σελίδες της Ιστορίας, διότι επέλεξαν τον μοναχικό δρόμο της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα, για ένα ιδανικό ή για μια ιδέα. Η αθωότητα, το βασικό στοιχείο γύρω από το οποίο πλέκεται η ιστόρηση των γεγονότων με άξονα τους πυλώνες Πατρίδα και Ελευθερία. Άνθρωποι λοιπόν αθώα ανυποψίαστοι για τις ορέξεις της Ιστορίας, η οποία διαγράφει τις μοίρες τους κατά πως βούλονται άλλοι.
Χαρακτήρες τραγικοί, πραγματικοί ήρωες, χωρίς το πανηγυρικό περιτύλιγμα της φανφάρας, των παρασήμων της μάχης και των μνημοσύνων. Άνθρωποι που δρούσαν με ψευδώνυμα χωρίς να γνωρίζουν την αληθινή ταυτότητα του συναγωνιστή, του συντρόφου δίπλα τους. Όλα αυτά μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον πολέμου, στη Θεσσαλονίκη της κατοχής και την πείνας, όπου ο έρωτας και η ζωή βρίσκουν χαραμάδες να ξεφυτρώσουν, να βλαστήσουν και στο τέλος να ζήσουν για να διηγηθούν τη μνήμη.
Ο Άρης, νεαρός φοιτητής της Νομικής, γνωρίζει πως το χρέος του είναι να πολεμήσει τον φασισμό, χωρίς να προσδοκά τίποτα άλλο πέρα από την ελευθερία. Χαρακτήρας πραγματικός, ο οποίος στα χέρια της συγγραφέως ξεδιπλώνει το κύριο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του: την αθωότητα. Το ίδιο και οι υπόλοιποι απλοί άνθρωποι της ιστορίας της. Θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το μυθιστόρημα της Καριζώνη ως έναν ύμνο προς τους αγνούς ανθρώπους που έσταξαν λίγο από το αίμα τους στο μίγμα της μελάνης της Ιστορίας, για να γραφτούν ολάκερα βιβλία με φανταχτερά ονόματα. Η Ιστορία δεν τους ξέχασε, απλά σεβάστηκε τη σεμνότητα και την αθωότητα αυτών των ανθρώπων, των πολλών, που δεν θέλησαν ούτε τιμές, ούτε αναγνωρίσεις. Δεν υποψιάζονταν άλλωστε τι θα επακολουθούσε, ούτε ότι θα ζούσαν να δουν να τσακίζονται τα οράματα για τα οποία αγωνίστηκαν.
Σε αντιδιαστολή με κείνη την Πόλη των Αθώων, σήμερα όσο και να ψάξουμε, θα δυσκολευτούμε να βρούμε μια τέτοια πόλη, ικανή  συνθήκη και σπίθα, να συνθέσει ξανά εκείνο το σκηνικό, διότι η αθωότητα δεν είναι μια απλή έλλειψη ενοχής για οποιοδήποτε έγκλημα ή αδικία, ή μια άγνοια, αλλά μεγαλείο ψυχής  και δώσιμο χωρίς αντάλλαγμα, όπως πολύ σοφά ο Μπλέηκ γράφει στα Τραγούδια της Αθωότητας και Τα Τραγούδια της Πείρας
«Μπορώ να δω τον διπλανό μου
Να κλαίει και να μη λυπηθώ;
Μπορώ να δω άλλον θλιμμένο
Και να μην συμπαρασταθώ;
……
Κάθε φορά που κλαίς για κάποιον
Σε βάζει ο καλός Θεός
Και όταν δακρύζεις δάκρυ άλλου
Σε οδηγεί ο Δημιουργός…»
Η οικονομική κρίση που μας ταλανίζει, ίσως γεννήσει ξανά αθώους ανθρώπους που θα δακρύσουν για το δάκρυ του άλλου. Το έχουμε ανάγκη.
Μέσα στην ιστορία της η Καριζώνη τοποθετεί μια ακόμη παράλληλη ιστορία. Μια ιστορία που διαδραματίζεται στο Άγιον Όρος και στον αγώνα κάποιον άλλων ανθρώπων να σώσουν την πολιτιστική μας κληρονομιά που κινδυνεύει από τη Γερμανική λαίλαπα. Οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Άνθρωποι αφιερωμένοι στον Θεό που κουβαλούν το τεκμήριο της αθωότητας και της αγιότητας, αλλά και το βάρος της παρακαταθήκης των κειμηλίων ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ως πραγματική ερευνήτρια της Ιστορίας η Καριζώνη δεν ξεφεύγει από το Ιστορικό γίγνεσθαι και ακολουθεί πιστά τις πηγές. Στο Βερολίνο πραγματικά είχε καταστρωθεί ένα σχέδιο αρπαγής των θησαυρών του Αγίου Όρους από τη Γερμανική Υπηρεσία Einsatzstab Reinchsleiter Rosenberg die besetzten Gebiete, όπως αργότερα παραδέχτηκε και ο ίδιος ο Μέρτενς, προϊστάμενος της Γενικής Διοικήσεως Μακεδονίας, στις φυλακές Αβέρωφ όπου κρατείτο ως εγκληματίας πολέμου.
Ο αγώνας εδώ πήρε τη μορφή ευέλικτης διπλωματίας των μοναχών, η οποία μάλιστα παρεξηγήθηκε από κάποιους επιδερμικούς ερευνητές της Ιστορίας στις μέρες μας. Η Καριζώνη όμως τοποθετεί τα γεγονότα στην πραγματική τους ιστορική διάσταση, χωρίς να κουράζει με περιττές ιστορικές αναφορές και χωρίς να κρίνει τη μέθοδο που ακολούθησαν οι μοναχοί, η οποία τελικά μάλλον απέδωσε, όπως και τα όπλα. Η αναζήτηση του Αγίου Δισκοπότηρου από τον Γερμανό καθηγητή Φράντς Ντέγκλερ έχει τη δική της ξεχωριστή συμβολική διάσταση στο έργο που καθηλώνει τον αναγνώστη και συμπορεύεται με την Ιστορική αλήθεια. Η συγγραφέας με αριστοτεχνικό τρόπο παντρεύει το γήινο με το μεταφυσικό για να μη ξεφύγει από την ιστορική αλήθεια. Το αποτέλεσμα υπέροχο στις σελίδες του έργου.
Ο λόγος της Κατερίνας Καριζώνη για μια ακόμη φορά λιτός, λακωνικός, κινείται υπέροχα στις παρυφές του ποιητικού λόγου και μετουσιώνεται αρκετές φορές στις σελίδες σε πραγματική ποίηση χωρίς να μπορεί να κρύψει τις ποιητικές της καταβολές. Ένα βιβλίο που δεν κουράζει τον αναγνώστη, αντίθετα τον παρακινεί να συνεχίσει για να μάθει. Να μάθει τα ψιλά γραμματάκια που η Ιστορία αφήνει ψίχουλα στην άκρη του τραπεζομάντιλου. Η Κατερίνα Καριζώνη τα μάζεψε ένα ένα και μας τα πρόσφερε στο καινούριο της μυθιστόρημα. Αξίζει να το διαβάσετε.
Καλή ανάγνωση

Χριστόδουλος Λιτζερίνος  

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

TO KOKKINO

Με τον δείκτη στρίμωξε τα ρινίσματα του καπνού που περίσσεψαν από το τσιγάρο και με προσεκτικές κινήσεις τα ριξε στο σταχτοδοχείο. Στο τέλος δεν υπήρχε ίχνος καπνού στο τραπεζάκι του ξενοδοχείου, παρόλα αυτά επέμενε στην τελετουργία, σα να ξέχασε ότι υπήρχε κι άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο. Πήρε εκείνη βιαστικά τη φούστα της από την καρέκλα και τον κοίταξε με απορία. Συνέχιζε να πιέζει με τον δείκτη στο ξύλο τα αόρατα ρινίσματα, χωρίς να μιλά και χωρίς να την κοιτά. Τράβηξε τότε εκείνη τις βαριές κουρτίνες και ένα σκληρό φως όρμησε, καταλαμβάνοντας αδιάκριτα κάθε σπιθαμή του χώρου. Το φως χαράκωσε την κυτταρίτιδα στους γοφούς της, καθώς στρίμωχνε τη στενή φούστα για να τη κουμπώσει, ύστερα κόλλησε πάνω στα αυλάκια του προσώπου και στους κιρσούς των ποδιών της. Ξάπλωσε με αναίδεια στα τσαλακωμένα σεντόνια και έφτασε μέχρι τη χαλασμένη βρύση του νιπτήρα  με το εκνευριστικό της τικ τακ. Χιλιάδες μικροσκοπικά χρώματα έβαψαν τη σκόνη που αιωρούνταν και τις λερωμένες ταπετσαρίες. Πριν μπουκάρει το φως, δεν είχε δει ούτε ακούσει τίποτα απ΄όλα αυτά. Η γυναίκα ταχτοποίησε το πουκάμισο και έσκυψε μπροστά στον καθρέφτη να σιάξει το είδωλο, αδιαφορώντας για το φως. Κάποιοι ήχοι από τον φωταγωγό βρήκαν ευκαιρία να τρυπώσουν και να στριμωχτούν ανάμεσα στις φωτεινές ριπές, αναστατώνοντας την ησυχία.
«Αυτός είναι καβαλάρης…» είπε εκείνη με νόημα κι αμέσως σταμάτησε το παιχνίδι με τον δείκτη του. Δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει, μόνο πρόσθεσε κόκκινο στα χείλη και με μια βούρτσα έβαλε σε τάξη τις τρίχες που στασίασαν πριν λίγο στο κρεβάτι. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε το παράθυρο. Ύστερα κοίταξε τη γυναίκα που δάγκωνε τα χείλη της μπροστά στον καθρέφτη, να γίνει πιο κόκκινο το κόκκινο. Με δυο βήματα πλησίασε τις κουρτίνες και τις τράβηξε με δύναμη. Το φως πήδηξε στον φωταγωγό τρομαγμένο και ο καλός καβαλάρης μετάνιωσε για την αυθάδειά του. Η κυτταρίτιδα, οι ρυτίδες και οι κιρσοί, λαβωμένοι ξεψύχησαν. Την πλησίασε αθόρυβα.
«Δεν βλέπω…» πρόλαβε και είπε η γυναίκα, προτού την ξαπλώσει ανάσκελα στο κρεβάτι. Η κουρτίνα μαχαίρωσε τα ονόματα των χρωμάτων. Μόνο το κόκκινο επέζησε.  

* * * *

ΜΝΗΜΗ





Τις ρότες των μεγάλων καραβιών
ακολούθησες, καβάλα  στο κύμα
Πρυμναία  λευκά νερά
χαρακώνουν  τη μνήμη
τώρα που ανήμπορος
παρακολουθείς τους γλάρους
να τσιμπολογούν το ταξίδι
κρώζοντας
Ελευθερία.




Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Αγόρασε από τον γύφτο ένα καρπούζι και ένα πεπόνι και μου τα δωσε να τα πάω στη μάνα. Το πεπόνι μικρό όπως ήταν, βολεύτηκε στην αριστερή μου μασχάλη. Το καρπούζι με ζόριζε να το βολέψω. Ο Αύγουστος είχε μπει για τα καλά και η δεκαετία του εβδομήντα έσβηνε την οργή της μέσα στη φασαρία των τζιτζικιών. Δεν είχα ιδέα από δεκαετίες, παρά μόνο από τζιτζίκια. Στη σκιά του πλάτανου οι άνδρες δροσίζονταν και παρακολουθούσαν την αγωνία μου να μεταφέρω τα φρούτα σώα και αβλαβή στο σπίτι. Ένας γέρος πετάχτηκε και φώναξε
«Γιατί δεν κάνς μπάλα το καρπούζ  να το πας κλωτσώντας σπίτ;»
Η πρόταση καρφώθηκε στο παιδικό μυαλό ως  φανταστική ιδέα που θα μαλάκωνε σίγουρα το μαρτύριο. Το ποδόσφαιρο το είχα στα πόδια. Λίγο βαρύτερη ήταν η καινούρια μπάλα, αλλά δε βαριέσαι. Έσκυψα προσεκτικά και έστησα τη «μπάλα» στη μέση του δρόμου, μπροστά στα γυμνά δάχτυλα του δεξιού ποδιού. Στερέωσα ύστερα καλά το πεπόνι στην αριστερή μασχάλη και ετοιμάστηκα, σαν μπαλαδόρος, να δώσω το εναρκτήριο λάκτισμα, ενώ το κοινό στις καρέκλες παρακολουθούσε με αγωνία. Όταν παίζαμε μπάλα στο χοροστάσι, κανένας μεγάλος δεν ενδιαφερόταν να μας δει και σήμερα δεν έβγαζαν τσιμουδιά, μέχρι που ακούστηκε πρώτα ένα «κράκ» και μετά ένα «ωχ», τη στιγμή ακριβώς που τα γυμνά δάχτυλα ακουμπούσαν τη «μπάλα». Δεν κουνήθηκε σχεδόν καθόλου εκείνη, ενώ εγώ άρχισα το κουτσό. Ταυτόχρονα προσπαθούσα να συγκρατήσω στη μασχάλη το πεπόνι. Μια άγρια χαρά ξεχύθηκε από τις «κερκίδες» του καφενείου, φτιασιδωμένη με χειροκροτήματα και κοροϊδευτικά χάχανα. Έτσι μάλλον γίνεται στα μεγάλα γήπεδα, σκέφτηκα και αμέσως σταμάτησα το κουτσό. Άλλαξα τακτική και πήρα βαθιές ανάσες. Γύρισα το κεφάλι και κοίταξα τους «φιλάθλους». Είχαν ησυχάσει πάλι, περιμένοντας τη νέα προσπάθειά μου να πετύχω το αναθεματισμένο γκολ. Σε μια απειροελάχιστη στιγμή του χρόνου, αφουγκράστηκα ότι και τα τζιτζίκια είχαν κάνει ομαδική παύση του τραγουδιού τους στο πλατάνι. Αυτό μου έδωσε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση να συνεχίσω την προσπάθεια. Ήταν σίγουρο πια ότι πέρα από τους μεγάλους στις καρέκλες και τα τζιτζίκια στο δέντρο παρακολουθούσαν τον αγώνα μου με ενδιαφέρον. Το λάκτισμα θα γινόταν αυτή τη φορά με την πατούσα, για περισσότερη σιγουριά, αλλά και γιατί το μεγάλο δάχτυλο πονούσε.
«Έξυπνη τρίπλα, θα βουλώσω στόματα» σκέφτηκα και έδωσα μια με το δεξί. Η τσουρουφλισμένη πατούσα ένοιωσε το δροσιά του καρπουζιού, τα μάτια μου καρφώθηκαν στην κίνησή του και η καρδιά μου ανακουφισμένη αφέθηκε στη χαρά της αθωότητας. Το καρπούζι στη μέση του ασφάλτινου δρόμου τσουλούσε υπέροχα ελλειπτικά. Οι ρίγες του ζωγράφιζαν καλειδοσκοπικά σχήματα που έπαιζαν με τις κόρες των ματιών παιχνίδια φαντασίας. Καμμιά φωνή, κανένα επιφώνημα πίσω μου, καμμιά τζιτζικίσια χασμωδία. Ένα χαλικάκι μόνο στη μέση του δρόμου περίμενε υπομονετικά, εκεί που το άφησε η ρόδα κάποιου αυτοκινήτου. Το σκηνικό τριγύρω μου σήμερα ήταν στημένο κατά πως όρισε ένας αόρατος σκηνοθέτης και καθένας, στον χρόνο του, θα έπαιζε κι έναν ρόλο. Οι άνδρες θα χειροκροτούσαν το γκόλ, τα τζιτζίκια θα τραγουδούσαν τη νίκη, εγώ θα σήκωνα το χέρι και θα πανηγύριζα, ενώ το ύπουλο χαλίκι περίμενε μονάχο.
Ένα κούφιο κράου ακούστηκε και το καλειδοσκόπιο σταμάτησε τους στροβιλισμούς, ακριβώς στο σημείο που περίμενε το ύπουλο χαλίκι. Το καρπούζι άνοιξε στα δυό και αφού τα ημισφαίρια ταλαντεύτηκαν για λίγο, ισορρόπησαν στη μέση του δρόμου. Ο χρόνος πήρε θέση και καθένας έπαιξε τον ρόλο του. Οι άνδρες άρχισαν τα γέλια και τα πειράγματα ενώ τα τζιτζίκια ξεκίνησαν, όλα μαζί, το γλέντι. Έσκυψα δειλά πάνω από τις δυο φέτες και κοίταξα καλύτερα τα μέσα του. Μικροί μικροί ξεθωριασμένοι σπόροι, σε γεωμετρική διάταξη,  αυλάκωναν την κάτασπρη σάρκα. Σήκωσα το δεξί χέρι ψηλά και γύρισα το κεφάλι στην παρέα των γερόντων, οι οποίοι ακόμη χαχάνιζαν. Φώναξα  δυνατά για να με ακούσουν.
«Μάπα το καρπούζ !!!!!»

* * * * *

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Το Ζήτα και το Θήτα

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να ρουφήξω
τα νερά
Βάζω το Άλφα και το Βήτα
μετά το Ζήτα και το Θήτα
μακριά

Η αγάπη όμως παντομίμα
μοιάζει λεπτή κλωστή και νήμα
που χαρακώνει την καρδιά
Μόλις το φως της δυναμώνει
τότε το Θήτα το θολώνει
παιδιά χορεύουν με το Ζήτα
αγκαλιά.

Είναι η αγάπη οργή και γέλιο
παράθυρο στη μοναξιά
παπάς που λέει το βαγγέλιο
κι ο ουρανός χαμογελά

Εκεί που τρέχει το ποτάμι
για να ξεφύγει απ΄το πλοκάμι
βάζω στιχάκια να τσακώσω
τη χαρά
Βάζω μετά ό,τι έχω ζήσει
απ΄της ζωής μου το μεθύσι 
στη σειρά
και βγαίνουν όλα ένα ένα
μικρά, μεγάλα, τιποτένια
στρατιωτάκια αντικριστά. 

ΡΟΥΜΠΙΝΑ - Η γκεζερά της Αθωότητας

  Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από το e-shop των Εκδόσεων Ελκυστής, κάνοντας κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  You can get the book from ...