Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΕΤΡΕΧΕ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ  ως την άκρη της θάλασσας και ύστερα με ταχύτητα έφτανε μπροστά της. Φρενάριζε απότομα βάζοντας τα πόδια κόντρα στην παχιά άμμο, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, έπαιρνε ένα χάδι στο κεφάλι και κινούσε από την αρχή. Ήταν ένας ιχνηλάτης  κυνηγός με χρώμα καφέ και μαύρο, με μια άσπρη λωρίδα κάτω από το λαιμό που άνοιγε προς την κοιλιά και σχημάτιζε το σχέδιο ενός πουκαμίσου, κάποιου λόρδου ή έστω κάποιου μπάτλερ της καλής κοινωνίας. Για τις ανάγκες της αφήγησης θα δώσω ένα όνομα στον σκύλο της ιστορίας μας. Θα τον λέμε λοιπόν Μάρκο με κεφαλαίο το μι. Το ίδιο όνομα του έδωσε και η γυναίκα, γεγονός καθόλου παράξενο. Μπορεί να συμβεί δυο άνθρωποι να κάνουν ακριβώς την ίδια σκέψη, εν προκειμένω ο αφηγητής και ένα πρόσωπο της ίδιας ιστορίας. Οι σκέψεις πλανώνται αδέσποτες στον αέρα χωρίς ιδιοκτήτη και μπορεί ανά πάσα στιγμή δυο χέρια να τσιμπήσουν την ίδια σκέψη καθένα για δικό του λογαριασμό. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως το μι ήταν κεφαλαίο.  Το παιχνίδι αυτό συνεχίσθηκε με αμείωτη ένταση μέχρι  το  ρόδινο ηλιοβασίλεμα στην παραλία του  μικρού χωριού. Η γυναίκα παρακολουθούσε με ικανοποίηση το τρέξιμο και τα παιχνίδια του αγαπημένου της Μάρκου και αυτός την αποζημίωνε κάθε φορά με το απότομο φρενάρισμα μπροστά στα πόδια της και τη στροφή γύρω από τον εαυτό του. Οι ιδιοκτήτες των άλλων σκυλιών έδιναν προστάγματα υποταγής.
Η γυναίκα της ιστορίας μας ζούσε μόνη στο χωριό παρέα με τον Μάρκο είχε καβατζάρει τα πενήντα , μικροκαμωμένη και σφιχτή που μαρτυρούσε καθημερινή άσκηση των μυών, τα μάτια της  ζωηρά, σπινθηροβόλα και καταπράσινα στον τόνο της βαθειάς θάλασσας, ένα πράσινο του σμαραγδιού που έδενε με τα ασημένια αχτένιστα μαλλιά, με πρωτευουσιάνικη καταγωγή και ανατροφή. Το δικό της όνομα, σε αντίθεση με τον σκύλο της ιστορίας, είχε δοθεί μουσκεμένο από το νονό της, ύστερα το επανέλαβε ο παπάς και μετά τα πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας: «Ανδριανή». Είχε γίνει ταυτότητα, διαβατήριο και πιστοποιητικό γέννησης στο ληξιαρχείο.
Καθώς ο ήλιος άλλαζε τα χρώματα και την ταυτότητα των αντικειμένων στον ορίζοντα  πυρπολώντας τη θάλασσα, η Ανδριανή  σιωπηλή με μια έκφραση αγωνίας στο πρόσωπό της που εξαφάνισε το προηγούμενο χαμόγελο, παρατηρούσε τώρα κάποιες κινήσεις του σκύλου παράξενες που δεν είχε ξαναδεί. Ο σκύλος στέκονταν παράμερα με σηκωμένο το πίσω αριστερό πόδι αποφεύγοντας να το αφήσει να πατήσει πάνω στην άμμο, με τη γλώσσα του το έγλειφε, του φώναξε να έρθει κοντά της αλλά ο Μάρκος δεν υπάκουσε. Πήγε κοντά του, έσκυψε και του μίλησε. Ο σκύλος με τη σειρά του την ευχαρίστησε για τον ενδιαφέρον της σκύβοντας πειθήνια το κεφάλι χωρίς κανένα ίχνος πόνου να ζωγραφίζει το πρόσωπό του. Πάτησε κάτω στην άμμο το πόδι τυλίχθηκε στην αγκαλιά της, τον φίλησε στο στόμα, ανταπέδωσε  με ένα γλείψιμο και ξεκίνησαν πίσω για το σπίτι. Στη διαδρομή, η σκέψη ότι ο σκύλος πονούσε τριβέλιζε συνέχεια το μυαλό της, αλλά ο Μάρκος δεν έδειχνε σημάδια πόνου, δεν έκλαιγε, δεν γρύλιζε, παρά μόνο χάιδευε με τη γλώσσα του το πίσω αριστερό πόδι το οποίο συνέχιζε να κάνει και όταν πλέον στρογγυλοκάθισε στο κρεβατάκι του στο σαλόνι αποφεύγοντας να αγγίξει τροφή. Η Ανδριανή  κάθισε στο γραφείο της, άναψε τσιγάρο και παρατηρούσε τον σκύλο, χωρίς όμως να βλέπει τον πόνο.
Σε αυτές τις στιγμές απόλυτης μοναξιάς και ησυχίας, συνήθως χωρίς καμία επιδίωξη εμφανίζονται οι αναμνήσεις για να καλύψουν τα κενά, όπως ο αέρας μετά από ισχυρή βροχόπτωση έρχεται να καλύψει το οξυγόνο της ατμόσφαιρας  που παρέσυρε η βροχή στο χώμα,  χωρίς να ακριβολογώ επιστημονικά για το φαινόμενο. Έτσι λοιπόν στριμώχτηκαν οι αναμνήσεις της συνάντησης με τον Μάρκο στο μικρό κέντρο περίθαλψης αδέσποτων ζώων, πριν εξαπλωθεί η ντοπαμίνη και δεν αφήσει σπιθαμή. Έστεκε πίσω από το συρματόπλεγμα  αδύνατος και φοβισμένος, σχεδόν σίγουρος όμως για την τύχη του όταν είδε τη γυναίκα  να τον παρατηρεί. Δεν σήκωσε το κεφάλι, αλλά γνώριζε ότι τα μάτια της είχαν διαλέξει αυτόν από όλα τα άλλα σκυλιά που υπήρχαν τριγύρω. Δεν γνώριζε τον λόγο ούτε και τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει μια ζωή καλύτερη από αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε.
«Τον βρήκαμε χτυπημένο και εξαντλημένο από την πείνα στην πλατεία της πόλης», της είχε πει η υπεύθυνη του κέντρου,
«Επειδή είναι κυνηγόσκυλο πιστεύουμε ότι το αφεντικό του τον κακομεταχειριζόταν και τον χτυπούσε», συνέχισε
Τα λόγια αυτά έφταναν για να αποφασίσει η γυναίκα να πάρει τον σκύλο στο σπίτι της, που λίγο αργότερα τον βάφτισε όπως είπαμε Μάρκο, ή μάλλον για να ακριβολογούμε τον ονόμασε Μάρκο, διότι κολυμβήθρες δεν προβλέπονται για τα σκυλιά.
«Θα πρέπει αύριο να τον πάω στον κτηνίατρο, δεν θέλω άλλες στενοχώριες», σκέφτηκε φωναχτά η γυναίκα,
Για να διαφωτισθούν οι αναγνώστες θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι ο Μάρκος ήλθε να αναπληρώσει το κενό ενός άλλου σκύλου που είχε η Ανδριανή  και ο οποίος πέθανε στα χέρια της, θηλυκού γένους  που άκουγε στο όνομα Μίνα, με κεφαλαίο το μι και σε αυτή την περίπτωση. Και ενώ η αναπλήρωση πραγμάτων μπορεί να συντελεστεί με μεγάλη ακρίβεια, αγοράζω ένα όμοιο ποτήρι  με αυτό που έσπασε, ένα όμοιο κινητό με αυτό που τα παιξε, στις περιπτώσεις αναπλήρωσης ζωών, τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και σχεδόν ποτέ ακριβή. Η ποικιλομορφία της ζωής  στον πλανήτη κατά κανόνα εμποδίζει την όμοια αναπλήρωση, ενώ φαινομενικά φαίνεται ότι την  επιτρέπει. Τη θέση του εκλιπόντος συζύγου στο κρεβάτι μπορεί η χήρα να παραχωρήσει σε έναν άλλο άνδρα που ανήκει μεν στο ίδιο ανθρώπινο είδος, αλλά όπως θα διαπιστώσει στη συνέχεια, από την πρώτη κιόλας νύχτα, δεν είναι ακριβώς ίδιος με τον εκλιπόντα σε πολλά ανατομικά μέρη, αλλά και ψυχικά προσόντα. Έτσι η αναπλήρωση έμβιων όντων σχεδόν πάντα καταλήγει στη διαπίστωση, «Δεν είναι σαν τον μακαρίτη ή σαν του μακαρίτη», ή «Ο Μάρκος δεν είναι σαν τη Μίνα», χωρίς όμως κανένας να αποθαρρύνεται αλλά αντιθέτως να συμβιβάζεται με τον αναπληρωματικό, αφού είναι επιλογή του.
«Δεν είναι σαν τη Μίνα», σκέφτηκε η Ανδριανή  επιβεβαιώνοντας όλα όσα πρόλαβα να σας ξεφουρνίσω πριν λίγο.  
Ο Μάρκος κουλουριασμένος στα πόδια της, άκουγε τις σκέψεις της και αναπλήρωνε την μοναξιά της ησυχίας τους με τις δικές του αναμνήσεις και μη μου πείτε ότι οι σκύλοι δεν έχουν αναμνήσεις.
Το πρωί  εκείνου του Σαββάτου είδε το αφεντικό του, έναν δημόσιο υπάλληλο του τοπικού καταστήματος της πόλης, οικογενειάρχη με σύζυγο και παιδιά, να ετοιμάζει το θηριώδες τζιπ στην αυλή του σπιτιού τους. Ο άλλοι δύο σκύλοι που ήταν δεμένοι δίπλα του απευθύνθηκαν σ΄αυτόν, που τότε δεν λέγονταν Μάρκος,  είχε άλλο όνομα το οποίο δεν γνωρίζουμε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το πρώτο γράμμα του ονόματός του ήταν πεζό.
«Ξύπνα μικρέ, Σήμερα είναι η μέρα σου, Θα περάσεις εξετάσεις, Κοίτα να εφαρμόσεις όσα έμαθες κοντά μας, Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους».
 Ήταν πράγματι η μέρα που περίμενε τόσο καιρό. Θα τον έπαιρνε μαζί του αυτή τη φορά όχι ως εκπαιδευόμενο, αλλά ως πραγματικό κυνηγό λαγού και θα έκανε  πράξη όλα όσα είχε μάθει. Το  αίμα του έβραζε, η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο, όλες του οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. «Είναι η μέρα μου», σκέφτηκε, και όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί  είχε κι αυτός ένα μικρό τρακ που αντιλαμβάνονταν, αλλά δεν μπορούσε να ονομάσει. Σε τελική ανάλυση δεν τον ενδιέφερε και πολύ. Του έφτανε που φορούσε το  καινούριο του περιλαίμιο με το αστραφτερό κουδουνάκι κάτω από λαιμό, στη θέση του παπιγιόν.
Στη διαδρομή για το πεδίο της μάχης σχεδίαζε με την παραμικρή λεπτομέρεια την τακτική που θα ακολουθούσε προκειμένου να φέρει στο βεληνεκές της μπερέτας τον άτυχο λαγό από τη στιγμή που θα τον εντοπίσει να λουφάζει στη ρίζα ενός θάμνου. Κάτι μικροενοχλήσεις που είχε στο στομάχι του αρκετές ημέρες, δεν τον ενδιέφεραν, ούτε καν σκέφτονταν την πείνα του τελευταίου καιρού. Δεν τον απασχολούσε καν το καθημερινό ξεροκόμματο που πετούσε το αφεντικό μέσα στα κάγκελα του σπιτιού του, για να μη χάσει την όσφρηση κατά πως έλεγε. Είχε τουλάχιστον σπίτι και προορίζονταν να μεγαλουργήσει και να δείξει το ταλέντο του. Οι γονείς του και οι δυο ιχνηλάτες, υπήρξαν πρωταθλητές με χαρτιά και κύπελλα, το ίδιο και οι παππούδες του, αυτός γιατί να μη γίνει, η μοίρα του ήταν καθορισμένη δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι κατώτερο. Όταν επιτέλους ένιωσε το τράνταγμα του φρεναρίσματος και το σβήσιμο της μηχανής του θηρίου, ήταν έτοιμος  να χιμήξει έξω από την πόρτα του κλουβιού. Έξω στο χωράφι υπήρχαν και άλλοι ιχνηλάτες που κατέβηκαν από άλλα τζιπ. Δεν ήταν όμως ντόπιοι, αλλά από άλλες χώρες. Του φάνηκαν άσχημοι και μικροί, ίσως και αδύνατοι να επιτελέσουν το έργο για το οποίο προορίζονταν αυτός που είχε τόσο ένδοξους προγόνους. Η περιοχή γέμισε από τις φωνές όλων των ιχνηλατών, που διασκορπίσθηκαν  και έλαβαν θέσεις στα πόδια των αφεντικών τους περιμένοντας το σύνθημα να ξεκινήσουν το κυνήγι, ενώ οι λαγοί της περιοχής τέντωσαν τα αυτιά τους. Αντιλαμβανόμενοι πλέον τον κίνδυνο αντί να φύγουν, λούφαξαν κάτω από τις ρίζες των θάμνων. Κάποιοι είναι προγραμματισμένοι σε αυτό το κυνήγι της ζωής να είναι θύματα και κάποιοι θύτες, ενίοτε βέβαια αντιστρέφεται ο λόγος, αλλά πάντα είναι η εξαίρεση.  
Έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να ιχνηλατεί πάνω στα μονοπάτια που πάτησαν τα πόδια του λαγού πριν από αυτόν. Δεν άργησε να αιχμαλωτίσει με τη μύτη του την πρώτη μυρωδιά , να την κλειδώσει στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του, και με ακρίβεια τζι πι ες, να οδηγηθεί στον θάμνο όπου λούφαζε σίγουρος για το κρησφύγετό  του. Μόλις ο λαγός διέκρινε τον κίνδυνο δίπλα του αποφάσισε να τρέξει. Παρότι ήξερε να τρέχει καλύτερα από τον εισβολέα και το γνώριζε, παρόλα αυτά πίστευε ότι πρώτα έπρεπε κρυφτεί και ύστερα να χρησιμοποιήσει το ατού των γρήγορων ποδιών  του. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες  φορές ήταν να βρεθεί εντός του βεληνεκούς μιας μπερέτας που δεν αστειεύονταν. Η στρατηγική που είχε καταστρώσει άρχισε να εφαρμόζεται κατά γράμμα. Ο λαγός κίνησε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση από το σημείο όπου καραδοκούσε η μπερέτα του αφεντικού του. Με μια κυκλωτική κίνηση  βρέθηκε στα αριστερά της πλάτης του λαγού αναγκάζοντάς τον να στρίψει απότομα και δεξιά προς την κατεύθυνση της μπερέτας. Με το μάτι του υπολόγισε ότι για να εισέλθει μέσα στο βεληνεκές της θα έπρεπε να τον εκτρέψει ξανά για λίγο ώστε να πάρει ευθεία πορεία, ο ίδιος να σταματήσει το τρέξιμο και έτσι να βρεθεί μόνος του ο λαγός κλειδωμένος στο στόχαστρο του αφεντικού. Μια μικρή ντρίπλα χρειάζονταν κλειστή, από αυτές που κάνουν οι τεχνίτες μπαλαδόροι στο χορτάρι. Το αφεντικό ήδη τον έβλεπε με ενθουσιασμό να εκτελεί αυτές τις λεπτές τεχνικές, η  ντρίπλα όμως δεν έγινε, ο λαγός δεν ακολούθησε την ευθεία πορεία, το αφεντικό έστρεψε την κάνη προς τον λαγό, το σκόπευτρο κλείδωνε μόνο τον σκύλο και όχι τον λαγό, δεν το γνώριζε, γνώριζε μόνο ότι αισθάνονταν ένα απέραντο κενό, ότι είχε τρία πόδια μόνο και δυο μάτια αμήχανα να βλέπουν τον λαγό να απομακρύνεται ταχύτατα χωρίς να ακουσθεί καμία εκπυρσοκρότηση, ύστερα μια ησυχία ανησυχητική που την διέκοψε ένας πόνος στα πλευρά και σκληρές λέξεις να διαπερνούν τα κρεμασμένα του αυτιά
«Κωλόσκυλο γιατί σταμάτησες;»
Δεν απάντησε, θα μπορούσε όμως και να του εξηγήσει  Έχω μόνο τρία πόδια. Έξυπνα σκεπτόμενος δεν το είπε. Γνώριζε ότι αυτό θα ήταν το τέλος του. Πίστευε ότι στο επόμενο κυνήγι θα είχε ξανά τέσσερα πόδια, θα έκανε την κρίσιμη ντρίπλα, θα οδηγούσε το λαγό στο σκόπευτρο της μπερέτας και επιτέλους θα έτρωγε ένα καλό γεύμα. Στο επόμενο κυνήγι πάλι στην κρίσιμη ντρίπλα βρέθηκε με τρία πόδια, το αφεντικό του έβλεπε όμως τέσσερα. Αυτή τη φορά η κλωτσιά δεν ήταν μόνο μια, αλλά περισσότερες, λούφαξε κι έσκυψε το κεφάλι. Στο σπίτι δέχθηκε και τον δημόσιο εξευτελισμό μπροστά στα μάτια των εκπαιδευτών του με ένα σκουπόξυλο,
«Έδωσα τόσα λεφτά κοπρόσκυλο να σε αγοράσω κι εσύ σταματάς να τρέχεις, είσαι τεμπέλης κι  άχρηστος».
Οι τελευταίες λέξεις τον πλήγωσαν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός με τόσο λαμπρούς πρωταθλητές προγόνους ήταν άχρηστος και τεμπέλης. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα γονίδια είχαν εκφυλιστεί τόσο πολύ μέσα σε δυο μόνο γενιές ώστε να τον καταστήσουν άχρηστο, γνώριζε όμως ότι πάντα στην κρίσιμη ντρίμπλα είχε μόνο τρία πόδια, αν είχε τέσσερα θα ήταν εργατικός και χρήσιμος.
Η επόμενη μέρα τον βρήκε έξω από μια κλειστή ταβέρνα, σε μια άγνωστη πόλη, με τέσσερα πόδια. Τόσα βλέπανε και οι άλλοι σκύλοι της πλατείας που άνοιξαν τα μάτια λίγο για να παρατηρήσουν βαριεστημένα τον νεοφερμένο λόρδο.
Ο ίδιος όμως μονολογούσε με θλίψη στα μάτια: «Αν είχα τέσσερα πόδια…»


* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα 

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Sauvignon Blanc

 Έδωσε στον ξερακιανό υπάλληλο του ξενοδοχείου, με τη ξινισμένη φάτσα, πέντε ευρώ για  να ξεκολλήσει από την είσοδο του δωματίου και να τον αφήσει μόνο του. Τακτοποίησε τη βαλίτσα στο ερμάριο που έστεκε δίπλα στο κομοδίνο του διπλού κρεβατιού. Έκλεινε πάντα διπλό κρεβάτι στα ξενοδοχεία, όταν κατηφόριζε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα για δουλειές του μαγαζιού. Μια φορά ένας ξενοδόχος του χρέωσε το μονό για διπλό επειδή έτυχε και φιλοξένησε γυναίκα για μια ώρα. Χώρια που ο ρεσεψιονίστας, την επομένη, του εξηγούσε τη διπλή χρέωση μπροστά σε άλλους πελάτες που περίμεναν στο γκισέ και οι οποίοι έκαναν ντε και καλά πως δεν άκουγαν. «Η φιλοξενία κοστίζει» του έκλεισε τότε το μάτι ο υπάλληλος με το σινιέ σακάκι και το μαντηλάκι στο πέτο που φάνταζε σαν κανένας λιμοκοντόρος σε εσπερίδα φιλανθρωπικού σωματείου της καλής κοινωνίας. «Δε βαριέσε» σκέφτηκε, «κανένας δεν με γνωρίζει σ’ αυτή την πόλη. Την άλλη φορά θα παίρνω διπλό κρεβάτι. Είναι και πιο άνετο για φιλοξενία»
Έβγαλε από τη βαλίτσα τα καθαρά πουκάμισα με τους γιακάδες κολαρισμένους από το χέρι της γυναίκας του και τα κρέμασε στη ντουλάπα. Ύστερα τακτοποίησε το σακάκι και τα παντελόνια προσεκτικά για να μη τσαλακωθούν. Την άλλη μέρα θα πήγαινε στην Εκθεση κι έπρεπε όσο νάναι να είναι σένιος. Μπήκε στο μπάνιο για να βγάλει από πάνω του την κούραση του ταξιδιού. Καθώς το χλιαρό νερό χάιδευε το κορμί του δεν έδωσε σημασία σε ένα διστακτικό ήχο από την εξώπορτα, για να του ρθει αμέσως όμως φλασιά ότι μόλις πάτησε το πόδι του στη ρεσεψιόν ζήτησε ένα καφεδάκι στο δωμάτιο. Πετάχτηκε έξω από τη μπανιέρα έβαλε μια πετσέτα γύρω απ’ τη μέση και βγήκε από το μπάνιο.
«Ρουμ σερβις» ακούστηκε να λέει αυτή τη φορά από τον διάδρομο μια γυναικεία φωνή.
«Γαμώ την τρέλα μου το ξέχασα……» πρόλαβε να σκεφτεί καθώς έστριβε το πόμολο της πόρτας. Μια κοπέλα γύρω στα είκοσι πέντε στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας φορώντας ένα βυσινί ταγέρ  του ξενοδοχείου και από κάτω ένα λευκό πουκάμισο. Δυο πράσινα γατίσια μάτια φεγγοβολούσαν. Πάνω στην τσέπη του ταγέρ, στο μέρος της καρδιάς ένα χρυσό ταμπελάκι καρφιτσωμένο επιτελούσε χρέη ληξιάρχου: «Καλή»,  έγραφε με πεζά καλλιγραφικά γράμματα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί και πολλά εκείνη τη στιγμή γιατί το μυαλό του το χε στην πετσέτα, μη τυχόν και λασκάρει στο σημείο που την έδεσε, αλλά ούτε και να ρουφήξει την κοιλιά διανοούνταν γιατί τότε ήταν που δεν θα άντεχε άλλο η πετσέτα και θα ξεμπρόστιαζε τη γεροντική του ματαιοδοξία. «Μόνο Καλή; Κάλλιστη !!!» του πέρασε μια ριπή. Έκανε ένα βήμα πίσω, έπιασε σφιχτά την πετσέτα στον κόμπο και άφησε χώρο στην κοπέλα να μπεί.
«Πού να αφήσω τον καφέ σας;»
«Στο κομοδίνο»
«Θα πληρώσετε ή θα υπογράψετε;»
«Άμα πληρώσω..» σκέφτηκε «μπορεί ψάχνοντας το πορτοφόλι, να μου φύγει η πετσέτα. Άμα υπογράψω πάλι μπορεί να μου γλιστρήσει. Γαμώ τον σκεμπέ που έκανα ο μαλάκας με τις μπύρες, τα κοψίδια και τα ουίσκια»
«Θα υπογράψω» το αποφάσισε !!
Η κοπέλα έσκυψε κι ακούμπησε την κούπα στο κομοδίνο μαζί με ένα ποτήρι νερό και ζάχαρες. Καθώς έσκυψε παρατήρησε ότι ένας πόντος είχε φύγει από το μπεζ καλσόν που κάλυπτε τις γάμπες της. Δεν αφαιρούσε όμως ικμάδα του φρέσκου αέρα που μπήκε στο δωμάτιο. Έσφιξε κι άλλο την πετσέτα και τακτοποίησε τα μαλλιά που είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Πήρε το σοβαρό του ύφος όταν εκείνη γυρίζοντας του δωσε το μπλοκάκι κι ένα στυλό.
«Καλή; μμμμ υπέροχο όνομα…». Έπρεπε σώνει και καλά να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμη. Να μείνει εκείνη όσο τον δυνατόν περισσότερο στο δωμάτιο. Το μυαλό του άνδρα, όσο καλός κυνηγός κι αν είναι, δεν ανεβάζει εύκολα στροφές. Το κοντέρ της Καλής είχε χτυπήσει ήδη δυόμισι χιλιάδες στροφές. Του χαμογέλασε, γιατί έτσι έμαθε να κάνει και συνέχισε να κρατάει το μπλοκάκι μπροστά του και να τον κοιτάζει στα μάτια χωρίς να μιλάει. Όσο τον κοίταζε άλλο τόσο δεν έδειχνε τίποτα το ρημάδι το στροφόμετρο. Θα μπορούσε να της πει «Τι κάνεις όταν σχολάς;» αλλά του φάνηκε μεγάλη μαλακία η συγκεκριμένη ερώτηση. Του ρθε στο μυαλό το πρώτο ραντεβού, όταν έπαθε μπλακ άουτ και η γκόμενα νόμισε αρχικά ότι ήταν μουγκός, ενώ ύστερα που το καλοσκέφτηκε με τις φίλες της κατέληξε με σιγουριά ότι ήταν πούστης και φρόντισε μάλιστα να το διαδώσει.
«Υπέροχο και σπάνιο όνομα..» κατάφερε τουλάχιστον και πρόσθεσε το επίθετο «σπάνιο». Κάτι ήταν κι αυτό.
«Σας ευχαριστώ» είπε εκείνη με χαμόγελο και του υπενθύμισε με τα μάτια της το ρημάδι το μπλοκάκι. Αν υπέγραφε, θα υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη, πέρασε για μια στιγμή από το μυαλό, αλλά ο χρόνος πλέον ήταν περιορισμένος. Η πετσέτα είχε γίνει μούσκεμα και ήταν θέμα δευτερολέπτων να υποκύψει στους νόμους της βαρύτητας, όπως από χρόνια είχαν υποκύψει στα θέλγητρά της αλλά ζωτικά σημεία του σώματός του. Έπιασε με το δεξί χέρι ξανά την πετσέτα και με το αριστερό έβαλε την υπογραφή του, αφού δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Εκείνη με μια προσεκτική κίνηση πήρε τον στυλό και το μπλοκάκι, τον ευχαρίστησε, του ευχήθηκε καλή διαμονή και βγήκε από το δωμάτιο με την όπισθεν. Η πετσέτα τελικά γλίστρησε στο πάτωμα όταν είχε κλείσει η πόρτα, ενώ το άρωμα της κοπέλας του γαργαλούσε ακόμη τα ρουθούνια.
«Ωραία… μόνο την υπογραφή μου έβαλα…» σκέφτηκε καθώς γύρισε στον καθρέφτη κι έβλεπε απέναντι το σώμα του γυμνό να τον κοροϊδεύει.
«Δεν πειράζει, την επόμενη φορά θα παραγγείλω δείπνο, οπότε θα χω περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου» καθησύχασε τον εαυτό του. Μπήκε στο μπάνιο και συνέχισε τον καλλωπισμό.
Την επομένη το μυαλό του στην Έκθεση στριφογύριζε στην κοπέλα του ρουμ σέρβις. Κατέστρωσε με προσοχή σχέδιο. Στις ασκήσεις επί χάρτου οι άνδρες δεν πιάνονται. Έκοψε τη βραδινή έξοδο με λιμασμένους επαρχιώτες συναδέλφους του που ήρθαν στην Αθήνα να το γλεντήσουν λίγο, με εκείνο το ένοχο ύφος «δεν έχω όρεξη» και καλά, «έχω ένα σφίξιμο στο στομάχι», που κανείς σοβαρός συνάδελφος όμως δεν σε πιστεύει, αντίθετα σου πετά «καλά εσύ θα χάσεις…» με σαφές υπονοούμενο. Δεν πολυνοιάζονταν όμως γιατί αυτός είχε σχέδιο και τι σχέδιο: «θα ρίξω την όμορφη γατούλα του ρουμ σέρβις στο κρεβάτι μου και όταν θα τους το πω δεν θα με πιστεύουν». Το ξανασκέφτηκε. Σιγά μη τους το λεγε κιόλας. Οι άνδρες είναι πιο κατίνες και κουτσομπόληδες από τις γυναίκες. Φασαρίες δεν ήθελε. Θα κανε τη δουλειά ήσυχα κι όμορφα. Θα γεύονταν το άρωμά της.
Φόρεσε καθαρό παντελόνι, καθαρό σώβρακο και ένα σιδερωμένο πουκάμισο που το άφησε ριχτό έξω από το παντελόνι. Σκόρπισε απλόχερα την αφτερ σειβ στο πρόσωπο, το στήθος και τις μασχάλες. Παράγγειλε από το μενού φιλέτο κοτόπουλο γεμιστό με λαχανικά και πράσινη σαλάτα με σως από γιαούρτι και λεμόνι.
«….κι ένα μπουκάλι δροσερό Σοβινιον Μπλαν, με δύο ποτήρια» επισήμανε στον μετρ του ξενοδοχείου. Άναψε τσιγάρο μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και περίμενε.
Το χτύπημα στην πόρτα αυτή τη φορά ήταν ευδιάκριτο. Είχε σε εγρήγορση όλες τις αισθήσεις τώρα. Άρπαξε το πόμολο της πόρτας και το στριφογύρισε. Το μάτι αμέσως έπεσε στο στήθος, στο καρτελάκι της καρδιάς που λαμπύριζε «Πελοπίδας». Έκανε σαστισμένος ένα βήμα πίσω και άφησε χώρο στο ρουμ σερβις με το καροτσάκι του. Ο «Πελοπίδας» γέρνοντας το ξερακιανό του σώμα πάνω από το καροτσάκι, το έσυρε μέχρι το τραπεζάκι του σαλονιού. Χωρίς να μιλάει απίθωσε τα πιάτα. Έριξε μια λευκή πετσέτα στον βραχίονα, πήρε με το άλλο χέρι το κρασί και άρχισε να γυροφέρνει τα μάτια του στο δωμάτιο λες και το βλεπε πρώτη του φορά. Κάποια στιγμή σταμάτησε το πήγαινε έλα των ματιών και στύλωσε τη φάτσα πάνω του. Ακόμη κρατούσε το πόμολο της πόρτας και την πόρτα ανοιχτή. Εκείνος κρυφογέλασε, του γύρισε την πλάτη, άνοιξε το κρασί και σέρβιρε στα δυο ποτήρια. Ύστερα ήρθε κοντά του με ένα χαμόγελο που έκανε όμως τη φάτσα του να φαίνεται περισσότερο ξινή
«Θα υπογράψετε κύριε;» του δωσε στυλό και μπλοκάκι. Υπέγραψε.
«Καλή σας όρεξη και καλά να περάσετε» τον χαιρέτισε καθώς το ένα του μάτι φάνηκε σα να πετάριζε πονηρά προς το μέρος της τουαλέτας. Έκλεισε πίσω του η πόρτα. Προχώρησε αργά μέχρι το στρωμένο τραπέζι του δείπνου του. Έπιασε το κολονάτο, το στριφογύρισε, έχωσε μέσα τη γαμψή μύτη και ύστερα έριξε μια γουλιά στο λαρύγγι .
«Μμμμμ υψηλή οξύτητα, δροσιά, μακρά επίγευση και υπέροχο άρωμα pipi de chat*. Κλασσικό Sauvignon Blanc !!!»
* * * * * * *


* pipi de chat: το χαρακτηριστικό για την ποικιλία Sauvignon Blanc, κάθε άλλο παρά δυσάρεστο, άρωμα των «ούρων της γάτας», που είναι διεθνώς γνωστό με αυτή την ονομασία. 

Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ: "Η ΠΕΙΝΑ"


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα: Ο Κνούτ Χαμσούν γεννήθηκε το 1859 στην κεντρική Νορβηγία σε μια φτωχή αγροτική οικογένεια. Το 1920 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε το 1952 πάμφτωχος, αφού τα περιουσιακά του στοιχεία δημεύτηκαν και ο ίδιος εγκλείστηκε σε ψυχιατρείο αντί να φυλακιστεί λόγω της συμπόρευσής του με το ναζισμό στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Θερμός οπαδός του Ντοστογιέφσκι και του Νίτσε, υπέρμαχος της κοσμοθεωρίας του ότι κεντρικός άξονας των πάντων είναι ο άνθρωπος μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον, πίστεψε στη θεωρία του Χίτλερ για την αναλλοίωτη φυσική τάξη και τον λαό ως φυσική μονάδα του ανθρώπινου είδους. Μετά τον θάνατό του η φήμη του αποκαταστάθηκε και σήμερα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους σύγχρονους συγγραφείς, αφού πρώτος αυτός απελευθέρωσε τη δομή του μυθιστορήματος από τα δεσμά της πλοκής, όπως την είχε διαμορφώσει ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα. Κατέχει πλέον σημαντική θέση ανάμεσα στους πρωτοπόρους του κινήματος του μοντερνισμού.


Η ΠΕΙΝΑ: Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα και βασίζεται στις προσωπικές του εμπειρίες και προσπάθειες να γίνει συγγραφέας. Το 1890 δημοσιεύθηκε ανώνυμα σε εφημερίδα της Κοπεγχάγης και ξεσήκωσε θύελλα εικασιών για το ποιος ήταν αυτός ο συγγραφέας που είχε γράψει ένα τόσο ξεχωριστό κείμενο. Ο ίδιος έλεγε πως η "Πείνα" δεν ήταν μυθιστόρημα εννοώντας πως δεν είχε αυτό που λεγόταν πλοκή
Στο έργο ο ανώνυμος αφηγητής του και μοναδικός "ήρωας" του έργου, δοκιμάζει τα όρια του ανθρώπινου μυαλού, όταν το σώμα που το φιλοξενεί σχεδόν λιμοκτονεί καθημερινά. Η χρήση πρώτου προσώπου (καθόλου συνηθισμένος εκείνη την εποχή), η απόδοση του διαλόγου σε πλάγιο λόγο, ο ειρωνικός στοχασμός, η προσπάθεια του ίδιου του ήρωα να κρατήσει ψηλά τις ανθρώπινες αξίες φτάνοντας μάλιστα σε αυτοκαταστροφικά επίπεδα, αφού συμβιβάζεται ακόμη και με την ιδέα του θανάτου ως αναπόφευκτου και λυτρωτικού, καθιστά τον Χάμσουτ ως τον συγγραφέα που καταφέρνει να αποκρυπτογραφήσει και να περιγράψει με τελειότητα την ανθρώπινη ψυχή, τοποθετώντας την στο επίκεντρο του έργου. Ο ίδιος ο συγγραφέας περιγράφει το έργο του ως "Το βιβλίο μου είναι μια προσπάθεια να περιγράψω την περίεργη ζωή του νου, τα μυστήρια της ψυχής σε ένα κορμί που πεινάει"   Το καταφέρνει αριστοτεχνικά. 

Όσοι από εμάς τους αναγνώστες δεν πεινάσαμε ποτέ στη ζωή μας, με την πραγματική έννοια της πείνας, μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου μπορούμε να πάρουμε μια γεύση αυτής της "εμπειρίας" που καταρρακώνει τον άνθρωπο, τον εξευτελίζει και τον κάνει να μην διαφέρει σε τίποτα από τα ζώα στα μάτια των άλλων που βλέπουν μόνο την πεινασμένη σάρκα. Το μυαλό αντιστέκεται περισσότερο από το φθαρτό σώμα, παρότι κι αυτό καταφέρνει η πείνα να το φτάσει στα όρια της τρέλας.  

Θεωρώ ότι το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, ειδικά στις μέρες μας που τόσοι άνθρωποι γύρω μας πεινάνε. 
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. 

Χριστόδουλος Λιτζερίνος 

Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΣ

'Adam_und_Eva'_im_Florapark_in_Duesseldorf-Unterbilk,_von_Nordwesten
Οι τέσσερις ποταμοί έσμιγαν τα νερά τους στη μέση της κοιλάδας με τις χουρμαδιές και τα καταπράσινα λιβάδια. Ο ήλιος τώρα ρουφούσε την πρωινή δροσιά από το γρασίδι μετατρέποντας την κοιλάδα σε ένα αχνιστό τοπίο, όπου το φως κουτουλούσε μαλακά κι άλλαζε χρώματα σε όλη τη γκάμα του ορατού φάσματος. Μικρά ουράνια τόξα λίγα μέτρα πάνω από το υγρό χώμα χοροπηδούσαν και στόλιζαν τον όμορφο κήπο. Τα πουλιά τρυπούσαν με τα ράμφη τα ουράνια τόξα αφήνοντας ξοπίσω από το πέταγμά τους δροσερές πολύχρωμες νότες. Οι κότες, σκυμμένες στην αυλή, τσιμπολογούσαν σπόρους στο χώμα, αφού τα κοκόρια τις είχαν ξυπνήσει από τα άγρια χαράματα και σαν να μην έφτανε η τρομάρα που πήραν από τις αγριοφωνάρες τους, κάθε τρεις και λίγο όλο και κάποιος κόκορας θα τις καβαλούσε γιατί είχε πρωινές ορέξεις. «Γαμώ την τύχη μας» σκεφτόταν αυτές «πού την βρίσκουν την όρεξη κάθε πρωί για τραγούδια και καβαλικέματα, με την τσίμπλα στο μάτι;» υπέμεναν όμως καρτερικά την τελετουργία. «Για δες αυτή τη στρουμπουλή πως κουνάει τον κώλο της καθώς σκύβει» έλεγε ο μεγάλος πλουμιστός λυράρης στο νεαρό εκπαιδευόμενο γιό του που κορδώνονταν, φούσκωνε και γαργαλιόταν κάτω από την κοιλιά «καβάλα την γιέ μου να μάθει να μη τον κουνάει» κι αυτός πηδούσε πάνω στην στρουμπουλή και της ψιθύριζε στ’ αφτί «κούκλα μου θα πεις τώρα τον Δεσπότη Παναγιώτη». Είχε ακούσει τον πατέρα του να το λέει κάθε φορά που τις καβάλαγε και πίστευε ότι υποχρεωτικά ενημερώνεις πρώτα τα θηλυκό τι έμελλε επακολουθήσει για  να μη γυρίσει μετά και σου πει «δεν μου τα είπες αυτά ρε μεγάλε από πριν». Αυτές απλά γύριζαν λίγο το κεφάλι πίσω να δουν ποιος είναι ο κρεμανταλάς που αυτή τη φορά ξεκίνησε την αναρρίχηση και ύστερα έσκυβαν το κεφάλι στο χώμα χαμογελώντας κρυφίως «καλά τέλειωνε και άσε τα μεγάλα λόγια» Το κακό με τα κοκόρια ήταν ότι δεν είχαν χέρια, οπότε δεν μπορούσαν οι κακόμοιρες να τα αποστομώσουν «πάγαινε ρε και τράβα μια πρωινή να ξαλαφρώσεις» Στον Κήπο δεν ήταν όλα δίκαια φτιαγμένα, αλλά δεν μπορούσες και να πεις κουβέντα στον Μεγάλο που τα είχε μαστορέψει με εξυπνάδα και μαεστρία, όπως κάθε απόγευμα κοκορεύονταν μόνος, κάνοντας τον περίπατό του στο αγρόκτημά του.
Η Εύα που κι αυτή, με το πρωτολάλημα των πετεινών, είχε βγει στην αυλή, μοίραζε σπόρους στις κότες του αγροκτήματος. Ο άλλος, που της είχε κουβαλήσει ο Μεγάλος, για να κάνει υποτίθεται τις δουλειές στο κτήμα, ακόμη τεντώνονταν στο καλύβι του κι έξυνε τ΄αχαμνά του. «Να δω πόση ώρα θα τα ξύνει» σκέφτηκε η γυναίκα καθώς έβαζε νερό στα τσουράπια «τι στην ευχή, όλα τα αρσενικά δεν είναι ίδια σ΄αυτό το κτήμα; Μόνο τα κοκόρια ξέρουν τι να κάνουν το πρωί;» Οι σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη καθώς η γυναίκα έκανε μηχανικά τις δουλειές της.
«Ευαααα…. Καφέ!!» ακούστηκε από το βάθος του καλυβιού η βραχνή φωνή του άνδρα.
«Εεεε … δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Μεγάλος έδωσε στις κότες τα καλά τα κοκόρια και σε μένα έδωσε πούστη κόκορα. Γαμώ την τύχη μου» σκέφτηκε η γυναίκα, πέταξε κάτω τον τορβά με τους σπόρους και πήρε δυο αυγά από τη φωλιά τους. Μπήκε στο καλύβι, έβαλε το μπρίκι στο καμινέτο και πλησίασε τον άνδρα που ακόμη ξύνονταν κάτω από την κοιλιά. «Καλά ο ανόητος ούτε που κατάλαβε τι κουβαλά και γιατί έχει φαγούρα στο σημείο αυτό;» σκέφτηκε καθώς τον πλησίασε
«Τα αυγά να σου τα κάνω μάτια ή ομελέτα Αδάμ;»
«Μάτια σφιχτά» ήταν η απάντηση του άνδρα
«Χυμό θες;» τον ρώτησε η γυναίκα
«Τι είναι χυμός;» σηκώθηκε αναμαλλιασμένος από το κρεβάτι, ξύνοντας αυτή τη φορά το κεφάλι του. «Δεν είναι μόνο πούστης, είναι και μαλάκας» σκέφτηκε αυτή
«Χυμός είναι ένα νερουλό πράγμα που βγάζουμε από τους καρπούς του κτήματος» του απάντησε βαριεστημένα καθώς έριχνε τα αυγά στο λάδι που τσιτσίριζε πάνω στη φωτιά.
«Θέλω…» είπε και βγήκε στην αυλή να κατουρήσει
«Πήγαινε τότες στο δέντρο στη μέση του κτήματος και φέρε μου μερικά μήλα να στα φτιάξω χυμό» του φώναξε από την κουζίνα η γυναίκα.
Στο άκουσμα της παραγγελιάς ο άνδρας δεν πρόλαβε ούτε να την τινάξει και μπήκε αλαφιασμένος μέσα, ενώ το κοκόρι ξεψυχισμένο χτυπιόταν δεξιά αριστερά στα μπούτια του. Η γυναίκα έριξε μια γρήγορη ματιά ανάμεσα στα σκέλη και κούνησε με απογοήτευση το κεφάλι της.
«Ξέρεις πολύ καλά ότι ο Μεγάλος μας απαγόρευσε να φάμε από αυτό το δέντρο» έντρομος πια στεκόταν απέναντι στη γυναίκα και ανήμπορος να σκεφτεί οτιδήποτε άλλο. Αυτή γύρισε και τον κοίταξε απαθής
«Μας απαγόρευσε να φάμε, όχι να πιούμε. Άντε σάλτα και φέρε μου μερικά μήλα τώρα και άσε τις κουβέντες άμα θες να πιείς χυμό με το πρωινό σου»
Ο Αδάμ γούρλωσε τα μάτια του και συνέχισε. «Είναι κι εκείνη η αναθεματισμένη η δεντρογαλιά ρε συ..... πάνω στο δέντρο. Κάθε φορά που περνάω δίπλα, μου βγάζει τη γλώσσα και κάνει έναν ήχο σσσς, κάτσε καλά σάουντ να πούμε»
«Η δεντρογαλιές δεν δαγκώνουν Αδάμ» του απάντησε ήρεμα αυτή
«Δεν δαγκώνουν; Και γιατί ο Μεγάλος έβαλε στο δέντρο για φρουρό ένα φίδι που δεν δαγκώνει;»
«Γιατί μάλλον ξέρει ότι οι άνδρες δεν θα βάλουν το μυαλό τους να δουλέψει»
Ο άνδρας έξυσε το κεφάλι και κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο θα ερχόταν με ένα τσουβάλι μήλα στην πλάτη. Ακούμπησε το τσουβάλι, με έκδηλη την ικανοποίησή του πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
«Καλά ρε ανόητε, σου είπα να φέρεις δυο τρια μήλα για να κάνω χυμό, όχι όλη τη μηλιά» έξαλλη η Εύα του βαλε τις φωνές
«Αφού το δέντρο είναι ψηλό, αλλά εγώ όμως είμαι δυνατός !! Έπιασα τον κορμό του, τον ταρακούνησα κι έπεσαν όλα κάτω. Έφαγα πολλά στο κεφάλι. Έπεσε η δεντρογαλιά και της έδωσα μια με τη μαγκούρα στο κεφάλι, έμεινε τέζα κάτω ο όφις, ντεντ….» περιχαρής εξιστόρησε το κατόρθωμά του.
«Σκότωσες τη δεντρογαλιά;» σιωπή απλώθηκε στην κουζίνα που έκανε τα αυγά να σφίξουν τέρμα τα μάτια τους στο τηγάνι.
«Καλά τα μήλα θα τα δικαιολογήσω, αλλά για το φίδι ρε συ τι θα πω στον Μεγάλο το απόγευμα που θα ρθει για τον περίπατό του, μου λες;» σιωπή πάλι, μόνο απέξω ακούγονταν κακαρίσματα.
«Ο Μεγάλος αγαπάει όλα τα πλάσματα του κτήματος, κι εσύ σκότωσες την δ ε ν τ ρ ο γ α λ ι ααααααα; Πόσο  Μ Α Λ Α Κ Α Σ είσαι;» η γυναίκα έξαλλη τώρα τόνιζε μια μια τις συλλαβές για να μπορέσει το ανδρικό μυαλό να συλλάβει το μέγεθος της αμαρτίας του.
«Κι αν…….κι αν  με έτρωγε;» ψελλίζοντας προσπάθησε να δικαιολογηθεί 
«Που να σου έτρωγε το άχρηστο το μαραφέτι που χεις ανάμεσα στα σκέλια σου αναθεματισμένε !! Φωτιά που μου άναψες για έναν κωλοχυμό. Τι ήθελα η κουλή και σε έστειλα, δεν πήγαινα μόνη μου που είμαστε και φιλενάδες  με τη δεντρογαλιά;»
Έβγαλε τα αυγά από τη φωτιά, πήρε δυο μήλα τα έβαλε στο μπλέντερ, πάτησε το κουμπί και τα έλιωσε, όπως θαθελε εκείνη τη στιγμή να λιώσει το κεφάλι του Αδάμ. Παράλληλα όμως σκέφτονταν, ενώ αυτός είχε καθίσει στην καρέκλα και περίμενε το πρωινό ξύνοντας το κεφάλι του. Γύρισε και τον κοίταξε καθώς έβαζε την πρώτη μπουκιά στο στόμα.
«Άκου τι θα κάνουμε» αυτός σήκωσε το κεφάλι.
«Θα πας στο δέντρο που σκότωσες το φίδι, θα το πάρεις και θα το φέρεις εδώ. Άκουσες;» ήπιε μια γουλιά χυμού βιαστικά και τροχάδην κίνησε για το δέντρο. Σε λίγο άφηνε μπροστά στην Εύα το νεκρό φίδι. Αυτή το πήρε στα χέρια και το περιεργάστηκε. Το κεφάλι του ήταν τσακισμένο. Δεν υπήρχε. Το υπόλοιπο σώμα του ήταν άθικτο. Χαμογέλασε.
«Πέταξε το κεφάλι στις γάτες και βγάλε το δέρμα από το υπόλοιπο σώμα του και σβέλτα, τσακα τσάκα» Οι εντολές της γυναίκας εκτελούνταν στο άψε σβήσε. Σε λίγο η Εύα κρατούσε το δέρμα του φιδιού στα χέρια της. Τα μάτια της πετούσαν φωτιές που τρόμαξαν τον Αδάμ. Πήγε κι έκατσε σε μια γωνιά αμίλητος κοιτάζοντάς την να ακουμπά το όμορφο δέρμα στο τραπέζι και με το ψαλίδι να κόβει ένα τριγωνικό κομμάτι. Ύστερα έκοψε ακόμη ένα τριγωνικό κομμάτι και τα ένωσε με ένα κορδόνι στην κορυφή τους και με δυο κορδόνια στις άλλες δυο πλευρές τους. Ο Αδάμ έξυνε μανιωδώς το κεφάλι γιατί  δεν μπορούσε να καταλάβει τι έφτιαχνε η γυναίκα. Σε λίγο η Εύα σηκώθηκε όρθια. Κράτησε στα δυο της χέρια το εργόχειρο και γύρισε την πλάτη της στον Αδάμ. Λύγισε τη μέση της κι έφερε τις δυο άκρες του εργόχειρου χαμηλά στους αστραγάλους της. Από πίσω ο Αδάμ κοίταζε με περιέργεια. Έβαλε το ένα της πόδι μέσα στο δεξιό άνοιγμα του εργόχειρου και ύστερα με την ίδια κίνηση πέρασε και το αριστερό της πόδι. Μετά ανασηκώθηκε και άρχισε με αργές κινήσεις να σηκώνει το εργόχειρο ως τους γοφούς της. Στερέωσε το κορδόνι στη μέση της και γύρισε στον Αδάμ. Αυτός γούρλωσε τα μάτια του. Η τούφα που τόσο καιρό είχε η Εύα ανάμεσα στα πόδια της είχε χαθεί από τα μάτια του. Το ίδιο και ο μισός πισινός της.
«Πώς σου φαίνεται;» έκανε μια στροφή γύρω από το εαυτό της η γυναίκα λάμποντας από αυταρέσκεια.
«Τι…. τι… είναι αυτό;» ψέλλισε ο Αδάμ καθώς έβαζε τις παλάμες ανάμεσα στα σκέλια να κρύψει τον ανδρισμό του που άρχιζε να κουνιέται παράξενα σαν τη δεντρογαλιά.
«Στριγκ ανόητε….» η γυναίκα στάμπαρε αμέσως την ασυνήθη κίνηση στα σκέλια του Αδάμ κι γρήγορα  πήρε αποφάσεις.
«Εξαφανίσου αμέσως από το κτήμα, μη σε βρει εδώ ο Μεγάλος που ρχεται όπου νάναι κι εγώ θα κανονίσω να τη γλιτώσουμε»
«Μα…..» κόμπιασε ο Αδάμ για να συνεχίσει «πώς θα γίνει, αφού ο Μεγάλος τα βλέπει όλα…. Θα μας τιμωρήσει»
«Σιγά μην είναι και Θεός, αν τα βλεπε θα μας είχε ξαποστείλει ήδη. Άντε τρέξε να κρυφτείς. Τα λέμε μετά…» Ο Αδάμ έγινε καπνός.
Οι κότες άρχισαν να τρέχουν αλαφιασμένες στο κοτέτσι τους. Τα κοκόρια λούφαξαν στα δέντρα κρύβοντας τα κεφάλια τους. Τα μυρμήγκια έκοψαν δρόμο και χώθηκαν σε όποια τρύπα βρήκαν μπροστά τους. Η γη ταρακουνιόταν σε κάθε Του βήμα και τα δέντρα έριχναν στο χώμα τα φύλλα τους. Έμειναν γυμνά τα κλαριά να κοιτάνε απορημένα τον ουρανό. Μικρά μικρά κομματάκια βαμβάκι έπεφταν από τον ουρανό και σκέπαζαν το χώμα με ένα άσπρο πέπλο. Ο ουρανός είχε γίνει άσπρος και κρύος. Σηκώθηκε η τρίχα της γυναίκας από το πρωτόγνωρο κρύο που κατέκλυσε το αγρόκτημα. Έριξε στους ώμους της ένα κοντομάνικο ζακετάκι που την κάλυπτε μέχρι τον αφαλό και σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος προσπαθώντας να ζεσταθεί. Ο Αδάμ σε μια σπηλιά στην άκρη του κτήματος άναψε μια φωτιά και κάθισε δίπλα της να ζεσταθεί.
Η σκιά Του κάλυψε το κατωκάσι της εξώπορτας. Η γυναίκα πήρε ένα περίλυπο ύφος και περίμενε.
«Ποιος έφαγε τα μήλα από το Απαγορευμένο Δένδρο;» η φωνή τράνταξε συθέμελα το καλύβι
«Δεν τα φάγαμε, εδώ είναι όλα. Μόνο δυο τρια τα ήπιαμε. Τα άλλα τα μαζέψαμε να τα κάνουμε κομπόστα για τον χειμώνα. Δεν θα τρώγαμε ποτέ τα μήλα του Απαγορευμένου Δέντρου Αφέντη μου» του απάντησε με τσαχπινιά η γυναίκα κι έκανε κανά δυο βήματα προς το μέρος Του. Αυτός με μια κίνηση του χεριού Του τη σταμάτησε.
«Δεν βρίσκω την δεντρογαλιά μου πουθενά στον Παράδεισο. Μπορείς να μου δώσεις μια ικανοποιητική εξήγηση;» Η Εύα πήρε από μόνη της λίγο θάρρος και έφτασε μπροστά Του.
«Τι να το κάνεις το παλιόφιδο Αφέντη μ….;» δεν πρόλαβε να τελειώσει την πρότασή της και έφαγε μια οργισμένη σπρωξιά που την έστειλε ανάσκελα στο κρεβάτι.
«Είναι άμεσος συνεργάτης μου, απαιτώ ε – ξη – γή – σεις !!!» τα μάτια του Μεγάλου έπεσαν ανάμεσα στα σκέλια της Εύας
«Τι είναι αυτό που φοράς;» έκπληκτος την πλησίασε
«Είπα να βάλω ένα βρακί κι εγώ στον κώλο μου, γιατί ο Αδάμ τελευταία με κοιτούσε πολύ πονηρά Αφέντη μου. Δεν είχα άλλο ύφασμα και πήρα το δέρμα της δεντρογαλιάς σου»
«Πως είναι δυνατόν,  αφού τον έφτιαξα μουρόχαυλο !!!» έμεινε έκπληκτος.
«Μάλλον βλέπει τα κοκόρια κάθε πρωί που δεν τα έφτιαξες σαν κι αυτόν και μαθαίνει γρήγορα» απάντησε εκείνη, ενώ άρχισε να χαϊδεύει το σώμα της.
«Αποκλείεται, όλα τα αρσενικά το ίδιο τα φτιαξα….. Σιγά μη μαθαίνουν. Τέλος πάντων μπορεί να έκανα κανά λάθος μ’ αυτόν…»   την πλησίασε και έκατσε δίπλα της.
«Τελικά σου πάει το στριγκ… Στη σωστή θέση έβαλα το γατάκι σου. Είμαι Θεός τελικά !!!» τη γαργάλισε πονηρά καθώς έγερνε το κορμί Του δίπλα της.
«Ναι Αφέτη μου, είσαι Θεός!!!!» του απάντησε εκείνη ενώ ξεψυχούσε λάγνα στα χέρια Του.
Η πλάση γύρω γαλήνεψε και ένας δυνατός ήλιος ξεπρόβαλε πάνω από τον Κήπο. Όλο το αγρόκτημα τώρα έλαμπε χιονισμένο και έμοιαζε με Παράδεισο. Ο Αδάμ δειλά δειλά ξεπρόβαλλε από την κρυψώνα του και βγήκε έξω στο φως θαυμάζοντας το μεγαλείο της Φύσης τριγύρω. Την ίδια ώρα ο Μεγάλος σηκώθηκε από το κρεβάτι, χάιδεψε τα γένια του και γύρισε το κεφάλι στη γυναίκα.
«Απόψε αλλάζει ο Χρόνος που φτιαξα καλή μου. Να ξέρεις ότι όλους τους έχω κάνει ίδιους για να μη μαλώνουν. Είμαι δίκαιος σ' αυτά. Αααααα μη ξεχάσω…… όταν φτιάξεις αυτή την κομπόστα να μου στείλεις μερικά βαζάκια» της έκλεισε το μάτι και βγήκε έξω στον Παράδεισο.
Ο Αδάμ μπήκε λαχανιασμένος στο καλύβι αργά το βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Στάθηκε στην εξώπορτα και κοίταξε δειλά μέσα. Το σαλόνι ήταν φωτισμένο με μικρά μικρά λαμπάκια που αναβόσβηναν και σε μια πολυθρόνα η Εύα καθόταν και τον περίμενε. 
«Έφυγε;» ρώτησε δειλά. 
«Έλα μέσα…. είμαστε μόνοι…..» του απάντησε εκείνη με λάγνο ύφος. Μόλις έφτασε δίπλα της, πάλι η ίδια ασυνήθιστη κίνηση ανάμεσα στα σκέλια του σα να ζωντάνευε η δεντρογαλιά που σκότωσε το πρωί. Τρόμαξε πολύ και με τις παλάμες του προσπάθησε να πιάσει τον όφι που κουνούσε το λυγερό του κορμί και γλιστρούσε στην κοιλιά του. Δεν πρόλαβε. Η Εύα με μια κίνηση τον άρπαξε. Τον πήρε στην αγκαλιά της και προχώρησαν στο κρεβάτι. Τα σώματα αγκαλιάστηκαν και έγιναν ένα κουβάρι. Μια δυνατή βροντή τρόμαξε τους εραστές και ύστερα η νύχτα έξω έγινε κόκκινη καθώς αστραπές την έσχιζαν από πάνω μέχρι κάτω ενώ η γη σείονταν.
«Τι…. τι… έγινε;» πετάχτηκε  έντρομος ο Αδάμ
«Δεν είναι τίποτα αγάπη μου. Τα πυροτεχνήματα της Πρωτοχρονιάς είναι. Καλή Χρονιά να έχουμε» του έριξε ένα ρουφηχτό φιλί στο στόμα και ύστερα σηκώθηκε όρθια και του δωσε το χέρι της
«Έλα… σήκω να φύγουμε, δεν χωρά πια τον Ερωτά μας ο Παράδεισος» 

* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα
Litzerinos Christos