Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

ΣΙΜΟΥΝ




«Πώς βλέπεις τον καιρό καπετάνιο;» ρώτησε ο Σαρίφ αφορμή για κουβέντα
«Δεν είναι καλά μαντάτα αυτά. Δεν βλέπω βροχή και φοβάμαι μη ξυπνήσει ο Σιμούν που χει καιρό να μας επισκεφτεί» απάντησε εκείνος χωρίς να βγάλει το τσιμπούκι από το στόμα.  Ο νεκροθάφτης ξεκαθάρισε πως υπολόγιζε στη δύναμη του τείχους και δεν φοβόταν το θεριό. Ο γέρο ναυτικός χαμογέλασε μόλις τον άκουσε, ενώ το μυαλό του έκανε άλματα στον χρόνο.
«Σαρίφ δεν ξέρεις τι θα πεί Σιμούν. Όσους γνώρισες στο χωριό μέχρι τώρα ήταν χάδια, ίσα να γεμίσουν η αυλή και τα ρουθούνια σου σκόνη…» τα μάτια του γέρου τώρα έβλεπαν μπροστά τους τον Μεγάλο Σιμούν να ορθώνει πανύψηλο το ανάστημά του, να σηκώνει την έρημο στον ουρανό και να τη στέλνει σε όλες τις γωνιές της γης πεσκέσι. Να βλέπουν οι άνθρωποι στον βορρά τον ήλιο, άσπρο, χλωμό και αρρωστιάρη σε έναν κατάγκριζο ορίζοντα, να γκρινιάζουν για τη θολή ατμόσφαιρα και να δυσανασχετούν, χωρίς καν να πάει το μυαλό τους, πια αντάρα εκεί κάτω σήκωσε την έρημο στον ουρανό ιπτάμενο χαλί, ούτε τι απέγιναν οι άνθρωποι που συνάντησε στο διάβα της.
«Τον συνάντησα να έρχεται κατά πάνω μας στη θάλασσα. Είδα να γεμίζει η κουβέρτα του πλοίου έρημο απ΄άκρη σ΄άκρη. Από το ντεκ έβλεπα το χωριό μου ξαπλωμένο πάνω στο πλοίο. Μόνο οι καμήλες έλειπαν…»  ο γέρος έβαλε τρανταχτά γέλια. Ύστερα τράβηξε μια γερή τζούρα από το τσιμπούκι και βάλθηκε να συνεχίσει. Όταν ξεκινούσε τις ιστορήσεις δεν είχε τελειωμό. Το κακό άλλωστε αν το αποφύγεις μια φορά, μετά από χρόνια μπορείς και να το περιγελάσεις με ασφάλεια.
«Στην Ανατολή τον λένε Χαμσίν, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σαν να σε λένε Μωχαμέτη στην Ανατολή και Μωάμεθ στη Δύση. Το ίδιο πράμα. Όλοι οι άνθρωποι τον τρέμουν. Μόνο οι καμήλες και οι γαλάζιοι δεν τον φοβούνται. Οι γαλάζιοι μερικές φορές φανήκαν πιο δυνατοί και απ’ τις καμήλες τους. Θα ήσουν μικρός Σαρίφ, όταν γύρισε ο μακαρίτης ο Μουσταφά στο χωριό από ταξίδι με το καραβάνι του. Έλειπαν δυο καμήλες αλλά κανένας άντρας. Ο Σιμούν σκότωσε τις καμήλες….» έκανε μια παύση ξέροντας ότι όλο και κάποια ερώτηση θα έπεφτε από το ακροατήριό του. Ο Σαρίφ δεν κρατιόταν και ήθελε να μάθει πότε για τελευταία φορά χτύπησε ο Σιμούν με μανία το χωριό.
 «Όταν πρωτόρθαμε με τις βάρκες. Μικρό παιδί ήμουν θυμάμαι. Αρχίζαμε να φτιάχνουμε τούβλα από λάσπη και να σηκώνουμε τα καλύβια μας. Οι γαλάζιοι πήγαν τότε και έστησαν τις σκηνές τους δίπλα στο ξερό ποτάμι. Η αλήθεια είναι ότι τους πήραμε τη γη. Αλλά αυτοί έτσι κι αλλιώς δεν έχουν γη σταθερή κάτω από τα πόδια τους. Μόνο άμμο και σκόνη….» ο γέρος έκανε ξανά παύση, φανερώνοντας πως έχει ξεχάσει τι ήθελε να πει. Ο Σαρίφ του υπενθύμισε ότι μιλούσαν για τον Σιμούν, ανυπομονώντας να μάθει.
«…Αααα ναι !!» θυμήθηκε ο γέρος και συνέχισε την ιστόρηση
«Εκείνο το πρωί είδαμε ένα μεγάλο μαύρο πυκνό σύννεφο που μοιαζε με άλογο, να τρέχει γρήγορα στον ουρανό από το νότο προς τον βορρά. Εγώ έπαιζα εκείνη τη μέρα με τα παιδιά των γαλάζιων στον ξεροπόταμο. Το σύννεφο ήταν ο μαύρος άγγελος του Σιμούν… Τότε…. μετά από λίγο τον είδα να έρχεται. Ένα χρυσό τείχος απλώνονταν από τη  μια άκρη της ερήμου μέχρι την άλλη. Ερχόταν με ταχύτητα και μουγκρητό κατά πάνω μας. Όταν πλησίαζε στο χωριό μπορεί να είχε και είκοσι μέτρα ύψος. Χαμηλά ήταν πυκνός και πιο ψηλά σαν όρθιο χρυσό σύννεφο. Ένοιωσα το πετσί μου να καίγεται, σα να μουν μέσα στα καζάνια της κόλασης. Ένα χέρι με άρπαξε και με έχωσε μέσα στη σκηνή. Οι γαλάζιοι με έβαλαν μαζί με τα παιδιά τους αγκαλιαστά και μας τύλιξαν τα κεφάλια με πανιά. Καθίσαμε στο χώμα και μας είπαν να ανασαίνουμε όσο γίνεται πιο λίγο μέχρι να περάσει το κακό. Δηλητήριο τα χνώτα του. Κανείς δεν κουνιόταν. Δεν ανασαίναμε, μόνο ακούγαμε τη μανία του.» σταμάτησε απότομα τη διήγηση κι άρχισε να σκαλίζει το τσιμπούκι που βαρέθηκε να περιμένει. Το άναψε ξανά με την τσακμακόπετρα. Το πρόσωπό του  τώρα πήρε την όψη του ξεραμένου φύλλου που στέκει αναποφάσιστο στη μέση του δρόμου. Από την παρέα κανένας δεν έβγαλε άχνα. Μόνο περίμεναν. Ο γέρο Ταρέκ με την ανάστροφη σκούπισε τα μάτια του. Ξεροκατάπιε. Το μήλο του Αδάμ ανεβοκατέβηκε στον λαιμό του.
«Το σπίτι μας δεν είχε παντζούρια τότε…… η μικρούλα μας η Αφράχ δεν μπόρεσε να χαρεί τη ζωή της. Τη σκότωσε το κτήνος…» ο γέρος δεν μπορούσε να κρατήσει κρυφή τη συγκίνησή του από τους άλλους άντρες. Ο Γιουσούφ απίθωσε μπροστά του ένα φλιτζάνι τσάι και του χτύπησε παρηγορητικά στον ώμο. Κατέβασε μια γουλιά στο λαρύγγι, που το στέγνωσε η ανάμνηση, και συνέχισε.
«Η ζέστη που κουβαλάει το κτήνος είναι σκέτη κόλαση. Μακάρι να μη το ξαναζήσω…. Άγνωστες οι βουλές του Αλλάχ όμως…» κούνησε το κεφάλι και τράβηξε μια τζούρα καπνό μέσα σε έναν καφενέ που θύμιζε νεκροταφείο.


Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημά μου "Ο Γαλάζιος Πρίγκιπας ή Τενερέ" 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου