Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

ΤΖΑΜΑΛ


Το συρματόπλεγμα γύρω από το λιμάνι της Πάτρας το είχαν  φτάσει στον θεό και στην κορφή του άπλωσαν πρόσθετα αγκαθωτά σύρματα. Στις μεγάλες σιδερένιες εισόδους ο έλεγχος ήταν εξονυχιστικός. Έμοιαζε με στρατόπεδο. Δυο μεγάλα πλοία της γραμμής για Ιταλία φόρτωναν νταλίκες με εμπορεύματα, την ώρα που ο ήλιος έβρεχε τα πόδια του στο Ιόνιο και χρωμάτιζε τον Πατραϊκό στο χρώμα της ώχρας. Ο Τζαμάλ από ώρα είχε σκαρφαλώσει στο συρματόπλεγμα και είχε καρφώσει το βλέμμα του στα καράβια που ετοιμάζονταν για το ταξίδι τους στην Ιταλία. Η θάλασσα στις πλώρες των καραβιών υπόσχονταν ταξίδια και μια άλλη ζωή. Ήταν φυλακισμένος έξω από το συρματόπλεγμα του λιμανιού, αλλά το μυαλό του ήταν ελεύθερο να κάνει για πολλοστή φορά το τελευταίο του ταξίδι στην Ευρώπη.
Έδωσε όσα χρήματα του απέμειναν στον νταλικέρη, όπως τον συμβούλευσε ο διακινητής. Τα υπόλοιπα του τα πήρε εκείνος. Μπήκε στο μικρό κουβούκλιο, μαζί με άλλους δυο Ιρακινούς. Ήταν ο μικρότερος σε ηλικία αλλά και σε κορμοστασιά. Στριμώχτηκαν ξαπλωμένοι και έβαλαν τις μύτες τους στις τρύπες, μόλις ο νταλικέρης σφάλισε το κουβούκλιο. Ίσα που μπορούσαν να κινηθούν και να αλλάξουν θέση για μη πιαστούν στο ταξίδι. Την ανάγκη τους θα την έκαναν εκεί. Δεν τον ένοιαζε. Έφυγε δώδεκα χρονώ από την πατρίδα του, ένα μικρό χωριό έξω από τη Βαγδάτη, χωρίς να πει τίποτα ούτε στη μάνα, ούτε στην αδελφή του. Ο πατέρας του είχε μείνει με ένα πόδι και κουφός εξαιτίας ενός όλμου στον πόλεμο του Κόλπου. Θα πήγαινε στην Ιταλία και από εκεί στη Γερμανία. Η Ελλάδα ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι για την καινούρια ζωή. Όταν ένοιωσε τον κυματισμό, κατάλαβε πως το όνειρό του θα γινόταν πραγματικότητα. Δεν κοιμήθηκε όλη νύχτα, αλλά ούτε και έβγαλε μιλιά σε κανέναν από τους συνταξιδιώτες του. Περίμενε. Στο Μπάρι πρώτα άκουσε τον μεταλλικό ήχο του μάνταλου της πόρτας του φορτηγού και ύστερα φωνές λιμενικών που μιλούσαν ελληνικά με τον οδηγό. Στα τρία χρόνια που έμενε καθηλωμένος στην Ελλάδα είχε μάθει τη γλώσσα. Ζητούσαν λεφτά να μην κάνουν έλεγχο το φορτίο. Ο οδηγός τους έδωσε, σφάλισαν την πόρτα και το φορτηγό ξεκίνησε. Στον δρόμο για τη Νάπολι το φορτηγό σταμάτησε, η πόρτα άνοιξε και ο οδηγός τους πέταξε έξω. Πατούσε Ιταλία αλλά πριν καλά καλά συνηθίσουν τα μάτια του το φως, βρέθηκε πεσμένος με τα μούτρα σε ένα χωράφι και από πάνω του οι  κάννες των καραμπινιέρων. Τον φόρτωσαν ξανά στο πλοίο και βρέθηκε πίσω από τα συρματοπλέγματα του λιμανιού της Πάτρας να βλέπει τα πλοία που έφευγαν.
Η κατάσταση στην Πάτρα είχε γίνει αφόρητη. Οι δρόμοι γύρω από τον Άγιο Ανδρέα ήταν περιοχή που κυβερνούσαν οι Σομαλοί. Απέναντι από την είσοδο του λιμανιού κουμάντο έκαναν οι Αιθίοπες. Οι Ιρακινοί ήταν μειοψηφία μέσα σε αυτή την πολύχρωμη μάζωξη λαών. Οι Νιγηριανοί  ήταν οι πιο σκληροί και είχαν φτάσει να ελέγχουν από την  ανατολική είσοδο της Πάτρας, μέχρι την Πλατεία Γεωργίου και ακόμη πιο πέρα, συμπλεκόμενοι καθημερινά με Σομαλούς, Αιθίοπες, Πακιστανούς  και άλλες φυλές. Η μισή πόλη μύριζε ούρα και ακαθαρσίες, ενώ η άλλη μισή εξαγνίζονταν από τις αμαρτίες της, διοργανώνοντας καλλιτεχνικά σουαρέ και καρναβάλια. Προσπαθούσε να περνά απαρατήρητος και συνήθιζε να κουρνιάζει δίπλα στη θάλασσα, κάτω από ένα μεγάλο τσιμέντο στην προέκταση του παραλιακού δρόμου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξύπνησε μούσκεμα. Τα βράδια συνήθιζε να χαζεύει ένα μοντέρνο ξενοδοχείο που γύρω γύρω, στα πεζοδρόμιά του Σομαλοί κοιμόταν ή ενοχλούσαν τους λιγοστούς περαστικούς. Κανείς δεν τον είχε προσέξει ποτέ. Ούτε οι ένοικοι του ξενοδοχείου, ούτε οι νηστικοί Σομαλοί. Αρκετές φορές έκλεψε φρούτα από μανάβικα και φαγητά από πάγκους λαϊκών αγορών, ποτέ όμως δεν τον έπιασαν. Ήταν σβέλτος και μικροκαμωμένος και πάντα ξέφευγε. Ένας Πακιστανός του πρότεινε να πάνε με τους Νιγηριανούς για να εξασφαλίσουν δουλειά στις φράουλες της Μανωλάδας, αλλά δεν δέχτηκε. Δεν ήθελε να γίνει γεωργός στις φυτείες. Ήθελε να πάει στη Γερμανία να σπουδάσει μηχανικός. Να φτιάχνει γεφύρια που ενώνουν κόσμους και ανθρώπους. Είχε γνωστούς στη Γερμανία και θα τον βοηθούσαν. Τον τρόμαζε η ιδέα να μείνει για πάντα ένας αμόρφωτος γεωργός σαν τον πατέρα του και στο τέλος ένας πόλεμος να τον αφήσει χωρίς πόδι και αυτιά. Κάθε μέρα μελετούσε το συρματόπλεγμα και κάθε μέρα το έβρισκε περισσότερο απόρθητο από την προηγουμένη. Αν κατάφερνε να φτιάξει το σώμα του αέρινο, σαν το μυαλό, θα μπορούσε να εισχωρήσει από τις κυψελόσχημες τρύπες και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής μόνο τα πουλιά είχαν αυτό το προνόμιο. Δεν έλεγε να αφήσει το τσιμέντο του και το συρματόπλεγμα στην άκρη του λιμανιού.  Είχε μάθει όλα τα δρομολόγια απέξω. Αυτή τη φορά θα έπαιρνε τα Superfast Ferries που έπιαναν Βενετία για να βρεθεί όσο το δυνατόν κοντύτερα στα σύνορα της Ιταλίας.
Ο χειμώνας είχε μπει γλυκός στην Πάτρα, τα βράδια όμως η υγρασία και το κρύο έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο σώμα του. Τα μπάνια στη θάλασσα ήταν παρελθόν, όπως και η εύκολη τροφή από τους πάγκους. Το σύρμα τώρα πάγωνε. Τα δάχτυλά του γέμιζαν αιμάτινες χαρακιές. Ένα περιστέρι πέταξε σιμά του. Ύστερα έκατσε πάνω στο αγκαθωτό σύρμα της κορυφής. Παρακολουθούσε από ώρα τις κινήσεις του πουλιού.  Αν μπορούσε να πετάξει θα κάθονταν στην καμινάδα του πλοίου και θα είχε ένα όμορφο και ζεστό ταξίδι μέχρι την Ιταλία. Ύστερα, μόλις το πλοίο θα έμπαινε στο λιμάνι της Βενετίας θα έκανε ένα σάλτο από την καμινάδα του και θα βρίσκονταν για ξεμούδιασμα στην πλατεία του Αγίου Μάρκου να χαζεύει από ψηλά τους περαστικούς και τα ζευγαράκια στα καφέ της πλατείας. Από εκεί, εύκολα και με ασφάλεια, θα πετούσε για Γερμανία. Εικόνες με πράσινα λιβάδια και χιονοσκέπαστα βουνά πλημμύρισαν τα μάτια του. Πολιτείες φωτισμένες με μεγάλους δρόμους και σύγχρονα κτήρια, αυτοκίνητα να τρέχουν στους δρόμους να προλάβουν τη ζωή και άνθρωποι καλοντυμένοι να πηγαίνουν τις δουλειές τους με χαρτοφύλακες όνειρα και σχέδια στα χέρια. Παιδιά να πηγαίνουν στα σχολειά τους να μορφωθούν.
Παρατήρησε τώρα ότι το περιστέρι πετούσε ως την κορυφή, ξαπόσταινε για λίγο στο αγκαθωτό και ύστερα προσγειωνόταν μέσα στο λιμάνι μπροστά του. Του πετούσε λίγα ψίχουλα, που είχαν ξωμείνει στην τσέπη, έτρωγε βιαστικά και ύστερα πετούσε πάλι πίσω από το συρματόπλεγμα. Δεν ήθελε να πάει μακρύτερα. Αυτός όμως έβλεπε το Superfast IV κατάφωτο και έτοιμο για τον προορισμό του, να τον καλεί.
Ο ήλιος είχε εγκαταλείψει την Πάτρα και τα δάχτυλά του έτσουζαν από το κρύο και τις χαρακιές. Το πήρε απόφαση. Η άγκυρα του πλοίου ήταν η μόνη του ελπίδα. Η σφυρίχτρα του πλοίου έδωσε εντολή στα δάχτυλα να σκαρφαλώσουν.  Το περιστέρι τον κοίταζε με περιέργεια. Έφτασε στο αγκαθωτό.  Η κουλούρα του αγκαθωτού απλώνονταν τεράστια και απειλητική στα μάτια του. Από το έδαφος δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθός της. Τώρα την έβλεπε από κοντά και έπρεπε να τη νικήσει. Στις άκρες της δεν είχε απλά αγκάθια, αλλά ξυράφια. Στήριξε τα χέρια του σε δυο σημεία που δεν είχαν ξυράφια και αιωρήθηκε στον αέρα. Από το λιγοστό του βάρος η κουλούρα λύγησε και βρέθηκε να ταλαντεύεται έξω από την περίφραξη. Έβαλε δύναμη στα πόδια και επιχείρησε σάλτο πάνω από την κουλούρα. Βρέθηκε με την κοιλιά στην κορφή της. Τα ξυράφια του χαράκωσαν όλο το σώμα. Κράτησε το κεφάλι ψηλά. Προσπάθησε να απαγκιστρωθεί από τα ξυράφια, αλλά αυτά τον κρατούσαν σφιχτά πάνω τους και χώνονταν ακόμη βαθύτερα στις σάρκες που τώρα πονούσαν φρικτά. Το περιστέρι πέταξε και στάθηκε δίπλα του. Κουνήθηκε λίγο. Σκίστηκαν υφάσματα και σάρκες μαζί. Δάγκωσε τα χείλη και δεν έβγαλε τσιμουδιά. Κάθε του κίνηση και ένα σκίσιμο. Μόνο οι παλάμες και το κεφάλι δεν είχαν χαρακιές. Έκανε μια τελευταία κίνηση καθώς έγερνε το σώμα στη μέσα πλευρά του λιμανιού. Το μπουφάν, η μπλούζα και το μισό παντελόνι έμειναν πάνω στην κουλούρα μαζί με το δέρμα του, ενώ εκείνος αιωρούνταν ξανά στον αέρα. Με δυο κινήσεις πέταξε τα παπούτσια και σκάλωσε τα δάχτυλα των ποδιών πάνω στις τρύπες της περίφραξης. Ακινητοποίησε το σώμα, που είχε γεμίσει ρέουσες πληγές και έφερε το ένα του χέρι στην περίφραξη. Μετά το άλλο και με γρήγορες κινήσεις κατέβαινε τώρα το σύρμα. Μόλις βρέθηκε στο έδαφος, προσγειώθηκε δίπλα του το περιστέρι. Έψαξε στην ρημαγμένη τσέπη του παντελονιού, βρήκε μερικά ψίχουλα και του τα έριξε. Ύστερα έτρεξε σκυφτός μέχρι την προκυμαία και βούτηξε. Η αρμύρα έκαψε τις πληγές και του ρθε λιποθυμιά, αλλά συνέχισε τις απλωτές μέχρι τη σιδερένια άγκυρα. Αγκάλιασε την καδένα και περίμενε τρέμοντας μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν τον πρόσεξε, ώσπου άκουσε τον λυτρωτικό μεταλλικό θόρυβο και αισθάνθηκε να ανεβαίνει ψηλά, να πετάει σαν το περιστέρι πάνω από τη θάλασσα, μέχρι που έφτασε στο πρόστεγο και από κει μέσα στο πλοίο. Κούρνιασε ανάμεσα σε τρίχινους κάβους, σε εμβρυακή στάση και πήρε ανάσες. Το ταξίδι του σε λίγο ξεκινούσε. Έκλεισε τα μάτια και χαλάρωσε. Το σώμα του γαλήνεψε και δεν πονούσε πια. Τα κύματα της Αδριατικής τον νανούριζαν, ώσπου ένα μεταλλικό τράνταγμα του σκάφους τον ξύπνησε και αντίκρισε κατακέφαλα τον πατέρα του. Στήριζε το σώμα στο ξύλινο πόδι και κρατούσε στο χέρι μια βίτσα.
«Γιατί άφησες μόνες τους τη μάνα και την αδελφή σου;»
Δεν πρόλαβε να απαντήσει και ένοιωσε μια βιτσιά να χαρακώνει τα γυμνά πλευρά. Τσίριξε από τον πόνο.
«Γιατί παράτησες την πατρίδα και το σκασες. Δειλέ !!!»
Έπεσαν μαχαιριά στην κοιλιά τα λόγια του πατέρα και διπλώθηκε στα δυο. Η πατερίτσα του τσάκισε την πλάτη. Ένιωθε τώρα και το κρύο και την αρμύρα και το τσούξιμο και τη βίτσα και το μαχαίρι του πατέρα. Βασανίζονταν, αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα χέρια του. Τον είχε στριμώξει ανάμεσα στους κάβους. Έτρεμε σύγκορμος.
Ξάφνου ο πατέρας ηρέμησε, έσκυψε τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο.
«Πάμε πίσω στο χωριό, μας περιμένουν…» του πε στοργικά και τον σήκωσε από χάμω. Του ριξε ένα στρατιωτικό τζάκετ στους ώμους, τον στρίμωξε στην αγκαλιά του και κίνησαν για τη σκάλα του πλοίου.
Ο Τζαμάλ γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πίσω. Είδε ένα άψυχο ξυλιασμένο κορμί, γυμνό και στραγγισμένο, κουλουριασμένο πάνω στην τριχιά του κάβου. Μπροστά στην ανοιχτή μπουκαπόρτα του πλοίου απλώνονταν υγρή η Πλατεία του Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια της.
Έβγαλε από την τσέπη του μερικά ψίχουλα και τάισε τα πουλιά./

* * * * * * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου