Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΙΣ ΠΙΖΑΜΕΣ


Βάδιζα στην άκρη του γείσου με βήματα ανάλαφρα, ζυγιάζοντας το ύψος και τη στενότητα του χώρου. Ο γάτος στην απέναντι στέγη με κοίταζε και τα μάτια του φωσφόριζαν έκπληξη κάτω από το γαλαζωπό φως της σελήνης. Η γραμμή ισορροπίας διαγράφονταν στα πόδια μου γκρίζα και εύθραυστη κλωστή. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου στην άκρη της πλατείας έκανε φιλότιμες προσπάθειες να χρωματίσει τη νύχτα αλλιώς. Δεν μπορούσα να εντοπίσω καμιά διαφορά από τις άλλες νύχτες. Ίσως να μην ήμουν και το καταλληλότερο πρόσωπο  στην αξιολόγηση του μαύρου. Για μένα πάντα το μαύρο ήταν ένα και ήταν απόλυτο.
Αν εξαιρέσουμε την ηλίθια ματιά του γάτου, η ζωή απόψε έδειχνε να μην έχει όρεξη να περπατήσει μέσα στο κρύο ή πάνω σε σκοτεινά περβάζια. Πέρσι την ίδια νύχτα του χρόνου πήρε το μάτι μου ζευγαράκια να περπατάνε στο δρόμο, αλλά ψιλοχιόνιζε και ήταν πουπουλένια. Απόψε ντύθηκε κρύα λάμα που στραφτοβολούσε  απειλητικά στο ασπρουλιάρικο φως του φεγγαριού. Μπορεί οι άνθρωποι να φοβήθηκαν ή απλά να μην είχαν πια όρεξη για νυχτοπερπατήματα. Ο φόβος πολλές φορές μασκαρεύεται βαρεμάρα για να ξεγελάσει την ψυχή και να την κυριεύσει.
Έσκυψα στα τέσσερα για καλύτερη ισορροπία καβαλικεύοντας το κορφάρι της στέγης. Ανατσουτσούριασε ο γάτος και γούρλωσε περισσότερο τις ηλίθιες ματάρες του, καθώς πλησίαζα στο σημείο που χουζούρευε. Η στριγκλιά του γρατζούνισε τη νύχτα χειρότερα και από τα νύχια του. Ο σκύλος στην είσοδο του σπιτιού άλλο που δεν ήθελε να ξυπνήσει από τον ψεύτικο ύπνο του και να αρχίσει τα αλυχτίσματα. Κοκάλωσα και περίμενα ακίνητος. Το ίδιο και ο γάτος μπροστά μου με κυρτωμένη την πλάτη και την τρίχα κάγκελο.  Το τρίξιμο της εξώπορτας καθόλου δεν μου άρεσε. Φωνές ακούστηκαν και τότε τον είδα. Ένας χοντρός άνδρας που φορούσε κοστούμι και γραβάτα πετάχτηκε στην αυλή. Στα χέρια του κρατούσε μια καραμπίνα. Ακολούθησε τον σκύλο που τώρα είχε στρέψει το κεφάλι στη στέγη. Υπό άλλες συνθήκες θα το είχα τακτοποιήσει το παλιόσκυλο. Τώρα όμως δεν υπήρχαν περιθώρια. Σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να δρασκελώ τα κεφαλάρια να εξαφανιστώ από τη στέγη, όπου ήμουν εύκολος στόχος του χοντρού. Ίσα που πρόλαβα να κρεμαστώ από το λούκι και άκουσα πίσω μου την ντουφεκιά. Δεν με πέτυχε. Άρχισα να τρέχω στην πίσω πλευρά του κτιρίου πάνω στο γκαζόν. Στη γωνία της αποθήκης με σταμάτησε το παλιόσκυλο. Μου έδειχνε τα δόντια και τα σάλια που του τρεχαν. Με την άκρη του ματιού μέτρησα το ύψος του μαντρότοιχου. Έκανα ένα σάλτο να τον περάσω, αλλά δεν τα κατάφερα, με άρπαξε το ένα πόδι με τα δόντια του. Δεν με έπαιρνε να ξαναπροσπαθήσω και ο χρόνος πλέον ήταν μετρημένος. Έβγαλα από το σακίδιο ένα κομμάτι κρέας και το πέταξα στην άλλη μεριά του κήπου. Το χαζόσκυλο έτρεξε πίσω από την τροφή και με άφησε ήσυχο. Τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην πορτούλα της αποθήκης. Χώθηκα μέσα και στριμώχτηκα ανάμεσα σε τσουγκράνες, κλαδευτήρια, χλοοκοπτικά και ράφια. Ησύχασα και περίμενα.
Ο κήπος του χοντρού γέμισε ανθρώπους περίεργους και φωνές που ρωτούσαν να μάθουν. Σε λίγο έφτασε και ένα περιπολικό της αστυνομίας.
«Ήταν ένας διαρρήκτης στη στέγη μου…» φώναζε αλαφιασμένος ο χοντρός «… τον πυροβόλησα..»
«Δεν υπάρχουν αίματα τριγύρω» κάποιος αστυνομικός μάλλον έκανε μια επαγγελματική  διαπίστωση.
«Πρέπει να πήδηξε από τον φράχτη» ακούστηκε ένας άλλος
«Υπάρχουν ίχνη…» πετάχτηκε μια άλλη φωνή «… ένας λεκές στον φράχτη»
«Δε είναι αίμα…» είπε η ίδια επαγγελματική φωνή «…μια πράσινη ουσία. Θα πάρουμε δείγμα να δούμε τι είναι»
«Μπορεί να μας επιτέθηκαν εξωγήινοι» λιγώθηκε στα γέλια ένας νεαρός και άρχισαν όλοι μαζί να γελάνε μέσα στη νύχτα.
«Περάστε κύριε Μ.Ν αύριο από το τμήμα να κάνετε μήνυση κατ΄αγνώστων και εμείς απόψε θα χτενίσουμε όλο το χωριό» άκουσα τον αστυφύλακα να λέει και τότε μια παιδική φωνή χώθηκε ανάμεσα στη φασαρία των μεγάλων,  καταφέρνοντας προς στιγμήν να τη διασπάσει.
«Μήπως ήταν καλικάντζαρος;»
Έσκυψα το κεφάλι και κόλλησα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα. Ένα κοριτσάκι με πιζάμες και  ένα αρκουδάκι λούτρινο στην αγκαλιά, κοίταζε τους μεγάλους και περίμενε απάντηση. Μάζεψα την ουρά ανάμεσα στα σκέλια μου και σταμάτησα να αναπνέω.
«Δεν υπάρχουν καλικάντζαροι κορίτσι μου…» της χάιδεψε το κεφάλι ένας μεγάλος και άρχισε σιγά σιγα το πλήθος να αραιώνει. Το κορίτσι έμεινε στη μέση του κήπου με το αρκουδάκι αγκαλιά και τώρα κοίταζε την αποθηκούλα. Έκανε ένα βήμα και έπιασε το πόμολο. Η καρδιά μου σταμάτησε. Έσκυψε το κεφάλι στη μισάνοιχτη πόρτα και με ρώτησε
«Είσαι ένας καλικάντζαρος;»
Κούνησα φοβισμένος το κεφάλι μου
«Και τι ήθελες στο σπίτι μου;»
«Ήρθα να σου δώσω ένα μεγάλο ζαχαρωτό» τράβηξα ένα από το σακίδιο και του το δωσα. Το πήρε στα χέρια και το χαμόγελό της φώτισε την αποθηκούλα.
«Ευχαριστώ…» είπε δειλά και ύστερα φεύγοντας
«… κι εγώ θα σου φέρω ένα λουκάνικο …  Μη φύγεις…»

* * * * * *

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου