Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

ΤΑ ΠΕΥΚΑ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ ΔΕΝ ΚΑΗΚΑΝ


   
   
Θα πρέπει να πήγαινα στην πρώτη δημοτικού όταν ο πατέρας μου διάλεξε τους ρητινοφόρους αγωγούς των πεύκων από τους πετρελαιοφόρους αγωγούς του διυλιστηρίου της Εσσο Πάπας, για να μας θρέψει. Το δάσος στα μάτια του μικρού παιδιού απόκτησε υπερφυσική διάσταση, θα έλεγα εχθρική, αφού η επιλογή του πατέρα είχε ως αποτέλεσμα να χάσω τα δώρα που μας έφερνε ένας παράξενος κύριος από τη Θεσσαλονίκη κάθε φορά που μας επισκεπτόταν (τετράδια και μολύβια πολύχρωμα, γόμες, παιχνίδια), προκειμένου να τον πείσει να προτιμήσει τους πετρελαιοφόρους αγωγούς του εργοστασίου. Δεμένος με τη γη και το μεροκάματο προτίμησε τα πεύκα.
   Την πρώτη φορά που τον είδα να έρχεται από το δάσος τρόμαξα. Ήταν βρώμικος, τα ρούχα γεμάτα τρύπες και το δέρμα του καμένο. Η μάνα μου του έβαζε αλοιφές στις πληγές κι εκείνος πονούσε. Το θειϊκό οξύ της πάστας του πελεκήματος, τρυπούσε τα μάλλινα ρούχα που φορούσε κατακαλόκαιρο, και άφηνε πληγές ανοιχτές στο σώμα του. Το δάσος φαινόταν ότι τον τυραννούσε. Η προοπτική του διυλιστηρίου έμοιαζε να είναι η καλύτερη επιλογή. Ο ίδιος όμως δεν βαρυγκομούσε για την απόφασή του.
   Όσο περνούσε ο καιρός μισούσα το δάσος. Ήθελα να μην υπήρχε ποτέ, να είχαμε ένα ωραίο διαμέρισμα στη Θεσσαλονίκη, να δούλευε τη βάρδια του, να μας πήγαινε μετά τη δουλειά στο λούνα πάρκ, τις Κυριακές βόλτα στον Λευκό Πύργο, να τρώγαμε λευκό ψωμί από τον φούρναρη και όχι καρβέλια εβδομάδας από την πινακωτή μας, που μούχλιαζαν στο μπαούλο και τα ξύναμε να φύγει η μούχλα. Η παιδική περιέργεια όμως με έτρωγε. Ήθελα να γνωρίσω το θεριό που μου στέρησε τη Θεσσαλονίκη, να δω τους κρυμμένους δράκους που τρυπάνε τα παντελόνια του μπαμπά και καίνε τα γόνατά του. Να δω γιατί κολλούσαν τα χέρια του όταν με αγκάλιαζε.
   Ένα πρωί με πήρε μαζί του. Στη ζώνη του είχε κρεμασμένο, στη μια μεριά, ένα παράξενο  τσεκούρι με γυριστή λεπίδα, στην άλλη, ένα παγούρι που απαγορευόταν να αγγίξω, γιατί δεν είχε νερό αλλά οξύ. Δεν ήξερα τι ήταν. Το παγούρι με το νερό κρεμόταν στο σαμάρι του γαϊδάρου. Στην πλάτη του κρεμασμένη μια στενή ξύλινη σκάλα. Μπήκε αυτός μπροστά κι εγώ έπρεπε να τον ακολουθώ πατώντας στα σημεία που πάτησε εκείνος, χωρίς καμία παρέκκλιση. Στα χείλη του κρέμασε ένα αναμμένο τσιγάρο.
Μπήκαμε μέσα στα σωθικά του θεριού. Μια απέραντη γαλήνη κυριαρχούσε απ΄άκρη σ΄άκρη που με τρόμαξε. Ήμουν σίγουρος πως κάπου εκεί κρυβόταν ο μοχθηρός δράκος που έκαιγε τα γονατά του. Ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να εμφανιζόταν μπροστά μας. Ο πατέρας μου όμως είχε το παράξενο τσεκούρι και το παράξενο παγούρι και θα τον πολεμούσε μ΄αυτά τα όπλα. Μπροστά μου θωρούσα τώρα τις πλάτες ενός πολεμιστή που δεν φοβόταν τίποτα. Μετά από μερικά βήματα σταμάτησε απότομα. Έβγαλε από το στόμα του το τσιγάρο, έφτυσε την παλάμη του και έσβησε στο κέντρο της παλάμης την κάφτρα. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ο πολεμιστής έγινε στα μάτια μου τώρα Ινδός φακίρης που σβήνει φωτιές πάνω στο σώμα του. Γύρισε, με κοίταξε και μου είπε χαμογελαστός.
-Ποτέ να μη πετάξεις τσιγάρο αναμμένο στο δάσος, πρώτα να το σβήνεις όπως εγώ.
   Τότε είδα το δάσος αλλιώς. Για τον πατέρα μου δεν ήταν θεριό αλλά άγια μορφή. Το σεβόταν όπως σεβόταν τους Αγίους στην εκκλησία. Το αγαπούσε και το πρόσεχε, όπως αγαπούσε και πρόσεχε τα παιδιά του. Το τιμούσε όπως τιμούσε το φτωχό καρβέλι της πινακωτής μας.
   Μαζί του μέσα στο δάσος έμαθα, όλα τα επόμενα χρόνια μέχρι που συνταξιοδοτήθηκε, πως δακρύζει το πεύκο με το παράξενο τσεκούρι του, πως κάνουμε υπομονή μέχρι να γεμίσει το τενεκεδάκι με τα δάκρυά του, ότι απαγορεύεται να το τραυματίζουμε με μεγάλες πληγές και να το φορτώνουμε με περίσσια τενεκεδάκια, ότι δεν πειράζουμε τα ανήλικα πεύκα για να έχουμε πάντα σοδειά, ότι ανοίγουμε μονοπάτια να πατάνε οι άνθρωποι και τα ζώα, ότι καθαρίζουμε το πεύκο από τη χαμηλή βλάστηση για να πατάει η στενή ξύλινη σκάλα και να μη παίρνει φωτιά το δάσος, ότι πάντα σβήνουμε το τσιγάρο μας πρώτα μέσα στην παλάμη και μετά το πετάμε.
   Ίσως σήμερα κάποιοι υγιεινολόγοι να θεωρήσουν ότι δεν είναι σωστή εκπαίδευση να μιλά ένας πατέρας στο γιό του για τεχνικές σβησίματος τσιγάρου, εγώ θα ρωτούσα είναι καλύτερη τεχνική να αποφεύγει ο πατέρας να μιλά για το τσιγάρο, να αφήνει όμως τον γιό του να τον βλέπει καθώς το πετά από το αυτοκίνητο στον δρόμο;
   Έμαθα λοιπόν τα μέρη που κουλουριάζονταν οι οχιές, όχι για να επιτεθούν αλλά για να δροσιστούν, έμαθα να φοράω μπότες μέσα στα χόρτα, τι να κάνω για να μην μου επιτεθεί οχιά και χρειαστεί να τη σκοτώσω, πώς να σβήσω μια φωτιά με τα ίδια τα υλικά του δάσους. Έμαθα ότι ποτέ δεν βάζουμε νερό στο οξύ, αλλά πάντα οξύ στο νερό κι εκεί έμεινα όσον αφορά το μάθημα της Χημείας. Τότε κι εγώ λάττρεψα το δάσος.
   Μια μέρα ξερίζωσα ένα μικρό πευκάκι μια σταλιά και το φύτεψα στον κήπο μας για να έχω κι εγώ το δικό μου πεύκο. Το πότιζα κάθε μέρα να μεγαλώσει, ώσπου μια μέρα ο παππούς μου που το είδε αγρίεψε, το ξερίζωσε και το πέταξε φωνάζοντάς με:
-Ποτέ δεν φυτεύουμε πεύκα στις αυλές. Τα πεύκα ζουν στο δάσος τους.
   Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Ήρθαν σαρωτικές αλλαγές στη ζωή μας. Είδα τους ανθρώπους να φυτεύουν σπίτια στο δάσος, δίπλα στα πεύκα, να φυτεύουν πεύκα στις αυλές, υπηρεσίες να δίνουν άδειες ξύλευσης για έναν αριθμό πεύκων και τα δάση να γίνονται Γολγοθάς, πεύκα να μην έχουν πια συντροφιά ανθρώπων, ούτε μονοπάτια στους ίσκιους τους, περιβαλλοντικές οργανώσεις να μάχονται για το δάσος, κανείς τους όμως να μη γνωρίζει ότι το τσιγάρο το σβήνουμε στην παλάμη μας και όχι στο χώμα και ότι τα πεύκα έχουν ψυχή και θέληση για ζωή, αρκεί να τα πληγώσουμε για να δακρύσουν. Τα δάκρυα των πεύκων δεν είναι δάκρυα πόνου, αλλά δάκρυα χαράς, επειδή κάποιος τα φροντίζει και τα αγαπά.
   Αυτά τα πεύκα που πληγώναμε με τον πατέρα μου ποτέ δεν κάηκαν.
* * * * * *
  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου