Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Ο ΣΚΥΛΟΣ

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΕΤΡΕΧΕ ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ  ως την άκρη της θάλασσας και ύστερα με ταχύτητα έφτανε μπροστά της. Φρενάριζε απότομα βάζοντας τα πόδια κόντρα στην παχιά άμμο, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, έπαιρνε ένα χάδι στο κεφάλι και κινούσε από την αρχή. Ήταν ένας ιχνηλάτης  κυνηγός με χρώμα καφέ και μαύρο, με μια άσπρη λωρίδα κάτω από το λαιμό που άνοιγε προς την κοιλιά και σχημάτιζε το σχέδιο ενός πουκαμίσου, κάποιου λόρδου ή έστω κάποιου μπάτλερ της καλής κοινωνίας. Για τις ανάγκες της αφήγησης θα δώσω ένα όνομα στον σκύλο της ιστορίας μας. Θα τον λέμε λοιπόν Μάρκο με κεφαλαίο το μι. Το ίδιο όνομα του έδωσε και η γυναίκα, γεγονός καθόλου παράξενο. Μπορεί να συμβεί δυο άνθρωποι να κάνουν ακριβώς την ίδια σκέψη, εν προκειμένω ο αφηγητής και ένα πρόσωπο της ίδιας ιστορίας. Οι σκέψεις πλανώνται αδέσποτες στον αέρα χωρίς ιδιοκτήτη και μπορεί ανά πάσα στιγμή δυο χέρια να τσιμπήσουν την ίδια σκέψη καθένα για δικό του λογαριασμό. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως το μι ήταν κεφαλαίο.  Το παιχνίδι αυτό συνεχίσθηκε με αμείωτη ένταση μέχρι  το  ρόδινο ηλιοβασίλεμα στην παραλία του  μικρού χωριού. Η γυναίκα παρακολουθούσε με ικανοποίηση το τρέξιμο και τα παιχνίδια του αγαπημένου της Μάρκου και αυτός την αποζημίωνε κάθε φορά με το απότομο φρενάρισμα μπροστά στα πόδια της και τη στροφή γύρω από τον εαυτό του. Οι ιδιοκτήτες των άλλων σκυλιών έδιναν προστάγματα υποταγής.
Η γυναίκα της ιστορίας μας ζούσε μόνη στο χωριό παρέα με τον Μάρκο είχε καβατζάρει τα πενήντα , μικροκαμωμένη και σφιχτή που μαρτυρούσε καθημερινή άσκηση των μυών, τα μάτια της  ζωηρά, σπινθηροβόλα και καταπράσινα στον τόνο της βαθειάς θάλασσας, ένα πράσινο του σμαραγδιού που έδενε με τα ασημένια αχτένιστα μαλλιά, με πρωτευουσιάνικη καταγωγή και ανατροφή. Το δικό της όνομα, σε αντίθεση με τον σκύλο της ιστορίας, είχε δοθεί μουσκεμένο από το νονό της, ύστερα το επανέλαβε ο παπάς και μετά τα πιτσιρίκια στην αυλή της εκκλησίας: «Ανδριανή». Είχε γίνει ταυτότητα, διαβατήριο και πιστοποιητικό γέννησης στο ληξιαρχείο.
Καθώς ο ήλιος άλλαζε τα χρώματα και την ταυτότητα των αντικειμένων στον ορίζοντα  πυρπολώντας τη θάλασσα, η Ανδριανή  σιωπηλή με μια έκφραση αγωνίας στο πρόσωπό της που εξαφάνισε το προηγούμενο χαμόγελο, παρατηρούσε τώρα κάποιες κινήσεις του σκύλου παράξενες που δεν είχε ξαναδεί. Ο σκύλος στέκονταν παράμερα με σηκωμένο το πίσω αριστερό πόδι αποφεύγοντας να το αφήσει να πατήσει πάνω στην άμμο, με τη γλώσσα του το έγλειφε, του φώναξε να έρθει κοντά της αλλά ο Μάρκος δεν υπάκουσε. Πήγε κοντά του, έσκυψε και του μίλησε. Ο σκύλος με τη σειρά του την ευχαρίστησε για τον ενδιαφέρον της σκύβοντας πειθήνια το κεφάλι χωρίς κανένα ίχνος πόνου να ζωγραφίζει το πρόσωπό του. Πάτησε κάτω στην άμμο το πόδι τυλίχθηκε στην αγκαλιά της, τον φίλησε στο στόμα, ανταπέδωσε  με ένα γλείψιμο και ξεκίνησαν πίσω για το σπίτι. Στη διαδρομή, η σκέψη ότι ο σκύλος πονούσε τριβέλιζε συνέχεια το μυαλό της, αλλά ο Μάρκος δεν έδειχνε σημάδια πόνου, δεν έκλαιγε, δεν γρύλιζε, παρά μόνο χάιδευε με τη γλώσσα του το πίσω αριστερό πόδι το οποίο συνέχιζε να κάνει και όταν πλέον στρογγυλοκάθισε στο κρεβατάκι του στο σαλόνι αποφεύγοντας να αγγίξει τροφή. Η Ανδριανή  κάθισε στο γραφείο της, άναψε τσιγάρο και παρατηρούσε τον σκύλο, χωρίς όμως να βλέπει τον πόνο.
Σε αυτές τις στιγμές απόλυτης μοναξιάς και ησυχίας, συνήθως χωρίς καμία επιδίωξη εμφανίζονται οι αναμνήσεις για να καλύψουν τα κενά, όπως ο αέρας μετά από ισχυρή βροχόπτωση έρχεται να καλύψει το οξυγόνο της ατμόσφαιρας  που παρέσυρε η βροχή στο χώμα,  χωρίς να ακριβολογώ επιστημονικά για το φαινόμενο. Έτσι λοιπόν στριμώχτηκαν οι αναμνήσεις της συνάντησης με τον Μάρκο στο μικρό κέντρο περίθαλψης αδέσποτων ζώων, πριν εξαπλωθεί η ντοπαμίνη και δεν αφήσει σπιθαμή. Έστεκε πίσω από το συρματόπλεγμα  αδύνατος και φοβισμένος, σχεδόν σίγουρος όμως για την τύχη του όταν είδε τη γυναίκα  να τον παρατηρεί. Δεν σήκωσε το κεφάλι, αλλά γνώριζε ότι τα μάτια της είχαν διαλέξει αυτόν από όλα τα άλλα σκυλιά που υπήρχαν τριγύρω. Δεν γνώριζε τον λόγο ούτε και τον ενδιέφερε. Το μόνο που ήθελε ήταν να ζήσει μια ζωή καλύτερη από αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε.
«Τον βρήκαμε χτυπημένο και εξαντλημένο από την πείνα στην πλατεία της πόλης», της είχε πει η υπεύθυνη του κέντρου,
«Επειδή είναι κυνηγόσκυλο πιστεύουμε ότι το αφεντικό του τον κακομεταχειριζόταν και τον χτυπούσε», συνέχισε
Τα λόγια αυτά έφταναν για να αποφασίσει η γυναίκα να πάρει τον σκύλο στο σπίτι της, που λίγο αργότερα τον βάφτισε όπως είπαμε Μάρκο, ή μάλλον για να ακριβολογούμε τον ονόμασε Μάρκο, διότι κολυμβήθρες δεν προβλέπονται για τα σκυλιά.
«Θα πρέπει αύριο να τον πάω στον κτηνίατρο, δεν θέλω άλλες στενοχώριες», σκέφτηκε φωναχτά η γυναίκα,
Για να διαφωτισθούν οι αναγνώστες θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημάνω ότι ο Μάρκος ήλθε να αναπληρώσει το κενό ενός άλλου σκύλου που είχε η Ανδριανή  και ο οποίος πέθανε στα χέρια της, θηλυκού γένους  που άκουγε στο όνομα Μίνα, με κεφαλαίο το μι και σε αυτή την περίπτωση. Και ενώ η αναπλήρωση πραγμάτων μπορεί να συντελεστεί με μεγάλη ακρίβεια, αγοράζω ένα όμοιο ποτήρι  με αυτό που έσπασε, ένα όμοιο κινητό με αυτό που τα παιξε, στις περιπτώσεις αναπλήρωσης ζωών, τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα και σχεδόν ποτέ ακριβή. Η ποικιλομορφία της ζωής  στον πλανήτη κατά κανόνα εμποδίζει την όμοια αναπλήρωση, ενώ φαινομενικά φαίνεται ότι την  επιτρέπει. Τη θέση του εκλιπόντος συζύγου στο κρεβάτι μπορεί η χήρα να παραχωρήσει σε έναν άλλο άνδρα που ανήκει μεν στο ίδιο ανθρώπινο είδος, αλλά όπως θα διαπιστώσει στη συνέχεια, από την πρώτη κιόλας νύχτα, δεν είναι ακριβώς ίδιος με τον εκλιπόντα σε πολλά ανατομικά μέρη, αλλά και ψυχικά προσόντα. Έτσι η αναπλήρωση έμβιων όντων σχεδόν πάντα καταλήγει στη διαπίστωση, «Δεν είναι σαν τον μακαρίτη ή σαν του μακαρίτη», ή «Ο Μάρκος δεν είναι σαν τη Μίνα», χωρίς όμως κανένας να αποθαρρύνεται αλλά αντιθέτως να συμβιβάζεται με τον αναπληρωματικό, αφού είναι επιλογή του.
«Δεν είναι σαν τη Μίνα», σκέφτηκε η Ανδριανή  επιβεβαιώνοντας όλα όσα πρόλαβα να σας ξεφουρνίσω πριν λίγο.  
Ο Μάρκος κουλουριασμένος στα πόδια της, άκουγε τις σκέψεις της και αναπλήρωνε την μοναξιά της ησυχίας τους με τις δικές του αναμνήσεις και μη μου πείτε ότι οι σκύλοι δεν έχουν αναμνήσεις.
Το πρωί  εκείνου του Σαββάτου είδε το αφεντικό του, έναν δημόσιο υπάλληλο του τοπικού καταστήματος της πόλης, οικογενειάρχη με σύζυγο και παιδιά, να ετοιμάζει το θηριώδες τζιπ στην αυλή του σπιτιού τους. Ο άλλοι δύο σκύλοι που ήταν δεμένοι δίπλα του απευθύνθηκαν σ΄αυτόν, που τότε δεν λέγονταν Μάρκος,  είχε άλλο όνομα το οποίο δεν γνωρίζουμε. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το πρώτο γράμμα του ονόματός του ήταν πεζό.
«Ξύπνα μικρέ, Σήμερα είναι η μέρα σου, Θα περάσεις εξετάσεις, Κοίτα να εφαρμόσεις όσα έμαθες κοντά μας, Να μας βγάλεις ασπροπρόσωπους».
 Ήταν πράγματι η μέρα που περίμενε τόσο καιρό. Θα τον έπαιρνε μαζί του αυτή τη φορά όχι ως εκπαιδευόμενο, αλλά ως πραγματικό κυνηγό λαγού και θα έκανε  πράξη όλα όσα είχε μάθει. Το  αίμα του έβραζε, η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο, όλες του οι αισθήσεις ήταν σε εγρήγορση. «Είναι η μέρα μου», σκέφτηκε, και όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί  είχε κι αυτός ένα μικρό τρακ που αντιλαμβάνονταν, αλλά δεν μπορούσε να ονομάσει. Σε τελική ανάλυση δεν τον ενδιέφερε και πολύ. Του έφτανε που φορούσε το  καινούριο του περιλαίμιο με το αστραφτερό κουδουνάκι κάτω από λαιμό, στη θέση του παπιγιόν.
