Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ: "1900" Οι περιπέτειες του Παύλου Κουντουριώτη στον πρώτο υπερατλαντικό πλου με το Εύδρομο ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ

Έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο "1900", μια καλαίσθητη δερματόδετη έκδοση του Πλωτού Ναυτικού Μουσείου ΘΩΡΗΚΤΟ ΑΒΕΡΩΦ και ομολογώ ξαφνιάστηκα τόσο από αυτό το άγνωστο για μένα κομμάτι της σύγχρονης Ιστορίας μας, όσο και από την άρτια έρευνα, συγγραφή και επιμέλεια αυτού του βιβλίου από τους συγγραφείς του, τον Πλωτάρχη του Πολεμικού Ναυτικού Παναγιώτη Τριπόντικα και τον  κ. Στέφανο Μίλεση.

Η διήγηση αναπλάθει την ατμόσφαιρα στην απαρχή του 20ου αιώνα, όταν αποφασίσθηκε από την Κυβέρνηση να σταλεί σε εκπαιδευτικό ταξίδι στην Αμερική το Εύδρομον πλοίο του Πολεμικού μας Ναυτικού ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΙΑΟΥΛΗΣ με Πλοίαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη και πλήρωμα επιφανείς Αξιωματικούς και άξιους Ναύτες του Ναυτικού μας. Ενα πλοίο που είχε σχεδιασθεί και κτισθεί για  να ναυμαχεί στα νερά της Μεσογείου και όχι να ποντοπορεί στον Ατλαντικό Ωκεανό. 
Είναι η εποχή που η Ελλάδα ακόμη λαβωμένη από την ατιμωτική ήττα του 1897, καταχρεωμένη και ισχνή, υπό οικονομικό έλεγχο (!!!) αγωνίζεται να επιβιώσει. Το διακύβευμα του ταξιδιού η ηθική ανάταση ενός ολόκληρου Έθνους που παρότι ταπεινωμένο και εξαθλιωμένο πίστεψε στην επίτευξη αυτού του άθλου. Επρόκειτο πραγματικά περί άθλου, ένα μικρό πολεμικό πλοίο  που δεν είχε σχεδιασθεί να εκτελεί πλόες στα φουρτουνιασμένα νερά του Ατλαντικού, θα ακολουθούσε την πορεία του Χριστόφορου Κολόμβου για να φέρει για πρώτη φορά την Ελληνική Σημαία στην ομογένεια της Αμερικής που διψούσε από Πατρίδα. 

Περιπέτειες όμορφα γραμμένες σε εξωτικά νησιά, με κυκλώνες, καταιγίδες και απαράμιλλη Ελληνική ναυτοσύνη, με έναν και μόνο στόχο: Να κάνουν ακόμη μια φορά γνωστή την Ελλάδα σε όλον τον κόσμο, να τεθούν οι στέρεες βάσεις του Πολεμικού μας Ναυτικού που θα διαπρέψει στους επόμενους πολέμους και να αναστηθεί το σμπαραλιασμένο ηθικό των Ελλήνων.  

Όπως δε  πολύ εύστοχα σημειώνει στον χαιρετισμό του ο συγγραφέας Πλωτάρχης Παναγιώτης Τριπόντικας " Η ελληνική ναυτοσύνη, η επιμονή, η εγκαρτέρηση, η προσήλωση στον σκοπό και η ικανότητα νέων Αξιωματικών, κατέδειξε παγκοσμίως πως όταν οι Ελληνες ενωμένοι βάζουν στόχους, τους κατακτούν. Ακόμη άναψαν ένα μικρό φως, σε μια σκοτεινή εποχή για τον γονατισμένο ελληνισμό, από τον πρόσφατο πόλεμο και την πικρή ήττα, δείχνοντας πως αρκούν μερικοί ιδιοφυείς, ικανοί και καταρτισμένοι άνδρες, να σηκώσουν όρθια μια χώρα, πετυχαίνοντας πράξεις μοναδικές όχι μόνο σε περιόδους πολέμου αλλά και σε περιόδους ειρήνης"

Σήμερα οι Ελληνες θα πρέπει να διδαχθούμε από αυτόν τον ωραίο άθλο, που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα διδάσκονταν από τα δημοτικά και θα γινόταν ταινία, για να καταπολεμήσουμε τη μιζέρια και όλα τα κακά της κρίσης που μας ταλαιπωρούν, ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία και μόνο. 
Η Ελλάδα δεν χάνεται όσο υπάρχουν Ελληνες. 

Εστιάζοντας στη λογοτεχνική χροιά και αξία του έργου, θα έλεγα ότι οι συγγραφείς κατάφεραν να συγγράψουν μια όμορφη ναυτική ιστορία με ωραίο, λιτό, λακωνικό λόγο, χωρίς ο αναγνώστης να κουράζεται από τα ιστορικά στοιχεία και τις πηγές τους, αντίθετα να νοιώθει ότι είναι μέλος του πληρώματος του ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΜΙΑΟΥΛΗ και να ταξιδεύει στο κατάστρωμα υπό τις διαταγές του Παύλου Κουντουριώτη σε μια ιστορική διαδρομή που είχε απ΄όλα: όμορφα κορίτσια, άγνωστους λαούς και έθιμα, ειδυλλιακά τοπία, κυκλώνες, φυσικές καταστροφές, αποθέωση και μικρές ασήμαντες ανθρώπινες ιστορίες. Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου νοιώθει ότι όχι μόνο ταξιδεύει, αλλά και ότι ανακαλύπτει την Αμερική όπως ο Χριστόφορος Κολόμβος.

Αξίζει κανείς να το αποκτήσει και να το διαβάσει. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από το Πολεμικό Μουσείο ΘΩΡΗΚΤΌ ΑΒΕΡΩΦ.

Χριστόδουλος Λιτζερίνος

Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.1900thebook.com/


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ

ΕΣΕΡΝΕ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΔΥΣΚΟΛΙΑ κατάφερνε να ρίξει ένα βήμα. Ο χρόνος βάρυνε στην καμπούρα της πλάτης, ενώ το μπαστουνάκι έκανε υπομονή. Έριχνε ένα βήμα κι έλεγε κάθε φορά την ίδια πρόταση: «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω….». Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μας τριγύρω της. Μάλλον δεν άκουγε, μπορεί να μην έβλεπε και καλά, αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω πως ανέχονταν τόσα παιδιά να την πειράζουν, γριά γυναίκα, χωρίς να σηκώσει έστω μια φορά το μπαστούνι προς εκφοβισμό.
Φορούσε ρούχα περιποιημένα και καθαρά. Το πρόσωπό της ανάμεσα στις αυλακιές μαρτυρούσε περασμένες λιτές, καθαρές γραμμές και λευκότητα. Δεν φορούσε μαντήλι στα μαλλιά όπως οι άλλες γυναίκες στο χωριό. Λευκό για τις παντρεμένες, μαύρο για τις χήρες ήταν τότε ο ενδυματολογικός κώδικας. Τα κρατούσε καλοχτενισμένα με έναν περίτεχνο κότσο. Εμείς ήμασταν σίγουροι ότι ήταν τρελή. Ξέραμε πάντως ότι ήταν χήρα από τα μαύρα. Το όνομά της, Ελένη. Είχε έναν γιό μεθύστακα, γυρολόγο και καταφερτζή που κατάφερνε να τα φέρνει βόλτα εις βάρος των άλλων. Καθόταν σε μια καρέκλα και μαζευόμασταν τριγύρω του να μας δείξει τον «Φαταούλα». Ένα μικρό κουτί που από μέσα έβγαινε ένα μηχανικό χεράκι. Μας έλεγε «Βάλτε ένα τάληρο ανάμεσα στα δάχτυλά του να δείτε τι κάνει». Εμείς βάζαμε και με μιας το χέρι του Φαταούλα τραβιόταν κι εξαφάνιζε το τάληρο στο κουτί. Ανάμικτος ο θαυμασμός, η έκπληξη και η παιδική περιέργεια έκαναν παιχνίδι με τον Φαταούλα του κι έτσι εξαφανίζονταν ως δια μαγείας τα χαρτζιλίκια μας. Αργότερα ανέβασε την ταρίφα σε δεκάρικο για να κλείσει την επιχείρηση όταν  τον πήραν είδηση οι πατεράδες μας.
«Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» την πέτυχα μια μέρα μπροστά μου χωρίς ακολουθία. Έκανε ένα βήμα και κοντοστάθηκε. Μου φάνηκε ότι είχε στυλώσει τα θολά μάτια πάνω μου. Πάγωσα. Σήκωσε το μπαστούνι και το ακούμπησε στα πόδια μου, κάνοντάς με ταυτόχρονα νόημα να παραμερίσω από το διάβα της. Δεν με μάλωσε, ούτε με χτύπησε. Κόλλησα την πλάτη στον τοίχο και η γριά Ελένη πέρασε σιμά μου. Είπε ένα ξαφνικό «Ευχαριστώ παιδί μου»  και συνέχισε το τροπάρι της  «Κι όλο ψηλώνω… κι όλο ψηλώνω…» 
Τότε την πρόσεξα καλύτερα. Ήμουν σίγουρος τώρα ότι ήταν όμορφη και χαμογελούσε. Το παιδικό μυαλό την βάφτισε Ωραία Ελένη. Η Ωραία Ελένη του Πάρι κάπως έτσι θα έγινε όταν γέρασε. Όμορφη και τρελή. Στα φιλαράκια δεν είπα τίποτα γιατί θα με κορόιδευαν  που έβλεπα όμορφη την τρελόγρια.
Παπαδάκι στην κηδεία της με το εξαπτέρυγο στο χέρι, κρυφάκουγα τις θρηνούσες κουτσομπόλες του χωριού να λένε πάνω από τη γούρνα με θαυμασμό, πόσο σπουδαία δημοδιδασκάλισσα υπήρξε και πως μιλούσε τα Γαλλικά, ελεεινολογώντας ταυτόχρονα τον φαταούλα τον γιό της που δεν ήρθε στην κηδεία, ταβλιασμένος από τη σκνίπα του.

* * * * * *
 c. C.Litzerinos 2016

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΙΚΗΣ ΕΛΞΗΣ

Τα σώματα κολλητά όλη νύχτα είχαν δημιουργήσει πρόσφορες συνθήκες αναπτέρωσης περασμένου κάλλους, το οποίο με τα χρόνια είχε υποχωρήσει σε επίπεδο αράπικου φιστικιού και μαραγκιασμένου σύκου. Η απρόσμενη αυτή ενδυνάμωση της λίμπιντο μη φανταστεί κανείς ότι θα μπορούσε να παρομοιασθεί και εξισωθεί με γνωστό εξωτικό φρούτο σε μια χώρα όπου καλλιεργείται η συκιά και το μαρούλι. Η ζέστη των σωμάτων ενίοτε μπορεί να προκαλέσει και ζέση, εξαρτάται όμως πάντα από την ικανότητα του χρόνου να αντισταθεί στη βαρυτική έλξη της γης κάτω από τα πόδια ή ανάμεσα σ’ αυτά. Ας μη πούμε κουβέντα για βαρυτικά κύματα και ζαλιστούμε με ταλαντώσεις.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκείνο το πρωί το φυτικό βασίλειο φαινόταν να συνωμοτεί για χάρη του Μπάμπη, έστω και αν κάπου είχαν μπερδευτεί τα φρούτα με τα ζαρζαβατικά, η ζέστη με τη ζέση και ο χρόνος με την βαρύτητα. Ο Μπάμπης δεν είχε καμμία όρεξη πρωινιάτικα να ασχοληθεί με τέτοιες αναλύσεις. Επικεντρώθηκε μόνο στο γεγονός αυτό καθαυτό της απρόσμενης αναπτέρωσης. Στο μυαλό της Τασίας ούτε καν πέρασε ότι πίσω από την πλάτη της εξυφαίνονταν ολόκληρη συνωμοσία. Οι γυναίκες όμως πάντα, είτε περάσει κάτι από το μυαλό τους, είτε δεν περάσει τίποτα, έχουν έτοιμο το αμυντικό σύστημα που θα τις βγάλει από τη δύσκολη θέση. Κάθεται αυτό σε μια άκρη του μυαλού και δεν κάνει τίποτα. Πληρώνεται θα έλεγε κανείς για να κάθεται, αλλά να είναι και έτοιμο για να επέμβει "ανά πάσα ώρα και στιγμή". Κάτι σαν τους πυροσβέστες, που ξεκουράζονται κάθε μέρα για να κουραστούν μια και καλή όταν πιάσει φωτιά το σπίτι της Λόλας. Η «ανά πάσα ώρα και στιγμή» είχε φτάσει.
«Μάζεψε τα χέρια σου και σήκω να φτιάξεις καφέ και να στηρίξεις το πολύφωτο που κουνιέται… Θα μας πέσει καμιά ώρα στο κεφάλι» Τώρα το πώς συνδύασε η Τασία, με την τσίμπλα στο μάτι ακόμη, τον καφέ με το πολύφωτο, που κρεμόταν από μια κλωστή εδώ και δυο μήνες, με τα χέρια του που υπάκουσαν στη συνωμοσία του φυτικού βασιλείου, μόνο η επιστήμη μπορεί να δώσει απαντήσεις κι αυτή όχι ξεκάθαρες. Την επισήμανσή της δε, ότι το πολύφωτο μπορεί να πέσει στο κεφάλι και όχι στα κεφάλια μας, δεν την ακούμπησε καν το μυαλό του Μπάμπη.
«Και τ’ αρχίδια μου κουνιούνται τόσα χρόνια, αλλά δεν πέφτουν …..» το σκέφτηκε αλλά δεν το πε, απλά σηκώθηκε από το κρεβάτι και κοίταξε περήφανος σαν γύφτικο σκεπάρνι ανάμεσα στα σκέλια. Δεν είχε χάσει τίποτα από την ικμάδα του το γύφτικο τσαντίρι.  Περπάτησε όλο το χωλ, πέρασε κάτω από το πολύφωτο που κουνιόταν, του δωσε μια με το χέρι κι αυτό άρχισε την κούνια μπέλα χωρίς να πέφτει, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Τον πάγκο της κουζίνας. Ο προορισμός του άνδρα είναι σαφής και από καταβολής κόσμου γονιδιακά καταγεγραμμένος στους όρχεις του. Εδώ έγκειται και η μεγάλη διαφορά του γονιδιώματος με το θηλυκό που στερείται όρχεων και αναγκάζεται να αποθηκεύει πληροφορίες μόνο σε ένα αποθηκευτικό μέσο. Το μυαλό. Στο αρσενικό η πληροφορία μπορεί να καταγραφεί και σε εξωτερικό σκληρό ώστε να τύχει επεξεργασίας αργότερα, ασχέτως αν αυτή η επεξεργασία πολλές φορές αμελείται λόγω φόρτου εργασίας και απλά παραμένει εκεί.
Άναψε τσιγάρο κι έβγαλε από το πάνω ντουλάπι το μπρίκι. Από το κάτω ντουλάπι έβγαλε τον ελληνικό. Κάτω από την κουζίνα έβγαλε το καμινέτο. Πήρε ένα κουταλάκι από το συρτάρι κι άρχισε να ψάχνει τον αναπτήρα που πριν από μερικά μόνο δευτερόλεπτα είχε χρησιμοποιήσει για να ανάψει το τσιγάρο.
«Γαμώ το κέρατό μου, πού τον έβαλα;» αναρωτήθηκε φωναχτά, τόσο φωναχτά που η αγριοφωνάρα του έφτασε μέχρι τ’ αφτιά της Τασίας. Μετά από αρκετά πήγαινε έλα στο στενό κουζινάκι και μετά από ανοιγοκλεισίματα ντουλαπιών και συρταριών πρόσεξε ότι ο μπικ αναπαύονταν ξάπλα κοντά στο καμινέτο.
«Πούστη…» είπε μόνο και με ένα τσαφ άναψε τη φλόγα στο καμινέτο. Έριξε δυο κουταλιές  σκούρο Λουμίδη και βάλθηκε να βρεί τη ζάχαρη. Τα μάτια γυρόφεραν όλον τον πάγκο, αλλά το βαζάκι της ζάχαρης δεν έδινε σημεία ζωής.
«Που γαμώ την τύχη μου έβαλε τη ζάχαρη;» μουρμούρισε αυτή τη φορά και άρχισε να ανοίγει τα πάνω ντουλάπια της κουζίνας με τη σειρά. Η πιθανότητα να κερδίσει το τζόκερ είχε εκμηδενιστεί, αφού κατάφερε να ανοίξει πέντε ντουλάπια και η ζάχαρη κρυβόταν στο πέμπτο. Ένα γυάλινο βάζο στέκονταν στη μέση του ραφιού, πάνω από το καμινέτο με το μπρίκι που άρχιζε να ζεσταίνει το χαρμάνι. Η ζάχαρη, άσπρη άσπρη χαμογελούσε κοροϊδευτικά στη θέση της και περίμενε το χέρι του. Το καμινέτο δούλευε στο φούλ και η πλαστική λαβή από το μπρίκι τεντώνονταν μακριά από τη φωτιά να μην καεί. Το είχε φροντίσει αυτό ο κατασκευαστής της. Η Τασία χουζούρευε, αν και το σώμα της είχε χάσει λίγη από την προηγούμενη ζεστασιά. Δεν το επεξεργάσθηκε καν ο σκληρός της, απλά τυλίχτηκε περισσότερο με το πάπλωμα. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στα χείλη και τα χέρια ελεύθερα, η ταυτόχρονη εκτέλεση πολλών διεργασιών ήταν παιχνιδάκι για τον Μπάμπη. Το δεξί ανακάτευε το χαρμάνι  να μη φουσκώσει και το αριστερό υψώθηκε μέχρι το πρώτο ράφι. Η κάφτρα απειλούσε πως σε λίγο δεν θα έλεγε όχι σε μια βουτιά στο μυρωδάτο χαρμάνι από κάτω της. Η πληροφορία αποθηκεύτηκε αυτόματα προς επεξεργασία στον εξωτερικό σκληρό.
Το αριστερό χέρι ακούμπησε το γυαλί της ζάχαρης την ίδια ώρα που δίπλα στο  σαλόνι ξεκινούσε η κατηφορική πορεία του πολύφωτου που κουνιόταν προς τα πλακάκια. Ένας γυάλινος ήχος, αφού πρώτα τσακίστηκε, πολλαπλασιάσθηκε σε μικρότερους γυάλινους ήχους για να διαιρεθεί στο τέλος σε ακόμη μικρότερα ηχητικά κομμάτια διασκορπιζόμενα σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του δαπέδου του σαλονιού και να καταλήξει σε εκνευριστικές κυλιόμενες νότες τσιγκ τσινγκ. Το αριστερό χέρι που είχε προλάβει να αγγίξει τη γυάλινη επιφάνεια του βάζου της ζάχαρης, αμφιταλαντεύτηκε αν πρέπει να την πιάσει σφιχτά ή να την αφήσει στη θέση της. Στην επιφάνεια εργασίας τα εικονίδια αναβόσβηναν τρελά, μπερδεμένα από τα απανωτά κλίκ του μυαλού του. Το βάζο της ζάχαρης βρέθηκε σ΄αυτή την πρωινή μάχη ανυπεράσπιστο, ανάμεσα σε γυάλινους τσακισμένους ήχους και δάχτυλα αναποφάσιστα. Το απειροελάχιστο άγγιγμα όμως περιείχε τόση ενέργεια όση χρειάζονταν ώστε να λάβει την εντολή η ζάχαρη να μετακινηθεί προς τον προορισμό της, άλλο που δεν ήθελε, ο οποίος δεν ήταν άλλος από το αχνιστό χαρμάνι κάτω, την ίδια ώρα που αυτό φούσκωνε από εθνική περηφάνια. Τη βουτιά ακολούθησαν δυο εναέριες κυβιστήσεις της που την έβγαλαν από την τροχιά της απειροελάχιστα, τόσο όμως όσο η μια άκρη του πάτου να χτυπήσει τη λαβή, η οποία είχε γλιτώσει το έγκαυμα, αναγκάζοντας το μπρίκι με το αχνιστό χαρμάνι να κάνει κι αυτό ανάποδη κυβίστηση στον αέρα και να προσγειωθεί στην κορυφή του γύφτικου τσαντιριού αδειάζοντας το περιεχόμενό του, το οποίο τελικά επεκτάθηκε από τα σκέλια, στα πόδια και μέχρι το χαλί της κουζίνας εξαιτίας της βαρυτικής έλξης που λέγαμε. Το ίδιο το μπρίκι γλίτωσε περαιτέρω πτώση, προσωρινά, διότι γαντζώθηκε στην κορυφή του τσαντιριού αδειανό κι ανάποδα.
«Αχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ……..» η φωνή ήταν τέτοια που εύλογα κάποιος τρίτος καλόπιστος ωτακουστής θα λεγε πως η σφαίρα διαπέρασε τα μαλακά μόρια του θύματος και το μοιραίο είχε επέλθει. Κάπως έτσι ίσως σκέφτηκε η Τασία όταν πετάχτηκε από το πάπλωμα με τον πρώτο γυάλινο τσακισμένο ήχο, χωρίς όμως να είμαι και απόλυτα σίγουρος για τις θηλυκές σκέψεις, για να βρεθεί σε χρόνο ντε τε αναμαλλιασμένη μπροστά του.
«Κοίτα τι έκανες βρε στο χαλιιιιιιιιιιιιι…….» τσίριξε τραβώντας όσο πήγαινε την κορώνα, σαν πριμαντόνα στη σκηνή.
Ο Μπάμπης έσκυψε το κεφάλι και τράβηξε λίγο το σώβρακο που φορούσε. Το περιεχόμενο είχε επανέλθει στην προτέρα κατάσταση. Οι όρχεις συνέχιζαν να κουνιούνται χωρίς να πέφτουν.
«Σταθερή αξία» σκέφτηκε μέσα στον πόνο του.

* * * * *

c.  C.Litzerinos