Στη διαδρομή για το πεδίο της μάχης σχεδίαζε με την παραμικρή λεπτομέρεια την τακτική που θα ακολουθούσε προκειμένου να φέρει στο βεληνεκές της μπερέτας τον άτυχο λαγό από τη στιγμή που θα τον εντοπίσει να λουφάζει στη ρίζα ενός θάμνου. Κάτι μικροενοχλήσεις που είχε στο στομάχι του αρκετές ημέρες, δεν τον ενδιέφεραν, ούτε καν σκέφτονταν την πείνα του τελευταίου καιρού. Δεν τον απασχολούσε καν το καθημερινό ξεροκόμματο που πετούσε το αφεντικό μέσα στα κάγκελα του σπιτιού του, για να μη χάσει την όσφρηση κατά πως έλεγε. Είχε τουλάχιστον σπίτι και προορίζονταν να μεγαλουργήσει και να δείξει το ταλέντο του. Οι γονείς του και οι δυο ιχνηλάτες, υπήρξαν πρωταθλητές με χαρτιά και κύπελλα, το ίδιο και οι παππούδες του, αυτός γιατί να μη γίνει, η μοίρα του ήταν καθορισμένη δεν ήταν δυνατόν να γίνει κάτι κατώτερο. Όταν επιτέλους ένιωσε το τράνταγμα του φρεναρίσματος και το σβήσιμο της μηχανής του θηρίου, ήταν έτοιμος  να χιμήξει έξω από την πόρτα του κλουβιού. Έξω στο χωράφι υπήρχαν και άλλοι ιχνηλάτες που κατέβηκαν από άλλα τζιπ. Δεν ήταν όμως ντόπιοι, αλλά από άλλες χώρες. Του φάνηκαν άσχημοι και μικροί, ίσως και αδύνατοι να επιτελέσουν το έργο για το οποίο προορίζονταν αυτός που είχε τόσο ένδοξους προγόνους. Η περιοχή γέμισε από τις φωνές όλων των ιχνηλατών, που διασκορπίσθηκαν  και έλαβαν θέσεις στα πόδια των αφεντικών τους περιμένοντας το σύνθημα να ξεκινήσουν το κυνήγι, ενώ οι λαγοί της περιοχής τέντωσαν τα αυτιά τους. Αντιλαμβανόμενοι πλέον τον κίνδυνο αντί να φύγουν, λούφαξαν κάτω από τις ρίζες των θάμνων. Κάποιοι είναι προγραμματισμένοι σε αυτό το κυνήγι της ζωής να είναι θύματα και κάποιοι θύτες, ενίοτε βέβαια αντιστρέφεται ο λόγος, αλλά πάντα είναι η εξαίρεση.  
Έσκυψε το κεφάλι και άρχισε να ιχνηλατεί πάνω στα μονοπάτια που πάτησαν τα πόδια του λαγού πριν από αυτόν. Δεν άργησε να αιχμαλωτίσει με τη μύτη του την πρώτη μυρωδιά , να την κλειδώσει στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου του, και με ακρίβεια τζι πι ες, να οδηγηθεί στον θάμνο όπου λούφαζε σίγουρος για το κρησφύγετό  του. Μόλις ο λαγός διέκρινε τον κίνδυνο δίπλα του αποφάσισε να τρέξει. Παρότι ήξερε να τρέχει καλύτερα από τον εισβολέα και το γνώριζε, παρόλα αυτά πίστευε ότι πρώτα έπρεπε κρυφτεί και ύστερα να χρησιμοποιήσει το ατού των γρήγορων ποδιών  του. Το αποτέλεσμα τις περισσότερες  φορές ήταν να βρεθεί εντός του βεληνεκούς μιας μπερέτας που δεν αστειεύονταν. Η στρατηγική που είχε καταστρώσει άρχισε να εφαρμόζεται κατά γράμμα. Ο λαγός κίνησε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση από το σημείο όπου καραδοκούσε η μπερέτα του αφεντικού του. Με μια κυκλωτική κίνηση  βρέθηκε στα αριστερά της πλάτης του λαγού αναγκάζοντάς τον να στρίψει απότομα και δεξιά προς την κατεύθυνση της μπερέτας. Με το μάτι του υπολόγισε ότι για να εισέλθει μέσα στο βεληνεκές της θα έπρεπε να τον εκτρέψει ξανά για λίγο ώστε να πάρει ευθεία πορεία, ο ίδιος να σταματήσει το τρέξιμο και έτσι να βρεθεί μόνος του ο λαγός κλειδωμένος στο στόχαστρο του αφεντικού. Μια μικρή ντρίπλα χρειάζονταν κλειστή, από αυτές που κάνουν οι τεχνίτες μπαλαδόροι στο χορτάρι. Το αφεντικό ήδη τον έβλεπε με ενθουσιασμό να εκτελεί αυτές τις λεπτές τεχνικές, η  ντρίπλα όμως δεν έγινε, ο λαγός δεν ακολούθησε την ευθεία πορεία, το αφεντικό έστρεψε την κάνη προς τον λαγό, το σκόπευτρο κλείδωνε μόνο τον σκύλο και όχι τον λαγό, δεν το γνώριζε, γνώριζε μόνο ότι αισθάνονταν ένα απέραντο κενό, ότι είχε τρία πόδια μόνο και δυο μάτια αμήχανα να βλέπουν τον λαγό να απομακρύνεται ταχύτατα χωρίς να ακουσθεί καμία εκπυρσοκρότηση, ύστερα μια ησυχία ανησυχητική που την διέκοψε ένας πόνος στα πλευρά και σκληρές λέξεις να διαπερνούν τα κρεμασμένα του αυτιά
«Κωλόσκυλο γιατί σταμάτησες;»
Δεν απάντησε, θα μπορούσε όμως και να του εξηγήσει  Έχω μόνο τρία πόδια. Έξυπνα σκεπτόμενος δεν το είπε. Γνώριζε ότι αυτό θα ήταν το τέλος του. Πίστευε ότι στο επόμενο κυνήγι θα είχε ξανά τέσσερα πόδια, θα έκανε την κρίσιμη ντρίπλα, θα οδηγούσε το λαγό στο σκόπευτρο της μπερέτας και επιτέλους θα έτρωγε ένα καλό γεύμα. Στο επόμενο κυνήγι πάλι στην κρίσιμη ντρίπλα βρέθηκε με τρία πόδια, το αφεντικό του έβλεπε όμως τέσσερα. Αυτή τη φορά η κλωτσιά δεν ήταν μόνο μια, αλλά περισσότερες, λούφαξε κι έσκυψε το κεφάλι. Στο σπίτι δέχθηκε και τον δημόσιο εξευτελισμό μπροστά στα μάτια των εκπαιδευτών του με ένα σκουπόξυλο,
«Έδωσα τόσα λεφτά κοπρόσκυλο να σε αγοράσω κι εσύ σταματάς να τρέχεις, είσαι τεμπέλης κι  άχρηστος».
Οι τελευταίες λέξεις τον πλήγωσαν, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός με τόσο λαμπρούς πρωταθλητές προγόνους ήταν άχρηστος και τεμπέλης. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα γονίδια είχαν εκφυλιστεί τόσο πολύ μέσα σε δυο μόνο γενιές ώστε να τον καταστήσουν άχρηστο, γνώριζε όμως ότι πάντα στην κρίσιμη ντρίμπλα είχε μόνο τρία πόδια, αν είχε τέσσερα θα ήταν εργατικός και χρήσιμος.
Η επόμενη μέρα τον βρήκε έξω από μια κλειστή ταβέρνα, σε μια άγνωστη πόλη, με τέσσερα πόδια. Τόσα βλέπανε και οι άλλοι σκύλοι της πλατείας που άνοιξαν τα μάτια λίγο για να παρατηρήσουν βαριεστημένα τον νεοφερμένο λόρδο.
Ο ίδιος όμως μονολογούσε με θλίψη στα μάτια: «Αν είχα τέσσερα πόδια…»


* * * * * *
Πνευματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου